τον άλλον [των άλλων]

Κι ήμουν μόνος σε κείνο το φως που πετάχτηκε ξάφνου ένα πρωί.
Δεν ήξερα να πω ποιος το ‘στειλε, δεν ήθελα να ξέρω.
Μόνο πήρα το χέρι μου, τ’ ολόδικό μου χέρι
και
περπάτησα ανάποδα
στα ταβάνια
στις χλομές, στις βρόμικες αλήτικες προσευχές.
Εκείνες που ήθελαν ν’ ανεβούν στο θεό
μα
κόλλησαν σε κείνα τα ταβάνια.
Ήμουν μόνος.
Ήμουν αλάνθαστος καθώς επέστρεφα στο μυαλό μου.
Ήμουν ένα σκουλήκι μεγαλειώδες.
Είχα σάλια για να σέρνομαι
και
σάλια για ν’ αφήνω πίσω μου.
Είχα δυο χέρια κλεμμένα στην κουκούλα μου,
συγγνώμη, στο κουκούλι μου,
και πήγαινα, πήγαινα, πήγαινα, έτρεχα προς το μυαλό μου.
Καμιά φορά φοβόμουν τις μυρωδιές,
αλλά ένα σκουλήκι, που ‘ταν μαζί και μεγαλειώδες,
δεν είχε να φοβάται τίποτα.
Τίποτε πια δε με φοβίζει όμως
που να ‘ναι τελειωτικό.
Έχω το μυαλό μου
και
τον πόλεμο.
Έχω πού και πού κι ένα χέρι να με πιάνει.
Κι αν ζήσει
κι αν πεθάνει
έχω πάντα τον πόλεμο.
Τον δικό μου
και
των άλλων.
Τον δικό μου
και
τον άλλον.

[Και δυο ποτήρια άπλυτα.
Όλη κι όλη μου η περιουσία.
Αυτά τα δυο ποτήρια που ποτέ δε θα πλύνω.
Για να μείνουν εκεί τα στόματα που γνώρισα.
Τα στόματα που μ’ ήπιαν
.]

9 thoughts on “τον άλλον [των άλλων]

  1. Μάχες, φώτα, τρόμος, περαστικοί.
    Πάμε κι ερχόμαστε.
    Πάμε, δεν ταξιδεύουμε, λέγαμε παλαιότερα.
    Δεν “υπάρχει”, λένε, ό,τι δεν ξέρεις.
    Καμιά φορά προτιμάς να μην ξέρεις, να μη βλέπεις, να μη μαθαίνεις.
    Κλείνεις τ’ αυτιά σου.
    Το χειρότερο είναι να μη σε πιστεύουν ότι δεν ξέρεις.
    Και να παίζουν με στατιστικές οι άνθρωποι.

    Καπιταλιστικοποίηση της ζωής.
    Αριθμοί και ποσοστά.
    Όλα μπαίνουν σε σύνολα και υποσύνολα.

    Κι εσύ, εμείς, να παλεύουμε να σιωπήσουμε.
    Η σιωπή είναι πιο δύσκολη απ’ τις φωνές.
    Το να βγάλεις το σκασμό είναι ανήφορος που πρέπει να έχεις κότσια να τον ανεβείς.

    Θυμωμένη απελπισία ή απελπιστικός κι απελπισμένος θυμός;
    Αναρωτιέμαι καμιά φορά αν έχουν τόση, τελικά, σημασία τα διλήμματα.
    Γιατί μπορεί ό,τι τρομάζει περισσότερο να μην έχει σημασία.
    Γιατί είναι τρομακτικό. Δεν έχει λογική.

    Η μάχη της συνείδησης είναι εξ αρχής χαμένη.
    Αυτοί που παλεύουν με τον εαυτό τους πάντα χάνουν.
    Κι όχι λόγω αδυναμίας.
    Λόγω εκείνης της παραίτησης σ’ έναν εσώτερο εαυτό που αγωνίζεται να βγει στον κόσμο και να κατακτήσει την αλήθεια του.
    Εκεί είναι το στοίχημα.

    Ας το βάλουμε με το γνωστό τρόπο: δίνοντας τα χέρια.
    Αν χάσουμε, τουλάχιστον θα μας έχει μείνει η χειραψία.

    Καλησπέρα σας.

  2. καμιά φορά κλείνω/νομίζω πως είναι μια φορά/όταν ανοίγω τα μάτια να συναντήσω το φως που πληγώνει τη νύχτα/κάθε φορά, μάλλον/επισπεύδοντας την απουσία του λόγου/κατευθύνω εντός μου τα βέλη της απληστίας των καρπών που προσέκρουσαν σε άδεια κεφάλια/μιαν ιδέα/να ξαποstillω τους μάρτυρες και στη θέση τους ν’ απλώσω έναν δρόμο καταλήγοντας σε παραλήρημα/ο τρόμος της πιθανότητας/να ακούσεις τον άλλον να όπως αν υπήρξες άλλωστε

  3. Οι αράχνες φταίνε’ κλέβουν τις προσευχές για να ταΐζουν τα θύματά τους…έπειτα αυτά αποκτούν θεϊκή γεύση. Και μετά έρχονται οι πόλεμοι: αράχνες vs σκουλήκια. Πάντα νικάνε αυτοί με τα κλεμμένα χέρια και τα δανεικά στόματα…πολύ δυνατές εικόνες…με εντυπωσίασες. Πάντα τέτοια!!! PS:Να προσεύχεσαι σε υπαίθριους χώρους…no tavania attached…

  4. “να ακούσεις τον άλλον να όπως αν υπήρξες άλλωστε”

    Κι αν δεν υπήρξες; [Βάζω τις λέξεις όπως τις νιώθω]
    Κι αν δεν υπήρξες, κανείς μαζί σου δεν υπήρξε.

    Το β’ πρόσωπο συμβατικό.
    Για τη χάρη και τη χαρά αυτής της σκέψης (σου).

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s