“Τα χέρια μας μπερδεύονται στις κλωστές που δένουν τις καρδιές μας” – Καλή χρονιά

Είχα σκεφτεί να ξαναγράψω τη λίστα με τ’ αγαπημένα μου βιβλία του 2008, όπως έκανα και πέρσι. Την ίδια στιγμή που μου ήρθε αυτό το πράγμα στο μυαλό, σκέφτηκα πως τα μισητά μου είναι μεν λιγότερα, αλλά δυνατότερα· και δεν είναι βιβλία. Είναι σφαίρες. Και όλες ξεχύθηκαν μες στον Δεκέμβρη – κάποιες εξακολουθούν να πέφτουν κατά ριπάς. Μία δίπλα μας, χιλιάδες μακριά μας. Όλες (από ή προς τα) μέσα μας. Όλες.

Είχα σκεφτεί ν’ αρχίσω τις ευχές και τις δεήσεις προς όλους τους φίλους και όλες τις φίλες που πηγαινοερχόμαστε στη ζωή και στα blogs, προς όλα τ’ αγαπημένα πρόσωπα που ανταλλάσσουμε έστω και μια λέξη. Την ίδια στιγμή που μου ήρθε αυτό στο μυαλό, σκέφτηκα πως τα μισητά μου πρόσωπα είναι λιγότερα, αλλά τα σιχαίνομαι όλο και περισσότερο· και είναι πρόσωπα. Και μαζί είναι και θεσμοί. Και όλα ξαναξεχύθηκαν βροντερά μες στον Δεκέμβρη – τουλάχιστον. Όλα (από ή προς τα) μέσα μας. Όλα.

Είχα σκεφτεί πως αυτά τα πρόσωπα δεν είναι μόνον άνθρωποι· είναι και θεσμοί. Θεσμοί; Ποιος δίνει δεκάρα για τους θεσμούς; Οι θεσμοί, αυτοί που προσπαθούν να μας επιβάλουν, που παλεύουν με νύχια και με δόντια να μας κάνουν ν’ αποδεχτούμε άνωθεν και έξωθεν, είναι κουκουλοφόροι. Είναι εκείνα τα “πρόσωπα” που παλεύουν να φοβίσουν τ’ αληθινά, τα καθαρά πρόσωπα, είναι εκείνα τα “πρόσωπα” που παίρνουν σάρκα και οστά, που εξαπλώνονται ένα γύρω όταν αυτός ο φόβος ξεχύνεται ανάμεσά μας. Αυτός ο φόβος που ξεκινά από μιαν αθώα μελαγχολία, από μια παραίτηση που νικά τα μάτια μας και το μυαλό μας· και που προέρχεται απ’ αυτά. Δεν είναι αστείο; Ονομάζουμε κουκουλοφόρους αυτούς που υποτίθεται πως έκαναν ό,τι έκαναν τον περασμένο Δεκέμβρη, αλλά δεν μιλήσαμε ακόμα όσο πρέπει για τον κουκουλοφόρο που πάει να τρυπώσει μέσα μας, αυτόν τον κουκουλοφόρο που στέλνεται απ’ τον φόβο μας, από έναν φόβο που ξεκινά από εκεί που σταματάει τ’ όνειρο. Ποιο όνειρο; Όχι, όνειρο φυσικά δεν πά’ να πει ρομαντσάδες και βαρκούλες που αρμενίζουν. Το όνειρο αυτό δεν μπορεί παρά να περιλαμβάνει εσένα, εμένα, αυτόν, αυτήν, αυτό, σε όλο μας το ανάλογο μεγαλείο. Στην πραγματική ζωή, όχι σε φαντασιακές ακροβασίες και μεταφυσικά σπαράγματα του μυαλού.

Ο κουκουλοφόρος που πάει να τρυπώσει μέσα μας, μια μέρα, εικάζω και μαζί εύχομαι, θα ξεχυθεί ξανά και ξανά, όλο και περισσότερο, καθαρός και ακουκούλωτος στον δρόμο· ο καταστροφέας αυτής της ζωής, αυτής της πάλης ανάμεσα στο κακό και στο κακό, όχι στο καλό, θα ξεχυθεί στον δρόμο, έστω κι αν αυτός, ο δρόμος, ενώνει κατ’ αρχάς τα μάτια με το μυαλό μας – και ίσως με τα χέρια μας. Ίσως αυτός είναι και το πρώτο ζητούμενο. Όταν κρούουν κώδωνες κινδύνου ένα γύρω, όταν οι απανταχού τάζοντες και υποσχόμενοι αναμασούν λόγια και έργα ατάκτως ερριμμένα σε απαστράπτοντα και ζοφερά μυαλά, η λύση δεν είναι το φευγιό, ούτε καν η απομόνωση από τα βρύα και τις λειχήνες στους πρόποδες των πηγών που μας τρέφουν μιαν ολόκληρη ζωή. Η λύση είναι μάλλον η βαρβαρότητα, η λύση είναι μάλλον το καθάρισμα των πάντων απ’ το εσωεξωτερικό μυγόχεσμα που λυμαίνεται το σύμπαν μας. Κρατούμενον πρώτον. Εάν το καλοσκεφτούμε βέβαια, οι θαλερές και συνάμα θαρραλέες απαντήσεις εδράζονται σ’ ένα τίποτα που παραγεμίζεται, εκόν άκον, από τα επιτεύγματα της σύγχρονης καταστροφικής και ταυτόχρονα σαρκαστικής πραγματικότητας. Κρατούμενον δεύτερον. Εάν, λοιπόν, καταλήξουμε όλοι, προς ώρας εν δυνάμει είμαστε, φοβισμένα ενεργούμενα με μια δόση ψευδεπίγραφης ποιητικότητας, τότε αυτόχρημα θα πουλιόμαστε και θα ξεπουλιόμαστε σε δόσεις πλυντηρίου. Γνωστό το παραμύθι και κρατούμενον τρίτον και τελευταίον.

[Άκουσα χθες κάποιον που δήλωνε με ύφος δέκα καρδιναλίων, με ύφος πατρικής νομενκλατούρας και υπερσυντηρητικής, σχεδόν φασίζουσας, αφέλειας, ότι δεν υπάρχει κανένα πολιτικό, στρατιωτικό, δικαστικό και δεν-ξέρω-‘γώ-τι-άλλο πρότυπο σήμερα στην Ελλάδα. Προφανώς, ο ίδιος κύριος, τον οποίον ονόμαζαν «κύριο καθηγητή», στα νιάτα του είχε πρότυπα, που φαντάζομαι σάπισαν αργότερα στη φυλακή της υποτυπώδους μεταπολιτευτικής δημοκρατίας μας. Και πάλι λόγος για πρότυπα. Λες και η ζωή μας έχει ανάγκη ξανά από ήρωες που θα μας οδηγήσουν κάπου. Βέβαια, αυτή είναι μια ακόμη μορφή υποφώσκοντος φασισμού. Οι καθοδηγητές· οι αρχηγοί· τα πρότυπα.]

Νά μια ευχή: καλή χρονιά χωρίς πρότυπα. Ή με ένα και μοναδικό πρότυπο: τη ζωή. Τι απλό που ακούγεται! Τι ωραίο! Γιά να μας δω να τη ζούμε· γιά να μας δω να την παίρνουμε στα χέρια μας και να τη βάζουμε στο μπλέντερ του μυαλού μας. Νά μια ακόμη ευχή: να βάλουμε στην πρίζα το μπλέντερ του μυαλού μας. Να κομματιάσουμε τα κουτάκια που κρύβουμε μέσα μας και μετά παρρησίας ξεσκονίζουμε και κολλάμε τα χωρίσματά τους: έρωτας, δουλειά, γραφή, ανάγνωση, επιβίωση. Και άλλα πόσα, που νομίζουμε ότι τίποτε απ’ αυτά δεν μπορεί να συνυπάρξει με τα υπόλοιπα, ότι καθένα είναι διαφορετικό, διακριτό και μόνο.

Έτσι λοιπόν, νά που βρήκα δυο ευχές να χαρίσω· νά που βρέθηκαν δυο-τρία, τρόπος του λέγειν, λόγια να πω. Κι όλ’ αυτά ως παρακαταθήκη πράξεων. Ας απλώσουμε χέρια, μάτια και μυαλά και εδώ θα ‘μαστε και θα τα λέμε. Το «εδώ» νοείστε το όπως σας βολεύει. Έτσι κι αλλιώς, το «εδώ» είναι σχεδόν πάντα αυταπόδεικτο.

Καλή χρονιά.

8 thoughts on ““Τα χέρια μας μπερδεύονται στις κλωστές που δένουν τις καρδιές μας” – Καλή χρονιά

  1. Καλή χρονιά, ανηψιέ… Εγώ εύχομαι αγάπη… κατά το “Γεννήθηκα για ν’ αγαπώ, όχι για να μισώ”. Για όλα τ’ άλλα, συμφωνώ. Μακριά από πρότυπα. Δασκάλους έχουμε ανάγκη. Που να μας μαθαίνουν να περπατούμε και να φέγγουμε μόνοι μας. Να μας δίνουν υλικά για να φτιάχνουμε δρόμους. Όχι να μας τους χαράζουν.

  2. καλέ ποιές κλωστές? προσκλητήριο σε φασίνα είναι αυτό… οκ, σηκώνω μανίκια, διακοσμήσεις ευτυχώς δεν έχει (αστεράκια, φωτάκια, δεντράκια ψόφια στο πεζοδρόμιο).Παρούσα κι αξούριστη, τον κουβά περιμένω!

  3. Καλή χρονιά καί σέ σένα Δημήτρη.
    Καλό εἶναι τό μπλέντερ τοῦ μυαλοῦ, ἀλλά ἔχουμε χάσει, νομίζω, τό νῆμα πού συνδέει τό μυαλό μέ τήν καρδιά μας.
    Καί δέν ἐννοῶ ὡς “καρδιά” τά γλυκερά συναισθήματα καί τίς παρορμητικές ἀντιδράσεις. Ἐννοῶ τήν ἑνότητα καί τόν μεγάλο χῶρο ὅπου χωρᾶμε ὅλοι. Πέρα ἀπό πρότυπα, συγκυριακές σχέσεις, πού ἐπιτάσσει ἡ πολιτική τῆς ἀτομικῆς μας καθημερινότητας, ἐννοῶ τήν κατανόηση καί τήν ἀποδοχή. Τοῦ ἑαυτοῦ μας κατ’ ἀρχήν, γιατί, νομίζω ὅτι τόν πιό πολύ θυμό τόν ἔχουμε μέ τόν ἑαυτό μας, καί κατ’ ἐπέκταση τῶν ὑπολοίπων, μιά πού σ’ αὐτούς ἀναγνωρίζουμε ὅ,τι δέν βλέπουμε σ’ ἐμᾶς.
    Ἐλπίζω καί εὔχομαι ἡ χρονιά νά φέρει ξεκαθαρίσματα, πού θά μᾶς ἀναγκάσουν ἤ θά μᾶς ὁδηγήσουν ἀπρόσκοπτα στό νά ξανανακαλύψουμε τόν ἄνθρωπο μέσα μας.

  4. […αν δεν ανοίξω τα μάτια να αντικρύσω το θάνατο καθώς πεθαίνει μέσα μου, αν δεν πενθήσω μακριά από τη λήθη στις παρυφές της λησμονιάς την απώλεια του πένθους, αν δεν λερώσω τα χέρια με το χώμα που βρυχάται κάτω από το τσιμέντο της φυλακής μου…]

    …πώς να ζήσω αν πρώτα δεν μου αφαιρέσω την ζωή όπως μου την χώσανε;

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s