η μοναξιά της ασφάλτου – δημήτρης μαμαλούκας

i_monaksia_tis_asfaltoy_dimitris_mamaloykas

Για πρώτη φορά, μετά από αρκετά βιβλία, ο Δημήτρης Μαμαλούκας αφηγείται μιαν ιστορία όπου αυτό που, εκ του αποτελέσματος, μοιάζει να τον ενδιαφέρει είναι το χτίσιμο των χαρακτήρων, κυρίως αυτόνομων, και η τοποθέτησή τους στον κόσμο. Έτσι, διαβάζοντας τη «Μοναξιά της ασφάλτου», το καινούργιο του δηλαδή μυθιστόρημα, απομακρυνόμαστε από τους γνώριμους του συγγραφέα στόχους της έξαψης του «τι γίνεται μετά» και παραμένουμε στο «τι γίνεται τώρα». Με λίγα λόγια, ο Μαμαλούκας ολοκληρώνει ένα λογοτεχνικό κείμενο μες στο οποίο έντεχνα μας πλασάρει περσόνες και χωροχρόνο, φωτίζοντας κυρίως την αλληλεπίδρασή τους.

Οι χαρακτήρες είναι πολλοί, με αποτέλεσμα δύσκολα να ξεχωρίζεις τον κεντρικό ήρωα, κάτι που μοιάζει ν’ αποτελεί, εκτός από κεντρικό μέλημα του συγγραφέα, το πρώτο προτέρημα που συναντά ο αναγνώστης. Αν, ωστόσο, θέλει κανείς σώνει και καλά να εντοπίσει το κέντρο απ’ όπου φυγόκεντρες δυνάμεις πηγάζουν, δεν έχει παρά να έχει υπόψη του την Πόλη, ομιχλώδη και γιγάντια, αποπνικτική και ρομαντική, νουάρ και γεμάτη από μιαν ατμόσφαιρα που γεμίζει με καπνούς και αλκοόλ τους κατοίκους της – να, λοιπόν, η Αθήνα του Μαμαλούκα· και βεβαίως όχι μόνον αυτού.

Σ’ ένα σύμπλεγμα ιστοριών που καταρχήν μοιάζουν ασύνδετες, ο συγγραφέας στη «Μοναξιά της ασφάλτου» αφήνει στην άκρη την κλασική αφήγηση και πιάνει την εικόνα. Με μια διάθεση ακόμη και τους ήρωες να τους κάνει πλήρως κινούμενους και ολοζώντανους ενώπιον του αναγνώστη, διατηρεί τους γρήγορους ρυθμούς εναλλαγής εικόνων, (συν)αισθημάτων και καταστάσεων, με την ίδια ταχύτητα που ο Πετράρχης, ο αφηνιασμένος δολοφόνος, οδηγεί τη Μάστανγκ του ’68.

Έτσι, όσον αφορά τώρα τους ίδιους τους χαρακτήρες, ο Αμίρ,απ’ το Αφγανιστάν, αποτελεί ένα ακόμη σύμβολο ευαισθησίας του Μαμαλούκα έναντι των λαθρομεταναστών. Ενσαρκώνοντας ακόμη καλύτερα την πλήρως άσκοπη περιπλάνηση, τώρα κυρίως στις παρυφές της Μητρόπολης, έχοντας κατά νου να πάρει μιαν εκδίκηση και η οποία τον έχει κατακλύσει ολοκληρωτικά. Το μυστικό της κατανόησης του Αμίρ κρύβεται, φρονώ, στις αντιδράσεις του στο τραγικό συμβάν με το γιο του. Σ’ αυτό το σημείο, η δραματική κορύφωση στο μέσον αυτών των περιγραφών προοικονομεί όλ’ αυτά που έπονται και που θα έχει ο Αμίρ στο μυαλό του ως κεντρικό στόχο. Με μια διαρκή πάλη για επιβίωση, ανέχεται τα πάντα και τους πάντες, αφού το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι η εκδίκηση. Ενδιαφέρον, πάντως, παρουσιάζει και η στάση του μετανάστη αυτού απέναντι σε άλλους μετανάστες. Η υπομονή που δείχνει σε κάποιο σημείο του κειμένου δεν πηγάζει μόνο εξαιτίας της στοχοπροσήλωσής του, αλλά ασφαλώς και από τη συνειδητοποίηση της κοινής μοίρας.

Επίκαιρος όσο ποτέ είναι και ο Τσίκης. Διεφθαρμένος υπαστυνόμος, χωμένος ολοσχερώς στην παρανομία, πουλάει προστασία και ναρκωτικά. Απ’ τη μια, είναι αυτός που φαινομενικά είναι άτεγκτος στην επιβολή του νόμου, ωστόσο ως άλλος φελλός μάχεται να βρει την άκρη σ’ αυτόν το βρόμικο κόσμο -μάλλον υπόκοσμο, άλλωστε εκεί είναι που ταιριάζει- για να επιβιώσει. Ικανός να δείρει μέχρι θανάτου, είναι ο χαρακτήρας με τη μεγαλύτερη συγκρουσιακή ιδιότητα, όχι μέσα του, αλλά στον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζεται κατά την πορεία του μυθιστορήματος. Το παζλ της ολοκλήρωσης του εσωεξωτερικού κόσμου του Τσίκη, έρχεται να κλειδώσει η Στέλλα, η γυναίκα του, η οποία ολημερίς προσπαθεί ν’ αποδείξει την αξία της… για το σπίτι και το μωρό. Άλλωστε, ο Τσίκης δεν έχει πολύ περισσότερες απαιτήσεις.

Απ’ την άλλη, η Δέσποινα παλεύει με μιαν απουσία, αυτήν του αδελφού της, τόσο φανερά και επώδυνα, ώστε να καθιστά την ίδια της την παρουσία απουσία απ’ τον κόσμο. Βλέπουμε, λοιπόν, τη νεαρή κοπέλα ν’ αγωνίζεται ψυχή τε και σώματι να διέλθει μέσ’ από μια κατάσταση που δημιουργήθηκε χωρίς τη θέλησή της προφανώς, με αποτέλεσμα, ωστόσο, κατά τη δική μου ανάγνωση, να μετατρέπεται η ίδια σε απουσία, αντί, τελικά, να προσπαθεί να γεμίσει με ζωή το τίποτα. Έχω την αίσθηση ότι στόχος του Μαμαλούκα εδώ ήταν ένα σαρκαστικό σχόλιο στους άτονους και βαρετούς χαρακτήρες «της διπλανής πόρτας» που συναντά κανείς κατά κόρον σε διάφορα μυθιστορήματα. Και εδώ, αυτό που σώζει, τρόπον τινά, τη Δέσποινα ως περσόνα είναι η επαφή της με την πόλη. Χαρακτηριστικό το εύρημα του συγγραφέα εν προκειμένω, μιας και ολοφάνερα αποσκοπεί ν’ αποδώσει σημαίνοντα, όπως προείπαμε, χαρακτηριστικά της «Μοναξιάς της ασφάλτου»: την περιπλάνηση, αφ’ ενός, και το πώς η πόλη μπορεί να σε καταπιεί, αφ’ ετέρου. Και μάλιστα, όχι μια οποιαδήποτε πόλη, αλλά η Μητρόπολη, σύμφωνα με το κείμενο, που σίγουρα δεν (πρέπει να) είναι αυτός ο σκοπός της.

Ο αγαπημένος όμως ήρωας του Μαμαλούκα, αν και είναι δύσκολο να το πει κανείς αυτό, είναι ο Πετράρχης. Σ’ αυτόν έχει αποδώσει τα καλύτερα και τα χειρότερα στοιχεία. Βέβαια, σε μια ζυγαριά δεν τίθεται θέμα ποιο απ’ τα δύο θα υπερισχύσει, αφού ο κρυπτώνυμος ήρωας είναι κατά συρροήν δολοφόνος μιας ιδιότυπης δικαιοσύνης. Οδηγεί το καλύτερο αυτοκίνητο του βιβλίου, ακούει την καλύτερη μουσική, διαθέτει ευαισθησίες όπως η διατήρηση μιας τράπουλας Ταρό από τη μητέρα του, την οποία τράπουλα συμβουλεύεται συχνά, είναι ο ήρωας που είναι βγαλμένος απευθείας απ’ τα νουάρ μυθιστορήματα της άλλης πλευράς του Ατλαντικού. Το όνομά του ίσως και να οφείλεται, εν πρώτοις, στην εμμονή του Μαμαλούκα με την Ιταλία, εντούτοις δίνεται η έντονη αίσθηση ότι θέλει ν’ αποφύγει την άμεση ταύτιση με τους ανάλογους αμερικανούς συγγραφείς. Και εδώ μια γυναίκα, η Μιράντα, η τύποις ερωμένη του, χαρακτήρας υποταγμένος αλλά καπάτσος στο βάθος, είναι το πρόσωπο που έρχεται να κλειδώσει την εξωτερική, ίσως και εσωτερική εικόνα του Πετράρχη.

Και πώς ενώνονται όλοι αυτοί στο μυθιστόρημα; Τι σχέση μπορεί να έχουν μεταξύ τους; Σ’ αυτό το σημείο, το πιο φιλόδοξο σε όλο το κείμενο εξάλλου -πρακτικά, το δεύτερο μέρος του μυθιστορήματος- εντοπίζονται κάποιες, μικρές, δυσχέρειες του μυθιστορήματος· και είναι και δικαιολογημένο. Δηλαδή, ενώ προφανώς η παράλληλη πάλη ενάντια στην εσωτερική και εξωτερική μοναξιά όλων των βασικών ηρώων είναι εμφανής και καταλυτική· ενώ, επιπλέον, η επαφή και το πνίξιμό τους στην Πόλη, το φθινόπωρο του 2008, είναι κοινό και αναμφίβολο χαρακτηριστικό· ενώ στο πρώτο μέρος δε μας έμεινε καμία απορία για τους ήρωες -στο παρόν τους και λιγότερο σχετικά με το τι κουβαλούν στις πλάτες τους απ’ το παρελθόν-, ο τρόπος που έχει επιλέξει ο συγγραφέας να μεταβεί απ’ τις ξεχωριστές αναφορές στην ένωση των επιμέρους ιστοριών, καταστάσεων και προσώπων, παρότι είναι αναπάντεχοι οι «συνδυασμοί» των ηρώων, είναι πρόδηλα αμήχανος και παρουσιάζει μία δυσκολία στο χειρισμό των ίδιων των γεγονότων που ο ίδιος δημιούργησε.

Με μιαν εμμονή στην κοφτή γλώσσα (βασικό χαρακτηριστικό της «Χαμένης βιβλιοθήκης του Δημητρίου Μόστρα», εκδ. Καστανιώτη), με τις γνώριμες κορυφώσεις της (διακριτές στην «Απαγωγή του εκδότη», εκδ. Καστανιώτη), με μια εικονοποιία που αγγίζει τα όρια του καθαρόαιμα κινηματογραφικού, ο Μαμαλούκας δείχνει να φοβάται να ξεπεράσει εαυτόν, αφήνοντας αυτό το σημείο που μόλις προαναφέρθηκε να προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στο έντεχνο και το άτεχνο. Ωστόσο, ολόκληρο το κείμενο σώζεται με το ανατρεπτικό του τέλος, όχι τόσο αναφορικά με τα γεγονότα, αλλά με το πώς αποφασίζουν οι περισσότεροι ήρωες να διαλέξουν ένα δρόμο διαφορετικό -μία λύση ή κάθαρση ίσως- απ’ όσα μας είχαν προϊδεάσει με διάσπαρτες προοικονομίες καθ’ όλη την εξέλιξη της «Μοναξιάς της ασφάλτου».

Ο υποφώσκων σουρεαλισμός, οι διαδοχικές αναφορές σε κλασικά μουσικά κομμάτια (που λειτουργούν εξηγητικά, ειδικά όταν προτάσσονται στις ενότητες), οι εστέτ και συνάμα νοσταλγικές αναφορές σε χαρακτηριστικά αυτοκίνητα, η λανθάνουσα ποιητικότητα της γραφής, τοποθετούν σήμερα τη «Μοναξιά της ασφάλτου» στο σύνολο εκείνο των μυθιστορημάτων που ψάχνουν έναν καινούργιο δρόμο στην αφήγηση, εντάσσοντας σ’ αυτά πολλά στοιχεία, γλωσσικά και αισθητικά, από πρακτικές άλλων τεχνών. Αυτό μπορεί να μη χαρακτηρίζει το προκείμενο μυθιστόρημα ως μεταμοντέρνο, αφού εμμένει κατά βάση στα κλασικά χαρακτηριστικά της σχετικής παράδοσης, η οποία μας έρχεται απ’ την Αμερική, απ’ την άλλη όμως, ο υποφαινόμενος στοχασμός τού σήμερα, έστω και υπό την έννοια ενός πολύ συγκεκριμένου τμήματός του, κάνει ένα τέτοιο κείμενο απολύτως σύγχρονο.

Μένει μόνο να δούμε τη συνέχεια της συγγραφικής πορείας του Δημήτρη Μαμαλούκα, που τώρα μοιάζει να κάνει μιαν υποτυπώδη στροφή σε μια λογοτεχνικότερη γραφή, αφήνοντας, δειλά δειλά, πίσω τη συγγραφική ενασχόλησή του με το θρίλερ και το αστυνομικό ως κεντρικό σημαίνον της παρακαταθήκης του, από το οποίο, έτσι κι αλλιώς, είχε αρχίσει ήδη στη «Χαμένη βιβλιοθήκη του Δημητρίου Μόστρα», κατά τα φαινόμενα, ν’ αποσπάται.

[κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Α.Α. Λιβάνη]

[Ο Δημήτρης Μαμαλούκας γεννήθηκε το 1968 στην Αθήνα όπου και κατοικεί. Είναι πτυχιούχος Φιλοσοφίας του πανεπιστημίου του Lecce, στην Ιταλία. Έχει γράψει τα μυθιστορήματα: «Οσο υπάρχει αλκοόλ, υπάρχει ελπίδα» (εκδ. Απόπειρα), «Ο Μεγάλος Θάνατος του Βοτανικού», «Η απαγωγή του εκδότη» και «Η χαμένη βιβλιοθήκη του Δημητρίου Μόστρα» (εκδ. Καστανιώτη) που ήταν υποψήφιο για το Βραβείο Αναγνωστών ΕΚΕΒΙ-ΕΡΤ 2007. Συμμετείχε στις συλλογές διηγημάτων «Ελληνικά Εγκλήματα» (εκδ. Καστανιώτη) και «Υπόγειες Ιστορίες» (εκδ. Athens Voice). «Η μοναξιά της ασφάλτου» είναι το πέμπτο του μυθιστόρημα. Μπορείτε, αν θέλετε, να επισκεφθείτε το blog του εδώ]

8 thoughts on “η μοναξιά της ασφάλτου – δημήτρης μαμαλούκας

  1. Αγαπητέ Δημήτρη Αθηνάκη

    Σ’ ευχαριστώ για την τιμή που μου έκανες πρώτα απ’ όλα να διαβάσεις το βιβλίο μου κι έπειτα σ’ ευχαριστώ που το διάβασες τόσο προσεκτικά, σχεδόν εξαντλητικά θα έλεγα.

    Πιστεύω ότι για έναν συγγραφέα αυτό θα έπρεπε να φτάνει και να περισσεύει, έτσι και για μένα, όχι απλώς μου φτάνει, αλλά το θεωρώ μεγάλη τιμή μου.

    Θα ήθελα μόνο να προσθέσω ότι… παρόλο που δεν ξέρω ποτέ τι –ουσιαστικά- θα γράψω πριν αρχίσω ένα βιβλίο… το αστυνομικό – θρίλερ δεν θα το εγκαταλείψω!
    (θα προηγηθεί μόνο μια σύντομη στάση σε μια ζούγκλα!)

    Σε χαιρετώ… εύχομαι τα καλύτερα

  2. «Ακούμπησε το κεφάλι του στο απαλό μαξιλάρι. Όλα είναι παρελθόν τώρα. Ο Πετράρχης, όπως το Κακό, αλλάζει χώρες, τόπους, στιγμές. Η βρόμικη Πόλη δεν τον προσέχει. Ανοιγοκλείνει τεμπέλικα τα μάτια σαρώνοντας ψυχές και όνειρα.»
    (Από το βιβλίο, σελ.332 )

    Οι έντεχνες εναλλαγές της συμπεριφοράς των χαρακτήρων, οι συχνές ανατροπές της σκηνικής οικονομίας, οι ανελίξεις της δράσης μέσα σε ένα αρκούντως αληθοφανές αστικό περιβάλλον, οι έντονες εικονοφιλικές εμπεδώσεις αλλά και οι λεγόμενες τρίπλες της αφήγησης μού κράτησαν κι εδώ, όπως ακριβώς και στο αμέσως προηγούμενο, τέταρτο κατά τη σειρά, ανιχνευτικό μυθιστόρημα του Δημήτρη Μαμαλούκα, εννοώ τη Χαμένη βιβλιοθήκη του Δημητρίου Μόστρα (Καστανιώτης, 2007), αδιάπτωτο το ενδιαφέρον. Συγγενική ασφαλώς ως προς την γενικότερη τεχνική επεξεργασία, η Μοναξιά της ασφάλτου επιβεβαιώνει άλλη μια φορά την ομολογούμενη ικανότητα του συγγραφέα να προικίζει τους ήρωες και αντί – ήρωές του με πειστική σωματική υπόσταση και ψυχική κατά περίπτωση επάρκεια. Ενσωματώνοντας τρεις τέσσερις ιστορίες σε μια, ο επαρκής αφηγητής δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να υποστηρίζει εμπράκτως την υπόθεση της μεικτής ή παράλληλης μυθιστορίας προς όφελος της αναγνωστικής εμπειρίας.

    ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΕΗΣ

  3. To οικογενειακό ρομάντζο του σαφώς μη υποδειγματικού υπαστυνόμου Τσίκη και της συζύγου του, της ηθικά κατά πολύ υγιέστερης Στέλλας, μετατρέπεται σε μια ακόμη τραγωδία, από αυτές που οιονεί αυτομάτως προκαλεί και αναπόφευκτα συντηρεί το μεγάλο χωνευτήρι των υπάρξεων, η νοσηρή Μητρόπολη, η οποία εδώ όλως συμπτωματικώς καλείται Αθήνα. Η νεαρή Δέσποινα συνιστά αρχετυπικό μέλος της αστικής κυψέλης, που υπακούοντας στην εσωτερική της πετροκαλαμήθρα, για να θυμηθούμε τον Γιώργο Σεφέρη, αντιστέκεται όσο μπορεί στην καθημερινή σήψη. Ο μετανάστης από το μαρτυρικό Αφγανιστάν, ονόματι Αμίρ, που διψάει κυριολεκτικά για εκδίκηση στο βωμό του κατ’ αυτόν πατρικού χρέους, συμβολοποιεί με τη σειρά του τον απανταχού ξένο, ο οποίος θέλει να υποκαταστήσει επί ματαίω τη μητρική γη με την πολλά υποσχόμενη Χαναάν, δηλαδή τους φασματικούς ή πληθωρικά βασανιστικούς, πάντα μακρινούς τόπους των Άλλων. Ο Αμίρ ανήκει εν ολίγοις στα άχθη αρούρης, που δεν μπορούν να αποσείσουν τα μαρτύρια ενός παρόντος, το οποίο κατ΄ ουσίαν δεν θέλει να τους περιέχει. Ο Δημήτρης Μαμαλούκας σκιαγραφεί εδώ έναν από τους αρτιότερους πρωταγωνιστές της προσωπικής του σκηνής. Όσον αφορά το έτερο ζεύγος, το οποίο υποστασιοποιεί ο ημιπαράφρων, αρκούντως αινιγματικός κατά τα άλλα Πετράρχης και η αναλόγως κρυπτική Μιράντα, θα μπορούσα να ισχυριστώ ότι με τη δράση του συμπυκνώνει ό, τι συνήθως οι δαίμονες της λόγιας ή της δημώδους λογοτεχνικής παράδοσης ή ακόμη ενίοτε και οι εφιάλτες των ονείρων μας δεν διστάζουν να μας διδάσκουν. Ο συγγραφέας δια των επαναλήψεων επιτυγχάνει να προσδώσει ικανό βάθος στην όλη ανάλυση των δύο αυτών υποκειμένων, τα οποία αν και δεν θα λέγαμε ότι είναι συνήθη ή τυποποιημένα, καταφέρνουν να μας πείσουν και μάλιστα σχετικά γρήγορα ότι δεν αποκλείεται να ζούνε κάπου κοντά μας.
    Η εμβέλεια της παραστατικής ικανότητας του Δημήτρη Μαμαλούκα πιστοποιείται κι εδώ: οι όποιες αξίες της ζωής προσανατολίζουν ακόμη τις συνειδήσεις των μικροαστών αντιστέκονται στο βαθμό που το Κακό υποχωρεί κατά τι και μάλιστα για άγνωστους λόγους. Ίσως για να επιτρέψει στον αντίπαλο του, στο διαλεκτικά αναγκαίο Αγαθό, να υπάρχει ακόμη, προκειμένου να συνεχισθεί αενάως το παιχνίδι του κόσμου. Σ΄ αυτή την καθόλα μανιχαϊκή αντιπαράθεση, η Στέλλα, η Δήμητρα και εν μέρει η ερωτομανής Μιράντα διαδραματίζουν τους ρόλους των Αγγέλων, οι οποίοι εκόντες άκοντες προσγειώθηκαν στον πλανήτη μας για να κερδίσουν το χαμένο έδαφος, το οποίο τώρα κατέχουν οι κλασικά σκοτεινές δυνάμεις του Εωσφόρου-απρόβλεπτου και επαΐοντος περί τον τρόμο εν γένει Πετράρχη. Από τη άποψη αυτή, ο Δημιουργός του κόσμου αποδεικνύεται ότι δεν είναι παρά ένας κατώτερος, επικινδύνως άπειρος θεός, όπως άλλωστε πρέσβευαν συχνά με κίνδυνο της ίδιας τους της ζωής οι παλαιοί, πλην όμως πάντα επίκαιροι μύστες της Γνώσης. Παρά πάσα προσδοκία λοιπόν, η τάξη των πραγμάτων επιτρέπει σε ανθρωπάρια ή υπανθρώπους, όπως ακριβώς είναι ο πληθωρικός μέσα στην ανομία του, κινηματογραφικός όσο πρέπει, βδελυρός Τσίκης, όχι μόνο να συνυπάρχουν με εμφανώς αρτιότερους ανθρώπινους τύπους, αλλά να καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό την ίδια τους την κοινωνικοοικονομική εξέλιξη.
    Η μουσική που ακούγεται από κεφάλαιο σε κεφάλαιο δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να θυμίζει τον απολεσθέντα παράδεισο, την επικράτεια των χαμένων ευκαιριών του βίου, ό, τι δηλαδή δεν πραγματώθηκε λόγω των εγγενών αβελτηριών των χρηστών της ζωής, αλλά και της κατάρας του Κάιν.
    *
    Γ.Βέης

  4. Φίλτατε Δημήτρη Αθηνάκη, ευχαριστώ για τη θερμή εδώ φιλοξενία…Επανέρχομαι…

  5. Δημήτρης Μαμαλούκας
    Κοπέλα που σε λένε Φίνι
    Εκδόσεις Α. Α. Λιβάνη,
    σ. 207, 13 €

    Οι επαρκείς αποδόσεις των μεταπτώσεων της συμπεριφοράς των χαρακτήρων, οι συνεπείς καταγραφές των κλιμακώσεων της ασίγαστης δράσης, η προσεκτική μελέτη των εσωτερικών κραδασμών των πρωταγωνιστών και η περαιτέρω διακριτική ανάδειξη των τελευταίων σε καθολικότερους ήρωες, οι οποίοι παραπέμπουν με τη σειρά τους εμμέσως πλην σαφώς σε καθιερωμένα λογοτεχνικά πρότυπα, συνιστούν μερικά από τα εξόφθαλμα χαρακτηριστικά του παρόντος, έκτου στη σειρά μυθιστορήματος του Δημήτρη Μαμαλούκα. Η ειδικότερη τεχνική επεξεργασία σε όλη την έκταση του έργου επιβεβαιώνει και πάλι την ομολογούμενη ικανότητα του συγγραφέα να προικίζει τα διηγητικά του υποκείμενα με πειστική σωματική υπόσταση και ψυχική κατά περίπτωση επάρκεια. Η Φίνι εργάζεται κάτω από απάνθρωπες συνθήκες σε μια μεγάλη οιονεί αποικία τιμωρημένων, η οποία ενίοτε θυμίζει κάπως τη φιλμική, αδυσώπητη Μητρόπολη. Χωρίς να παύει ούτε στιγμή να οραματίζεται τη διαφυγή της στη σχεδόν φασματική Γη της Επαγγελίας, όπου η ελευθερία και ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων θεωρούνται αναφαίρετα πολιτισμικά κεκτημένα, η Φίνι προσωποποιεί μια ακόμη εκδοχή της ύπαρξης, που αγωνίζεται μέχρις εσχάτων για την απόκτηση και περαιτέρω διατήρηση του απόλυτου Αγαθού. Η μοιραία συνάντησή της με «τον καλύτερο νοσοκόμο του θεραπευτηρίου» και ταυτοχρόνως σωματικά ελαφρώς αδικημένο από τη φύση, κρυψίνοα Γκον, θα την βοηθήσει να υλοποιήσει το μεγαλύτερο μέρος του απέλπιδος σχεδίου της. Ανάλογα ισχύουν και για τον μυστηριώδη γέρο, ονόματι Λακάν (!), ο οποίος έχει το προνόμιο να γνωρίζει το δρόμο προς τον ποταμό-ορόσημο, πέραν του οποίου κείται η ποθητή χώρα, δηλαδή η επικράτεια της φιλελεύθερης Απόλαυσης.
    Βεβαίως, με τη σειρά του ο γέρος και παρ΄ ολίγον δραπέτης, παραπέμπει στον ευρηματικό μεσάζοντα Βαρνάβα, εκείνον τον εκόντα άκοντα σύνδεσμο – αγγελιαφόρο των αυταρχικών ταγών του καφκικού Πύργου με τους εκείθεν, τους δια βίου αποκλεισμένους έξω από αυτόν. Ακαταπόνητη και ριψοκίνδυνη, η Φίνι είναι από μια άποψη μια θηλυκή προέκταση του Ροβινσώνα Κρούσου, εφ΄ όσον ζει μόνο μέσα στο βασανιστικό όνειρο της απόδρασης από το απέραντο εργοστάσιο-φυλακή, όπου οι απρόσωποι άλλοι, την έχουν άκουσα εντάξει. Αυτή ακριβώς η κλιμάκωση της μετάβασης από την Κόλαση των άλλων στην Παράδεισο του απολύτως αυτεξούσιου εγώ προσδίδει στην αφήγηση την ιδιαίτερη ποιότητά της: το κείμενο πάλλει από φαντασίωση απεξάρτησης από το Όνειδος της υποταγής. Η σχέση αντιπαλοτήτων που διακρίνει το ζεύγμα κρατούντων – κρατουμένων υπαγορεύει μέγα μέρος της πλοκής. Εξ ου και η πρόδηλη νιτσεϊκή προοπτική.
    *
    Γιώργος Βέης

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s