Με όπλο τους στίχους

28 ποιητές γράφουν για τα γεγονότα των ημερών

Το ηλεκτρονικό περιοδικό για την ποίηση e-poema παίρνει την πρωτοβουλία να συσπειρώσει εγνωσμένους Ελληνες ποιητές -της παλαιότερης και της νεότερης γενιάς- με στόχο μια διαφορετική αντιμετώπιση και τοποθέτηση έναντι της περιρρέουσας πραγματικότητας των τελευταίων ημερών. Με μόνο όπλο τους στίχους.

Συμμετέχουν με ποιήματα γραμμένα εν θερμώ ή, σε περιπτώσεις, με ήδη υπάρχοντα τα οποία προφητικά ταιριάζουν στην περίσταση, οι:

Μαριγώ Αλεξοπούλου, Νάνος Βαλαωρίτης, Γιώργος Βέης, Φοίβη Γιαννίση, Μιχάλης Γκανάς, Βερονίκη Δαλακούρα, Γιώργος Δουατζής, Γιάννης Ευθυμιάδης, Σταύρος Ζαφειρίου, Δημήτρης Καλοκύρης, Γιάννης Κοντός, Γιάννης Λειβαδάς, Χριστόφορος Λιοντάκης, Γιώργος Μαρκόπουλος, Μιχαήλ Μήτρας, Γιώργος Μπλάνας, Δάφνη Νικήτα, Λευτέρης Ξανθόπουλος, Παυλίνα Παμπούδη, Μιχάλης Παπαντωνόπουλος, Γιάννης Η. Παππάς, Στρατής Πασχάλης, Σταμάτης Πολενάκης, Βασίλης Ρούβαλης, Ντίνος Σιώτης, Γιάννης Στίγκας, Νατάσα Χατζιδάκι, Γιώργος Χουλιάρας.

Τα 28 ποιήματα είναι μια ελάχιστη αντίδραση στα τρέχοντα γεγονότα, ένα αντίδοτο στην κατάθλιψη, την απαξίωση και την αίσθηση υποχώρησης των πάντων, σε πολιτιστικό, κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο.

ΜΕ ΟΠΛΟ ΤΟΥΣ ΣΤΙΧΟΥΣ

Ποιήματα εμπνευσμένα ακριβώς τη στιγμή των γεγονότων. Είκοσι οχτώ ποιητές απευθύνουν τη δική τους διαμαρτυρία, την τοποθέτησή τους, μια ελάχιστη αντίδραση με τη «φωνή» τους, στην πραγματικότητα που ζει η Ελλάδα τις τελευταίες ημέρες. Προσδοκούν να συνεισφέρουν, με μοναδικό γνώμονα κάποιες αξίες και δικαιώματα˙ ως πολίτες, συμμέτοχοι, δημιουργοί και συνένοχοι. Τα ποιήματα δεν είναι παρά αιχμές διατυπωμένες σε στίχους αντί για διακηρύξεις, πολιτικολογία ή, το χειρότερο, απαθή σιωπή. Με αυτόν τον ελάχιστο τρόπο, οι παρόντες ποιητές εξανίστανται και στέκονται απέναντι στη βία και τις καταστροφές όσο και την υποτίμηση, την αναξιοπρέπεια, την όποια δύναμη επιβολής.

Η συντακτική ομάδα του (.poema..)

*

Τα ποιήματα μπορείτε να τα βρείτε εδώ (κλικ)

buzz it!

«Τίποτα δεν είναι ίδιο, απλά άσε με να κλάψω…»

«Τίποτα δεν είναι ίδιο, απλά άσε με να κλάψω…»

 

Πόνος, απορία, οργή για την εν ψυχρώ εκτέλεση του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου από τον ειδικό φρουρό. Μια κατάθεση ψυχής σε τρεις χειρόγραφες σελίδες γραμμένες από το χέρι μιας μαθήτριας της Γ’ Λυκείου της Σχολής Μωραΐτη, εκεί όπου φοίτησε για κάποια χρόνια ο 15χρονος. Είχαν διαγώνισμα χθες το πρωί στο τμήμα της, στα Μαθηματικά. Λίγο αργότερα εκείνη παρέδωσε την κόλλα της. Τρεις σελίδες χωρίς αριθμούς και εξισώσεις, γεμάτη από λέξεις, συναισθήματα και σκέψεις για όλα αυτά που έγιναν τις τελευταίες δυο ημέρες. Αποσπάσματα δημοσιεύει η «Ελευθεροτυπία»:

 

«Οχι, δεν διάβασα. Και ούτε θα είχα την ενέργεια να γράψω. Τα ίδια γυρνάνε στο μυαλό μου ξανά και ξανά. Πάνε πάνω από 24 ώρες που σκέφτομαι το ίδιο πράγμα. 15 χρονών, Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος. Το είδαν οι κολλητές μου. Στη Μεσολογγίου. Τον ήξερα μόνο φατσικά. Ηξερα τους κολλητούς του όμως…

…Εγώ δεν ήμουν εκεί. Είχα πάει Ψυρρή. Ηξερα ότι οι άλλες ήταν Εξάρχεια. Κανείς δεν είχε βγει από την υπόλοιπη παρέα. Ισως κάτι να ήξεραν παραπάνω. Ούτε εγώ ήθελα να πάω Εξάρχεια. Είπα “θα περάσω μετά”. Η Α… βρέθηκε στον δρόμο μου και ήρθε και μου ‘πε “15 χρονών παιδί νεκρό στη Μεσολογγίου”. Ο νους μου πήγε στους δυο Ν…, είναι οι μικρότεροι εκεί πέρα. Για τρεις ώρες μετά ζήτημα να έβγαλα δέκα κουβέντες. “Ποιος είναι;”, “Πώς είναι η φάτσα του;”, “Είναι ο αδελφός του Τ…;”, “Δεν πιστεύω να ‘ναι ο Ν…”. Τα τηλέφωνα βάραγαν όλο το βράδυ από παντού. Κλείσαν τα Εξάρχεια. Τα κορίτσια ήταν ακόμα εκεί. Και εγώ δεν ήμουνα κοντά τους. Γιατί δεν ήμουν κοντά τους; Δεν ήθελα να το δούνε αυτό. Δεν ήθελα να τους σημαδέψει μια τέτοια εικόνα. Μακάρι να μπορούσαμε να κλείσουμε τα μάτια στις φρίκες, να μην αφήνουμε τον άλλον να βλέπει, για να μην βλέπει εφιάλτες. Δεν είναι όμως έτσι τα πράγματα. Δυστυχώς. Πρέπει να αντιμετωπίζουμε το διεστραμμένο ύφος του κάθε τέρατος. Ακουγα. Ακουγα για το υπόλοιπο βράδυ, τα κρατούσα μέσα μου δεν έλεγα τίποτα. Σοκ. Επαιρνα τα κορίτσια τηλέφωνο. Μου έλεγαν τι έγινε: “Πριν 10 λεπτά σε αυτό το σημείο καθόμασταν. Εσκασε ένα περιπολικό και άρχισε το παιδί να το κοροϊδεύει. Ο μπάτσος μετά από φωνές σημάδεψε από ενάμιση μέτρο απόσταση. Τρεις σφαίρες. Μία τον πέτυχε στην καρδιά. Κοίταξε επάνω και σωριάστηκε πίσω. Λίγο ακόμα κατάφερε να αναπνεύσει. Μετά; Ασθενοφόρα, Λιποθυμίες. Η Κ… έπαθε κρίση πανικού. Η Τ… έκλαιγε, οι άλλες δύο… σοκ. Και στον αέρα να κυκλοφορούν οι λέξεις: Πέθανε – Παιδί – μίσος – οργή – μα είναι νεκρός – Πέθανε σας λέω – εκδίκηση. Μετά καπνός. Σπάστε τα ΟΛΑ. Σπάστε, σπάστε να γίνει η Αθήνα μαύρη σ’ ένα βράδυ. Να μην υπάρχει τίποτα αύριο. Να ξεκινήσουν όλα από το μηδέν. Πώς τόλμησε ο δολοφόνος, πώς το σκέφτηκε; Εχει χρέος να αυτοκτονήσει. Να πεθάνει με τον χειρότερο τρόπο. Να ζήσει μια ζωή μέσα από τύψεις, τη χειρότερη ζωή. Να αυτοκτονήσει. Για αυτούς που το είδαν, για τους κολλητούς του, για την οικογένειά του. Να αυτοκτονήσει αυτός και κάθε άλλος μαλάκας που μας θέλει νεκρούς. ΜΙΑ ΜΑΣ ΘΕΛΕΤΕ ΕΣΕΙΣ; ΕΜΕΙΣ 10! ΕΚΔΙΚΗΣΗ! ΟΛΑ ΕΔΩ ΘΑ ΦΑΝΟΥΝ. Κανένας από σας δεν θέλω να έχει το θράσος να με κοιτάξει στα μάτια. Μην μου μιλήσει κανένας σας. Την ασφάλειά μου πλέον εξασφαλίζουν μόνο οι φίλοι μου και αυτοί που θεωρώ οικογένεια…

…Με αυτή τη σκέψη κοιμήθηκα… Ξύπνησα 8. Δεν ήμουν σίγουρη για το τι συνέβαινε αλλά σηκώθηκα πήγα… κάπως μηχανικά. Βρήκα τις άλλες. Το ξέραμε όλες. Τίποτα πλέον δεν είναι ίδιο. Ούτε σε μας ούτε στον κόσμο. Δεν επέτρεψα στον εαυτό μου να κλάψει ούτε να συνειδητοποιήσει τι γινόταν. Κάθισα μαζί τους.

Είδα τον Ν… τον κολλητό του. Σηκώθηκα. Τον αγκάλιασα. Δεν είπαμε τίποτε άλλο. Τον έσφιξα και με έσφιξε. Τα μάτια του ήταν πρησμένα. Γιατί Ν… μου να το έχεις δει αυτό; Το πιο σκληρό πράγμα στον κόσμο. Εσπασα. Ας καιγόταν όλη η Αθήνα, ας γινόντουσαν όλα μαύρα, δεν με νοιάζει. Δεν πρέπει να υπάρχουν τέτοια πρόσωπα. Δεν πρέπει να υπάρχουν τέτοιες σκέψεις. Η πορεία ξεκινά. Αποφασίζουμε να πάμε μαζί με την Ρ…

…Δεν άργησαν οι ηλίθιοι να ρίξουν χημικά. ΚΑΛΑ ΔΕΝ ΝΤΡΕΠΕΣΤΕ; Τα παιδιά καίγαν, καίγαν, καίγαν. Καπνοί παντού. Και εμείς τρέχαμε. Πατησίων, Αλεξάνδρας, στενά, στενά κι άλλα στενά. Μας κυνηγά διμοιρία. Ποιον κυνηγάς ρε; κάτσε στα αυγά σου! Αυτή η μέρα είναι για τον Αλέξανδρο. Κάνε πίσω επιτέλους…

…Τρέξιμο, τρέξιμο. «Μπαίνουμε μέσα στα Εξάρχεια». Βρήκαμε κάποιους δικούς μας. Και εκεί βρεθήκαμε ξαφνικά. Στο σημείο. Στη Μεσολογγίου και η Ρ… πάγωσε. Και από πίσω να μας ακολουθούν. Ε, όχι και εδώ ρε. Γιατί πατάς εδώ; Την πήρα από το χέρι να την κάνω να τρέξει…

…Μέσα σε όλους τους καπνούς η Ρ… τρέχει πίσω από τους ΜΑΤάδες και ουρλιάζει: “Είμαι 17! Σκοτώστε με! Αντε! Δολοφόνοι”. Ρ…, φύγε έρχονται από στενά. Τρέχει. Η συνέχεια έχει σημασία; Δε νομίζω. Απλά περνάνε οι ίδιες σκέψεις από το μυαλό μου… Σε τι κόσμο μεγαλώνουν τα παιδιά; Γιατί μας θέλουν νεκρούς; Δεν θέλω να ξαναγίνει αυτό. Πώς θα αντιδράσω; Πώς θα τους κάνω να μετανιώνουν που γεννήθηκαν; Πώς θα κάνω τον κόσμο να καταλάβει; Γιατί με θέλουν νεκρή; Εκεί ήταν που γύρισα σπίτι. Και η μόνη ασφάλεια ήταν η αγκαλιά της μάνας μου. Και έκλαιγα, έκλαιγα μέχρι σήμερα. Ασε με τώρα μη μου μιλάς. Τίποτα δεν είναι ίδιο, απλά άσε με να κλάψω. Και μη με κοιτάξεις στα μάτια γιατί η θλίψη μου θα γίνει οργή».

 

***

 

Σήμερα τα ΜΑΤ έδερναν μαθητές και μαθήτριες, σήμερα πάλι οι θεματοφύλακες της τάξης και της ασφάλειας τα έβαλαν με τους “αλήτες”, με τα “τσογλάνια”, με τους “χούλιγκανς”.

Χθες σκότωσαν. Αύριο θα το ξανακάνουν.

Την ώρα που ο πρωθυπουργός της χώρας, όπως λέει και η Σ.Τ. παρακάτω, εκφράζει την οδύνη του διαβάζοντας χαρτιά που του έγραψαν άλλοι.

***

White riot (ή “Άκου ανθρωπάκο”)

 

της Σώτης Τριανταφύλλου

Οι «εξεγέρσεις», οι ταραχές, οι βανδαλισμοί οφείλονται πάντα (πάντα), είτε σε συγκεκριμένη συναίσθηση αδικίας, είτε σε γενικευμένη δυσαρέσκεια. Οι χούλιγκανς των δρόμων οφείλουν την ύπαρξή τους στους χούλιγκανς της επίσημης πολιτικής, ολόκληρου του ιδεολογικού φάσματος: η κοινωνική «βάση» βρίσκεται σε διαλεκτική σχέση -όπως σωστά λένε οι μαρξιστές- με τις ηγεσίες, ακόμα κι όταν αυτές δεν βρίσκονται στην εξουσία. Το παρόν (η δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου, τα «μπάχαλα») συμβαίνει «επειδή», όχι «για να»: αν οι νέοι και οι λιγότερο νέοι είχαν μεγαλώσει σε μια πιο πολιτισμένη κοινωνία, με μια όχι τόσο χονδροειδή αριστερά και με κυβερνήσεις που να μην επιβάλλουν σύστημα επιβίωσης των 700 ευρώ μηνιαίως, ίσως να ενεργούσαν με περισσότερη νηφαλιότητα. Ωστόσο, το πρόβλημα απέχει αρκετά από το να είναι οικονομικό.

Oι “urban riots” αποτελούν διαφορετικό φαινόμενο από όσα γνωρίζει η Ελλάδα των αγροτών, των δημοσίων υπαλλήλων, των παπάδων και των ταξιτζήδων. Στο χώρο της πόλης αναδύονται καινούργια στρώματα και καινούργια προβλήματα:φυλετικές διακρίσεις, υποβάθμιση σχολείων, κατάπτωση των εσώτερων πόλεων (με παράλληλο εξωραϊσμό των προαστίων), στεγαστική ανεπάρκεια. Οι εξελίξεις έχουν ξεπεράσει τη νοημοσύνη των πολιτικών: περιβαλλόμαστε άραγε από ηλιθίους;

Aπό την άλλη πλευρά, αναρωτιέμαι: Γιατί αποθεώνεται ο αρνητικός ηρωισμός; Γιατί η βία δεν ενσωματώνει σαφώς εκπεφρασμένες ιδέες; Είναι μήπως οι αναρχικοί (με ή/και χωρίς εισαγωγικά) προγλωσσικοί, ή απλώς χάνουν το δίκιο τους εξαιτίας της ίδιας τους της βαναυσότητας; Τι σημαίνει «ταξικό μίσος» το 2008; Αμφιβάλλω ότι οι ηγεσίες, οι «νοικοκυραίοι» που τις αναδεικνύουν (και οι οποίοι βρέθηκαν, ξαφνικά, μπροστά στις σπασμένες τους βιτρίνες), καθώς και οι εργατοπατέρες μπορούν να σκεφτούν τέτοια ερωτήματα· πολύ λιγότερο μπορούν να τα απαντήσουν.

Πώς «κινείται»
σήμερα το εργατικό κίνημα; Απάντηση: οι εργάτες θέλουν να γίνουν δημόσιοι υπάλληλοι· έχουμε, προ πολλού, παγιωθεί ως μια μικρή, μισο-ευρωπαϊκή γραφειοκρατία όπου οι εργαζόμενοι συνδικαλίζονται αλλοπρόσαλλα, ανέξοδα και ανώδυνα, με μοναδικό στόχο την οικονομική τους «εξασφάλιση». Ξέρω τον αντίλογο: ξέρω τα απαρχαιωμένα αιτήματα του ΚΚΕ, τα επιχειρήματα περί του αδιάσειστου δίκιου της φτωχολογιάς. Ωστόσο, τα ζητήματα είναι πιο σύνθετα· γι’ αυτό και η παραδοσιακή αριστερά δεν μπορεί να ελέγξει ένα τόσο μεγάλο και βίαιο πλήθος.  

Oι προαναφερθέντες μικροαστοί
διαμαρτύρονται, μαζί με βουρκωμένους δημοσιογράφους, για την καταστροφή των περιουσιών τους. Είμαστε έθνος γέρων που κραδαίνουν μαγκούρες χωρίς να καταλαβαίνουν τίποτα απ’ όσα συμβαίνουν γύρω τους. Οι καταστροφές, οι λεηλασίες οδηγούν σε όλο και πιο μισαλλόδοξες θέσεις: γιατί οι Πακιστανοί πλιατσικολογούν; Απάντηση: γιατί τούς προσφέρεται η δυνατότητα. Εξάλλου, η κλοπή ηλεκτρονικών υπολογιστών από μαγαζιά του κέντρου δεν συνιστά «βίαιο έγκλημα». Βίαιο έγκλημα είναι ο πυροβολισμός άοπλων πολιτών.

Ο πρωθυπουργός κ. Καραμανλής, που προέβη σε συναισθηματικές δηλώσεις μετά το θάνατο του Αλέξη Γρηγορόπουλου, τις διάβαζε. Τι μπορεί να περιμένει κανείς από έναν πολιτικό που αδυνατεί να εκφράσει απλή συντριβή, χωρίς να συμβουλεύεται έγγραφα τα οποία έχουν συνταχθεί από άλλους; Και ο οποίος αρνείται να αναλάβει την πολιτική ευθύνη για τις καταχρήσεις αστυνομικής εξουσίας και τη θεσμοποίηση των λεγόμενων κουκουλοφόρων; (Σημειώνω εδώ ότι κι εγώ γίνομαι «κουκουλοφόρος» όταν θέλω να προστατευτώ από τα ασφυξιογόνα: ποιοι είναι, επιτέλους, αυτοί οι περιβόητοι κουκουλοφόροι; Έχουμε ήδη γνωρίσει δύο γενιές κουκουλοφόρων: η πρώτη πρέπει να πλησιάζει πια την ηλικία της συνταξιοδότησης).

Να αναρωτηθούμε: Γιατί «τσιρίζουν» τα πιτσιρίκια στην Ελλάδα; Απάντηση: επειδή τσιρίζουν οι μεγάλοι. Γιατί καίνε τις σημαίες; Διότι η απλή αυτή και αβλαβής πράξη προξενεί τη φρίκη των Ελληναράδων. Και διότι συμβολίζει την εθνικόφρονα δεξιά (εκείνη που δίδαξε στους Έλληνες πώς να ασκούν βία, πώς να δολοφονούν, να βυσσοδομούν και να νοθεύουν τη δημοκρατία), καθώς και την εθνικόφρονα αριστερά που, εξαιτίας της στενοκεφαλιάς της, απέτυχε στο να δημιουργήσει επαναστατικό πολιτισμό.

Η μόλις προηγούμενη γενιά
της σημερινής συντηρητικής παράταξης σκορπούσε τον τρόμο και δεν έδινε λογαριασμό σε κανέναν. Ήταν «εκτός ελέγχου», όπως ακούγεται σήμερα για τους «ταραχοποιούς». Οι σημερινοί mean streets μοιάζουν με αυλή κολεγίου μπροστά στις ασχημίες της δεξιάς, του παρακράτους και του παλατιού μέχρι το 1974.  Όμως, πάσχουμε από συλλογική αμνησία: σαν να έχουμε δεχτεί κλοτσιά στο κεφάλι.

Ο μύθος των Εξαρχείων:
Σε χυδαίες τηλεοπτικές εκπομπές οι παρουσιαστές επέμεναν ότι «ο άτυχος Αλέξης δεν σύχναζε στα Εξάρχεια». Συμπεραίνω ότι όποιος «συχνάζει» στα Εξάρχεια, συμμετέχει στα σύγχρονα Σόδομα και μπορεί να αποβεί «άτυχος». Ή ότι είναι «αναρχικός». Ή πρεζάκι. Ή μέλος της περιθωριακής και δύσοσμης underclass. Ή όλα μαζί. Ωστόσο, οι πολίτες που δεν γνωρίζουν τα Εξάρχεια πρέπει να μάθουν ότι πρόκειται για την κατεξοχήν κεντρική συνοικία της πρωτεύουσας όπου η τιμή του τετραγωνικού ξεπερνάει τις 3.000 ευρώ.
Ποια θα έπρεπε να ήσαν τα αιτήματά μας: λιγότερη αστυνομία· άοπλη αστυνομία («περισσότερη» αστυνομία ισοδυναμεί με περισσότερα εγκλήματα: πρόκειται για ιστορικό hard fact. H αστυνομία, οι φυλακές, τα συστήματα καταστολής και σωφρονισμού προηγούνται των εγκληματιών· κατά κάποιον τρόπο τούς επινοούν). Κατάργηση της ιδιωτικής αστυνομίας και των ειδικών φρουρών: τίποτα καλό δεν μπορεί να προκύψει από τα σώματα Κ.Δ.Ο.Α. (Κτηνώδης Δύναμη, Ογκώδης Άγνοια).

Τέλος: Αν έχει κάποια σημασία, και σε ό,τι με αφορά, είμαι πάντα και ολοκληρωτικά εναντίον της βίας. Αν έχω ένα ίνδαλμα από την πρόσφατη ιστορία της ανθρωπότητας είναι ο Γκάντι: και μ’ αυτό, I rest my case.

www.tripradio.gr

vakhikon-radio1

www.tripradio.gr


Το Σάββατο 13/12/2008 στις 12:00-14:00
ο Νέστορας Πουλάκος φιλοξενεί
στην εκπομπή του
BAKXIKON
τον Δημήτρη Αθηνάκη και την Ευτυχία Παναγιώτου
που επιλέγουν μουσικές και κείμενα
σχολιάζοντας ειρηνικά αυτό το
πολυπρόσωπο ανθρώπινο θηρίο που έχει ξεχυθεί
στους δρόμους

*

Συντονιστείτε με το tripradio.gr
και ακούστε οργισμένους και τρυφερούς ήχους
από indie, electronica, rock, gothic, alternative & punk
και επιλεγμένα για την περίσταση
αποσπάσματα από την παγκόσμια πεζογραφία και ποίηση

*

Μια εκπομπή που ως υπέροχη αφορμή έχει
το νέο τεύχος του περιοδικού
ΒΑΚΧΙΚΟΝ

με τέχνη ζωντανή
και
λογοτεχνία παρούσα

The Ayrshire Orpheus – Mick Imlah

author_imlah_mick_jpg_280x450_q851

Ο Ορφέας του Ayrshire – Mick Imlah

Και κατηφόρισε βαθιά, βυθομετρώντας τα δώματα τα μέσα
Που ο Πλούτωνας κυβέρναγε στο πλάι του έχοντας την άγρια Περσεφόνη,
Παίζοντας, ακόμη κι έτσι, τον αυλό, μέχρι που κόντεψε στις πύλες
τις διπλές τους
Και χτύπησε. Κι νά που στα μάτια του εφάνη, οικτρά καχεκτική:
Η Ευρυδίκη, με ξοδεμένο πρόσωπο,
Στα πόδια ζαρωμένη αυτού του αλαζόνος ζεύγους
Που έκπληξη καμώθηκε Σκοτσέζο σαν αντίκρισε σε μέρη σαν κι αυτά.

Αργότερα, είπε ο Ορφέας, τρυφηλός κι επίμονος συνάμα,
στον τρόμο μέσα ο μισός
Γι’ αυτό που είχε κείνη καταντήσει: «Κορίτσι μου ασθενικό –
Ε, εσύ – αγάπη μου – παρόλο που κάλλιο από νεκρή να είσαι –
Τι να συνέβη άραγε στο πρόσωπο αυτό, στα χείλη αυτά τ’ αγαπημένα;
Πού έχουνε χαθεί, ή πώς τάχα έτσι σου έχουν καταντήσει;»
Κι αυτή αποκρίθηκε: «Ησύχασε, αγαπημένε, αυτή τη στιγμή μιλιά δε γίνεται
να βγάλω –
Αλλά θ’ ακούσεις όλη την αλήθεια μιαν άλλη μέρα που θα ’ρθεί»,

Και σαν ο Πλούτωνας στη μέση μπήκε: «Ανόητη η σύντροφός σου
Το πρόσωπό της πλήγιασε, κάνοντας στέρφα έτσι την κοιλιά της,
Σε σπίτι μένοντας όπου δουλειά δεν είχε·
Έχοντας στο νου επίμονα το Μπάλαντρε και του Αρράν τη θέα,
Βρίσκει της κόλασης του μύλους αφιλόξενους και παραλλήλως ξένους·
Αν κάποιος σε θέση ήτανε να την ελευθερώσει στέλνοντάς τη στη θάλασσα του
Άυρσιρ
Καμιά αμφιβολία πως η όψη της γιατρειά θα έβρισκε, την πιο μεγάλη!»

Έτσι ο Ορφέας κάθισε μπροστά στο πλάνο ζεύγος
Και με πρωτάκουστη φωνή, τους χάρισε τραγούδι
Αφήγηση εκκινώντας, «Οι όχθες σου κι οι λόφοι» στη βασιλική αγκάλη·
Ένα θελκτικό «Ένα βαθύ φιλί», κι ένα «Πιάσε τους αμνούς»,
Και μετά «Η αγάπη μου είναι σα ρόδο κατακόκκινο»·
Μέχρι που ο Πλούτωνας στα θέλγητρα παρεδόθη, κι η ακανθώδης Περσεφόνη
Πλάγιασε το απαλό το σώμα της στη χλόη.

Οι καταχθόνιες λίμνες είχαν γεμίσει με ύδωρ από κρίνα,
Τέτοια ήταν η δύναμη η ευγενής αυτής της απαγγελίας,
Όταν ο Πλούτωνας καθάρισε το λαιμό του, είπε: «Τον Σκότο ευχαριστώ
Που έγραψε τα άσματα ετούτα, κι εσένα που τους χάρισες και σάρκα και οστά·
Ονόμασε το δώρο που αξίζεις, και πάρ’ το γι’ αμοιβή σου».
Κι ικέτεψε ο Ορφέας, «Αν είναι έτσι, άσε με τον έρωτα να πάρω
Πίσω στο μέρος κείνο που δικό μας ήτανε στον κόσμο τον επάνω».

Αυτό τον Πλούτωνα έκανε χαμόγελο να δώσει. «Είσαι θρασύς, Σκοτσέζε!
– Ωστόσο έχω την πρόθεση μια τέτοια απαίτηση χάρισμα να σου δώσω
μ’ έναν και μόνον όρο: έστω για μια φορά πίσω σου να κοιτάξεις,
Η σύντροφός σου στην κόλαση θα έρθει, σε κόλαση επαχθή!»
Τότε ο Ορφέας έσφιξε τη δρόσο της στο στέρνο,
Και για τα πάνω κίνησαν, σα σπείρα περπατώντας στην ειμαρμένη μέσα,
Μέχρι που σχεδόν σιμώσανε στην τελευταία πύλη.

Αν έχετε ποτέ αγάπη νιώσει, ονειρευτείτε τα λόγια τα γλυκά
Που το ζευγάρι αυτό αντάλλασσε, πηγαίνοντας ξανά στον κόσμο τον επάνω –
Έτσι, μπορείτε να τον κατηγορήσετε, εν μέσω τέτοιας ζώσης,
Εάν αυτός προέβαινε σ’ ολίσθημα του νου;
Αποστροφή μού φέρνει αυτό – έπεσε ένα μέτρο πίσω του –
Κι εκείνος πίσω έριξε ματιά – και μ’ αλυσίδες κείνη δέθηκε από τον κάτω κόσμο
Κι αυτές μεμιάς την τράβηξαν στου Άδη τον αιώνα.

Κακόμοιρε Ορφέα! Σα μια παμπάλαια πόλη ένιωσε
Του Γκάρρικ, στη δύση της ζωής της: Σαν το Μέυμπολ, ή το Γκίρβαν,
Όπου οι παμπ τα στόρια έκλεισαν, που τα παιδιά χλευάζουνε «τον κλόουν
Που δεν μπορούσε εμπρός του να κοιτάξει», απ’ του Ιρβάιν τις ντρόγκες·
Καθώς σκυθρωπός καθότανε στο λυκαυγές του βίου
Μόνος με όσα έλαβε, θλιμμένος χάνοντάς τη,
Το δρόμο της επιστροφής κινά, το δρόμο του σαν χήρος.

Απόδοση: Δημήτρης Αθηνάκης

Μια κατατοπιστική κριτική από τον Douglas Dunn.