Προνοώντας αφόρητα

19

Θήλαζε η νύχτα τα θαύματά της. Κορύφωνε φιλώντας τ’ άγιο μολύβι τού θανάτου. Κι ο παγωμένος θησαυρός βάσταγε στα χέρια του ευρήματα, έτσι νόμιζε, από κάτι ανάγκες σπασμένες. Η νύχτα συνέχιζε να γλείφει, κι όλο συνέχιζε να γλείφει μέχρι να φτάσει στα πατώματα, να φτάσει να γλείφει τις σανίδες που μέρες απρόσμενης λέρας ρουφήξανε. Κατέβαινα βαθιά κι εγώ, βαθιά πνιγόμουν, όρθιος πάντα, στα χάχανα των σανιδιών.

Τι ομορφιά.

Τι όμορφα σανίδια, αγκίδες πρόσχαρες. Αγκίδες παγωμένες. Μισούσες, ούρλιαζες, τις νύχτες που θηλάζαν, μα άλλη υπομονή δεν είχες φοβηθεί έξω από κείνη που σε δίδαξε η νύχτα. Nύχτα που πήρε να παγώνει θησαυρούς, και μόνη, αχ πιο μόνη από ποτέ, σερνόταν λερωμένη. Δεν είχε ξημερώσει η νύχτα. Τα πρώτα πρώτα ασυγχώρητα βράδια. Σ’ αυτά που πάνω τους εγώ γεννούσα προσμονή κι εσύ κοιτούσες πίσω.

Εκεί που απροστάτευτα κομμάτια γίνονται οι νύχτες.

One thought on “Προνοώντας αφόρητα

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s