Το πιο μαύρο τ’ ουρανού – Joel Rose

mauro_ouranou_exo

Εκδότης: Μοντέρνοι Καιροί

Μετάφραση: Ρένα ΧΑΤΧΟΥΤ

Απόδοση ποιημάτων: Δημήτρης ΑΘΗΝΑΚΗΣ

ISBN:  978-960-691-266-5

Σελίδες:  548

Διαστάσεις:  15Χ23

Τιμή: €19.90

* * *

Νέα Υόρκη, 1841.

Ο Έντγκαρ Άλαν Πόε περιδιαβάζει άρρωστος και ταπεινωμένος στους δρόμους της πόλης, βυθισμένος στην ανάμνηση κάποιας επιτακτικής θλίψης… «Ω Μαίρη», μονολογεί.

Ο μεγάλος Αμερικανός ποιητής τυλίγεται στην αχλή της νύχτας, ενώ πίσω του σέρνονται σκιές, βαριές και μυστήριες. Μεταξύ αυτών, η θύμηση της Μαίρης Σεσίλια Ρότζερς, της άγρια δολο φονημένης υπαλλήλου ενός καπνοπωλείου, ο αρχηγός της αστυνομίας Τζέικομπ Χέιζ, η κόρη του Όλγα, θαυμάστρια του σκοτεινού ποιητή, ο Τόμι Κόουλμαν, αρχηγός μιας από τις στυγερότερες συμμορίες της μητρόπολης, ο φιλόδοξος συγγραφέας Τζον Κολτ.

Ένα μυστηριώδες έγκλημα οδηγεί σε μια καταβύθιση στο μεγαλειώδες έργο του Έντγκαρ Άλαν Πόε, στην ανθρωπογεωγραφία της Αμερικής του 19ου αιώνα, αλλά και στην ένωση της τέχνης και της ζωής σ’ έναν κοινό σκοπό· την επιβίωση. Εδώ δεν έχει σημασία τόσο ποιος σκότωσε ποιον, αλλά ποιος, τελικά, ήταν ήδη νεκρός και, φυσικά, ποιος δε θα πεθάνει ποτέ – έστω στη μνήμη των άλλων.

αμνησία

4602446-md

Όταν θλιμμένη κοιτούσες
τον καθρέφτη σου
φορώντας εκείνο το φόρεμα
-το κίτρινο και ξένο-
ο κόσμος δίπλα σου
γινόταν λίμνη

[καθώς και οι ωδίνες
γίνονταν οδύνες και
κενό]

Πάνω στα νερά της λίμνης
έβλεπα το είδωλό μου
και
τη σύσπαση στο πρόσωπό μου
την πέρασα για
ζωή
παραγεμισμένη με
ζωή

[τώρα οι τάφοι σκεπάζονται με
βότσαλα και αχινούς
μιας και τα κεριά στεριώνονται καλύτερα]

Ποια ησυχία μάς αποκεφάλισε;

ας πεθαίνει πάντα ο φασισμός

17nov1973

Κωνικός Νοέμβρης – Έκτωρ Κακναβάτος

[…]

Εσύ πηγαίνοντας κατά τα Πατήσια ή ετούτο:
πόσες μέρες ακόμη του μένουνε του ήλιου;
Τα τανκς μεταδοτικά δισύλλαβα άνοιγαν δρόμο
του βροντόσαυρου, καταμεσί οδόφραγμα
κωνικός Νοέμβρης,
μετρούσες, πάλι ακέφαλο έψιλον πετρωμένο ήτα
το άλφα πολτός από τον φάλαγγα,
Στο στενό τι ήθελες μ’ εκείνη την αφίσσα
εσύ ένας σκύλος σε στάση εμετού;
Σου είπα μη από τα φαρμακεία τους μην περνάς
σου τη στήνουν πάλι ούθε κι αν περάσεις
πρόσεχε πού πατάς πρόσεχε τις πρόκες,
εσένα το λέω με την ουρανομήκη ανεμόσκαλα
φωλιά του πυρετού, ερωδιέ,
με τα βροντώδη τσόκαρα.

(από τη συλλογή Οδός Λαιστρυγόνων, Κείμενα, Αθήνα 1978)

* * *

H γκαμήλα θυμάται – Ηλίας Γκρής

Τώρα ξέρω πως δεν ήταν να κερδηθεί εκείνος ο αγώνας. Και αν έγινε η ζωή αγγέλου ανάσα χτυπημένη απ’ το κεντρί του σκορπιού, μην ξεχνάς τριακόσια παιδιά ήταν και αγρύπνησαν τραγουδώντας στο γρασίδι του ήλιου, και κάποιοι μας είπαν προβοκάτορες. Δεν είδαν τα ελάφια, τη φωνή τους δεν άκουσαν.

Και την επαύριο, βγήκαν στο προσκήνιο με θαυμάσια πρόσοψη τα κουμάσια.

(από τη συλλογή Η Έφεσος των αλόγων, Δελφίνι, Αθήνα 1993)

* * *

Τα ποιήματα προέρχονται απ’ το σημερινό φύλλο της Αυγής

ο βίος του ισμαήλ φερίκ πασά – ρέα γαλανάκη

o_vios_toy_ismail_ferik_pasa_rea_galanaki

Όταν, κατά τα χρόνια της οθωμανικής -απόλυτης- κυριαρχίας, οι κατακτητές πάσχιζαν με κάθε τρόπο ν’ αφανίσουν τ’ οποιοδήποτε επαναστατικό στοιχείο, μεταξύ άλλων θέσπισαν τη λογική του εξισλαμισμού παιδιών, που στη συνέχεια τους έδιναν υψηλές, στελεχιακές θέσεις στο στρατό και την πολιτική τους. Κάτι τέτοιο συμβαίνει και με τον Ισμαήλ Φερίκ πασά της Ρέας Γαλανάκη στο μυθιστόρημά της “Ο βίος του Ισμαήλ Φερίκ πασά, Spina nel cuore”. Ένα κρητικόπουλο αποχωρίζεται με τη βία από την οικογένεια και τον αδερφό του και καταλήγει στην Αίγυπτο. Εδώ αρχίζουν όλα.

Ο Ισμαήλ μεγαλώνει σ’ ένα περιβάλλον όπου παλεύει ανάμεσα στην ελληνική του ταυτότητα και καταγωγή και στην καινούργια του κατάσταση, κατά την οποία οι συμμαθητές του, Οθωμανοί οι ίδιοι στην πλειονότητά τους, τον κοιτούν μ’ ένα περίεργο μάτι, ως ξένος που ήταν. Αυτή η διαδικασία ωρίμανσης του Ισμαήλ είναι, προφανώς, γεμάτη ψυχικά προβλήματα και προβλήματα ταυτότητας, που οι δύο προαναφερθέντες λόγοι δεν αφήνουν το παιδί να ενηλικιωθεί ομαλά, όσο τέλος πάντων θα μπορούσε υπ’ αυτές τις συνθήκες. Κατά την πορεία των γεγονότων, ο Ισμαήλ ξεχωρίζει για την ιδιαίτερή του ευφυΐα και αναλαμβάνει θέση υψηλόβαθμου στελέχους του αιγυπτιακού στρατού. Την ίδια στιγμή, ο αδερφός του, ο Αντώνιος Καμπάνης-Παπαδάκης, εξελίσσεται σε σημαίνοντα αστό των Αθηνών, από εκείνους τους λογίους οι οποίοι όχι μόνο νοιάζονταν για την παιδευτική πρόοδο του σκλαβωμένου λαού, αλλά, παράλληλα, βοηθούσαν, με προσωπικό και εθνικό συνάμα κίνδυνο, τις τοπικές επαναστάσεις εναντίον του κατακτητή.

Έρχεται η στιγμή να “πέσουν” ο ένας στο δρόμο του άλλου, χρόνια μετά, αλλά μ’ έναν τρόπο παράδοξο: μέσω αλληλογραφίας που επιδίωξε ο Ισμαήλ, μιας και λόγω των συνθηκών ήταν αυτός που είχε το “πάνω χέρι” στα εσωτερικά του κράτους, έχοντας γνωρίσει και σχετιστεί με τα σημαντικότερα πρόσωπα της Αιγύπτου εκείνης της περιόδου, όπως ήταν ο Μωχάμετ και ο Ιμπραήμ. Μέσα απ’ την παρέμβαση του Ιωάννη, εξαδέρφου του Ισμαήλ, καταφέρνει, λοιπόν, να έρθει σ’ επαφή με τον αδερφό του στην Αθήνα. Το πρώτο σημείο-κλειδί του μυθιστορήματος της Γαλανάκη είναι η ανταλλαγή των επιστολών. Σ’ αυτές τις επιστολές, τα δυο αδέρφια έχουν απεκδυθεί ως επί το πλείστον τις “ιδιότητές” τους και παραμένουν δύο στενοί συγγενείς που “ξαναβρίσκονται”. Η Γαλανάκη με μιαν αξιοπρόσεκτη βαθμιαία συναισθηματική συνάντηση των δύο αδερφών μέσα απ’ τις επιστολές τους, δείχνει αρχικά την επιφυλακτικότητα που διαχέεται στα γράμματά τους η οποία σταδιακά εξελίσσεται σε αμοιβαία εξομολόγηση και επαναφορά στην αληθινή σχέση αίματος.

Φράσεις όπως “Με πλημμύρισε αβάσταχτος πόθος να ξαναγράψω τα ελληνικά ή μήπως ήθελα να ξαναγράψω στον Αντώνη, τώρα που ήταν πια αδύνατον; Να του γράψω για ό,τι θα μεσολαβούσε ανάμεσα στον ήχο του όπλου και το αίμα“, και “φοβόταν τα ελληνικά μήπως επέμβουν” δείχνουν την εσωτερική πάλη του Ισμαήλ ανάμεσα στις δυο ταυτότητες, στους δυο πολιτισμούς που “Όχι, δεν μπορούσα πια στην ηλικία μου ν’ αλλάξω τα πεδία της μνήμης. Η ιδέα και μόνο της Αιγύπτου σαν χαμένου τόπου με ξάφνιαζε πολύ. Δεν ήταν δυνατόν. Και σίγουρα θα τρελαινόμουν, αν είχα δυο χαμένους τόπους αντί για έναν στην υπόλοιπη ζωή μου· ο δεύτερος μάλιστα ν’ απλώνεται σ’ όλα τα χρόνια της ωριμότητάς μου“. Είναι λοιπόν αξιοσημείωτος ο χειρισμός της Ρέας Γαλανάκη στο θέμα της πάλης των ταυτοτήτων και στο ζήτημα της ισορροπίας ανάμεσα σε δύο βάρκες: στο για πάντα χαμένο και σ’ αυτό το οποίου ο χαμός μοιάζει ν’ αναφαίνεται στο άμεσο μέλλον. Κάτι ανάλογο βρέθηκε να κάνει ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης με τα “Νερά της Χερσονήσου” (Κέδρος, 1998), πραγματευόμενος το θέμα των εθνικών και εσωτερικών ταυτοτήτων δύο ηρώων του, ενός χριστιανού κι ενός μουσουλμάνου. Τα δύο αυτά μυθιστορήματα μπορούν κάλλιστα να διαβαστούν διαδοχικά για να καταδειχτεί με σαφήνεια ό,τι αναφέρθηκε παραπάνω.

Και μια μικρή λεπτομέρεια: ο Αντώνης, όταν απευθύνεται στον αδερφό του στα γράμματά τους, στην προσωπική αντωνυμία που χρησιμοποιεί το πρώτο γράμμα είναι κεφαλαίο· για παράδειγμα, “Όμως, μου μένει πάντα χρόνος να Σε σκέφτομαι”. Αυτό είναι δείγμα -και ευφυής λεπτομέρεια της Γαλανάκη- του σεβασμού του αστού Αντωνίου προς τον υψηλόβαθμο αδερφό του, αλλά -ίσως- και ένδειξη μιας υποφώσκουσας τυπικότητας (και ασυναίσθητης) επιφυλακτικότητας έναντι του “εχθρού” αδερφού, που πάντα όμως ρέει το ίδιο αίμα στις φλέβες τους.

Όταν ο αναγνώστης φτάνει στο προτελευταίο μέρος της βασικής αφήγησης του “Βίου του Ισμαήλ Φερίκ πασά”, έρχεται αντιμέτωπος με την πρωτοπρόσωπη αφήγηση του Ισμαήλ, πριν τον άδοξο θάνατό του, όπου περιγράφονται με μια πλήρη απέκδυση συναισθηματισμών και μελοδραματισμών, τα γεγονότα της κρητικής επανάστασης καθώς και τις αντίδρασης του αιγυπτιακού στρατού του οποίου ηγείτο ο Ισμαήλ Φερίκ πασάς. Με βήματα αργά και σταθερά, η αφήγηση φτάνει στην κορύφωσή της, ο αναγνώστης οδηγείται στο ζενίθ και το εσωτερικό “άδειασμα” του ήρωα της Γαλανάκη, και το βιβλίο, έτσι, καταλήγει σ’ ένα τέλος όπου όλα είναι πια ξεκάθαρα και ολοκληρωμένα.

Σημαντικά επίσης στοιχεία μπορεί ν’ αντλήσει κανείς απ’ την Τέχνη της εποχής στην Ευρώπη μέσ’ απ’ το ταξίδι του Ισμαήλ με τον Ιμπραήμ, για να συνέλθει ο δεύτερος από την κατάθλιψη που προήλθε εξαιτίας κάποιων στρατιωτικών αποτυχιών. Ταυτόχρονα, αναφέρεται η κατάσταση των απαγορευμένων ευρωπαϊκών βιβλίων που κυκλοφορούσαν κρυφά μεταξύ των Ελλήνων.

Όλ’ αυτά δε θα ήταν έτσι δομημένα και δοσμένα αν η επεξεργασμένη γλώσσα και η ποιητική αφήγηση, αυστηρά όπου κρίνεται απαραίτητη, (εξάλλου, η Γαλανάκη είναι ταυτόχρονα και σημαντική ποιήτρια) στα κατάλληλα σημεία τής συγγραφέως έλειπε. Χωρίς να φτάνει σε σημεία, ούτε για μια στιγμή, σε μελοδραματισμούς και τα τοιαύτα, η Γαλανάκη αποδίδει τους χαρακτήρες της ολοκληρωμένους χωρίς να μένει καμιά απορία για το παρελθόν, το παρόν και το τέλος τους. Το σημαντικό εν προκειμένω είναι ότι η συγγραφέας έχει καταφέρει με τη γλώσσα και την αισθητική της να ταυτίσει τη γλώσσα στο στόμα κάθε ήρωα, ανάλογα όχι μόνο με την προσωπική αλλά και με την ιστορική συγκυρία. Εκεί είναι κερδισμένο το στοίχημα, εκεί είναι και το μεγάλο λογοτεχνικό μάθημα.

Η “εισβολή” του λογοτεχνικού και μυθιστορηματικού στοιχείου στα ιστορικά στοιχεία που αναφέρονται στο “Βίο του Ισμαήλ Φερίκ πασά”, γίνεται κατά τρόπο που δεν προσβάλλει καθόλου ούτε το πρώτο ούτε τα δεύτερα. Η δημιουργική ώσμωση και η λογοτεχνική επεξεργασία της Γαλανάκη αποφεύγουν αυτό που κατά κύριο λόγο συμβαίνει στη σύγχρονη ιστορική λογοτεχνία: το μπλέξιμο του προσωπικού με το ιστορικό, πάντοτε εις βάρος κάποιου απ’ τα δύο. Εξάλλου, η καινούργια έκδοση απ’ τον Καστανιώτη (η πρώτη ήταν απ’ την Άγρα το 1989) συμπεριλαμβάνει ένα εκτενές επίμετρο της συγγραφέως, κατά το οποίο προσπαθεί να εξηγήσει την παρεμβολή του λογοτεχνικού στοιχείου στην ιστορική αφήγηση, αλλά και να δικαιολογήσει τον τρόπο με τον οποίο ολόκληρη η ιστορία έχει χτιστεί. Άλλωστε, η Ρέα Γαλανάκη είναι γνωστή για τις πετυχημένες της απόπειρες μυθιστορηματικής ανακατασκευής προσώπων του 19ου αιώνα, στο πλαίσιο πάντοτε της λογοτεχνικής χρονικογραφίας που με τα ιδιαίτερα στοιχεία της ανέπτυξε. Και όπως αναφέρει και η ίδια: “…είναι το ίδιο το βιβλίο αναφορά και απόδοση τιμής από την εποχή μας στους πεζογράφους Γ. Βιζυηνό, Μ. Μητσάκη, Εμμ. Ροΐδη, Αλ. Παπαδιαμάντη και Κ. Θεοτόκη”. Η συνέχεια, η εξέλιξη και η διακειμενικότητα στο αληθές και πλαισιωμένο τους εύρος.

[κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη]

[Η Ρέα Γαλανάκη γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης το 1947. Σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στην Αθήνα. Έχει εκδώσει μυθιστορήματα, διηγήματα, ποιήματα και δοκίμια. Ανήκει στα ιδρυτικά μέλη της Εταιρείας Συγγραφέων (το 1981). “O βίος του Iσμαήλ Φερίκ πασά” είναι το πρώτο ελληνικό μυθιστόρημα που η UNESCO αποφάσισε να εντάξει στο UNESCO Collection of Representative Works (1994). Έχει μεταφραστεί στα γαλλικά, αγγλικά, τουρκικά, βουλγαρικά, ολλανδικά και γερμανικά. Tο μυθιστόρημα “Eλένη ή ο Kανένας” έλαβε το Kρατικό Bραβείο Mυθιστορήματος (1999) και αντιπροσώπευσε την Eλλάδα στο Eυρωπαϊκό Bραβείο Λογοτεχνίας “Aριστείον”, μπαίνοντας στην τελική τριάδα των υποψήφιων έργων (1999). Tο μυθιστόρημα “Θα υπογράφω Λουί” έχει εκδοθεί στις HΠA. Ποιήματα και διηγήματα της συγγραφέως έχουν μεταφραστεί σε αρκετές γλώσσες. H συγγραφέας έχει επίσης τιμηθεί με το βραβείο “N. Kαζαντζάκης” του Δήμου. Ο “Αιώνας των λαβυρίνθων” το 2003 της χάρισε το Βραβείο Πεζογραφίας “Κώστα Ουράνη” της Ακαδημίας Αθηνών. Τέλος, το μυθιστορηματικό χρονικό “Αμίλητα βαθιά νερά” απέσπασε το 2006 το Βραβείο Αναγνωστών του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου.]

Επιστροφή στο Ντητρόιτ – Σώτη Τριανταφύλλου

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟ ΝΤΗΤΡΟ’Ι’Τ

Panic in Detroit – 2 Noεμβρίου 2008

Φέτος τον Νοέμβριο πήγα στο Ντιτρόιτ για τις αμερικανικές εκλογές∙ τον Αύγουστο του ’87 είχα πάει για μια συναυλία της Aretha Franklin. Η Aretha μόλις είχε μπει στο Rock’n’Roll Hall of Fame, κάτι που μου φαίνεται, εκτός από μια ακόμα διεστραμμένη αμερικανική επινόηση, σκέτoς εξευτελισμός. Και σαν να μη φτάνει αυτό, το Rock’n’Roll Hall of Fame βρίσκεται στο Κλήβελαντ του Οχάιο, ένα μέρος όπου κανείς δεν θέλει να πάει να χάσει τον καιρό του. Είτε μ’ αρέσει, είτε όχι, το Hall of Fame υπάρχει, και η Aretha ξετρελάθηκε απ’ τη χαρά της που τη δέχτηκαν ως μέλος. Δεν ξέρω γιατί. Για να φτάσω στο Ντητρόιτ, πήρα ένα αεροπλάνο της Northwestern – βρήκα ένα φτηνό εισιτήριο από κείνα που περιμένεις μήπως και δεν σκάσει μύτη κάποιος, και πράγματι πάντα κάποιος δεν σκάει∙ έτσι, την τελευταία στιγμή, ενώ ο πιλότος έχει πάρει κιόλας θέση στο κόκπιτ, σου δίνουν το εισιτήριο μισοτιμής. Ανεμίζοντας την κάρτα επιβιβάσεως, όρμησα στο αεροπλάνο και σωριάστηκα στη θέση με κομμένη την ανάσα. Έτσι, πήγα στο Ντητρόιτ.

Ενώ προσγειωνόμασταν, ένα άλλο αεροπλάνο της Northwestern έπεφτε μπροστά στα μάτια μας τη στιγμή που απογειωνόταν. Εκατόν πενήντα έξι άνθρωποι σκοτώθηκαν. Ο θάνατος διαγραφόταν στον ορίζοντα σε πολλαπλές εικόνες και ήχους: το αεροπλάνο χτύπησε στην αερογέφυρα του αυτοκινητόδρομου και κομματιάστηκε φλεγόμενο∙ καιγόταν με μια μεγάλη φωτιά που μαύριζε τον ουρανό. Αργότερα, μάθαμε πως επέζησε μονάχα ένα τετράχρονο κοριτσάκι που το έλεγαν Σισίλια. Τώρα η Σισίλια θα είναι είκοσι πέντε ετών.

Αυτή ήταν η πρώτη μου μέρα στο Ντητρόιτ, τον Αύγουστο του ’87∙ μια πόλη ανάπηρη, κομματιασμένη. Σκέφτηκα το “Panic in Detroit” του David Bowie∙ δεν ήταν η πρώτη φορά που το σκεφτόμουν: ο πανικός ταιριάζει στο Ντητρόιτ. Πέντε χρόνια νωρίτερα, ενώ ταξίδευα προς την Καλιφόρνια μ’ ένα σαραβαλιασμένο αυτοκίνητο, είχα ανεβεί στο Ντητρόιτ – στο Ντητρόιτ ανεβαίνεις, στο Μαϊάμι κατεβαίνεις – κι εκεί έμπλεξα με μια παρέα που άκουγε hardcore – ποτέ δεν άκουγα hardcore με δική μου πρωτοβουλία, αλλά, πράγμα παράξενο, έμπλεκα κατ’ εξακολούθηση με hardcore παρέες – και πήγαμε σ’ ένα μπαρ, το Freezer Theater, που βρισκόταν στη λεωφόρο Κας, κοντά στο Μπρονξ Καφέ όπου δούλευε ένας φίλος μου από τη Νέα Υόρκη. Έκανε καριέρα στα καφενεία του Ντητρόιτ. Καταλήξαμε όλοι μαζί στο Freezer Theater επειδή εκεί έπαιζαν hardcore οι Negative Approach, και, όπως ήταν αναμενόμενο, η νύχτα εξελίχθηκε σε εφιάλτη. Ο εφιάλτης ταιριάζει στο Ντητρόιτ: κάποιος βρέθηκε νεκρός στην τουαλέτα του Freezer, και η αστυνομία μπούκαρε με τον τρόπο που μπουκάρει η αστυνομία στις Ηνωμένες Πολιτείες: σαν να επελαύνει ο στρατηγός Σέρμαν στον Πόλεμο της Απόσχισης. Κι αφού μπούκαρε, ανακάλυψε σύριγγες, φακελάκια με σκόνες, ένα σωρό junk, και shit και horse, δεν θυμάμαι ποια ήταν τότε η πιο συνηθισμένη λέξη για την πρέζα. Αργότερα, στο τμήμα, προσπαθούσα να πείσω τους μπάτσους ότι είχα «ανεβεί» στο δρόμο για την Καλιφόρνια, κι ότι θα μπορούσα να έχω «κατεβεί» προς το αναθεματισμένο το Κολάμπους του Οχάιο. Είπα: «Αισθάνομαι άτυχη. Θα μπορούσα να πάρω τον αυτοκινητόδρομο που διασχίζει το Οχάιο και να τα ‘χω αποφύγει όλ’ αυτά.» Πανικός στο Ντητρόιτ. «Ήρθα μονάχα για τη μουσική,» πρόσθεσα. “Music, my ass!” σφύριζαν οι μπάτσοι εξετάζοντας τα μπράτσα μας και αναζητώντας ουλές∙ «πρεζάκια!», «καταραμένα πρεζάκια!» αναφωνούσαν εν χορώ. «Θα τεζάρετε, ρε!» «Μανάδες δεν έχετε; ρε! Πατεράδες δεν έχετε;» Κοιτούσα κι εγώ τα χέρια μου που ήταν άσπιλα εκτός από τη σφραγίδα του Freezer Theater στο εσωτερικό του καρπού. Αλλ’ αυτό δεν άλλαξε τίποτα. Έμεινα στο τμήμα μαζί με καμιά εικοσαριά οπαδούς των Negative Approach, ένας από τους οποίους νοσταλγούσε το ιγκουάνα του. «Τι θα μας κάνουνε;» ρώτησα∙ απάντηση δεν πήρα. Πανικός στο Ντητρόιτ. Στην πραγματικότητα, δεν ένιωθα πανικό∙ δεν ξέρω τι ένιωθα, αλλά όχι πανικό, σίγουρα∙ ίσως είμαι ανίκανη για δυνατά συναισθήματα. Ένας άνθρωπος είχε πεθάνει στο Freezer, μια συναυλία hardcore είχε διακοπεί, βρισκόμουν σε κάποιο άθλιο αστυνομικό τμήμα κοντά στον αυτοκινητόδρομο 75, καταμεσής στο ρημαγμένο Ντιτρόιτ. Στον έλεγχο ταυτοτήτων είχα αποτύχει και παγιδευτεί: «Ποια είσαι, πού πας, γιατί είσαι μόνη σου; Τι σκατά κάνεις μόνη σου;» Απάντησα σε όλα, είπα, «είμαι μόνη μου γιατί κανένας δεν με θέλει», κι ο μπάτσος με κοίταξε με καχυποψία, με οίκτο κι έπειτα πάλι με καχυποψία. «Και πας στην Καλιφόρνια, αλλά, σου ‘ρθε να περάσεις απ’ το Ντητρόιτ.» «Μάλιστα.» «Γιατί;» «Για τον Ιggy Pop, ξέρετε, για τις Supremes, ξέρετε, τους MC5, για την Κράισλερ…» Ήθελα να προσθέσω: «Γιατί με τραβάνε οι ετοιμοθάνατες πόλεις». «Και πού μένεις;» «Στο Μπρούκλυν» – και σ΄ αυτό το σημείο ήθελα να προσθέσω, «σε μια γειτονιά που αργοπεθαίνει», αλλά πρόσθεσα, «στο Μπρούκλυν της Νέας Υόρκης, ξέρετε.» Ένα δέντρο μεγαλώνει στο Μπρούκλυν, και τέτοια. Η γέφυρα του Μπρούκλυν, και τέτοια.

Το πρωί μάς άφησαν όλους ελεύθερους, εκτός από έναν που ήταν γεμάτος μελανιές. «Πηγαίντε να ψοφήσετε αλλού, ρε!» τσίριξε ο αρχιφύλακας. «’Αιντε!» Ήμουν άυπνη και δεν θυμόμουν ούτε πού είχα παρκάρει. Μαζί με το παιδί που είχε κατοικίδιο μια ιγκουάνα ψάχναμε γύρω απ’ τη λεωφόρο Κας, στην οδό Τζον Αρ, στη Μπρας, σ’ όλη εκείνη την περιοχή που έμοιαζε βομβαρδισμένη, κι όταν φτάσαμε λίγο πιο νότια, στο Γκρηκτάουν, θυμήθηκα πως είχα αφήσει το αυτοκίνητο έξω από το Μπρονξ Καφέ. «Μετά απ’ όλ’ αυτά, δε θα ξανάρθεις στο Ντητρόιτ,» αναστέναξε το παιδί με το ιγκουάνα, καθώς έμπαινα στο αυτοκίνητο. «Ω,» απάντησα, βάζοντας το κλειδί στη μίζα, «θα ξανάρθω. Σίγουρα θα ξανάρθω.» Ήθελα να προσθέσω: το Aladdin’s Sane – που περιείχε το “Panic in Detroit” – ήταν απ’ τους αγαπημένους μου δίσκους, αλλά φοβήθηκα πως ένας θαυμαστής των Negative Approach είτε δεν έχει ιδέα για τον David Bowie, είτε τον περιφρονεί. «Θα ξανάρθω,» είπα, «Ελπίζω να βρεις το ιγκουάνα σου όπως το άφησες.» Εκείνος κούνησε το κεφάλι, κι έπειτα το χέρι. «Καλή αντάμωση», είπε. So long. So long.

Έτσι, ξαναπήγα. Για χάρη του “Panic in Detroit”, και όλων των άλλων. Τον Αύγουστο του ’87, συνέβη εκείνο το αεροπορικό δυστύχημα έπειτα από το οποίο δεν είχα καμιά όρεξη να δω την Aretha∙  άλλωστε, δεν βρήκα εισιτήριο για τη συναυλία. Και παρ’ όλ’ αυτά, πέρασα το βράδυ έξω απ’ το auditorium προσπαθώντας ν’ ακούσω τι γίνεται μέσα∙ δεν άκουγα τίποτα (ηχομόνωση!) και μ’ έπιασε το παράπονο, σκεφτόμουν πόσο loser είμαι, πως ούτε μια θέση σε συναυλία της Aretha δεν μπορώ να βρω, πως βρίσκομαι στην πόλη όπου γεννήθηκε η σόουλ και κάθομαι και κλαψουρίζω μέσα στο σκοτάδι. Πως τα μάτια μου είδαν ένα αεροπλάνο να συντρίβεται στον αέρα. “Panic in Detroit”. Αλλά, καθώς σκεφτόμουν τον Bowie και την Aretha, και το “Rock’n’roll Suicide” που παρ’ ολίγο να με στείλει στον τάφο όταν ήμουν δεκαπέντε χρονών, ακούστηκε μες απ’ το auditorium ένα χειροκρότημα κι έπειτα, πολύ σιγά, με διακοπές, σαν από χαλασμένο τρανζίστορ, το “The House that Jack Built”. Ίσως να το τραγουδούσε για το αναθεματισμένο το Hall of Fame – “The House that Rock Built” – αλλά συγκινήθηκα παρ’ όλ’ αυτά, κι όλοι μου οι φόβοι διαλύθηκαν∙ το Ντητρόιτ, η έρημη λεωφόρος Χάρπερ, τα σταυροδρόμια των εθνικών οδών όπου βρυχώνταν τα αυτοκίνητα της Τζένεραλ Μότορς, το εγκαταλελειμμένο πια Freezer Theater, τα συμπονούσα όλα∙ αναρωτιόμουν τι να σκεφτόταν ο David Bowie όταν τραγουδούσε το “Panic in Detroit”, κι αν είχε μυρίσει τον αέρα του Μίσιγκαν, τον βιομηχανικό, παγωμένο αέρα της νύχτας. Το τραγούδι από το Aladdin’s Sane λέει «σειρήνες ουρλιάζουν μες στη βραδινή μελαγχολία», άρα, συμπεραίνω πως είχε μυρίσει τον νυχτερινό αέρα στο Νητρόιτ. Που, καμιά φορά, αν είσαι τυχερός, γεμίζει από διακεκομμένες νότες, όταν η Aretha τραγουδάει “The House that Jack Built”. Τώρα, ακόμα μια φορά, το Ντητρόιτ, η πόλη που έχτισαν οι αυτοκινητοβιομηχανίες, απλώνεται μπροστά μου πανικόβλητο και έρημο, σαν μια στέπα.

Σώτη Τριανταφύλλου

——————————–

Η Σ.Τ. βρίσκεται στο Ντητρόιτ αυτές τις μέρες. Αυτή είναι η “ανταπόκρισή” της. Τιμή μας και καμάρι μας, φυσικά.

IANOS – Τρίτη 4/11 – 6.00 μ.μ.

Τρίτη, 4 Νοεμβρίου 2008 στις 18:00

στο Βιβλιοπωλείο IANOS – Σταδίου 24

ξένη λογοτεχνία

από τις εκδόσεις ίνδικτος

Οι εκδόσεις ΙΝΔΙΚΤΟΣ παρουσιάζουν την πρόσφατη σοδειά

της ξένης λογοτεχνίας τους

σε μιαν εκδήλωση που τον λόγο θα έχουν τρεις bloggers:

ΝΑΥΤΙΛΟΣ [ΑΛΕΞΗΣ ΔΑΜΙΓΟΣ]

ΠΑΝΔΟΧΕΙΟ [ΛΑΜΠΡΟΣ ΣΚΟΥΖΑΚΗΣ]

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΘΗΝΑΚΗΣ