εισπνοές – γιάννης αντιόχου

«Απλώς το λίγο σου ήτανε πολύ για να τ’ αντέχεις»

eispnoes_giannis_antioxoy

Η ποίηση, όταν κυοφορείται και θρέφεται μες σ’ έναν κόσμο που γρυλίζει πάθος και φόβο, τ’ απότοκά της μπορεί να ’ναι από κλονιστικά μέχρι τρομακτικά. Κάπου ανάμεσα σ’ αυτά τ’ άκρα κινείται ο Γιάννης Αντιόχου με την τέταρτή του συλλογή, που φέρει τον υποδηλωτικό τίτλο «Εισπνοές».

Τι εισπνέει ο ποιητής και τι αποπνέει η ποίησή του; Πού μπορούν να φτάσουν τα ποιητικά του όρια και πώς μπορεί να τα χειριστεί; Ο Γιάννης Αντιόχου, όπως έχει δείξει μέχρι σήμερα, δεν φοβάται την εξομολόγηση ως οδοδείκτη της γραφής του, μιας γραφής που περνά μέσ’ απ’ τα συντρίμμια της πραγματικότητας, φιλτράρεται απ’ τα δίχτυα της ενόρασης και εκπνέεται στον κόσμο (μία λέξη ίσως ουδέτερη, αλλά οι συμβάσεις πρέπει να τηρηθούν) με μια καβαφική ψύχωση που διαχέεται απ’ τους ρυθμούς της ροκ. Η μουσική τέχνη είναι αυτή που βοήθησε την ποίηση στον μακρύ της δρόμο, και αυτό ο Γιάννης Αντιόχου μοιάζει να το έχει χωνέψει καλά.

Η πορεία διατηρεί έναν ρυθμό, όπου τ’ ανεβοκατεβάσματα και το πηγαινέλα στον εσωεξωτερικό κόσμο, το διαρκές παιχνίδι του έσω εαυτού με τα έξω σώματα, μοιάζουν να δημιουργούν ένα παραληρηματικό συνονθύλευμα ποιητικής υπόστασης, η οποία μοιάζει να χορταίνει μέσα στην εξάντληση και μέσα στην αναγέννηση, σ’ ένα αδιάκοπο μοτίβο όπου, αν τ’ αναγάγουμε σε ορχήστρα, ο μαέστρος λειτουργεί και ως κατευθυντήριο μέσον αλλά και ως το μέσον πραγμάτωσης του μουσικού οράματος. Και τα όργανα; Οι φωνές; Οι φωνές στις «Εισπνοές» λειτουργούν όπως στα έργα του Χατζιδάκι: όργανα, μέσα, αρτηρίες.

Μέσα σ’ έναν δραματικό και συνάμα παραληρηματικό κόσμο, όπου η ψευδαίσθηση συνυπάρχει αρμονικά με τη δημιουργική παράνοια, οι «Εισπνοές» μοιάζουν να συνεχίζουν έναν κύκλο, που ξεκίνησε με το «Curriculum Vitae» (εκδ. Μελάνι 2006). Εκεί, η παρωδία, η κωμωδία, το δράμα, το μεγαλείο, η πτώση και η κατάπτωση χάρισαν τα πρώτα τους ψήγματα, με μια δυναμική που πιθανόν άφηνε ερωτηματικά. Εδώ, ο όποιος διαφαινόμενος αρχικός φόβος ομολογίας έκανε φτερά και άφησε στη θέση του ένα καφάσι πάνω στο οποίο ο αναγνώστης, και εικάζω και ο ίδιος ο ποιητής ταυτόχρονα, μπορούν να καθίσουν και να τρομοκρατηθούν με την ησυχία τους.

Παντού, καταφανώς, τ’ απόλυτο δόσιμο, η συνειδητή παραίτηση. Ένα σώμα που αποτελείται από δυο ενωμένα σώματα. Δυο σώματα, μόνον αυτά, οι ψυχές σα να ’τανε δεμένες απ’ αρχής, που παλεύουν να κοιτάξουν το είδωλό τους, που δεν μπορούν. Το πρόσωπο που αφηγείται δεν αντέχει αυτή τη διαδικασία. Την αντέχει, όμως, η ποίηση για χάρη του. Για λυτρωτική του χάρη.

Και γεγονός

Πως εφτάψυχος

Συνήθως μετά τα μεσάνυχτα

Έρπεις ολόγυμνος στο ναρκοπέδιο

Αφήνοντας μισό τον ύπνο μου

μισό τον ξύπνιο σου

Κι αλήθεια να μην γίνομαι

Και ψέμα να μην είσαι.


Με στοιχεία θεολογικού και φιλοσοφικού στοχασμού, με μια προσπάθεια ένθεης αλλά και κατασκευασμένης από ψευδαισθησιογόνους παράγοντες μανίας και ορμής, ο αφηγητής βομβαρδίζει το παρόν του χωρίς να θωρεί το μέλλον του, μιας κι αυτό μοιάζει να ’χει προ πολλού καταστεί ανώφελο προς παρατήρηση. Είναι λίγες οι φορές που σ’ ένα ποιητικό βιβλίο το σήμερα, ως αναπαραστατική εικόνα, μεταβαίνει απ’ το εύλογο στο άλογο χωρίς να παίρνει κανείς χαμπάρι πότε και πώς συνέβη όλο αυτό. Βοηθητικά και απολύτως στην κατάλληλη θέση τοποθετημένα, τ’ αποσπάσματα από έργα τρίτων προϊδεάζουν και δένουν κατά τρόπο απόλυτο με την κάθε ενότητα του ενός και μόνου ποιήματος που συνιστά τις «Εισπνοές».

Ο Αντιόχου (γενν. 1969), ένας απ’ τους σημαντικότερους ποιητές της γενιάς του, κοιτάζει κατάματα το ίδιο το είδωλο της ποίησης και παλεύει να του δώσει φωνή. Η φωνή μπορεί να μοιάζει αρχικά σαν τρεμόπαιγμα μιας αβοήθητης ζωής που θέλει με νύχια και με δόντια να πιαστεί απ’ οπουδήποτε. Καταλήγει, όμως, ένας πόνος που δεν ποιητικίζει, που δεν προσπαθεί να κρατηθεί απ’ τις όμορφες λέξεις και τα όμορφα πάθη. Είν’ ένας πόνος που θα μείνει εδώ, απλός και τρυφερός, όπως κάθε πόνος, όπως ο κάθε πόνος που φέρει πάνω του ο ποιητής.

[κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ίκαρος]


[Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην «Αυγή», Τρίτη 26/05/2009]

Advertisements

όλα στο μηδέν – αργυρώ μαντόγλου

Ποντάροντας (τα) πάντα στη γραφή

ola_sto_miden_argyro_mantogloy

Η Αυγή, καθηγήτρια δημιουργικής γραφής στην Αγγλία, επιστρέφοντας στην Ελλάδα, αποφασίζει να γράψει ένα μυθιστόρημα. Ο Σταύρος, απόλυτα παθιασμένο πλάσμα, αποτελεί την αφορμή για την πρώτη αράδα, αλλά και καταδεικνύει –μέσω του πάθους για τον τζόγο– την περιπέτεια της γραφής, το τυχαίο, τον υπαρξιακό κίνδυνο. Η Αργυρώ Μαντόγλου ρισκάρει να ονοματίσει το πάθος της γραφής ως τζόγο, τονίζοντας ένα σημαίνον στοιχείο: την καθημερινή (ρώσικη;) ρουλέτα.

Η ηρωίδα πλησιάζει τα 36α γενέθλιά της έχοντας στο μυαλό τη δυσοίωνη πρόβλεψη (συγκαιρινή μας υστερία) κάποιου Ινδού σταθμάρχη στο Λονδίνο ότι τότε θα κόψει το νήμα της ζωής της. Η ίδια, αποφασίζοντας επιτέλους να αναλάβει τη μοίρα της, επιστρέφει στην Ελλάδα κι οδηγείται στην Πάρνηθα – κοπιώδης ανάβαση στο όρος του εξορκισμού.

Εκεί, την περιμένει ο Σταύρος, που «εκεί όπου οι άλλοι κρεμάνε την Παναγία, εσύ έβαλες τον ανθρώπινο εαυτό σου»· γκρουπιέρης, αριβίστας, γεμάτος αισθησιασμό. Βιώνουν μια ανεξέλεγκτη ερωτική παράνοια. Τρέχουν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου, προσπαθώντας να σωθούν απ’ τον εαυτό τους, με τον Σταύρο να τρέχει και σ’ άλλες αγκαλιές προκειμένου να σώσει το τομάρι του: στης Σίλια, φερειπείν, συζύγου του βαθύπλουτου και παράλυτου Αντρέα, της οποίας γίνεται ο πληρωμένος έρωτας, σε αντίθεση με την Αυγή που πληρώνει σε «είδος» και ακριβά: το να έρθεις αντιμέτωπος με το είδωλό σου δεν είναι και λίγο. Η αδερφή της Αυγής, η Ελεάννα, το πρόσωπο-κλειδί του βιβλίου –ως φωνή της λογικής– με τη μητρική της υστερία, προσπαθεί να σώσει την Αυγή απ’ το αδιάκοπο παιχνίδι με τη ζωή της.

Αμφότεροι κρύβουν ένα μυστικό. Η Αυγή, συμβολικό όνομα, κρύβει το μυθιστόρημα που γράφει, προσπαθώντας να κατανοήσει, και μαζί η συγγραφέας, τον Σταύρο, ίδιο ασήκωτο σταυρό, ο οποίος κρύβει πως η Αυγή είναι πολύ φωτεινή γι’ αυτόν και τρέχει αλλού να βρει την έντονη, έτσι νομίζει, ζωή. Οι δύο αυτοί ήρωες είναι τα πρόσωπα του τελευταίου διηγήματος του προηγούμενου βιβλίου της Μαντόγλου, του «Bodyland–Χωρασωμάτων».

Μπορεί οι ήρωες, τελικά, να σώζονται ο ένας απ’ τον άλλον, όμως τι συμβαίνει με τη γραφή; Η συγγραφέας ξεδιπλώνει αριστοτεχνικά τη θεωρητική της θέση, αποδίδοντας το μυθιστόρημα της Αυγής με την εγκιβωτισμένη δευτεροπρόσωπη αφήγηση, που πλησιάζει δειλά δειλά τον Άλλο, ενώ επικρατεί το τρίτο πρόσωπο του παντεπόπτη αφηγητή, χωρίς ποτέ να πατρονάρονται οι ήρωες μετατρεπόμενοι σε φερέφωνα. Χαρακτηριστική είναι και η μετάβαση της Αυγής απ’ τη διδασκαλία της γραφής στην ίδια τη γραφή. Καλομελετημένη, δε, η διάκριση των κεφαλαίων σε «Περιπέτεια του μηδενός» –με χωρισμό των ενοτήτων σε διαδοχικά μηδενικά– και σε «Περιπέτεια εσωτερικού χώρου» – τίτλος του μυθιστορήματος που γράφει η Αυγή. Σε κάποιες ενότητες, η λέξη «Περιπέτεια» χάνεται, συμβολίζοντας μια μάλλον περιρρέουσα, παρότι σύντομη, ηρεμία.

Το μυθιστόρημα εντάσσεται στη γενική δομή των βιβλίων της Μαντόγλου, πιστή στον μεταμοντερνισμό, διατρέχοντας τις σύγχρονες τάσεις, δίχως να ξεχνά το παρελθόν και δίχως να αγκυλώνεται σε καμιά δογματική αφηγηματική και δομική αρχή. Από άποψη περιεχομένου, γνώριμος ο μεταφεμινισμός της, βασιζόμενος στο θεωρητικό υπόβαθρο του λεγόμενου Δεύτερου Κύματος του Φεμινισμού, που αναπτύχθηκε το ’70, και ο οποίος επιτάσσει μια σύγχρονη αναζήτηση, θεωρητική και πρακτική, της θέσης της γυναίκας – θεωρώντας πάντοτε δεδομένες τις κατακτήσεις του παρελθόντος.

Με επιρροές απ’ τη Βιρτζίνια Γουλφ και την Τζανέτ Γουίντερσον, αναφορικά με τη χωρίς χάσματα, σχεδιασμένη με ακρίβεια, θεματική και υπαρξιακή της αναζήτηση, η συγγραφέας μοιάζει να συνομιλεί, αυτή τη φορά, περισσότερο με σύγχρονους ομοτέχνους της, όπως τον Ουίλιαμ Τρέβορ, την Άλι Σμιθ, ίσως και τον Μάρτιν Έιμις, όσον αφορά τους γρήγορους ρυθμούς και την κοφτή γλώσσα της γραφής της, ενώ ταυτόχρονα θέτει υποδηλωτικά και το ζήτημα της ταυτότητας των ηρώων της στον σύγχρονο κόσμο.

Η Μαντόγλου παίζει περίτεχνα και με την παρουσία του ίδιου του συγγραφέα, αφού δειλά μα καταλυτικά εμφανίζεται ως ήρωας-αερικό και ως από μηχανής θεός σε δύο τρία σημεία του μυθιστορήματος (π.χ., σ. 33 και 364). Αυτό που προκαλεί εντύπωση είναι ότι δεν ποντάρει, σ’ αυτό το μυθιστόρημα, αποκλειστικά στη δύναμη της γλώσσας, μιας γλώσσας λιγότερο αυστηρής αλλά συμβατής με την ταχύτητα που προϋποθέτει το ρίσκο, αποσκοπώντας, έτσι, να δώσει άπλετο χώρο στο θέμα και τη δομή.

Το ρίσκο και το πάθος της γραφής και του γραφιά: η συγγραφέας δείχνει να μη φοβάται να ξεσκεπάσει την αγωνία για το υπαρξιακό κομμάτι της λογοτεχνίας· μοιάζει να μη θέλει, παράλληλα, να το αποκαθηλώσει απ’ το βάθρο, που μπορεί να γίνει και βάραθρο. Το ποιος θα σταθεί όρθιος θα το δείξει η μπίλια.

Η Μαντόγλου, πάντως, δείχνει πως αυτό το παιχνίδι ξέρει να το παίζει καλά.

[κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα]

[Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην «Αυγή», Τρίτη 12/05/2009]