Γράμμα στη Ντ. – Γράμματα στον “Ελικώνα”

grammata-sti-nt3b1316373

Αντρέ Γκορζ – «Γράμμα στην Ντ.» – Ιστορία ενός έρωτα

Μετάφραση: Σάντρα Βρέττα – Επίμετρο: Μιχάλης Μητσός
Εκδ. ΠΟΤΑΜΟΣ

*

Μαρίνα Τσβετάγιεβα – «Γράμματα στον ‘Ελικώνα’»

Μετάφραση & Επίμετρο: Δήμητρα Κονδυλάκη
Εκδ. ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ

*

*

*

Της Ν.Β. (blog guest)

«Υπόθεση επικοινωνίας, θέτει αδιάκοπα το πρόβλημα της επαφής ανάμεσα σε δύο ή και περισσότερα πραγματικά ή φανταστικά πρόσωπα. Υπόθεση γραφής, μεταβάλλει τα έπεα πτερόεντα σε βιώσιμα σήματα, διασώζοντάς τα από την τηλεφωνική τους σπατάλη και την προφορική τους αυτοχειρία.
Μάταιος κόπος; Επικοινωνία με φαντάσματα, καθώς θα έλεγε ο Κάφκα;
Το ουσιώδες είναι πως οι γέφυρες στήνονται αδιάκοπα, πάνω από το χάσμα της απουσίας, και πως συχνά κατορθώνουν να διασχίσουν την άβυσσο.»

«Ο Λόγος της Απουσίας», Παναγιώτης Μουλλάς, εκδ.ΜΙΕΤ

Από τους θεωρητικούς που τ’ όνομά τους συνδέθηκε με τον Μάη του ’68, ο Αντρέ Γκορζ, δοκιμιογράφος, πολιτικός στοχαστής, συνιδρυτής -με τον Ζαν Ντανιέλ του Nouvel Observateur, φίλος και συνεργάτης του Σαρτρ, σύμφωνα με τον οποίο και υπήρξε «το πιο κοφτερό μυαλό της Ευρώπης», ολοκληρώνει το «Γράμμα στην Ντ.» τον Ιούνιο του 2006. Λίγο περισσότερο από έναν χρόνο μετά, αυτοκτονούν μαζί, αυτός και η Ντορίν, μετά από 58 χρόνια κοινής ζωής. Τους βρίσκουν ξαπλωμένους εν μέσω επιστολών προς φίλους και συγγενείς, κατά την ειδησεογραφία της 24ης Σεπτεμβρίου του 2007. Όμως όσα χρειάζεται να ειπωθούν, έχουν ήδη γραφτεί ένα χρόνο πριν, στο γράμμα που ο Γκορζ της έχει απευθύνει.

«Σου γράφω για να καταλάβω τι έζησα, τι ζήσαμε μαζί», έτσι απλά στη γυναίκα της ζωής του, που τη βλέπει να γίνεται ογδόντα χρόνων, να ηττάται αργά αλλά σταθερά από ανίατη ασθένεια, να ζυγίζει «όλο κι όλο σαράντα πέντε κιλά», αλλά να παραμένει ακόμα, «όμορφη, γοητευτική και επιθυμητή».

Ό,τι ακολουθεί είναι η ανασκόπηση μιας κοινής ζωής και όλη η διαδρομή από δύο βιογραφίες που εκβάλλουν σε μία. Μια ομολογία έρωτα και μετάνοιας. Μετάνοιας κυρίως γιατί όλα αυτά που γράφονται εδώ, δεν μπόρεσαν να ειπωθούν έτσι, παρά μόνο εδώ.

Έναν σχεδόν αιώνα πριν, στα απόνερα προγενέστερης ευρωπαϊκής περιπέτειας, η 29χρονη Μαρίνα Τσβετάγιεβα εγκαταλείποντας την Μόσχα, καταφεύγει το 1922, στο Βερολίνο, όπου και θα γνωρίσει τον εκδότη του «Ελικώνα», Αβραάμ Βισνιάκ, στον οποίο και θα απευθύνει τις επιστολές αυτές, από τις 17 Ιουνίου έως τις 9 Ιουλίου.

Πρόκειται για μια σύντομη σχέση -σωστότερα: κάποιες συναντήσεις- στην εξέλιξη της οποίας, η ίδια κατά τα φαινόμενα, είναι ο βασικός συντελεστής. Εξάλλου «η Μαρίνα είναι πλάσμα των παθών», όπως πολύ ψύχραιμα θα την παρουσιάσει ο σύζυγός της, Σεργκέι Εφρόν, σε επιστολή προς τρίτο, που παρατίθεται στο επίμετρο.
Για να συνεχίσει: «Σχεδόν πάντα… ή μάλλον πάντα χωρίς εξαίρεση, όλα βασίζονται σε μια αυταπάτη. Επινοείται ένα πρόσωπο και ξεσπά η θύελλα. Αν η μηδαμινότητα, η μετριότητα της αιτίας ανακαλυφθούν νωρίτερα από το αναμενόμενο, η Μαρίνα εγκαταλείπεται σε μια απελπισία εξίσου θυελλώδη…Κι όλα αυτά παρά την οξεία και ψυχρή ευφυΐα της (θα μπορούσα να πω έως και κυνικά βολταιρική)…Κι όλα αποκρυσταλλώνονται σε ένα βιβλίο. Και με μαθηματική ακρίβεια διοχετεύονται ήσυχα σε μια διατύπωση.»

Για τον επιστολικό λόγο λοιπόν ο λόγος, ή αλλιώς τον λόγο της απουσίας, τον λόγο που αρθρώνεται στη συνθήκη της απουσίας του Άλλου, εκεί που ομιλών γίνεται γράφων και επωφελείται του δικαιώματος -αλλά και του ρίσκου, της απρόσκοπτης συγκρότησης του επιχειρήματος και της στάσης του. Απρόσκοπτης από τις όποιες -συνειδητές ή όχι, λεκτικές ή μη, διφορούμενες ή κατά το δυνατόν ξεκάθαρες- «παρεμβολές» της παρουσίας. Ο ομιλών και ο παριστάμενος Άλλος, σπανίως αν όχι ποτέ, είναι σε θέση να εκφέρουν λόγο εντελώς δικό, ανεπηρέαστο από τα σήματα ρητά ή άρρητα της παρουσίας, από τις συνιστώσες της μεταξύ τους σχέσης, τις συνθήκες και διαθέσεις της εκάστοτε  συνάντησής τους, τελικά από τα τερτίπια μιας ανερμάτιστης και τυφλής τυχαιότητας, τη ρευστότητα ενός καταιγιστικού παρόντος.

Έτσι ο επιστολικός λόγος διατηρεί μια εκτός τόπου και χρόνου, προνομιακή ελευθερία, γίνεται ένας χώρος όπου ο ομιλών γίνεται γράφων και συνομιλεί πια με τον εσωτερικευμένο Άλλο, έναν Άλλο, αληθινό ή πλασματικό, τι περισσότερο , τι λιγότερο, λίγο ίσως να ενδιαφέρει, γιατί είναι πάντως ένας Άλλος απέναντι στον οποίο είναι επιτέλους σε θέση ο γράφων να αρθρώσει την εσωτερική, εντελώς δική φωνή. Επιτέλους ο χώρος όπου η διατύπωση φλερτάρει με την ολοκλήρωσή της, επιτέλους ο χώρος όπου ο ομιλών γράφει…

Πρόθεση που ανιχνεύεται κοινή και στα δύο κείμενα, όσο κι αν η σχέση τους με την απουσία μακράν απέχει από το να ταυτίζεται: η Τσβετάγιεβα γράφει πράγματι  σ’ έναν όχι μόνο απόντα, αλλά και τελικά απρόθυμο ή «κατώτερο των περιστάσεων», παραλήπτη. Γράφει ερωτικές επιστολές που μένουν αναπάντητες και που ο μετεωρισμός τους πάνω από το χάσμα της απουσίας και του ανεκπλήρωτου είναι ολοκληρωτικός. Για τον Γκορζ αντίθετα, θα ‘λεγε κανείς πως η διαρκής και μακρόχρονη παρουσία, η εγγύτητα και η εκπλήρωση είναι ακριβώς οι λόγοι που ανέβαλλαν για τόσο καιρό την ομολογία, μια ομολογία που τελικά μόνο εν’ όψη της επαπειλούμενης απουσίας, καταλήγει να διατυπωθεί. Μόνο τότε, πριν από το τέλος, μόνο αφού  η μακρόχρονη, αδιάλειπτη παρουσία έχει αποκρυσταλλώσει κλειστό σχήμα και κατευθύνεται προς την έξοδο. Μόνο τότε, και με εργαλείο -να μην ξεχνάμε-  το αποτελεσματικότερο:  το καθεστώς τεχνητής απουσίας που παρέχει η αναγκαία απομόνωση του γράφοντος και το παρασκήνιό της, η ώρα του αναστοχασμού.  Εξάλλου, όπως σημειώνει η Δ. Κονδυλάκη στο επίμετρό της:   «η καταφυγή στο γράμμα -όταν είναι δυνατή η δια ζώσης επικοινωνία- προϋποθέτει ήδη τη συνείδηση της απουσίας εκείνου στον οποίο απευθύνεται»

Στην προκείμενη παράλληλη ανάγνωση ωστόσο, είναι κυρίως αυτή η απόκλισή τους στη σχέση τους με την απουσία, που θα χρησιμοποιήσουμε σαν υποβολέα της μεταξύ τους συνομιλίας. Καθόλου αυθαίρετα, αφού είναι μια απόκλιση που προκύπτει αναγκαστικά μέσα από τις διαφορετικές βιογραφίες και είναι προπάντων μια απόκλιση, στα χάσματα της οποίας μπορούμε να διαβάσουμε όλη τη μοιραία πάλη ερώτων δύσκολων (δηλαδή ερώτων), ζευγαριών πολλών:
όχι μόνο ο συγγραφέας και το αντικείμενο του πόθου του
αλλά και:
η απουσία και η εκπλήρωση
ή αλλιώς:
η επιθυμία και η πραγμάτωσή της
ή αλλιώς:
η γραφή και η ζωή

Έτσι, μια ομοιότητα που θα παρακάμψουμε ως απλώς συμπτωματική (αφού παίρνουμε απόφαση να επιμείνουμε στις αποκλίσεις), είναι ότι και τα δύο κείμενα σαφώς γράφτηκαν σαν επιστολές και απευθύνονται ευθέως στον παραλήπτη τους, όμως και τα δύο δόθηκαν προς έκδοση από τους συγγραφείς τους ίδιους και όχι από τους κληρονόμους των δικαιωμάτων τους. Και αυτό δεν έχει παρά να σημαίνει κάτι.  Να σημαίνει κυρίως ότι και τα δύο γράφτηκαν και θέλουνε να διαβαστούν σαν τεκμήρια και ομολογίες έρωτα, αλλά και  κάτι ακόμα περισσότερο: σαν ερωτικά πεζά.

Και είναι ήδη από εδώ που κερδίζουν έδαφος οι αποκλίσεις και άρα η συνομιλία:

-«Και να σκεφτεί κανείς ότι αν είμαστε μαζί δεν θα είχα καταλάβει τίποτα απ’ ό,τι μόλις σας ανακοίνωσα! Πως βρίσκονται όλα όταν χωρίζουμε. Πως συνδέονται όλα όταν είμαστε μακριά!»

Η συνθήκη της απουσίας σαν προϋπόθεση έκφρασης και επίγνωσης, αλλά όχι μόνο.
Δεδομένου ότι πρόκειται για κάποια που είναι περισσότερο ποιήτρια από γυναίκα ερωτευμένη, για κάποια δηλαδή που είναι κατά βάση ερωτευμένη με τις λέξεις: «Δεν αγαπώ τη ζωή αυτή καθαυτή: για μένα αρχίζει να σημαίνει κάτι, να αποκτά το βάρος και το νόημά της, μόνο όταν μετουσιώνεται -δηλαδή μέσα στην τέχνη».

Τελικά η συνθήκη της απουσίας σαν κατ’ αρχήν εσωτερική επιταγή, στάση και τρόπος του ερωτεύεσθαι, το δε ερωτικό κέντρισμα, αφορμή κυρίως, πρώτη ύλη για το «ποίημα». Γιατί αυτό είναι βασικά ποίημα -ένα ερωτικό πεζό, πολύ περισσότερο από επιστολή και αυτό η Τσβετάγιεβα το ξέρει από την ώρα ακόμα που το απευθύνει στον Αβραάμ Βισνιάκ, δέκα χρόνια πριν αποφασίσει να το εκδώσει. Αυτός στα γράμματά της δεν θ’ αξιωθεί καν ένα «εσύ», εξ αρχής καταδικασμένος στο «εσείς και όλοι οι άλλοι»: Τέτοιου είδους πράγματα δεν με πληγώνουν πια, με έχετε συνηθίσει σε τέτοια εσείς και όλοι οι άλλοι, αφού κι εσείς είστε αιώνιος: αναρίθμητος…Το ίδιο πάντα εσείς δεν έρχεται προς το ίδιο εγώ, που πάντα το περιμένει.»  Είναι εκ των προτέρων αποφασισμένο ότι ο έρωτας εδώ θα πραγματωθεί στην διατύπωση και ενδέχεται να είναι κυρίως γι’ αυτό, που η γραφή εδώ θα κερδίσει. Σε ποιητική φόρτιση οπωσδήποτε…

Έτσι, το γεγονός πως ο Γκορζ δεν είναι ποιητής, ίσως να μην είναι ο βασικός λόγος που το γραπτό του υπολείπεται σε ποιητικότητα. Αφού το γραπτό αυτό, μιλώντας για έναν έρωτα που κατάφερε, να πραγματωθεί στην ζωή, θα αναγκαστεί να γίνει προσωπικό, θα αναγκαστεί να διατρέξει όλη την αδυναμία και τελικά να υποχωρήσει μπροστά στην πραγματικότητα που επιβάλλει η βιωμένη ιστορία. Πολύ περισσότερο, που είναι επίσης ένα γραπτό που έλκει την καταγωγή του από ένα προηγούμενο, το βιβλίο που κατά τα λεγόμενά του τον άλλαξε και του έδωσε μια θέση στον κόσμο, αφού σ’ αυτό αναμετρήθηκε με τη μέχρι τότε ζωή και διαμόρφωση της σκέψης του: το «Le Trairte» -σταθμό στη βιβλιογραφία του, που ο Γκορζ εξέδωσε το ’58 και είναι όπως παραδέχεται, αυτό που «έδωσε μια διάσταση πραγματικότητας σ’ αυτά που σκεφτόμουν, μια πραγματικότητα που ξεπερνούσε τις προθέσεις μου».  Είναι το βιβλίο στο οποίο η γραφή του και η ζωή του θ’ ανοίξουν τα χαρτιά τους και θα δοκιμάσουν τους τρόπους και τις αντοχές τους. Όμως, όπως και ο ίδιος θα διαπιστώσει κάπως καθυστερημένα και μόνο όταν το ξαναδιαβάσει από χρονική απόσταση, είναι και το βιβλίο όπου στη γραφή θα προδώσει τον άνθρωπο.

Κι αυτό γιατί, το κεφάλαιο που ανήκει στη Ντορίν και είναι αυτό που έχει τιτλοφορήσει Εσύ, αυτό που θα «έπρεπε να περιγράφει πώς ο έρωτάς μου για σένα, η μάλλον η ανακάλυψη μαζί σου του έρωτα, θα με οδηγούσε τελικά στο να θέλω να υπάρχω, και πως η δέσμευση μαζί σου θα γινόταν η αιτία για μία υπαρξιακή μεταβολή», όχι απλώς δεν το επιτυγχάνει, ούτε απλώς δεν τής το αποδίδει, αλλά όπως ο ίδιος θα παραδεχτεί, τής καταφέρνει προδοτικά και άνανδρα χτυπήματα. Έτσι τώρα, λίγο πριν το τέλος, αντιπαραβάλλοντας με εργαστηριακή σχολαστικότητα τα γεγονότα με τις γραμμένες τους αντανακλάσεις, εκτοξεύει στον συγγραφέα τού τότε απανωτά γιατί.

Γιατί οι λέξεις που βρήκε ήταν παραπλανητικές και γιατί η εικόνα προέκυψε έτσι παραμορφωμένη;

Γιατί ο συγγραφέας, προκειμένου να σταθεί στα πόδια του, επέλεξε να απαξιώσει το αδιαμφισβήτητο γεγονός ενός έρωτα που αντέχει και γιατί, προκειμένου να υπάρξει ο συγγραφέας, η Ντορίν έπρεπε να ταπεινωθεί;

Γιατί «μιλούσα για σένα απολογητικά όπως για μια αδυναμία»;

Και τέλος γιατί «δεν με αγαπούσα που σε αγαπούσα»;

Μ’ άλλα λόγια, πώς η κατάφαση στον έρωτα έχασε τα λόγια της στη γραφή και άρχισε να τραυλίζει, κι εντέλει πώς, η κατάφαση στο προσωπικό και το ουσιώδες («εσύ είσαι το ουσιώδες»), θα χρειαστεί να ξεσκεπάσει και ν’ αποκηρύξει τη συγγραφική ματαιοπονία, στη σκληρότερη από τις απαντήσεις που θα επιχειρήσει ο συγγραφέας της επιστολής, μια ζωή μετά:

«Το να είμαι για πρώτη φορά ερωτευμένος με πάθος και ο έρωτας αυτός να μου ανταποδίδεται ήταν φαίνεται κάτι πολύ συνηθισμένο, πολύ προσωπικό, πολύ κοινό: δεν αποτελούσε πρώτη ύλη για να με ανυψώσει στο οικουμενικό. Αντιθέτως, ένας έρωτας που έχει ναυαγήσει, αδύνατος, παράγει ανώτερη λογοτεχνία. Αισθάνομαι , άνετα μέσα στην αισθητική της αποτυχίας και του αφανισμού, όχι στης επιτυχίας και της κατάφασης. Πρέπει ν’ ανυψώνομαι πάνω από εμένα κι εσένα, εις βάρος μας, εις βάρος σου, με παρατηρήσεις που ξεπερνούν τα άτομά μας.»

Για σελίδες χαρτογραφεί ο Γκορζ την απόσταση από την ερωτοτροπία με το γράμμα στην ερωτοτροπία με τον άνθρωπο, για σελίδες, δηλαδή για χρόνια περιγράφει πώς «με έγραφα μέσα στην άρνησή μου να υπάρξω». Μέχρι τη στιγμή αυτή, μέχρι την επιστολή. Στην οποία γράφει επιτέλους απρόσβλητος από τις μαγγανείες του γράμματος: απλώς χρησιμοποιεί την γραφή για να την θυσιάσει τελικά στην Ντ., σαν αυταπόδεικτη πράξη αγάπης. Όπως και είναι: μια καθόλου αυτονόητη θυσία που συντελείται στη γραφή, και δια της γραφής, στο όνομα του Άλλου.

Η, με τέτοιο τρόπο, θυσία του γράμματος και το συνακόλουθο και αναπόφευκτο έλλειμμα σε ποιητική φόρτιση, τοποθετεί την κίνηση του Γκορζ στον αντίποδα της αντίστοιχης της Τσβετάγιεβα, είναι εξάλλου εδώ και το σημείο όπου η διακειμενική αυτή συνομιλία μετρά το εύρος των αποκλίσεών της. Πόσο μάλλον που το έλλειμμα αυτό μεγεθύνει παρά ακυρώνει τη δραστικότητα της επιστολής ως κειμένου, αφού καθιστά το κείμενο πράξη, εύγλωττη και πειστική, όσο και το γεγονός της ειλημμένης απόφασης εξόδου από τη ζωή. (Εξωκειμενικό το τελευταίο, αλλά έτσι κι αλλιώς το Γράμμα στην Ντ., δεν γίνεται να απομονωθεί από την ξεκάθαρη και τελεσίδικη πράξη που προαναγγέλλει και το συνοδεύει). Και τελικά, από το κείμενο σαν πράξη έως το κείμενο σαν ποίημα, ανοίγεται έκταση, στο έδαφος της οποίας ευδοκιμούν φυσικά και αβίαστα όλες οι διερωτήσεις για τη σχέση απουσίας και γραφής, όπως και οι λοιπές συνακόλουθες, για την ακόμα πιο επίμαχη, παλιά κι εξ ορισμού της δυσεπίλυτη, σχέση τέχνης και ζωής.

Κι εδώ ας σημειωθεί επίσης, πως όσο κι αν η επιλογή της Τσβετάγιεβα φαίνεται να είναι η ποίηση, επιλογή καθαρή, συνειδητή, ίσως και λίγο αυτάρεσκη, το πράγμα δεν είναι ακριβώς έτσι, όπως εναργέστατα καταδεικνύει ο Τοντόροφ στον πρόλογο των Εξομολογήσεων (προσφάτως από την Εστία: Μαρίνα Τσβετάγιεβα: Μια ζωή μες στη φωτιά, Εξομολογήσεις, Παρουσίαση: Τσβετάν Τοντόροφ). Η πύρινη αυτή ασυμβατότητα («η δημιουργία και η δυνατότητα να αγαπήσεις είναι ασυμβίβαστα»), είναι ακριβώς το προσάναμμα της φωτιάς που υπήρξε η ζωή της. Η δε προσπάθεια να άρει την αντίφαση, κεντρικό σημείο τόσο της βιογραφίας της σαν προσώπου, όσο και σαν ποιήτριας. Γιατί όπως παρατηρεί ο Τοντόροφ, «το ουσιώδες δεν βρίσκεται σ’ αυτήν την ασυμβατότητα, την οποία και η Τσβετάγιεβα -όπως και τόσοι άλλοι- ελπίζει να ξεπεράσει. Βρίσκεται κυρίως στην άρνηση να χωριστεί η τέχνη από τη ζωή και στην ενοποίηση των δύο στο όνομα της κοινής αναζήτησης του απόλυτου».

Ή, θα λέγαμε, της ζωής…

Και αφού σαφέστατα κάπου εκεί παίζει το κρυφτό του το ουσιώδες, και αφού το ουσιώδες δεν αγαπά τις έριδες, ούτε τις αποκλίσεις, ας κλίνουμε προς ένα συναινετικό -κατά το δυνατόν- κλείσιμο για αυτή τη συνομιλία. Γιατί όχι;

Αφού απλώς μας θυμίζει πόσο το ερωτικό ταλάνισμα φλερτάρει διαρκώς με την απουσία και αμέσως μετά πόσο η απουσία δεν έχει παρά να καταφεύγει στη γραφή, στο τέλος δεν κρύβει (όχι, δεν κρύβει), πόσο αυτό μπορεί να αξιωθεί την αποκαλυπτική, αυτογνωσιακή εμπειρία.

Στο τέλος λοιπόν του δρόμου, έτσι κι αλλιώς, ο εαυτός και η επίγνωση:
Τσβετάγιεβα:  Όλοι κράτησαν τους στίχους μου. Όλοι μου επέστρεψαν την ψυχή μου
(με επέστρεψαν στην ψυχή μου)…
Γκορζ:  Σ’ εσένα … που δίνοντάς μου Εσένα, μου έδωσες Εμένα.

7 thoughts on “Γράμμα στη Ντ. – Γράμματα στον “Ελικώνα”

  1. Μου αρέσει έτσι όπως γράφει η Ν.Β., σαν κυρία και όχι κυριαρχουμενη από το υλικό που παρουσιάζει. Μπράβο της, γιατί η ουτοπία που γίνεται πραγματικότητα είναι δύσχριστη, έτσι κι αλλιώς. (όσο για το ζευγάρι που αυτοκτόνησε, την θυμάμαι αυτή την ειδησεογραφία, τον Σεπτέμβριο του 2007). Είναι ένα γεγονός όπου η ζωή και η γραφή όντως γεφυρώνωνται και που η αυτοχειρία δικαιώνεται με την έννοια ότι γίνεται χέρι-χέρι, αν επιτρέπεται αυτό το λογοπαίγνιο ,γιατί δεν αφήνει τίποτα, κανέναν πίσω, να θρηνεί ή να ενέχεται, ίσως άθελά του.
    Μπράβο ξανά στην συντάκτρια, να γράψει κι άλλα.

  2. Συγχαρητήρια στην Ν.Β. τόσο για την επιλογή της παράλληλης ανάγνωσης όσο και για το ίδιο το κείμενο.

    Ίσως ένας λόγος για τον οποίο γράφονται οι επιστολές είναι η απουσία. Αλλά εκείνη που πηγάζει από το κενό, άλλοτε το χάσμα, ανάμεσα σε αυτό που το σώμα αισθάνεται και τις λέξεις που θέλουν να γίνουν σώμα. Ακόμη και στην πιο ολοκληρωμένη ερωτική εμπειρία υπάρχει μια πλησμονή συναισθημάτων που δεν χωράνε σε λέξεις. Αλλά γράφονται οι λέξεις ωσότου να καλύψουν αυτό το ξεχείλισμα. Πρέπει να αποτυπωθεί “κάτι” για να γίνει απόλυτο.

  3. Κουραστικο μου φανηκε λίγο όλο αυτό και με επαναλαμβανόμενες εννοιες. Ίσως επειδη μου είναι ξένο, επειδή δεν έχω συνηθίσει κάτι τέτοιο.

    Βλέπεις η μαγεία του βιβλίου στο κεφάλι μου είναι το αντίθετο ακριβώς από ότι διάβασα εδώ. Το να σου δίνει κάποιος το υλικό των ονείρων να γίνεις για λίγο θεος και να πλάσεις το δικό σου κόσμο.

    το αντίθετο είναι λίγο σαν το Blairwitch Ρroject που τρέχαν όλοι πριν μια δεκαετία να το δουν επειδή πιστεύαν ότι είναι αληθινο.

    Τελοσπάντων δεν είμαι και τόσο fan αυτής της λογοτεχνίας και ίσως είμαι και λίγο εκτός θέματος, αλλα διαβάζοντας την παρουσίαση μία ερώτηση είχα μονο στο μυαλό μου – γυρίζοντας πάλι στην πρώτη παράγραφο:

    Είναι όντως τα verba volant;

  4. Greendim εχεις καμιά συγγένεια με τον Παπαδάκη;

    (Μα τι κακός που ειμαι! Φευγω γιατί με εχουν αφησει ατάιστο, να μη σου δαγκώνω τους καλεσμένους!)

  5. Pingback: ΑΝΤΡΕ ΓΚΟΡΖ, ΜΑΡΙΝΑ ΤΣΒΕΤΑΓΙΕΒΑ: ΑΠΟΚΛΙΝΟΥΣΑ ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ « Αναγνωστική αδεία

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s