the crying voice

antonyweblogo

Τι είσαι;
Ποιος;
Αυτή η φωνή, ΑΥΤΗ Η ΦΩΝΗ, αναρωτιέται.
Κληρονόμησε τη θλίψη απ’ τον πατέρα, αλλά γράφει για τη μητέρα – και για τη μεγάλη μητέρα.
Σύμβολα;
Μεταφορές;

As if anything matters.

Όταν εσύ, ΕΣΥ, τολμάς να φοράς πάλλευκο ρούχο και γύρω σου είναι σκοτάδι –
Όταν εσύ, ΕΣΥ, τολμάς να ρωτάς τον παγκόσμιο άνθρωπο πού έχει κρυφτεί –
Όταν εσύ, ΕΣΥ, κλαις ενώπιον όλων αυτών που αμήχανα χειροκροτούν τα δάκρυα –

Τότε, εσύ, ΕΣΥ, can
Have courage
To receive your love
I can
Step steps
Follow my blind
Inside
My self
The secret grows
My own
Shelter
Agony goes
I was born to adore you
As a baby in the blind
I was born to represent you
To carry your head into the sun
To carve you face into the back of the sun

[Όσοι ήταν εκεί, ξέρουν – αυτό… μάλιστα!]

_cryinglightcover

ναυαγίων πλάσματα – δημήτρης νόλλας

Ναυαγίων πλάσματα – αυτό…

dimitris_nollas_nayagion_plasmata

Όταν η Ασμάτ, η λαθρομετανάστρια που θέλησε να βρει μιαν άκρη στην κατεστραμμένη της ζωή, καταλήγει σε ένα ελληνικό νησί εξαιτίας του ναυαγίου του εμπορικού πλοίου που τη μετέφερε, σίγουρα δεν θα είχε στο μυαλό της ότι η άλλη χώρα που ονειρεύτηκε ήταν αυτή ακριβώς που αντιμετώπισε. Το ρήμα «αντιμετώπισε» χρησιμοποιείται δίκην συμβάσεων, γιατί δεν έστησε και δεν ύψωσε μέτωπο έν-αντι κανενός μέχρι τον τραγικό της θάνατο. Με σκυμμένο το κεφάλι, υπέμεινε όλα όσα την ανάγκαζαν, σωματικά και ψυχολογικά, να κάνει όλοι όσοι την περιτριγύρισαν. Και «Κάθε ξημέρωμα έτρεχε να αντικρίσει τον ήλιο ν’ ανατέλλει. Να βλέπει να σκάνε οι πρώτες λαμπερές αχτίνες και ν’ ανασαίνει, να παίρνει δύναμη για να ζήσει. Και μαζί της, ο κόσμος όλος».

Ο Δημήτρης Νόλλας, επιλέγοντας τον παντεπόπτη τριτοπρόσωπο αφηγητή, συνθέτει μια νουβέλα, από πλευράς έκτασης και μόνο –αφού από άποψης ολοκλήρωσης και σφιχτοδεμένου περιεχομένου και αφήγησης παραμένει ένα καθαρόαιμο πεζό που δεν χρειάζεται κατηγοριοποιήσεις–, μέσα στην οποία συμπυκνώνονται πολλά αφηγηματικά και αισθητικά στοιχεία. Εμμένοντας στην παλαιότερη γραμματική (όχι γλώσσα), οι πρώτες ενδείξεις που λαμβάνουμε, κατά τις πρώτες σελίδες της ανάγνωσης, είναι πως πρόκειται για κάποιο νουάρ ή αστυνομικό κείμενο, με τη γνώριμη ευαισθησία του Νόλλα στο ανθρώπινο στοιχείο. Ωστόσο, δεν πρόκειται περί αυτού, αναντίρρητα, αφού ο συγγραφέας μάς οδηγεί, πολύ σύντομα, στην αναγνώριση της προσπάθειας ελέγχου του βάθους των εσώτερων διεργασιών των ηρώων του, περνώντας μέσα από την ομορφιά της γλώσσας του και τον ανυποχώρητο ανθρωποκεντρισμό του.

Παρενθετική παρατήρηση: η γραφή του Νόλλα, με τις ποιητικές της εξάρσεις και τη γνώριμη, εδώ και πολλά χρόνια, στρωτή αφήγηση των κλασικών μυθιστορημάτων, μας παραπέμπει πάραυτα στην παλιά, καλή αφηγηματικότητα των περασμένων δεκαετιών. Αυτό μπορεί μεν να σημειωθεί ως αναχρονιστικό στοιχείο, παρ’ όλα αυτά, διατηρεί καλά ξεσκονισμένη μια δομική ιδιαιτερότητα που έρχεται σήμερα να αντιτεθεί στη συχνά απαντώμενη έλλειψη οποιασδήποτε ευαισθησίας  για τη νοημοσύνη του αναγνώστη, σχετικά, πάντοτε, με την επιθυμία του τελευταίου να διασώσει μία, έστω ελάχιστη, αφηγηματική ικανοποίηση.

Όπως μπορεί λανθασμένα κι επιπόλαια να φαίνεται απ’ όλα αυτά, ο Νόλλας δοκιμάστηκε σε ένα κανονικό ψυχογράφημα. Αυτό είναι τουλάχιστον αναληθές. Ο εξηνταεννιάχρονος συγγραφέας προχώρησε περισσότερο, πέρα απ’ τα γνωστά και τετριμμένα της ψυχοδραματικής επιδημίας που μπορεί να παρατηρηθεί στη νεοελληνική λογοτεχνία, και οδηγήθηκε, και μαζί του ο αναγνώστης, στην εξέταση του «άλλου», με αφορμή το θάνατο μιας λαθρομετανάστριας, όχι ηθικολογώντας και καθόλου περιοριζόμενος στον «άλλο» ως τον αλλότριο, φυλετικά, φερ’ ειπείν, αφού πραγματεύτηκε τη σχέση μεταξύ των ανθρώπων, απλά και εν γένει, που τους ενώνει κάτι κοινό, όπως, εδώ, ένα πρόσωπο.

Η βαθιά και λεπτομερειακή του εξέταση εντείνεται όταν οι ήρωές του μπλέκονται μεταξύ τους, συγχρωτίζονται, άλλοτε εξ ανάγκης και άλλοτε από τύχη ή επιδίωξη, πράγμα που αποκαλύπτει αυτό που πιθανόν να αποτελεί και το σημαίνον της νουβέλας: το φόβο, ο οποίος ναι μεν φυλά τα έρμα, εντούτοις κανείς, για χάρη και μόνο ενός θανάτου, αλλιώς δεν θα υπήρχε κανένας λόγος όπως διαφαίνεται, δεν είναι διατεθειμένος να σιωπήσει και να μην παραδεχτεί πως ο φόβος τον έχει κατακλύσει απ’ την κορφή ώς τα νύχια με κίνδυνο να χαρακτηριστεί ως ο ένοχος αυτού του θανάτου.

Έτσι, ο λιμενοφύλακας Ρήγας Βολιώτης αφηγείται όλη του την ιστορία στον Ιγνάτιο τον Πωστολέν, που ήταν «μακρινός ξάδερφος της μάνας του Ρήγα και για χρόνια μηχανικός στα καράβια» και που «σφύριζε με μια επιμονή που συγγένευε με την μανία το τραγούδι του Χατζιδάκι “πώς τον λε- πώς τον λεν τον ποταμό…”». Ο νεαρός δημόσιος υπάλληλος, απασχόληση που περιγράφεται σύντομα και κρυπτικά απ’ τον Νόλλα, κάνει πέρα την Ουρανίτσα, «Ελιές – Αμπέλια – Ενοικιαζόμενα δωμάτια» με την οποία εκκρεμούσε κι ένας αρραβώνας, και ερωτεύεται σφόδρα την Ασμάτ σχεδόν με το που πάτησε το πόδι της στο νησί. Μεταξύ αυτών, ο Αποστόλης, χαρακτηριστικό παράδειγμα της κοινωνικής «καπατσοσύνης» που αγγίζει τα όρια του γελοίου αλλά και του απάνθρωπου, τάζει στεφάνι στην Ασμάτ, που, τουλάχιστον διοικητικά, το είχε ανάγκη, και την παραχώνει στο κωλάδικό του για τους γνωστούς λόγους. Ο χαρακτήρας, όμως, που αποτελεί την καρικατούρα του Νόλλα, είναι ο υπολιμενάρχης Badman («Κακάνθρωπος»), ένας άνθρωπος που ευχαριστιέται με το να επιδίδεται σε ολοκληρωτικό μπανιστήρι. Πέραν αυτών, παρελαύνουν διάφοροι χαρακτήρες που λειτουργούν ως στοιχεία τα οποία ολοκληρώνουν την εικόνα των κεντρικών ηρώων.

Καθώς η αφήγηση του Ρήγα ξετυλίγεται, είναι η σειρά μας να έρθουμε αντιμέτωποι με ένα σωρό αναφορές και ιστοριούλες της καθημερινότητας του νησιού, χωρίς, όμως, να παρατηρούμε τον Νόλλα να επιδίδεται σε, έστω και ιδιότυπο, φολκλόρ. Μάλιστα, η νησιωτική κοινωνία που περιγράφεται, αποδίδεται με τέτοια ένταση που καταλήγει να θεωρηθεί συμβολισμός του πανηγυριώτικου χαρακτήρα της ευρύτερης ελληνικής κοινωνίας, όπως αυτή περιγράφεται στα μεσημεριανάδικα της τηλεόρασης ή στις εκπομπές που παλεύουν να χτυπήσουν τη βαθιά συναισθηματική, στα όρια του μελό, λανθάνουσα φλέβα του κοινού (τους), με αγάπες και δάκρυα.

Ο Νόλλας αποφάσισε, μελετημένα, να μη λύσει το μυστήριο του θανάτου της Ασμάτ κάτι που μας παραπέμπει στο ότι θέλησε να αποδείξει, και να υποδείξει, πως ο πυρήνας της νουβέλας δεν είναι καμία εξιχνίαση κανενός μυστηρίου. Συν τοις άλλοις, το γεγονός ότι δεν αναφέρεται ποιος διέπραξε το έγκλημα, οδηγεί αυτόχρημα στην εντύπωση πως αυτό που έχει σημασία είναι ο θάνατος της Ασμάτ, ένας θάνατος που εμπεριέχει την απόλυτη έλλειψη, τον αφανισμό και, εν προκειμένω, τη «φυσική» κατάληξη μετά απ’ όλα αυτά. Θα ήταν ενδεχομένως παρακινδυνευμένο να το εικάσουμε, αλλά αυτή ακριβώς η επιλογή του συγγραφέας ίσως υποδηλώνει την αυτοχειρία της Ασμάτ, μία ηθελημένη έξοδο από μια δεύτερη αποτυχημένη προσπάθεια να ζήσει το όποιο της όνειρο.

Η ατμόσφαιρα που επικρατεί σε όλο το κείμενο, το ασφυκτικό πλαίσιο που ζουν οι ήρωες, το αποπνικτικό περιβάλλον του νησιού αλλά και του εσωτερικού κόσμου των ηρώων, θυμίζει τον «Ξένο» του Καμύ. Πιθανόν να είναι κι αυτό ένα στοιχείο που θέλει ο Νόλλας να αποδώσει στη νουβέλα του αποσκοπώντας στο κλείσιμο του ματιού στον αναγνώστη, θέλοντας να σημάνει, αφ’ ενός, την παράνοια που περιγράφει και, αφ’ ετέρου, να ταυτίσει τις αναφορές στο εξωτερικό σκηνικό και τις σκληρές διεργασίες στο εσωτερικό σκηνικό της Ασμάτ, απ’ τη μια, και όλων όσοι την περιτριγύριζαν, απ’ την άλλη.

Κλείνοντας, ο τίτλος της νουβέλας δεν μπορεί να αγνοηθεί. Δίνουμε βαρύτητα στο δεύτερο κομμάτι, στα «πλάσματα», όπου αποδίδεται με σαφήνεια πως όλοι όσοι παρέλασαν απ’ τις σελίδες του βιβλίου είναι πλασμένοι, και μάλιστα όχι με ίδια υλικά, όχι με ίδιες δυνάμεις, όχι με ιδία βούληση. Τα πλάσματα του Νόλλα είναι κατασκευασμένα από την αλλότρια θέληση του έξω κόσμου. Ενός έξω κόσμου που κανείς δεν μπορεί να χειριστεί και ο οποίος περιβάλλεται απ’ τον ακατάπαυστο χρόνο, κάτι που αποτελεί την πεμπτουσία της ελπίδας που μας περιμένει και που μετράται με τα λεπτά και τα δευτερόλεπτα.

Ο θάνατος, όμως, έρχεται πάντοτε «σαν σε προκαθορισμένο ραντεβού».

[κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος]

[Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «(δέ)κατα», τεύχος 18, Καλοκαίρι 2009]

Προνοώντας αφόρητα

19

Θήλαζε η νύχτα τα θαύματά της. Κορύφωνε φιλώντας τ’ άγιο μολύβι τού θανάτου. Κι ο παγωμένος θησαυρός βάσταγε στα χέρια του ευρήματα, έτσι νόμιζε, από κάτι ανάγκες σπασμένες. Η νύχτα συνέχιζε να γλείφει, κι όλο συνέχιζε να γλείφει μέχρι να φτάσει στα πατώματα, να φτάσει να γλείφει τις σανίδες που μέρες απρόσμενης λέρας ρουφήξανε. Κατέβαινα βαθιά κι εγώ, βαθιά πνιγόμουν, όρθιος πάντα, στα χάχανα των σανιδιών.

Τι ομορφιά.

Τι όμορφα σανίδια, αγκίδες πρόσχαρες. Αγκίδες παγωμένες. Μισούσες, ούρλιαζες, τις νύχτες που θηλάζαν, μα άλλη υπομονή δεν είχες φοβηθεί έξω από κείνη που σε δίδαξε η νύχτα. Nύχτα που πήρε να παγώνει θησαυρούς, και μόνη, αχ πιο μόνη από ποτέ, σερνόταν λερωμένη. Δεν είχε ξημερώσει η νύχτα. Τα πρώτα πρώτα ασυγχώρητα βράδια. Σ’ αυτά που πάνω τους εγώ γεννούσα προσμονή κι εσύ κοιτούσες πίσω.

Εκεί που απροστάτευτα κομμάτια γίνονται οι νύχτες.

τελετές ενηλικίωσης – κώστας ακρίβος

Εναλλασσόμενες ιστορίες μιας και μόνο φωνής

teletes_enilikiosis_kostas_akrivos

Ένας ήρωας που πρωταγωνιστεί, που παρατηρεί, που μετέχει, που συμμετέχει και που απλώς υπάρχει. Αυτή η φράση θα μπορούσε, ίσως, να συνοψίζει τη μια και μόνη ζωή σε δεκαεφτά επεισόδια του ήρωα στο καινούργιο βιβλίο του Ακρίβου, του οποίου ο τίτλος παραπέμπει σε μια ιεροτελεστία. Πώς θα μπορούσε να ολοκληρωθεί διαφορετικά μια ενηλικίωση;

Ο Αντρέας, περί ου ο λόγος, γεννημένος το 1977, διαγράφεται ως ένας χαρακτήρας, ο οποίος, ωστόσο, δοκιμάζεται από τον συγγραφέα σε διάφορες παραλλαγές –και παραλογές;– του εαυτού του. Αυτό που επικρατεί, βεβαίως, είναι ο ερωτισμός, είτε ως τελετή απόλαυσης είτε ως μια απλή γενετήσια πράξη.

Τα «επεισόδια» του Αντρέα χωρίζονται σ’ αυτά που ζει ο ίδιος, σ’ εκείνα που συζεί, στα άλλα που απλώς παρατηρεί –θαρρείς και δεν υπάρχει– και σ’ εκείνα που θέλει ν’ αφηγηθεί για να ξεκαθαρίσει τον μέσα και τον έξω μπελά που μπορεί να του ’χει δημιουργήσει η ζωή, καθώς και ο Άλλος – είτε είναι ο πατέρας του, ο παππούς του, οι ασθενείς του –ο ήρωας είναι γιατρός–, οι φίλοι του, οι περαστικοί, ο παιδεραστής. Μοιάζει, πάντως, να περιλαβαίνει την πασίγνωστη φράση του Σαρτρ πως «η κόλαση είναι πάντοτε οι άλλοι» και να τη φτάνει στα άκρα λαμβάνοντας εν πολλοίς το ρόλο του δικαστή. Ενός δικαστή που θέλει να πάρει το αίμα του πίσω, λες κι η ζωή τού χρωστάει. Του χρωστάει όμως;

Ο Κώστας Ακρίβος στις ιστορίες αυτές επιβεβαιώνει την ικανότητά του να χτίζει έναν σαφή χαρακτήρα, δίχως τη χρήση εξαντλητικών περιγραφών. Με μια γλώσσα που άλλοτε είναι ιδιωματική, άλλοτε εσωστρεφής κι άλλοτε ποιητική, ο συγγραφέας επικυρώνει το βασικό του χαρακτηριστικό: την πλήρη απομάκρυνσή του απ’ τα «φιλολογικά» ελληνικά, χωρίς να υποπίπτει σε κάποια ανέξοδη προφορικότητα ή χιλιοειπωμένη αποπνικτική γραφή που δεν αφήνει τον αναγνώστη να συνομιλήσει με το κείμενο.

Στο «Πανδαιμόνιο» (Μεταίχμιο 2007), τον είχαμε συναντήσει σε μια προσπάθεια αφήγησης μιας ιστορίας όπου τα εναλλασσόμενα αφηγηματικά πρόσωπα ήταν το βασικό διακύβευμα στην ολοκλήρωση του μυθιστορήματος. Στις «Τελετές ενηλικίωσης» δοκιμάζει την ίδια συνταγή, εντούτοις, την εφαρμόζει στο ίδιο πρόσωπο. Κοντολογίς, ενώ στο «Πανδαιμόνιο» είχε την ιστορία και τα πρόσωπα γύρω της, τώρα έρχεται με το πρόσωπο και τις ιστορίες γύρω του.

Αυτό ακριβώς είναι το στοιχείο που δένει τις ιστορίες μεταξύ τους – κάποτε πολύ υπαινικτικά, ώστε να φαίνεται αυτή η σύνδεση αμήχανη, αδέξια. Αν το καλοσκεφτούμε, η αμηχανία μπορεί να ενταχθεί στον συνολικό άξονα των ιστοριών ως ένας μηχανισμός που θέλει να υποδείξει το αυτονόητο: η ζωή μας είναι ανυπερθέτως ενιαία και συνεχής, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν μπορεί να χωριστεί σε «επεισόδια», που φαινομενικά δεν συγγενεύουν.

Συναφώς, η διαρκής παλινδρόμηση σε διάφορες φάσεις της ζωής του ήρωα, είναι κι αυτό μια ένδειξη της μοναδικότητας της ζωής. Το γεγονός πως ο Ακρίβος επέλεξε να μη «βάλει τα πράγματα σε μια τάξη», υποδηλώνει πως τα «επεισόδια» μιας ζωής έρχονται και ξανάρχονται στο νου μας – πολλάκις ακούσια και άναρχα.

Μ’ αυτό κατά νου, το βιβλίο εντάσσεται σε μια νέα τάση των σύγχρονων πεζογράφων που δημιουργούν διηγήματα κινούμενα γύρω απ’ την ίδια θεματική, εγκαταλείποντας, προσώρας ή μόνιμα, τα διαφορετικά μεταξύ τους διηγήματα, γράφοντας, επιπλέον, ενιαία έργα διασπασμένα σε μικρές, αυτόνομες, ιστορίες. Κάτι ανάλογο συναντήσαμε, μεταξύ άλλων, στους «Χάρτες» του Θεόδωρου Γρηγοριάδη (Πατάκης 2007), στον «Μικρό δακτύλιο» του Κώστα Κατσουλάρη (Ελληνικά Γράμματα 2007), στο «Άγριο Βελούδο» της Μαρίας Κουγιουμτζή (Καστανιώτης 2008) και το «Bodyland» της Αργυρώς Μαντόγλου (Κέδρος 2005).

Όπως και να ’χει πάντως, ο Ακρίβος κινείται ομαλά στα όρια της αποφυγής του αναπάντεχου, κάτι που δεν έκανε στο «Πανδαιμόνιο», όπου, επιπλέον, οι ήρωες έμοιαζαν κατασταλαγμένοι. Τώρα, το μοναδικό κατασταλαγμένο στοιχείο είναι η ίδια η ύπαρξη του Αντρέα: μια ύπαρξη που δεν ακροβατεί, η οποία θέλει μόνο να ισορροπήσει σ’ έναν κόσμο που δεν επέλεξε. Αυτό κι αν δεν είναι αναπάντεχο!

[κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο]

[Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην «Αυγή», Τρίτη 09/06/2009]