Ketil Bjørnstad – Sebastian Barry

Από το προσωπικό στο πανανθρώπινο

i_lesxi_ton_neon_pianiston_cover

Ketil Bjørnstad, Η λέσχη των νέων πιανιστών, μτφρ. Γιουλίκα Σαμαρά

εκδ. Πόλις 2009, σελ. 444

mistiki_grafi_cover

Sebastian  Barry, Η μυστική γραφή, μτφρ. Αύγουστος Κορτώ

εκδ. Καστανιώτη 2009, σελ. 327

Καμιά φορά έρχονται έτσι τα πράγματα που η ζωή μέσα στο ψυχιατρείο δεν παρουσιάζει πολλές διαφορές απ’ τη ζωή έξω από αυτό. Η ηρωίδα του Σεμπάστιαν Μπάρυ, η Ροσίν ΜακΝάλτυ, αφηγείται με μανία, όση της επιτρέπει πια η ηλικία της, όλη της ζωή, με πάσα, ανατριχιαστική ή όχι, λεπτομέρεια, παλεύοντας να την αποκαταστήσει, έστω και τώρα που όλα έχουν αρχίσει να οδηγούνται προς το τέλος. Κυρίαρχος ο έρωτας, σε όλες του τις μορφές, κάτι που φαίνεται από την υφολογία της γραφής του βιβλίου, ειδικά σ’ εκείνα τα σημεία όπου ο ψυχίατρος της Ροσίν, ο δρ Γκρεν, βυθίζεται ολοένα και περισσότερο στις μαρτυρίες της ασθενούς του.

Υπάρχει όμως και ο Άξελ Βίντινγκ του Κέτιλ Μπγιόρνσταντ. Στη Νορβηγία των τελών της δεκαετίας του ’60, τη γνωστή εποχή που ο κόσμος είχε αρχίσει ήδη να αλλάζει, εκείνος είναι ένας μικροαστός νέος πιανίστας-φαινόμενο. Χάνοντας την τρελαμένη με τη μουσική μητέρα του από πνιγμό κι ερωτευόμενος, ανεκπλήρωτα, σφόδρα μια επίσης πιανίστρια-φαινόμενο, κάτι που του εντείνει τους συνεχείς και εύκολους εμετούς, ο Άξελ δημιουργεί με ομοτέχνους του τη «Λέσχη των νέων πιανιστών», μια ομάδα νεαρών σολιστών του πιάνου που προετοιμάζονται για τη μεγαλειώδη τους καριέρα· άλλοι θα συνεχίσουν, άλλοι θα τα παρατήσουν πολύ νωρίς. Η αφήγηση εδώ δεν είναι καταιγιστική, είναι όμως αναντίρρητα γεμάτη απ’ όλα εκείνα τα στοιχεία που καθιστούν ένα κείμενο σπουδαία λογοτεχνία. Σπουδαία λογοτεχνία ισάξια, θα τολμούσαμε να πούμε, τουλάχιστον εν προκειμένω, του Σεμπάστιαν Μπάρυ.

Μέσω της Ροσίν, της ηρωίδας του ιρλανδού λογοτέχνη, ανατρέχουμε στην ιστορία –εμφύλιοι πόλεμοι, IRA– αλλά και στα επιμέρους χαρακτηριστικά της ιρλανδικής κοινωνίας, τι σημαίνει να ζεις ως προτεστάντης σε καθολική κοινωνία, τι σημαίνει να αγαπάς κι ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο να κλείνεσαι σε ψυχιατρείο, να χαρακτηρίζεται αυθωρεί αποσυνάγωγος. Απ’ την άλλη, με τον Άξελ μεταφερόμαστε στη Νορβηγία, στη σκοτεινή και ανήλιαγη αυτή χώρα, όπου ο εσωτερικός κόσμος ενός λαού, και μια λογοτεχνίας τελικά, επηρεάζεται ευθέως από τον εξωτερικό – ας θυμηθούμε τα βιβλία του Κνουτ Χάμσουν.

Αυτό που χαρακτηρίζει τα δύο μυθιστορήματα είναι σαφέστατα η μανία του έρωτα· ενός έρωτα που τρεμοπαίζει και ψάχνει να βρει τον τρόπο που θα βγει στον κόσμο. Βέβαια αυτό δεν συμβαίνει απλώς και μόνο για να ικανοποιηθούν ένστικτα και ορμές· όλη αυτή η πολυκύμαντη και εναγώνια μάχη πηγάζει απευθείας από τη βαθιά συνείδηση των καταστάσεων.

Ενώ στο βιβλίο του Μπάρυ ερχόμαστε αντιμέτωποι μ’ ένα αλλόφρον πηγαινέλα στο σήμερα και στο χθες –το μέλλον μοιάζει να έχει εξοβελιστεί–, ο Μπγιόρνσταντ δεν φείδεται ηρεμίας, παρ’ όλα τα αφηγηματικά του τεχνάσματα, ώστε ο αναγνώστης να μην παρασυρθεί απ’ τις μεγαλειώδεις εικόνες, αλλά απλώς να αφεθεί στις ολοζώντανες λέξεις. Αυτά τα αντιλήφθηκαν στο μέγιστο βαθμό οι δύο μεταφραστές, με τον Αύγουστο Κορτώ να διεισδύει στον ποιητικό και φρενήρη ρυθμό του Μπάρυ, και με τη Γιουλίκα Σαμαρά να ανακαλύπτει πλήρως τις προθέσεις του νορβηγού συγγραφέα.

Τη στιγμή που στη «Λέσχη των νέων πιανιστών» η κλασική μουσική είναι πανταχού παρούσα, η Ροσίν στη «Μυστική Γραφή» παίζει πιάνο στους υπόλοιπους τροφίμους τού, υπό κατεδάφιση πια, ψυχιατρείου. Τη στιγμή που ο Ντεμπισύ, ο Μπραμς, ο Σούμπερτ και ο Ραβέλ ξεπετάγονται για να θυμίσουν κάθε φορά ότι η μουσική είναι τόσο ευρεία ώστε να ταιριάξει με κάθε κομμάτι της ζωής, ο δρ Γκρεν μπλέκεται, ας το πούμε έτσι, στις δικές του εμμονές και φωτίζει τμήματα από τη ζωή της ασθενούς του.

Σ’ αυτά τα δύο κείμενα φαινομενικά λίγα πράγματα είναι ίδια ή ανάλογα. Όσο ίδιος δεν είναι και ο έρωτας, λογοτεχνικά ή όχι. Τα ορμητικά του όμως κύματα είναι τόσο πνιγηρά που απ’ τη μια το πιάνο κι απ’ την άλλη η γραφίδα μπορούν να οδηγήσουν σε μια κάποια λύση.

Τι λύση θα ’ναι αυτή; Είναι αυτή από κείνες τις περιπτώσεις όπου η λύση είναι σαφώς δυσκολότερη από το ίδιο το πρόβλημα, έτσι που αναρωτιέται κανείς εάν έπρεπε να τεθεί το πρόβλημα. Ο Νορβηγός βάζει τους ήρωές του να χάνουν σιγά σιγά αφενός την αξιοπρέπειά τους και αφετέρου τη ζωή τους, κυριολεκτικά ή μεταφορικά· ο Ιρλανδός προτιμά να θέτει τα τραύματα και τους θανάτους ως ημερήσια διάταξη ενός λαού που κουβαλά μαζί του την απώλεια, απ’ όλες τις απόψεις, θαρρείς από γεννησιμιού του.

Αυτό είναι, τελικά, ένα απ’ τα χαρακτηριστικά της σημαντικής λογοτεχνίας: να μπορεί να αγκαλιάζει, με τη γλώσσα και το στυλ, όλη τη διαδρομή απ’ το προσωπικό στο οικουμενικό, απ’ τον ψυχισμό της μονάδας στο ένδον της κοινότητας.

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Carla Guelfenbein

Η γυναίκα της ζωής μου

μτφρ. Δάειρα Ζιούβα

εκδ. Πατάκη 2009

Ένα δυνατό ερωτικό τρίγωνο με φόντο τη Βρετανία της Θάτσερ και τη Χιλή του Πινοσέτ. Ένα βιβλίο όπου κατάφεραν να συνυπάρξουν, με την πολύ ενδιαφέρουσα πένα της χιλιανής συγγραφέως, η ελπίδα, η προδοσία, η Τζόαν Μπαέζ και ο Μπομπ Μάρλεϊ, οι αναμνήσεις και ο αυταρχισμός των κοινωνιών.


Jostein Gaarder

Ο πύργος των Πυρηναίων

μτφρ. Κυριακή Παπαδοπούλου-Σάμουελσεν

εκδ. Α.Α. Λιβάνη 2009

Ακούγεται παράξενο, αλλά τριάντα χρόνια μετά τον χωρισμό τους, η Σούλρουν και ο Στάιν ξανασυναντιούνται και ξεκινούν ένα γαϊτανάκι όχι επαφών αλλά emails. Ο νορβηγός συγγραφέας, γνωστός από τον «Κόσμο της σοφίας», μέσα από αυτή την επικοινωνία ξαναθέτει επί τάπητος τα άλυτα, προσώρας, υπαρξιακά προβλήματα της ανθρωπότητας.

[Δημοσιεύτηκε στο δεύτερο τεύχος του Book Press, Οκτώβριος 2009]

Advertisements

χρήστος μαρκίδης – γιώργος κασαπίδης – κυριάκος συφιλτζόγλου

Η γλώσσα, ο σαρκασμός και η ορμή

Τρεις Δραμινοί ποιητές

markidis_cover

Χρήστος Μαρκίδης, Κιννάβαρι, εκδ. Άγρα 2009

Πέμπτο ποιητικό βιβλίο για τον Χρήστο Μαρκίδη (γενν. 1954), και παρακολουθούμε μια πορεία που προσπαθεί να εμβολίσει το αιώνιο παρόν με όλη την ορμή του ποιητικού λόγου, καθώς και τ’ οπλοστάσιο του βαθιού παρελθόντος. Ο λόγος του Μαρκίδη, διάστικτος από μυθολογικά, ιστορικά ή υπερφυσικά στοιχεία και πρόσωπα, κινείται ανάμεσα στα όρια του λιτότητας, όσον αφορά την έκταση των ποιημάτων, και της ακραίας πυκνότητας, αναφορικά με την εικονοποιία και τη γλωσσική χρήση.

Η γλώσσα μοιάζει ν’ αποτελεί το κεντρικό σημαίνον στα ποιήματα της τελευταίας του ποιητικής συλλογής, της οποίας ο τίτλος μάς προκαταλαμβάνει. Διακεκριμένος ζωγράφος ο ποιητής, χρησιμοποιεί το κιννάβαρι, κυριολεκτικά και μεταφορικά, για να σχεδιάσει και να χρωματίσει το διά παντός χαμένο νόημα του Άλλου, του Προσώπου, το οποίο, καταπώς φαίνεται απ’ τα ποιήματα, αποτελεί μιαν αιώνια απουσία, η οποία δεν μπορεί παρά να προκαλεί πόνο, αλλά και ομφαλοσκοπική διάθεση. Ακριβώς αυτά δίνουν την αίσθηση της υποφώσκουσας μανίας στη συλλογή του Μαρκίδη.

Και βέβαια, υπάρχει πάντοτε το ανυποχώρητο ανεβοκατέβασμα απ’ τα ψηλότερα ιστία του καραβιού στον Κάτω Κόσμο. Μ’ αυτό το μοτίβο, ο Μαρκίδης εντείνει την εντύπωση του αναγνώστη ότι, όπως η ζωή, έτσι και η ποίηση –και τούμπαλιν– είναι στοιχειωμένη απ’ όλα εκείνα που οδηγούν στον τελικό στοχασμό, που γι’ άλλους έρχεται νωρίς και γι’ άλλους την ύστατη στιγμή: «Είναι λεπτό το σημείο / ανάμεσα στο περιττό / και το άρτιο / ανάμεσα στο έλατο / και της φωτιάς το σινιάλο / ανάμεσα στο διάσελο / και της παραβολής το γεφύρι. / Σαμάν, άντεξε / Δήλια σμιλεύοντας κενά / κι απ’ την αμάχη πέρα / μεταλαμβάνοντας / την ακρογωνιαία ρομφαία / στοχάσου».

kasapidis_cover

Γιώργος Κασαπίδης, Αντίπερα, εκδ. τυπωθήτω-λάλον ύδωρ 2005

Ο Γιώργος Κασαπίδης (γενν. 1961) φαίνεται να προτιμά τον κρυπτικό λυρικό λόγο, με έντονα τα στοιχεία του σαρκασμού και του αυτοσαρκασμού. Η τελευταία του συλλογή είναι ένα συνεχές παιχνίδισμα που αφορμάται, κατά τα φαινόμενα, απ’ το πρωταρχικό μειδίαμα του ποιητή κατά την παρατήρηση του κόσμου.

Φωτογράφος στο επάγγελμα, ο ποιητής προσλαμβάνει τις εικόνες, τις εσωτερικεύει, μοιάζει να τις κρατά καλά μέσα του και τελικά τις παραδίδει φιλτραρισμένες και χαρακτηρισμένες από μια γλωσσική παρέμβαση που πηγάζει από την αισθητηριακή πρόσληψη του ωραίου, πράγμα που μπορεί να εντοπιστεί (και) στην περιρρέουσα ασχήμια του κόσμου.

Ενώ αρχικά μπορεί εύκολα να δοθεί η εντύπωση μιας κάποιας αποστασιοποίησης απ’ τα γραφόμενα, στην πορεία ο ποιητής τίθεται ενώπιον του εαυτού του, αγωνίζεται ν’ αντιπαλέψει την εικόνα που θέλει ο περιβάλλων κόσμος να του δώσει, δημιουργώντας κατ’ αυτό τον τρόπο ένα συνονθύλευμα από ποιήματα που δίνουν την εντύπωση της ανάπαυλας απ’ το ωχρό φως της πραγματικότητας που φωτίζει, διαφορετικά πια, το εκφοβιστικό σκοτάδι. Μέσα σ’ όλα αυτά, ο Κασαπίδης δεν παραλείπει να τοποθετηθεί στο ίδιο το έργο του ποιητή, στην αδιάκοπη βάσανό του, κλείνοντας κάπως έτσι: «Θέλει πολύ νερό, η ποίηση». Ο ποιητής φαίνεται πως κουβαλά αρκετό απ’ αυτό.

syfiltzogloy_cover

Κυριάκος Συφιλτζόγλου, Έκαστος εφ’ ω ετάφη, εκδ. Γαβριηλίδης 2007

Με ροκ ρυθμούς και ξεκάθαρα επιθετική διάθεση, ο Κυριάκος Συφιλτζόγλου (γενν. 1983) παραμένει πιστός στο παρόν και δοκιμάζεται με την πρώτη του ποιητική συλλογή στην αναμέτρηση με τον άνθρωπο ως ατομικό και κοινωνικό ον, χωρίς ν’ αφήνει απ’ έξω τον ίδιο του τον εαυτό, είτε ως μέρος της κοινωνίας (όπως ο ίδιος την αντιλαμβάνεται) είτε ακόμη ως ποιητή.

Αποφεύγοντας τους συναισθηματισμούς, ο ποιητής μοιάζει να χειρίζεται την έννοια της απώλειας αλλά και του πνιγηρού παρόντος με μιαν αγωνία που χαρακτηρίζεται από ταυτόχρονη ανακούφιση απ’ τον εντοπισμό της συμφοράς που λαμβάνει χώρα στον γύρω κόσμο και στο εσωτερικό κομμάτι του. Θέλοντας, κατά τα φαινόμενα, να καταδείξει την επιφυλακτικότητά του έναντι των διαφόρων κούφιων υποσχέσεων και μορφών λόγου, ο Συφιλτζόγλου αποπειράται να δημιουργήσει ένα σύμπαν όπου ο γύρω χαλασμός δεν σημαίνει αυτόχρημα την ανεπίστροφη (εσωτερική, έστω) ομορφιά, αλλά με όλες του τις δυνάμεις είναι έτοιμος να την επαναφέρει με πρωταρχικό κόστος τη δική του παρουσία στο καινούργιο σύμπαν.

Με γλώσσα ορμητική, ο ποιητής γυμνώνει τον λόγο του από φιοριτούρες και πασχίζει να τοποθετηθεί στον κόσμο, ν’ αναμορφώσει τη δική του εικόνα και να επαναφέρει στο προσκήνιο τις μάχες για το διαφορετικό απ’ το τρέχον. Ενώ ξεκινά τη συλλογή του με πυκνά ποιήματα, προς το τέλος παραθέτει, ας μας επιτραπεί, επιγράμματα ή κάτι σαν συνθήματα σε τοίχους. Αυτή η κίνηση ίσως καταδεικνύει την εξάντληση του αφηγούμενου προσώπου και τη συνειδητοποίηση πως μετά την καταιγίδα έρχεται η νηνεμία – κι αυτήν όμως πρέπει να τη φοβόμαστε.

[το κείμενο δημοσιεύτηκε στην «Αυγή», Τρίτη 29/09/2009.]