χρήστος μαρκίδης – γιώργος κασαπίδης – κυριάκος συφιλτζόγλου

Η γλώσσα, ο σαρκασμός και η ορμή

Τρεις Δραμινοί ποιητές

markidis_cover

Χρήστος Μαρκίδης, Κιννάβαρι, εκδ. Άγρα 2009

Πέμπτο ποιητικό βιβλίο για τον Χρήστο Μαρκίδη (γενν. 1954), και παρακολουθούμε μια πορεία που προσπαθεί να εμβολίσει το αιώνιο παρόν με όλη την ορμή του ποιητικού λόγου, καθώς και τ’ οπλοστάσιο του βαθιού παρελθόντος. Ο λόγος του Μαρκίδη, διάστικτος από μυθολογικά, ιστορικά ή υπερφυσικά στοιχεία και πρόσωπα, κινείται ανάμεσα στα όρια του λιτότητας, όσον αφορά την έκταση των ποιημάτων, και της ακραίας πυκνότητας, αναφορικά με την εικονοποιία και τη γλωσσική χρήση.

Η γλώσσα μοιάζει ν’ αποτελεί το κεντρικό σημαίνον στα ποιήματα της τελευταίας του ποιητικής συλλογής, της οποίας ο τίτλος μάς προκαταλαμβάνει. Διακεκριμένος ζωγράφος ο ποιητής, χρησιμοποιεί το κιννάβαρι, κυριολεκτικά και μεταφορικά, για να σχεδιάσει και να χρωματίσει το διά παντός χαμένο νόημα του Άλλου, του Προσώπου, το οποίο, καταπώς φαίνεται απ’ τα ποιήματα, αποτελεί μιαν αιώνια απουσία, η οποία δεν μπορεί παρά να προκαλεί πόνο, αλλά και ομφαλοσκοπική διάθεση. Ακριβώς αυτά δίνουν την αίσθηση της υποφώσκουσας μανίας στη συλλογή του Μαρκίδη.

Και βέβαια, υπάρχει πάντοτε το ανυποχώρητο ανεβοκατέβασμα απ’ τα ψηλότερα ιστία του καραβιού στον Κάτω Κόσμο. Μ’ αυτό το μοτίβο, ο Μαρκίδης εντείνει την εντύπωση του αναγνώστη ότι, όπως η ζωή, έτσι και η ποίηση –και τούμπαλιν– είναι στοιχειωμένη απ’ όλα εκείνα που οδηγούν στον τελικό στοχασμό, που γι’ άλλους έρχεται νωρίς και γι’ άλλους την ύστατη στιγμή: «Είναι λεπτό το σημείο / ανάμεσα στο περιττό / και το άρτιο / ανάμεσα στο έλατο / και της φωτιάς το σινιάλο / ανάμεσα στο διάσελο / και της παραβολής το γεφύρι. / Σαμάν, άντεξε / Δήλια σμιλεύοντας κενά / κι απ’ την αμάχη πέρα / μεταλαμβάνοντας / την ακρογωνιαία ρομφαία / στοχάσου».

kasapidis_cover

Γιώργος Κασαπίδης, Αντίπερα, εκδ. τυπωθήτω-λάλον ύδωρ 2005

Ο Γιώργος Κασαπίδης (γενν. 1961) φαίνεται να προτιμά τον κρυπτικό λυρικό λόγο, με έντονα τα στοιχεία του σαρκασμού και του αυτοσαρκασμού. Η τελευταία του συλλογή είναι ένα συνεχές παιχνίδισμα που αφορμάται, κατά τα φαινόμενα, απ’ το πρωταρχικό μειδίαμα του ποιητή κατά την παρατήρηση του κόσμου.

Φωτογράφος στο επάγγελμα, ο ποιητής προσλαμβάνει τις εικόνες, τις εσωτερικεύει, μοιάζει να τις κρατά καλά μέσα του και τελικά τις παραδίδει φιλτραρισμένες και χαρακτηρισμένες από μια γλωσσική παρέμβαση που πηγάζει από την αισθητηριακή πρόσληψη του ωραίου, πράγμα που μπορεί να εντοπιστεί (και) στην περιρρέουσα ασχήμια του κόσμου.

Ενώ αρχικά μπορεί εύκολα να δοθεί η εντύπωση μιας κάποιας αποστασιοποίησης απ’ τα γραφόμενα, στην πορεία ο ποιητής τίθεται ενώπιον του εαυτού του, αγωνίζεται ν’ αντιπαλέψει την εικόνα που θέλει ο περιβάλλων κόσμος να του δώσει, δημιουργώντας κατ’ αυτό τον τρόπο ένα συνονθύλευμα από ποιήματα που δίνουν την εντύπωση της ανάπαυλας απ’ το ωχρό φως της πραγματικότητας που φωτίζει, διαφορετικά πια, το εκφοβιστικό σκοτάδι. Μέσα σ’ όλα αυτά, ο Κασαπίδης δεν παραλείπει να τοποθετηθεί στο ίδιο το έργο του ποιητή, στην αδιάκοπη βάσανό του, κλείνοντας κάπως έτσι: «Θέλει πολύ νερό, η ποίηση». Ο ποιητής φαίνεται πως κουβαλά αρκετό απ’ αυτό.

syfiltzogloy_cover

Κυριάκος Συφιλτζόγλου, Έκαστος εφ’ ω ετάφη, εκδ. Γαβριηλίδης 2007

Με ροκ ρυθμούς και ξεκάθαρα επιθετική διάθεση, ο Κυριάκος Συφιλτζόγλου (γενν. 1983) παραμένει πιστός στο παρόν και δοκιμάζεται με την πρώτη του ποιητική συλλογή στην αναμέτρηση με τον άνθρωπο ως ατομικό και κοινωνικό ον, χωρίς ν’ αφήνει απ’ έξω τον ίδιο του τον εαυτό, είτε ως μέρος της κοινωνίας (όπως ο ίδιος την αντιλαμβάνεται) είτε ακόμη ως ποιητή.

Αποφεύγοντας τους συναισθηματισμούς, ο ποιητής μοιάζει να χειρίζεται την έννοια της απώλειας αλλά και του πνιγηρού παρόντος με μιαν αγωνία που χαρακτηρίζεται από ταυτόχρονη ανακούφιση απ’ τον εντοπισμό της συμφοράς που λαμβάνει χώρα στον γύρω κόσμο και στο εσωτερικό κομμάτι του. Θέλοντας, κατά τα φαινόμενα, να καταδείξει την επιφυλακτικότητά του έναντι των διαφόρων κούφιων υποσχέσεων και μορφών λόγου, ο Συφιλτζόγλου αποπειράται να δημιουργήσει ένα σύμπαν όπου ο γύρω χαλασμός δεν σημαίνει αυτόχρημα την ανεπίστροφη (εσωτερική, έστω) ομορφιά, αλλά με όλες του τις δυνάμεις είναι έτοιμος να την επαναφέρει με πρωταρχικό κόστος τη δική του παρουσία στο καινούργιο σύμπαν.

Με γλώσσα ορμητική, ο ποιητής γυμνώνει τον λόγο του από φιοριτούρες και πασχίζει να τοποθετηθεί στον κόσμο, ν’ αναμορφώσει τη δική του εικόνα και να επαναφέρει στο προσκήνιο τις μάχες για το διαφορετικό απ’ το τρέχον. Ενώ ξεκινά τη συλλογή του με πυκνά ποιήματα, προς το τέλος παραθέτει, ας μας επιτραπεί, επιγράμματα ή κάτι σαν συνθήματα σε τοίχους. Αυτή η κίνηση ίσως καταδεικνύει την εξάντληση του αφηγούμενου προσώπου και τη συνειδητοποίηση πως μετά την καταιγίδα έρχεται η νηνεμία – κι αυτήν όμως πρέπει να τη φοβόμαστε.

[το κείμενο δημοσιεύτηκε στην «Αυγή», Τρίτη 29/09/2009.]

One thought on “χρήστος μαρκίδης – γιώργος κασαπίδης – κυριάκος συφιλτζόγλου

  1. Ευχαριστούμε για την παρουσίαση των τριών ποιητών και τη συστηματικότατη εργασία σας συνολικά. Ωστόσο, αδικείτε τον κ. Συφιλτζόγλου. Δεν παραθέτετε ούτε έναν στίχο του.

    Με φιλικούς χαιρετισμούς, καλή συνέχεια στο δύσκολο έργο σας.

    Πέτρος Γκολίτσης

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s