στων άστρων την άλω – σοφία καμαγιάννη

img0763

Τις τελευταίες μέρες, νύχτες θα έλεγε κανείς, ακούω ξανά και ξανά αυτό το cd. Οι φωνές που τραγουδούν, οι φωνές που ακούγονται, η μουσική που ξεπηδά σαν παιδί και σαν έφηβος με ορμή να μεγαλώσει, έρχονται, θαρρείς, από τον σύγχρονο κόσμο, παρ’ ότι τα ποιήματα είναι βγαλμένα, πολλά απ’ αυτά, απ’ το παρελθόν. Άλλωστε, τι σημασία έχει για την ποίηση; Αν δεν ξεπερνά τα όρια του χρόνου της, είτε ο χρόνος έχει σταματήσει είτε αυτή δεν ήταν ποίηση.

Η Σοφία Καμαγιάννη φέρνει ξανά στο προσκήνιο την ποίηση και τη μουσική ως ένα εικαστικό όλον. Με τις φωνές τής Δώρας Πετρίδη, της Άννης Ονουφρίου και του Ηλία Βαμβακούση, αλλά και με την αισθαντικότητα της Κικής Δημουλά και του Αιμίλιου Χειλάκη, η άλως των άστρων φέγγει όλες τις ώρες της ημέρας.

Ευχαριστώ τη Σοφία Καμαγιάννη γι’ αυτό που έκανε, αλλά και τη Ν.Β. [την blog guest, θυμάστε;] που μου σύστησε αυτό το έργο.

Καλή ακρόαση. Αν και η μία θα ‘ναι λίγη.

img075

η ανάκριση – ηλίας μαγκλίνης

anakrisi

ΕΝΑ ΣΥΜΠΑΝ ΟΠΟΥ ΤΟ ΙΕΡΟ ΚΑΤΑΡΓΕΙΤΑΙ ΚΑΙ ΤΟ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΕΞΥΨΩΝΕΤΑΙ

Η ανάκριση
Συγγραφέας: ΗΛΙΑΣ ΜΑΓΚΛΙΝΗΣ
Εκδόσεις: ΚΕΔΡΟΣ 2008
Σελίδες: 127, Τιμή: 12 ευρώ

«Κωστή, […] η Μαρίνα είναι όλη δική σου. Από σένα πήρε. Μόνο από σένα».
Σαν μια συνέχεια του «Σώμα με σώμα» (εκδ. Πόλις), ο Ηλίας Μαγκλίνης γράφει την «Ανάκριση». Ο πόνος, το παρελθόν, το παρόν, το αίμα -κι όλ’ αυτά στα άκρα τους- μπλέκονται στη νουβέλα, παραμένοντας έννοιες και καταστάσεις διακριτές. Η Μαρίνα -που προτυπώνει τη Μαρίνα Αμπράμοβιτς, περφόρμερ της τέχνης του σωματικού πόνου-, περφόρμερ κι αυτή του ίδιου κινήματος, προσπαθεί και καταφέρνει να μπει στο μυαλό και την ψυχή του πατέρα της ο οποίος κακοποιήθηκε φριχτά από τα ΕΑΤ/ΕΣΑ της οδού Μπουμπουλίνας.

Συγκεντρώνοντας βιβλία με λεπτομερείς αφηγήσεις για την εποχή και τα βασανιστήρια, μαζεύοντας αναμνήσεις όπως ο θάνατος της μητέρας της που της κόστισε ένα ολόκληρο σύμπαν, παλεύει με νύχια και με δόντια ν’ ανακρίνει τον πατέρα της και να τον εξωθήσει ν’ αναγνωρίσει την οδύνη και την προσβολή -ψυχική και σωματική-, να επιστρέψει σ’ όλ’ αυτά και να τα ξεπεράσει, να φτάσει στο σημείο να βγάλει από τα βάθη του ό,τι τον έχει σημαδέψει αλλά και φορές φορές τον έχει κάνει περήφανο. Όπως και να ‘χει, ο ανακρινόμενος, κάθε ώρα και στιγμή, Κωστής βάζει τα δυνατά του να μην υποκύψει, όπως είχε κάνει τότε, όπως ποτέ δεν υπέκυψε – τουλάχιστον στο κοινώς φαίνεσθαι. Ωστόσο, η πάλη της Μαρίνας είναι αφενός επώδυνη και αφετέρου έμμονη.

Επιδιώκοντας ενδεχομένως ν’ αγαπήσει τον πατέρα της απ’ την αρχή, τον φέρνει στ’ άκρα, ώστε αυτός να την παρακαλέσει σχεδόν γονατιστός να τον αφήσει ήσυχο· ώστε αυτός ν’ αναγκαστεί να παραδεχτεί, με πάσα ακρίβεια, ό,τι πέρασε τότε, ίσως και ν’ αναμετρηθεί με την αγωνιστική και πολύπαθη παρακαταθήκη του δικού του πατέρα.

Παρ’ όλ’ αυτά, δεν είναι κάποιο είδος σαδίστριας. Η πολυαγαπημένη κόρη, η δύστροπη αυτή ψυχή δεν θέλει να μετατρέψει τον πατέρα της σε έργο τέχνης, απλώς και μόνο για να δημιουργήσει το αυθεντικότερο κομμάτι του καλλιτεχνικού της βιογραφικού. Έχοντας περάσει μέσα από αυτοτιμωρίες -στα όρια ενός ιδιότυπου ερωτισμού, ο οποίος ενυπάρχει σ’ όλο σχεδόν το κείμενο- ενώπιον έκπληκτου κοινού χάριν της τέχνης, έχει συνειδητοποιήσει ότι το βάθος αυτό της τέχνης δεν είναι απαραίτητα και η αλήθεια που ψάχνει. Η αλήθεια που αναζητά το θλιμμένο αυτό κορίτσι, όπως το ίδιο την αντιλαμβάνεται, είναι στους γονείς της: στη μητέρα, την οποία έχασε διά παντός, και στον πατέρα που χρόνια και χρόνια έχασε το καθαρό του βλέμμα, τη γαλήνια θέαση της ζωής. Αυτό η Μαρίνα το γνωρίζει πολύ καλά, όπως και τη χυδαία καθώς και ακραία σεξουαλική ατίμωση που δέχτηκε ο πατέρας της στη φυλακή, κάτι που ποτέ δεν παραδέχτηκε. Ήρθε όμως η ώρα. Η ανάκριση κρίνεται επιτυχής· ανακρινόμενος και ανακριτής ακόμη περισσότερο.

Σαν μια παλιννόστηση στα επικαλυμμένα γεγονότα του παρελθόντος, ο Μαγκλίνης χειρίζεται την ενσώματη γραφή με αξιοσημείωτο τρόπο. Αποφεύγοντας τις εύκολες λύσεις, επιλέγοντας την πυκνογραμμένη αφήγηση, επιτυγχάνει να σκιαγραφήσει την πρόσφατη εγχώρια Ιστορία, απ’ τα έγκατα μιας πολύπαθης οικογένειας που θέλει ν’ αποφύγει το χάσμα μεταξύ παρόντος και παρελθόντος, δίχως ν’ αρνείται τίποτε, απαλείφοντας ταυτόχρονα ό,τι συνηθισμένα γλυκανάλατο θα μπορούσε να τον παγιδεύσει. Η επιτυχία όλου του εγχειρήματος έγκειται βέβαια στο ότι ο συγγραφέας, με γλώσσα ώριμη και καλά φιλτραρισμένη, αγγίζει τη γύμνια και θωπεύει το πάθος όλων αυτών που θέλει ν’ αφηγηθεί, επιστρέφει στο σώμα ως κινούν όχημα του κόσμου, καθιστώντας την «Ανάκριση» ένα κείμενο τόσο καλά δομημένο όσο και περιέχον τη δόση του ακραία ανθρώπινου που η λογοτεχνία καλείται να φέρει.

*

[Η κριτική δημοσιεύτηκε αρχικά στο δεύτερο τεύχος του “Α-βιβλίο” της “Απογευματινής”, Παρασκευή 23/1/2009]

η μοναξιά της ασφάλτου – δημήτρης μαμαλούκας

i_monaksia_tis_asfaltoy_dimitris_mamaloykas

Για πρώτη φορά, μετά από αρκετά βιβλία, ο Δημήτρης Μαμαλούκας αφηγείται μιαν ιστορία όπου αυτό που, εκ του αποτελέσματος, μοιάζει να τον ενδιαφέρει είναι το χτίσιμο των χαρακτήρων, κυρίως αυτόνομων, και η τοποθέτησή τους στον κόσμο. Έτσι, διαβάζοντας τη «Μοναξιά της ασφάλτου», το καινούργιο του δηλαδή μυθιστόρημα, απομακρυνόμαστε από τους γνώριμους του συγγραφέα στόχους της έξαψης του «τι γίνεται μετά» και παραμένουμε στο «τι γίνεται τώρα». Με λίγα λόγια, ο Μαμαλούκας ολοκληρώνει ένα λογοτεχνικό κείμενο μες στο οποίο έντεχνα μας πλασάρει περσόνες και χωροχρόνο, φωτίζοντας κυρίως την αλληλεπίδρασή τους.

Οι χαρακτήρες είναι πολλοί, με αποτέλεσμα δύσκολα να ξεχωρίζεις τον κεντρικό ήρωα, κάτι που μοιάζει ν’ αποτελεί, εκτός από κεντρικό μέλημα του συγγραφέα, το πρώτο προτέρημα που συναντά ο αναγνώστης. Αν, ωστόσο, θέλει κανείς σώνει και καλά να εντοπίσει το κέντρο απ’ όπου φυγόκεντρες δυνάμεις πηγάζουν, δεν έχει παρά να έχει υπόψη του την Πόλη, ομιχλώδη και γιγάντια, αποπνικτική και ρομαντική, νουάρ και γεμάτη από μιαν ατμόσφαιρα που γεμίζει με καπνούς και αλκοόλ τους κατοίκους της – να, λοιπόν, η Αθήνα του Μαμαλούκα· και βεβαίως όχι μόνον αυτού.

Σ’ ένα σύμπλεγμα ιστοριών που καταρχήν μοιάζουν ασύνδετες, ο συγγραφέας στη «Μοναξιά της ασφάλτου» αφήνει στην άκρη την κλασική αφήγηση και πιάνει την εικόνα. Με μια διάθεση ακόμη και τους ήρωες να τους κάνει πλήρως κινούμενους και ολοζώντανους ενώπιον του αναγνώστη, διατηρεί τους γρήγορους ρυθμούς εναλλαγής εικόνων, (συν)αισθημάτων και καταστάσεων, με την ίδια ταχύτητα που ο Πετράρχης, ο αφηνιασμένος δολοφόνος, οδηγεί τη Μάστανγκ του ’68.

Έτσι, όσον αφορά τώρα τους ίδιους τους χαρακτήρες, ο Αμίρ,απ’ το Αφγανιστάν, αποτελεί ένα ακόμη σύμβολο ευαισθησίας του Μαμαλούκα έναντι των λαθρομεταναστών. Ενσαρκώνοντας ακόμη καλύτερα την πλήρως άσκοπη περιπλάνηση, τώρα κυρίως στις παρυφές της Μητρόπολης, έχοντας κατά νου να πάρει μιαν εκδίκηση και η οποία τον έχει κατακλύσει ολοκληρωτικά. Το μυστικό της κατανόησης του Αμίρ κρύβεται, φρονώ, στις αντιδράσεις του στο τραγικό συμβάν με το γιο του. Σ’ αυτό το σημείο, η δραματική κορύφωση στο μέσον αυτών των περιγραφών προοικονομεί όλ’ αυτά που έπονται και που θα έχει ο Αμίρ στο μυαλό του ως κεντρικό στόχο. Με μια διαρκή πάλη για επιβίωση, ανέχεται τα πάντα και τους πάντες, αφού το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι η εκδίκηση. Ενδιαφέρον, πάντως, παρουσιάζει και η στάση του μετανάστη αυτού απέναντι σε άλλους μετανάστες. Η υπομονή που δείχνει σε κάποιο σημείο του κειμένου δεν πηγάζει μόνο εξαιτίας της στοχοπροσήλωσής του, αλλά ασφαλώς και από τη συνειδητοποίηση της κοινής μοίρας.

Επίκαιρος όσο ποτέ είναι και ο Τσίκης. Διεφθαρμένος υπαστυνόμος, χωμένος ολοσχερώς στην παρανομία, πουλάει προστασία και ναρκωτικά. Απ’ τη μια, είναι αυτός που φαινομενικά είναι άτεγκτος στην επιβολή του νόμου, ωστόσο ως άλλος φελλός μάχεται να βρει την άκρη σ’ αυτόν το βρόμικο κόσμο -μάλλον υπόκοσμο, άλλωστε εκεί είναι που ταιριάζει- για να επιβιώσει. Ικανός να δείρει μέχρι θανάτου, είναι ο χαρακτήρας με τη μεγαλύτερη συγκρουσιακή ιδιότητα, όχι μέσα του, αλλά στον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζεται κατά την πορεία του μυθιστορήματος. Το παζλ της ολοκλήρωσης του εσωεξωτερικού κόσμου του Τσίκη, έρχεται να κλειδώσει η Στέλλα, η γυναίκα του, η οποία ολημερίς προσπαθεί ν’ αποδείξει την αξία της… για το σπίτι και το μωρό. Άλλωστε, ο Τσίκης δεν έχει πολύ περισσότερες απαιτήσεις.

Απ’ την άλλη, η Δέσποινα παλεύει με μιαν απουσία, αυτήν του αδελφού της, τόσο φανερά και επώδυνα, ώστε να καθιστά την ίδια της την παρουσία απουσία απ’ τον κόσμο. Βλέπουμε, λοιπόν, τη νεαρή κοπέλα ν’ αγωνίζεται ψυχή τε και σώματι να διέλθει μέσ’ από μια κατάσταση που δημιουργήθηκε χωρίς τη θέλησή της προφανώς, με αποτέλεσμα, ωστόσο, κατά τη δική μου ανάγνωση, να μετατρέπεται η ίδια σε απουσία, αντί, τελικά, να προσπαθεί να γεμίσει με ζωή το τίποτα. Έχω την αίσθηση ότι στόχος του Μαμαλούκα εδώ ήταν ένα σαρκαστικό σχόλιο στους άτονους και βαρετούς χαρακτήρες «της διπλανής πόρτας» που συναντά κανείς κατά κόρον σε διάφορα μυθιστορήματα. Και εδώ, αυτό που σώζει, τρόπον τινά, τη Δέσποινα ως περσόνα είναι η επαφή της με την πόλη. Χαρακτηριστικό το εύρημα του συγγραφέα εν προκειμένω, μιας και ολοφάνερα αποσκοπεί ν’ αποδώσει σημαίνοντα, όπως προείπαμε, χαρακτηριστικά της «Μοναξιάς της ασφάλτου»: την περιπλάνηση, αφ’ ενός, και το πώς η πόλη μπορεί να σε καταπιεί, αφ’ ετέρου. Και μάλιστα, όχι μια οποιαδήποτε πόλη, αλλά η Μητρόπολη, σύμφωνα με το κείμενο, που σίγουρα δεν (πρέπει να) είναι αυτός ο σκοπός της.

Ο αγαπημένος όμως ήρωας του Μαμαλούκα, αν και είναι δύσκολο να το πει κανείς αυτό, είναι ο Πετράρχης. Σ’ αυτόν έχει αποδώσει τα καλύτερα και τα χειρότερα στοιχεία. Βέβαια, σε μια ζυγαριά δεν τίθεται θέμα ποιο απ’ τα δύο θα υπερισχύσει, αφού ο κρυπτώνυμος ήρωας είναι κατά συρροήν δολοφόνος μιας ιδιότυπης δικαιοσύνης. Οδηγεί το καλύτερο αυτοκίνητο του βιβλίου, ακούει την καλύτερη μουσική, διαθέτει ευαισθησίες όπως η διατήρηση μιας τράπουλας Ταρό από τη μητέρα του, την οποία τράπουλα συμβουλεύεται συχνά, είναι ο ήρωας που είναι βγαλμένος απευθείας απ’ τα νουάρ μυθιστορήματα της άλλης πλευράς του Ατλαντικού. Το όνομά του ίσως και να οφείλεται, εν πρώτοις, στην εμμονή του Μαμαλούκα με την Ιταλία, εντούτοις δίνεται η έντονη αίσθηση ότι θέλει ν’ αποφύγει την άμεση ταύτιση με τους ανάλογους αμερικανούς συγγραφείς. Και εδώ μια γυναίκα, η Μιράντα, η τύποις ερωμένη του, χαρακτήρας υποταγμένος αλλά καπάτσος στο βάθος, είναι το πρόσωπο που έρχεται να κλειδώσει την εξωτερική, ίσως και εσωτερική εικόνα του Πετράρχη.

Και πώς ενώνονται όλοι αυτοί στο μυθιστόρημα; Τι σχέση μπορεί να έχουν μεταξύ τους; Σ’ αυτό το σημείο, το πιο φιλόδοξο σε όλο το κείμενο εξάλλου -πρακτικά, το δεύτερο μέρος του μυθιστορήματος- εντοπίζονται κάποιες, μικρές, δυσχέρειες του μυθιστορήματος· και είναι και δικαιολογημένο. Δηλαδή, ενώ προφανώς η παράλληλη πάλη ενάντια στην εσωτερική και εξωτερική μοναξιά όλων των βασικών ηρώων είναι εμφανής και καταλυτική· ενώ, επιπλέον, η επαφή και το πνίξιμό τους στην Πόλη, το φθινόπωρο του 2008, είναι κοινό και αναμφίβολο χαρακτηριστικό· ενώ στο πρώτο μέρος δε μας έμεινε καμία απορία για τους ήρωες -στο παρόν τους και λιγότερο σχετικά με το τι κουβαλούν στις πλάτες τους απ’ το παρελθόν-, ο τρόπος που έχει επιλέξει ο συγγραφέας να μεταβεί απ’ τις ξεχωριστές αναφορές στην ένωση των επιμέρους ιστοριών, καταστάσεων και προσώπων, παρότι είναι αναπάντεχοι οι «συνδυασμοί» των ηρώων, είναι πρόδηλα αμήχανος και παρουσιάζει μία δυσκολία στο χειρισμό των ίδιων των γεγονότων που ο ίδιος δημιούργησε.

Με μιαν εμμονή στην κοφτή γλώσσα (βασικό χαρακτηριστικό της «Χαμένης βιβλιοθήκης του Δημητρίου Μόστρα», εκδ. Καστανιώτη), με τις γνώριμες κορυφώσεις της (διακριτές στην «Απαγωγή του εκδότη», εκδ. Καστανιώτη), με μια εικονοποιία που αγγίζει τα όρια του καθαρόαιμα κινηματογραφικού, ο Μαμαλούκας δείχνει να φοβάται να ξεπεράσει εαυτόν, αφήνοντας αυτό το σημείο που μόλις προαναφέρθηκε να προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στο έντεχνο και το άτεχνο. Ωστόσο, ολόκληρο το κείμενο σώζεται με το ανατρεπτικό του τέλος, όχι τόσο αναφορικά με τα γεγονότα, αλλά με το πώς αποφασίζουν οι περισσότεροι ήρωες να διαλέξουν ένα δρόμο διαφορετικό -μία λύση ή κάθαρση ίσως- απ’ όσα μας είχαν προϊδεάσει με διάσπαρτες προοικονομίες καθ’ όλη την εξέλιξη της «Μοναξιάς της ασφάλτου».

Ο υποφώσκων σουρεαλισμός, οι διαδοχικές αναφορές σε κλασικά μουσικά κομμάτια (που λειτουργούν εξηγητικά, ειδικά όταν προτάσσονται στις ενότητες), οι εστέτ και συνάμα νοσταλγικές αναφορές σε χαρακτηριστικά αυτοκίνητα, η λανθάνουσα ποιητικότητα της γραφής, τοποθετούν σήμερα τη «Μοναξιά της ασφάλτου» στο σύνολο εκείνο των μυθιστορημάτων που ψάχνουν έναν καινούργιο δρόμο στην αφήγηση, εντάσσοντας σ’ αυτά πολλά στοιχεία, γλωσσικά και αισθητικά, από πρακτικές άλλων τεχνών. Αυτό μπορεί να μη χαρακτηρίζει το προκείμενο μυθιστόρημα ως μεταμοντέρνο, αφού εμμένει κατά βάση στα κλασικά χαρακτηριστικά της σχετικής παράδοσης, η οποία μας έρχεται απ’ την Αμερική, απ’ την άλλη όμως, ο υποφαινόμενος στοχασμός τού σήμερα, έστω και υπό την έννοια ενός πολύ συγκεκριμένου τμήματός του, κάνει ένα τέτοιο κείμενο απολύτως σύγχρονο.

Μένει μόνο να δούμε τη συνέχεια της συγγραφικής πορείας του Δημήτρη Μαμαλούκα, που τώρα μοιάζει να κάνει μιαν υποτυπώδη στροφή σε μια λογοτεχνικότερη γραφή, αφήνοντας, δειλά δειλά, πίσω τη συγγραφική ενασχόλησή του με το θρίλερ και το αστυνομικό ως κεντρικό σημαίνον της παρακαταθήκης του, από το οποίο, έτσι κι αλλιώς, είχε αρχίσει ήδη στη «Χαμένη βιβλιοθήκη του Δημητρίου Μόστρα», κατά τα φαινόμενα, ν’ αποσπάται.

[κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Α.Α. Λιβάνη]

[Ο Δημήτρης Μαμαλούκας γεννήθηκε το 1968 στην Αθήνα όπου και κατοικεί. Είναι πτυχιούχος Φιλοσοφίας του πανεπιστημίου του Lecce, στην Ιταλία. Έχει γράψει τα μυθιστορήματα: «Οσο υπάρχει αλκοόλ, υπάρχει ελπίδα» (εκδ. Απόπειρα), «Ο Μεγάλος Θάνατος του Βοτανικού», «Η απαγωγή του εκδότη» και «Η χαμένη βιβλιοθήκη του Δημητρίου Μόστρα» (εκδ. Καστανιώτη) που ήταν υποψήφιο για το Βραβείο Αναγνωστών ΕΚΕΒΙ-ΕΡΤ 2007. Συμμετείχε στις συλλογές διηγημάτων «Ελληνικά Εγκλήματα» (εκδ. Καστανιώτη) και «Υπόγειες Ιστορίες» (εκδ. Athens Voice). «Η μοναξιά της ασφάλτου» είναι το πέμπτο του μυθιστόρημα. Μπορείτε, αν θέλετε, να επισκεφθείτε το blog του εδώ]

Η Έπαυλη των ανδρών – Ντενί Γκετζ

epavli

Η ΕΠΑΥΛΗ ΤΩΝ ΑΝΔΡΩΝ
Συγγραφέας: ΝΤΕΝΙ ΓΚΕΤΖ
Μετάφραση: Γιώργος Παρλαλόγλου, Πρόλογος: Τεύκρος Α. Μιχαηλίδης
Εκδόσεις: Ψυχογιός 2008
Σελίδες: 371, Τιμή: €16,60

ΤΑ ΔΕΙΝΑ ΜΑΣ ΙΣΩΣ ΜΑΣ ΕΜΠΛΟΥΤΙΖΟΥΝ

Πανεπιστημιακή ψυχιατρική κλινική του Λούφτσταντ, Γερμανία 1917. Ένα χρόνο πριν το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και στην πτέρυγα των ανδρών της κλινικής, συστεγάζονται στο δωμάτιο 14 (που μάλλον συμβολίζει την αρχή του πολέμου, το 1914, όπου είναι εγκαταστημένο ένα ειδικό παράθυρο, αποτρεπτικό των αυτοκτονιών, σύμβολο κι αυτό των διοικούντων που προσπαθούσαν να καταπολεμήσουν τις αυτοχειρίες στις τάξεις τους) ο διακεκριμένος μαθηματικός Χανς Σίνγκερ (μυθιστορηματικό alter ego του Γκέοργκ Κάντορ, θεμελιωτή της Θεωρίας των συνόλων) και ο Ματτίας Ντιτούρ, γάλλος στρατιώτης. Ο πρώτος εισάγεται στην κλινική για ένατη φορά· ο δεύτερος για πρώτη, κατόπιν ειδικής εντολής των αρχών, μιας και -ως «προδότης» της χώρας του- έσωσε έναν γερμανό στρατιώτη.

Οι δύο ήρωες, ο υπερήλικας συντηρητικός μαθηματικός και ο νεότατος αναρχικός πρώην μηχανοδηγός, ξεκινούν μια σχέση η οποία χτίζεται βήμα-βήμα, σαν μια μαθηματική πράξη: υπόθεση (έστω ότι πρέπει να συμβιώσουμε αρμονικά), δεδομένα (καθηγητής, μηχανοδηγός), πράξεις (αμφίδρομη σχέση καθηγητή-μαθητή), αποτέλεσμα (παράδοξη βαθιά φιλία, ένωση με το ένδον άπειρο). Το μαθηματικό υπόβαθρο του συγγραφέα φαίνεται ότι έχει επηρεάσει την οικοδόμηση των λογοτεχνικών του κειμένων, κάνοντας έτσι ένα τα μαθηματικά και τη λογοτεχνία, πράγμα που αποδεικνύουν και προηγούμενα βιβλία του.

Ασφαλώς, βασικός άξονας αυτού του μυθιστορήματος είναι η βαθιά εξομολογητική σχέση των δύο αντρών. Με συνεχείς αναφορές στο παρελθόν τους, ο Ντενί Γκετζ, έχοντας ως όχημα και πάλι τα μαθηματικά, και με γλώσσα ρέουσα -υποστηριζόμενη από τη μετάφραση του Γιώργου Παρλαλόγλου-, μετατρέπει το διαρκές αφηγηματικό πηγαινέλα σε μια διαδοχική καταβύθιση στον ψυχισμό καθώς και τη ζωή των δύο πρωταγωνιστών. Θέλει ν’ αποκαταστήσει το βάρος της «κατεστραμμένης ιδιοφυΐας» του ενός και της επιβίωσης παρά τη θέλησή του τού άλλου, χτίζοντας μια παράδοξη σχέση που δεν στηρίζεται στα σχέδια για το μέλλον (έχουν υποσχεθεί να μην κάνουν τέτοια), αλλά στον φωτισμό του κατασκότεινου παρόντος.

Δεν είναι καθόλου τυχαία εξάλλου η επιλογή των ηρώων. Ο θεμελιωτής της Θεωρίας των συνόλων είναι αυτός που θα προσπαθήσει ν’ αποδείξει, εκών άκων, ότι μπορούν να υπάρξουν άπειρα σύνολα κι αυτοί ν’ αποτελέσουν ένα εξ αυτών, εφαρμόζοντάς το στη δική τους σχέση, όπου ο ένας θ’ αναπληρώνει τον άλλον, με παράδοξη αρχή της φιλίας τη συμπάθεια του Σίνγκερ προς τον Ματτίας μετά την πρώτη κρίση του τελευταίου. Ο πρώην μηχανοδηγός, στο παρελθόν υποχρεωμένος να οδηγεί όρθιος, παραμένει αυτός που κατευθύνει αυτό το βάθος, που σκάβεται αργά και σταθερά, μένοντας στο τιμόνι όχι οδηγώντας σ’ αυτήν τη διαδρομή -αυτό είναι δουλειά του καθηγητή- αλλά απλούστατα παλεύοντας να μη χαθεί η «πίεση των τροχών στις ράγες». Διαλογικά, με μια προέκταση στη σωκρατική μαιευτική, η εξήγηση των μαθηματικών από τον Σίνγκερ στον αρχικά ανεπίδεκτο Ματτίας είναι και ο πυρήνας αυτής της σχέσης καθηγητή-μαθητή.

Τελικά, ο Ματτίας δεσμευόμενος με την αδερφή του στρατιώτη που έσωσε, και ο Σίνγκερ με το θάψιμο του αποφθεγματικού γράμματος του πατέρα του που είχε πάντοτε στην τσέπη του, καταφέρνουν να σωθούν.

Τι είναι όμως, εντέλει, αυτή η βουτιά στο ένδον των ηρώων; Η αίσθηση που αφήνει ο συγγραφέας είναι μια προσπάθεια να προτυπώσει τους παγκόσμιους Σίνγκερ και Ματτίας, όπου οι πρώτοι θα παλεύουν ν’ αποκαταστήσουν τη χαμένη τιμή της γνώσης και του αγώνα προς την κατάκτηση της όποιας αλήθειας, και οι δεύτεροι να συμβάλουν σ’ αυτό τον αγώνα με πράξεις, οδηγούμενοι όλοι μαζί, με μαθηματική ακρίβεια, σε μια κάποια λύση. Αξιωματική ή μη, αυτή η λύση δεν μπορεί παρά να περιλαμβάνει ένα εν εξελίξει σύνολο: τον άνθρωπο που γίνεται συνάνθρωπος.

[Η κριτική δημοσιεύτηκε αρχικά στο πρώτο τεύχος του «Α-βιβλίο» της «Απογευματινής», Κυριακή 21/12/08]

η τέχνη τού ονειρεύεσθαι, η ατυχία τού γκρεμίζειν

xares_toy_oyranoy


ΟΛΕΣ ΟΙ ΧΑΡΕΣ ΤΟΥ ΟΥΡΑΝΟΥ
Συγγραφέας: DINAW MENGESTU
Μετάφραση: Χίλντα Παπαδημητρίου
Εκδόσεις: Πόλις 2008
Σελίδες: 295, Τιμή: €16

ΣΦΗΝΩΜΕΝΟΣ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΔΥΟ ΚΟΣΜΟΥΣ

Ο Στέφανος, τριάντα τριών ετών, εγκατέλειψε για πάντα την Αιθιοπία προκειμένου να ζήσει το αμερικανικό όνειρο στην Ουάσιγκτον όταν ήταν ακόμα δεκαέξι, όντας έτοιμος να του παραδοθεί. Παλεύοντας δεκαεφτά χρόνια ν’ αποφύγει απλώς όσα δεν ήθελε να κάνει, κατάφερε να συνυπάρχει -με μια διάθεση στοχαστική και με μιαν ελπίδα ανατροπής- με τον κενυάτη Κένεθ και τον κογκολέζο Τζόζεφ, αλλά και ν’ ανοίξει ένα ολόδικό του (αποτυχημένο) μίνι μάρκετ, χωρίς τίποτε απ’ όλ’ αυτά να τον ικανοποιεί. Όταν πήγε να γευτεί μιαν αχτίδα φωτός και το δικαίωμα στ’ όνειρο, με την εμφάνιση στη γειτονιά τής (λευκής) Τζούντιθ και της κόρης της Ναόμι -με τις οποίες ο Στέφανος πλησίασε το οικογενειακό/ερωτικό υποκατάστατο που του έλειπε-, ήρθαν τα αντίποινα, όσων είχαν δοκιμάσει τον ρατσισμό στη φτωχογειτονιά, για να τις εκδιώξουν.
Ολόκληρο το μυθιστόρημα είναι μια διαρκής και απεγνωσμένη αναζήτηση ταυτότητας και τοποθέτησης σ’ έναν κόσμο όπου οι ευκαιρίες δεν δίνονται σ’ αυτόν που τις αναζητά, αλλά σ’ εκείνον που έχει τα μέσα να τις αρπάξει. Εδώ είναι το σημαίνον: ο Μενγκέστου [1978] στο πρώτο του βιβλίο, με μια γλώσσα λιτή και με πολλά βραβεία στην πλάτη του, επιτυγχάνει ν’ αποδώσει μια ζωή στερημένη ελπίδας και ονείρου, η οποία -μέσα απ’ τον εκπατρισμό και την απόλυτη μοναξιά- μπορεί στιγμιαία να επανέλθει στο φως. Ο κίνδυνος ωστόσο να χαθεί είναι μόνιμος, αφού η ακροβασία ανάμεσα στο πριν και το τώρα αποτελεί αδιάκοπο παιχνίδι της υπαρξιακής ανασφάλειας. Η μετάφραση της Χίλντας Παπαδημητρίου συμβάλει καθοριστικά στην ομορφιά αυτού του σπαρακτικού κειμένου.

leykos_tigris

Ο ΛΕΥΚΟΣ ΤΙΓΡΗΣ
Συγγραφέας: ARAVIND ADIGA
Μετάφραση: Ρένα Χατχούτ
Εκδόσεις: Μοντέρνοι Καιροί 2008
Σελίδες: 381, Τιμή: €22,90

ΑΠΟΔΡΑΣΗ ΑΠ’ ΤΟ ΚΟΤΕΤΣΙ, ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΑΠ’ ΤΗ ΛΑΣΠΗ

Ο λευκός τίγρης είναι ο σπανιότερος του είδους και γι’ αυτό αποδόθηκε ως όνομα στον ευφυή, στοχαστικό και ύπουλο Μπαλράμ Χαλβάι του μυθιστορήματος που απέσπασε το φετινό βραβείο Booker. Αποτελεί ένα γλαφυρό μυθιστόρημα-σχόλιο για τη σημερινή Ινδία τής διαφθοράς και του αγιασμού των μέσων. Ο Μπαλράμ θέλει να ξεφύγει απ’ τη μιζέρια του λασπωμένου χωριού -Σκοτάδι τ’ ονομάζει- και της καταπιεστικής ζωής, ν’ απεμπολήσει όλες τις παραδόσεις που τον κατατρύχουν, και να ζήσει, επιτέλους, τη δική του -ιδιότυπη- ελευθερία. Βάζει σε ισχύ το σχέδιό του όταν γίνεται οδηγός ενός βαθύπλουτου Ινδού, τη ζωή του οποίου ρουφά, θεωρώντας ότι θα βρει την έξοδο «απ’ το κοτέτσι». Ο τραγικός τρόπος που το καταφέρνει, συμπεριλαμβάνει βεβαίως ένα έγκλημα, το οποίο συμβολίζει τον πόλεμο που εξαπέλυσε εναντίον της φθοράς και της ανηθικότητας, της οποίας όμως προσπαθούσε να γίνει κομμάτι.
Στο κείμενο είναι διάχυτος ένας κυνισμός εξαιτίας της οργισμένης απελπισίας για την πολυπόθητη λύση. Αποτελεί εξ ολοκλήρου μια μακροσκελή επιστολή του Μπαλράμ προς τον κινέζο πρωθυπουργό εν όψει της επίσκεψης του τελευταίου στην Ινδία. Το όνομα με το οποίο υπογράφει στο τέλος της επιστολής, αποτελεί τη μεγάλη αποκάλυψη. Τελικά, το συνεχές άγχος  και η ακατάπαυστη μανία της επιβίωσης χτίζουν ένα μυθιστόρημα όπου μπορεί μεν να μην ταυτιστεί ο αναγνώστης με τον ήρωα, σίγουρα όμως θ’ ανακαλύψει πτυχές που μπορεί να μην αποτελούν αποκλειστικά ινδικό φαινόμενο.

[Οι βιβλιοπαρουσιάσεις δημοσιεύτηκαν αρχικά στο πρώτο τεύχος του «Α-βιβλίο» της Απογευματινής, Κυριακή 21/12/2008]

το μάτι της δικαιοσύνης – γιάννης χαιρετάκης

to_mati_tis_dikaosinis_serrelib

Είναι ενδιαφέρον να βλέπει κανείς ότι ένας συγγραφέας στο πρώτο του βιβλίο μπορεί να τοποθετεί, υπό την ίδια σκέπη βεβαίως και μεταξύ άλλων, έναν βιασμό, μια καθηγήτρια βιολογίας στην άκρη του κόσμου (της) ή μερικά μυρμήγκια σ’ ένα σάντουιτς, μέσα σε ιστορίες που αναφέρονται στη σάρκα, στα πάθη της αλλά, πάνω απ’ όλα, στην ιδιότυπη δικαιοσύνη που πηγάζει εξ αυτών και όλα αυτά να μπορούν να συγκεραστούν, παρ’ όλη την υποδόρια «βιασύνη» του συγγραφέα, πράγμα που μπορεί ο αναγνώστης να εντοπίσει πού και πού κατά την ανάγνωση.

Ο Γιάννης Χαιρετάκης, στην πρώτη του λογοτεχνική προσπάθεια με το «Μάτι της δικαιοσύνης», καταθέτει ένα συνονθύλευμα ιστοριών μιας ιδιότυπης επεξεργασίας η οποία, κατά τρόπο εν γένει πετυχημένο, αποδίδει ένα πλαίσιο γραφής που μπορεί να καλύψει ένα ειδολογικό εύρος από τον κυνισμό και το σαρκασμό ώς την αγάπη για τον ίδιο τον άνθρωπο, εκκινώντας όμως απ’ την αγάπη προς τον ίδιο τον εαυτό.

Έτσι, συναντούμε «εν βρασμώ ψυχής» δολοφονίες, βιασμούς από τρελαμένες ψιλικατζούδες, ανεκπλήρωτους έρωτες, ανάγκες αλλαγής πορείας ζωής, ξανά βιασμό, τροχαία ατυχήματα που δεν είναι και τόσο τυχαία, και άλλες ιστορίες που έχουν να κάνουν με ανάλογα στιγμιότυπα. Ο Γιάννης Χαιρετάκης, εμμένοντας χωρίς οπισθοχώρηση στην καταστροφή και τον αφανισμό (είτε πρόκειται για τον εαυτό είτε για τους αλλήλους), οικοδομεί χαρακτήρες που είναι έτοιμοι για όλα ή τους συναντούμε να έχουν ήδη προβεί σ’ αυτό το «για όλα».

Θα μπορούσε, λοιπόν, κανείς να διακρίνει την έννοια της «λειτουργίας» της σάρκας, του μη-πνεύματος ίσως, ως ένα μοχλό πίεσης προς την πραγμάτωση μύχιων σκέψεων και αναγκών οι οποίες πηγάζουν, εν πολλοίς, από μια συνήθεια που παγιώνεται αμέσως μόλις βρει πρόσφορο έδαφος να βγει στο φως. Αλλά τι είναι αυτό το φως; Μία απάντηση που θα μπορούσε να δοθεί αρχικά είναι το φως της «τακτοποίησης» των συναισθημάτων που κλοτσούν να βγουν στον έξω κόσμο, κατά έναν τρόπο, εντούτοις, ο οποίος μοιάζει να ικανοποιεί μια έσωθεν δικαιοσύνη.

Σε όλες τις ωμές, ας μου επιτραπεί, ιστορίες θανάτων, βιασμών, ξυλοκοπημάτων, καταστροφής γενικά της συλλογής του Γιάννη Χαιρετάκη, εντοπίζεται άμεσα, εξαιτίας του προαναφερθέντος κυνισμού άλλωστε, το ξεγύμνωμα του εαυτού τού κάθε ήρωα και της κάθε ηρωίδας, οι οποίοι απεμπολούν κάθε έννοια ενστίκτου αυτοσυντήρησης, παραμένοντας μόνο με το ένστικτο αυτό καθαυτό· όπως ακριβώς δηλαδή γνωρίζουμε τον άνθρωπο εκτός κοινωνικού και νομικού πλαισίου. Η φράση «όπως τον γέννησε η μάνα του» μπορεί εδώ να μην παίρνει τη σημασία της χρήσης της στην καθημερινότητα, ωστόσο παραμένει και συμπεριφέρεται «όπως τον γέννησε η μάνα του» χωρίς να έχει ενδυθεί καμιά συνήθεια του συνόλου, αναφορικά προφανώς με κάθε καλοχτισμένο χαρακτήρα σε όλες τις ιστορίες.

Το δεδομένο του «Ματιού της δικαιοσύνης» είναι η μεγάλη απόδοση σοβαρότητας, σε ζητήματα που μπορεί να μην έχουν πια και τόσο μεγάλη σημασία. Αυτό αποτέλεσε, φαινομενικά, και την πηγή του προβλήματος που δημιουργήθηκε σε σημεία του βιβλίου. Ο συγγραφέας, κατά την πορεία αυτής της προσπάθειας, δεν απέφυγε απολύτως να εξισορροπήσει ανάμεσα στο απολύτως καθημερινό και στην εστίασή του σ’ αυτό, αποδίδοντας πολλά γεγονότα μ’ έναν τρόπο που αφήνει, επαναλαμβάνω σε σημεία, μιαν αίσθηση εντυπωσιασμού του αναγνώστη, όχι παρ’ όλ’ αυτά με μια ναρκισσιστική έννοια απόδοσης γλωσσικών ακροβασιών, αλλά, αντιθέτως, με την περιγραφή και το «cut» των ιστοριών μ’ έναν τρόπο τύποις επικό, που μπορεί να μη συνάδει με ό,τι στην εκάστοτε ιστορία προηγήθηκε. Χαρακτηριστικά σημεία είναι το τέλος της ιστορίας «Κίτλερ» ή του μεγαλύτερου σε έκταση διηγήματος στο τέλος της συλλογής, υπό τον τίτλο «Βιασμός».

Βέβαια, ακριβώς όλα τα προαναφερθέντα στοιχεία είναι που κάνουν τον Γιάννη Χαιρετάκη να υπόσχεται για το μέλλον μια λογοτεχνική πορεία ανόδου. Μπορεί, λοιπόν, να εντοπίζονται αυτά τα θέματα γραφής, αλλά σ’ έναν πρωτοεμφανιζόμενο συγγραφέα είναι και το πεδίο της μάχης του. Εκεί δηλαδή που πρέπει να παλέψει, διατηρώντας ό,τι τον έχει καθορίσει, ό,τι τον καθορίζει κατά την εξελικτική του πορεία, αφήνοντας παράλληλα πίσω όλα αυτά που έχει αισθανθεί ότι πρέπει ν’ αφήσει πίσω.

Εξ αφορμής όσων προαναφέρθηκαν: αυτό που μένει, συνυπολογίζοντας και τις προκείμενες ιστορίες, είναι το πάθος, ως έννοια γενική, με όλες της τις σημασίες. Αν διατηρηθεί -σε όλα τα καθημερινά ζητήματα-, θα κριθεί, χωρίς αμφιβολία, από το πόσο ο καθένας και η καθεμιά μας είναι έτοιμος ν’ αντιμετωπίσει το μέσα του, χωρίς προκαθορισμένες απαιτήσεις και προγραμματικές δηλώσεις άνευ ερείσματος στην -εμπράγματη και όχι στη θεωρητική- πραγματικότητα.

[κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Τόπος]

[Ο Γιάννης Χαιρετάκης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1977. Σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στα Γιάννενα και στο Ρέθυμνο. Από το 2004 αποτελεί μέλος της λογοτεχνικής ομάδας ΜΕΛΟΜΑ. Αυτή είναι η πρώτη του συλλογή διηγημάτων.]

ο βυθός είναι δίπλα – νίκος αδάμ βουδούρης

o_bythos_einai_dipla_nikos_adam_boydoyris

Στα διηγήματα της συλλογής, ο πρωτοεμφανιζόμενος, σε δικό του βιβλίο, Νίκος Αδάμ Βουδούρης μοιάζει να είναι επιφυλακτικός και συντηρητικός στις επιλογές του, τόσο όσον αφορά τη γλώσσα που χρησιμοποιεί, όσο και τη θεματολογία που έχει επιλέξει. Κύριο χαρακτηριστικό όλων των ιστοριών που απαρτίζουν το «Ο βυθός είναι δίπλα» είναι μια παραδοξότητα που κυριαρχεί αλλά ταυτόχρονα και μια εμμονή με μιαν υποφώσκουσα ή ολοκάθαρη καταστροφή που προηγείται μιας νέας αρχής.

Έτσι, βλέπουμε ένα μπουρνούζι ν’ αποτελεί τον αφηγητή μιας ιστορίας και να παραθέτει μιαν ιστορία με θλιβερό τέλος, ένα λευκό σπίτι που κρύβει μυστικά αλλά όχι ψέματα, μια σειρά από γεγονότα που προσπαθούν το ένα ν’ αντιγράψει το άλλο, συναντήσεις, απογοητεύσεις, συμπτώσεις, λύπες, χαρές και πολλά άλλα – όλα με βάση το καθημερινό και με ουσία το παράδοξο και μια μοναχικότητα που άλλοτε λειτουργεί λυτρωτικά, άλλοτε πνιγηρά. Μεταξύ άλλων, ένα υποδόριο στις ιστορίες αυτές πάθος και μια υποχθόνια λαγνεία σημειώνονται, κάτι που φαίνεται ν’ αποτελεί έναν ακόμη στόχο του συγγραφέα. Αξιοσημείωτη είναι δε και η σταθερή επιλογή του χωροχρόνου ως οχήματος περισσότερο παρά ως φόντου ή μέσου που λειτουργεί υπαινικτικά. Ο χώρος ή ο τόπος κυρίως έχουν αρκετά σημαντική θέση στις ιστορίες της συλλογής, ως ένα, κατά τα φαινόμενα, κύριο ζητούμενο για το συγγραφέα, που το καθιστά σαφές και στον αναγνώστη.

Το σημαίνον των ιστοριών, αυτό που κοντολογίς ο αναγνώστης καλείται να προσέξει και να ξεχωρίσει περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο, είναι η θέαση των αφηγούμενων γεγονότων χωρίς να προϋπάρχει καμιά απαίτηση εκ μέρους του συγγραφέα, παρά μόνο η θέληση να γίνει ο αναγνώστης ένας απλός συνταξιδιώτης που θα δει να περνούν από μπροστά του τρένα, εκ των οποίων σε άλλα θα μπορέσει ν’ ανέβει, σε άλλα θα θελήσει πάση θυσία και άλλα θα τ’ αφήσει να προσπεράσουν.

Με λίγα λόγια, ο Βουδούρης φαίνεται να παραδίδει ένα σύμπλεγμα ιστοριών με τα προαναφερθέντα κοινά στοιχεία, ωστόσο τα διηγήματα είναι περισσότερο ασκήσεις γραφής, παρά ολοκληρωμένα λογοτεχνήματα, σύμφωνα με τη δική μου ανάγνωση. Απ’ την άλλη, θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει ότι αυτή η προσπάθεια να δημιουργήσει ένα ενιαίο σύμπαν γεγονότων, τον οδηγεί σε μιαν αισθητική επανάληψη η οποία μπορεί σε καμία περίπτωση να μην ενοχλεί, εντούτοις δε μοιάζει να βοηθά τον αναγνώστη στη βουτιά που ίσως περιμένει διαβάζοντας.

Βέβαια, κανείς δε θα μπορούσε να παραβλέψει το γεγονός ότι ο Βουδούρης, με την καλοσυνάτη γλώσσα του, δεν αποπειράται να εντυπωσιάσει, αλλά να μιλήσει για ένα βυθό που ναι μεν ο τίτλος τον τοποθετεί δίπλα, όμως μπορεί να είναι και μέσα μας, βαθιά καταχωνιασμένος σε κρυφές γωνιές. Χωρίς καμία παρατηρούμενη έξαρση, αναφορικά πάντα με τη γλώσσα, ο συγγραφέας τού «Ο βυθός είναι δίπλα» φαίνεται ότι προσπαθεί περισσότερο να σαρκάσει καθώς και να μετατραπεί σε δηκτικό κριτή όλων όσοι κρύβονται πίσω απ’ το δάχτυλό τους και αρνούνται να δουν την πραγματικότητα, επιτυγχάνοντας να θέσει σε κίνηση εσωτερικούς μηχανισμούς στις ιστορίες του, με ανοδική πορεία απ’ την πρώτη ώς την τελευταία, με μια πάγια βέβαια σταθερότητα. Αυτό είναι ένα ακόμη στοιχείο που, κατά μία έννοια, εντάσσεται σ’ ένα πλαίσιο αντιμετώπισης της γραφής κατά τρόπον προσεκτικό και συγκρατημένο για αρχή.

Αυτό που επίσης αναφαίνεται στις ιστορίες είναι η ικανότητα του Βουδούρη να παίζει με τη γλώσσα και τα πρόσωπα που είτε αφηγούνται είτε διαλέγονται. Και στις δύο περιπτώσεις, έχει ο αναγνώστης την ξεκάθαρη αίσθηση ότι καθετί λέγεται εκεί που πρέπει, όπως πρέπει. Καλό στοιχείο για τη συνέχειά του στα γράμματα, το οποίο αναμφίβολα μπορεί να λειτουργήσει ως παρακαταθήκη τολμηρότερων επιλογών, έχοντας ως βάση κρίσιμα πλεονεκτήματα, όπως αυτό που μόλις αναφέρθηκε.

Τέλος, όπως και να ‘χει, αφήνεται, κλείνοντας το βιβλίο, η αίσθηση της επίγειας ανάγνωσης της συλλογής διηγημάτων, με τον αναγνώστη κρατημένο στη γη, πατώντας γερά στα πόδια του. Δίχως καμιά ιστορία να μένει ανολοκλήρωτη, έστω και με τα στοιχεία που αναφέραμε παραπάνω, ο Νίκος Αδάμ Βουδούρης φέρνει το βυθό από δίπλα μέσα, επιτρέποντάς σε να βγεις απ’ αυτόν και να σταθείς μπροστά του. Το αν θα ξαναβουτήξεις, αυτό είναι πρωτίστως θέμα εσωτερικής επεξεργασίας, παρά άνωθεν ή έξωθεν εντολών και συμβουλών.

Οψόμεθα.

[κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη]

[Ο Νίκος Αδάμ Βουδούρης γεννήθηκε στο Γλυκορρίζι της Μεσσηνίας. Σπούδασε αρχιτεκτονική στο ΕΜΠ. Διηγήματά του έχουν δημοσιευτεί στα περιοδικά «Οδός Πανός», «Εντευκτήριο» και «Μπιλιέτο», καθώς και σε ανθολογίες νεοελληνικού διηγήματος. Παρακολούθησε σεμινάρια δημιουργικής γραφής στο Εθνικό Κέντρο Βιβλίου με τον Μισέλ Φάις. Το «Ο βυθός είναι δίπλα» είναι το πρώτο του βιβλίο. Επικοινωνία: nikos.adamv@gmail.com]