ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ: χωρίσεμεις & Matthew και Shirley

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΣΕ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΕΚΔΗΛΩΣΗ


Τη Δευτέρα 30 Νοεμβρίου 2009, στις 8:00 μμ,

στη Δημοτική Αγορά Κυψέλης (Φωκίωνος Νέγρη 42),

παρουσιάζονται η καινούργια ποιητική συλλογή

Matthew και Shirley” της Χριστίνας Οικονομίδου

και η πρώτη ποιητική συλλογή

χωρίσεμεις” του Δημήτρη Αθηνάκη.

*

Για τα βιβλία θα συζητήσουν, θα σχολιάσουν και πιθανόν θα αντιπαρατεθούν

η Ελένη Κεχαγιόγλου, υπεύθυνη Λογοτεχνίας των εκδόσεων Ελληνικά Γράμματα,

και η Αργυρώ Μαντόγλου, συγγραφέας.

*

Ποιήματα θα διαβάσει ο ηθοποιός Βασίλης Βλάχος.

*

Οι ποιητές θα παραμείνουν σιωπηλοί μέχρι ν’ ακουστεί κάτι που δεν θα τους αρέσει.

*

Θα σας περιμένουμε όλους και όλες εκεί!

Rainer Maria Rilke

Μια μέρα σαν όλες τις άλλες

Η σοφία του Ρίλκε, Ο οδηγός του ποιητή για τη ζωή

Ulrich Baer (ανθολόγηση)

Μτφρ.: Αλεξάνδρα Νικολακοπούλου, Επιμέλεια: Μαρία Τοπάλη

Πατάκης 2009, Σελ. 414, Τιμή: €15,50

Ώρα 08:00 – «Να σηκώνεσαι χαρούμενος όταν είναι να δουλέψεις»

Ο ποιητής πρέπει να κοιμήθηκε αρκετά καλά καθ’ όλη τη διάρκεια της νύχτας. Το κρασί που ήπιε το προηγούμενο βράδυ ήταν μάλλον καλό, παρότι του το ’φερε ένας φίλος απ’ τα παλιά – δικής του παραγωγής, άρα αμφιβόλου ποιότητας. Πήγε κατευθείαν για την πρωινή του περιποίηση – άλλωστε, το μεγαλείο της ζωής ξεκινά με τ’ απλούστερα πράγματα· όχι; Πήρε ένα αρκετά δυνατό πρωινό· η οικονόμος του πάντα φρόντιζε γι’ αυτό, ήξερε πόσο πολύ το ’χε ανάγκη· σαν έβλεπε πως η υγεία του, αργά ή γρήγορα, θα κλονιζόταν. Κλείστηκε στο γραφείο του. Είχε στοιβαγμένη σε μια γωνιά την αλληλογραφία κι έπρεπε ν’ απαντήσει. Αναρωτήθηκε τι θα ’κανε όταν πια δεν θα μπορούσε ν’ ανταποκρίνεται. Μάλλον θα ’πρεπε πολύ απλά να ζητήσει συγγνώμη γι’ αυτή του την αδυναμία.

Ώρα 09:30 – «Να μπορείς να βοηθάς σημαίνει πάντα να βοηθάς κάπως και τον εαυτό σου!»

Τον παίδεψαν πολύ τα γράμματα που έπρεπε να ολοκληρώσει προς κάποιον νέο ποιητή που ζητούσε τη βοήθειά του. Κρατάει καιρό αυτή η επαφή. Μοιάζει ν’ αντιδρά ο νεαρός, ο ποιητής όμως έχει όλη την υπομονή του κόσμου. Στοχάζεται συνάμα για την υπομονή που ο κόσμος διαθέτει απέναντι στην ποίηση, στην ίδια τη ζωή· στην ομορφιά. Θα προχωρήσει. Το αυστροουγγρικό αίμα που κυλά στις φλέβες του, απόρροια κυρίως της γέννησής του στη σκοτεινή Πράγα, τον βοηθά. Στην Ελβετία, η μέρα βιάζεται.

Ώρα 11:30 – «Είμαστε οι μέλισσες του αόρατου»

Περνά η ώρα, αλλά ο ποιητής αδιαφορεί. Ο χρόνος υπάρχει μόνο στα ρολόγια. Ίσως και σ’ ό,τι αντικρίζουμε στον καθρέφτη. Μπορεί και ν’ αποτυπώνεται στη συνύπαρξη, αλλά η μοναξιά θα μείνει να φρουρείται απ’ τον σύντροφο· η μοναξιά είναι ανένδοτη κι εμείς καλούμαστε να συνυπάρξουμε μ’ αυτή. Ο ποιητής ξέρει ότι πρέπει να φρουρήσει τη μοναξιά του Άλλου για να διασώσει τη δική του. Η ώρα περνά. Ο ποιητής είναι ακόμα μοναχός του. Δεν μπορεί ν’ αντιληφθεί τις δυσκολίες τής έγχρονης ζωής. Αλλά αυτές υπάρχουν και πάντα θα ’ναι ’κεί για να θυμίζουν, με τον πόνο, την επανασύνδεση με τ’ ορατό και με τον κόσμο. Έχουμε δρόμο.

Ώρα 14:00 – «Η τέχνη είναι μια παιδική ηλικία»

Όταν λίγη ώρα νωρίτερα η οικονόμος τού χτύπησε την πόρτα για να του θυμίσει ότι έχει έρθει η ώρα του μεσημεριανού, ο ποιητής είχε πέσει σε βαθιά περισυλλογή για την τέχνη του. Δεν μπόρεσε να την αφήσει, πάλι, απέξω. Όχι· η τέχνη του είναι κομμάτι των δαχτύλων του, του χρόνου που δεν υπάρχει πουθενά· η τέχνη είναι ακόμα στην παιδική ηλικία κι εκεί θα παραμείνει· γι’ αυτή την αθωότητα παλεύει τόσα χρόνια· σε κανέναν δεν θα επιτρέψει να ενηλικιώσει την τέχνη του και να τη γεμίσει ανάγκες και καθήκοντα. Ο πόλεμος μαίνεται. Ο πλανήτης συνεχίζει να γυρίζει· η γραβάτα χαλαρώνει απ’ την περιστροφή του. Η φύση οργιάζει κι αγνοεί την ύπαρξή μας. Πού να γυρίζεις κι εσύ; αναρωτιέται. Κι επιστρέφει στο καβούκι του· στη σπηλιά του.

Ώρα 17:00 – «…δίνω στο κορμί μου τον κόσμο ολόκληρο για να τον νιώσει…»

Το σώμα απαιτεί να ενωθεί με τον κόσμο. Αν δεν γευτεί και σήμερα όλες τις χάρες του, θα ’ναι μια μέρα χαμένη. Και δεν μένει πολύς καιρός. Θέλει να βγει απ’ το καβούκι του· να παραμείνει όμως στη σπηλιά του. Του είναι ευκολότερο να την πηγαινοφέρνει· είναι πιο δροσερή απ’ το κέλυφος που του ’λαχε. Σκοτεινιάζει. Κάνει και λίγο κρύο, αλλά δεν τον νοιάζει. Γιατί κι η φύση αδιαφορεί. Πονάει λίγο σ’ όλο του σώμα, αλλά δεν έχει χρόνο να εξηγήσει από πού προέρχεται ο πόνος. Ο πόνος είναι αυθύπαρκτος κι ίσως ένα τσάι, λίγο αλκοόλ ενδεχομένως, τον αφήσουν στα χέρια της νύχτας που καταφτάνει.

Ώρα 20:30 – «Είναι τόσο λυπηρό που ο Θεός δεν ήταν καλλιτέχνης»

Σιωπή. Μα πού έχουν πάει όλοι; Δεν κινείται τίποτα μες στο σπίτι. Χρειάζομαι μιαν άλλη γλώσσα, μονολογεί, μια γλώσσα να εξηγήσω τη σιωπή και να προσευχηθώ στον Θεό στην άλλη Του ζωή να είναι ποιητής· ο ίδιος ο Θεός. Να κάνει τον έρωτα πιο εύγευστο για τους ανθρώπους και να τους χαρίσει χέρια μεγάλα, ν’ αγκαλιάζουν, και χείλια σαρκώδη, να φιλούν. Να μην τους νοιάζει μόνον ο νους, αλλά και στο ένστικτο να τριγυρνούν – ο έρωτας χρειάζεται ένστικτο.

Μεσάνυχτα και ένα – «…για να μη βυθιστεί στη σιωπή…»

Άλλαξε η μέρα. Πάλι θα ξημερώσει – ελπίζω να προλάβω. Αν όχι, να με συμπαθάτε: γήινος να ’χεις υπάρξει, ανέκκλητο μοιάζει. Πέφτει στο κρεβάτι. Άλλαξε η μέρα, άλλα όχι τα σεντόνια: εκείνα κουβαλούν τη μυρωδιά τού χθες, τον πόνο και το μελάνι. Πόσες σελίδες χρειάζονται ακόμη;


[Δημοσιεύτηκε στο τρίτο τεύχος του Book Press, Νοέμβρης 2009]

Τζένη Μαστοράκη: Δ. Ν. Μαρωνίτης, Η πεζογραφία του Γιώργου Χειμωνά, εκδ. Κέδρος 2007, σελ. 124

Ούτε κουρσάρος, ούτε προσκυνητής

Μόνο ευθείες

ΣΚΕΦΤΟΜΑΙ ΚΑΤΙ ΠΟΥ ΛΕΕΙ Ο ΜΑΡΩΝΙΤΗΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΧΕΙΜΩΝΑ: «ΛΙΓΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΚΑΙ ΛΙΓΑ ΕΡΓΑ ΜΑΣ ΦΕΡΝΟΥΝ ΣΕ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΜΗΧΑΝΙΑ ΚΑΙ ΤΟΥΤΟ ΥΠΟΘΕΤΩ ΕΧΕΙ ΝΑ ΚΑΝΕΙ ΜΕ ΤΗΝ ΑΞΙΑ ΤΟΥΣ». ΘΑ ΗΘΕΛΑ ΝΑ ΤΟΥ ΤΑ ΠΑΡΩ ΑΥΤΑ ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΝΑ ΤΟΥ ΤΑ ΕΠΙΣΤΡΕΨΩ. ΕΤΣΙ ΑΚΡΙΒΩΣ ΑΙΣΘΑΝΟΜΑΙ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΤΟΥ, ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΚΑΙ ΣΤΟΥΣ ΔΥΟ ΤΟΥΣ.

Και με τον Χειμωνά και με τον Μαρωνίτη έχω μια μακριά προϊστορία, δημόσια και ωστόσο προσωπική: καθένας τους με τον δικό του τρόπο, με κάποιο κείμενό του δηλαδή, με έχει σημαδέψει σε διάφορες ηλικίες και ήταν εποχές που μια δημοσίευσή τους, μεγάλη ή μικρή, μπορούσε να σφραγίσει ολόκληρη χρονιά. Ο Χειμωνάς ήταν η φωνή από τα έγκατα. Κάθε νέο βιβλίο του ερχόταν να με συνεπάρει σαν φλεγόμενο παραμύθι που μιλούσε σε ό,τι πιο αμίλητο είχα μέσα μου. Ο Μαρωνίτης πάλι ήταν η φωνή μέσα από τα σύννεφα. Ο λόγος του τάραζε τα νερά, τολμηρός, ριψοκίνδυνος, αδιαπραγμάτευτος: ένας λόγος υψηλού κόστους και υψηλού πάθους, που δεν υπολόγιζε ούτε την έκθεση ούτε την πρόκληση.

Εκείνες τις εποχές, κάποια από τα σπουδαία κείμενα αυτού του τόμου τα έζησα ένα ένα στην ώρα τους, σχεδόν εν θερμώ. Καθένα από αυτά ήταν και ένα γεγονός. Και τώρα που τα ξαναδιαβάζω όλα μαζί, με αρκετή μελαγχολία, αλλά και με την ίδια παλιά συγκίνηση, διαπιστώνω πως μέσα μου μετρούν ακόμη όπως και τότε. «Γεγονότα» είναι πάλι, εγγεγραμμένα πια και σε μιαν άλλη διάσταση. Η συνάντηση των δυο τους ήταν συναρπαστική. Και αποκλειστική – έτσι την ένιωθα: κανένας άλλος δεν μπορούσε να μπει ανάμεσά τους. Τους κρυφάκουγα να μιλούν σε μια γλώσσα που ήταν μοιρασμένη και διπλή και ταυτόχρονα ενιαία και αδιαίρετη και τους φανταζόμουν σαν δύο ωραία θηρία που πλησιάζονται και οσφραίνονται το κοινό τους αίμα. Ή με τον τρόπο του Χειμωνά: δύο κήρυκες που διανύουν το αχανές, ώσπου να συναντηθούν πάνω από ένα ανασκαμμένο πεδίο μόνο και μόνο για να διαπιστώσουν, εκεί ακριβώς, χωρίς «εάλω» και «νενικήκαμεν», πως έρχονται από την ίδια πατρίδα.

Την περιπλάνηση του Χειμωνά την έχω ακολουθήσει μόνο φανταστικά. Κάθε που χρειαζόταν να τον κοιτάξω από λίγο πιο κοντά, έγραφα γύρω του μεγάλες καμπύλες, ζητώντας να τον καθρεφτίσω πρώτα κάπου αλλού για να μη με μαρμαρώσει. Τις διαδρομές του Μαρωνίτη όμως, τώρα που τον ξαναδιάβαζα με μια νηφάλια χρονική απόσταση, νομίζω πως τις είδα σχεδόν καθαρά. Ούτε μία καμπύλη που να παρηγορεί, ούτε μία τεθλασμένη που να δραπετεύει: μόνο ευθείες. Και δεν υπάρχει τίποτα πιο τρομερό και πιο περιπετειώδες από την ευθεία.

Είναι στοιχεία μιας μυστικής γεωμετρίας οι ευθείες του και χτίζουν, πότε οριζόντιες και πότε κάθετες, έναν αόρατο κάνναβο πάνω από το έργο του Χειμωνά. Με μία διαφορά όμως: στα τετραγωνάκια του αόρατου πλέγματος ο Μαρωνίτης δεν απομονώνει λεπτομέρειες από τον Χειμωνά για να τις αναδείξει. Αποθέτει τα δικά του, πολύ προσωπικά «σήματα», μ΄ ένα αίσθημα παλλόμενο και συνάμα οριακά συγκρατημένο. Η συγκίνηση παραμένει γι΄ αυτόν μια «σκοτεινή πηγή που υπόκειται». Δεν ανεβαίνει ποτέ στην επιφάνεια.

Με μία εξαίρεση: τη συνομιλία με τον Βαγγέλη Χατζηβασιλείου στο τέλος του βιβλίου. Αν ο Μαρωνίτης, ζώντος του Χειμωνά, υπήρξε ένας ιδεώδης παραλήπτης και αποστολέας, με τον Χειμωνά φευγάτο πια, αφήνει τη σκοτεινή πηγή του, όχι να αναβλύσει, αλλά να φανεί μόνο μέσα από κάποιες βίαιες ρωγμές. Μια πικρή παρατήρηση σαν κι εκείνη για το «τέλος του Νάρκισσου», θα μπορούσε να κρύβει προπαντός ένα πράγμα: την άγρια οργή ενός μοναχικού πια αποστολέα μπροστά στο άδικο του θανάτου.

Πέρα για πέρα ισότιμος και αυτόνομος


Ξανά στον κάνναβο. Σαν τι «σήματα» θα διάβαζα καταγεγραμμένα στα τετραγωνάκια του; Ας πούμε, αυτό: «Το έργο του Χ. δεν μπορεί και δεν πρέπει να διαβαστεί ψύχραιμα- συγκρατεί στο εσωτερικό του τη μορφή του τρόμου και η πρόσληψή του οφείλει να πραγματοποιηθεί εν όψει του τρόμου». Είναι μια διαπίστωση που με γοητεύει όσο και την πρώτη φορά που τη βρήκα γραμμένη μπροστά μου και θα γινόταν ωραίο παράδειγμα και του αποσιωπημένου αισθήματος (άλλο να μιλάς σαν «τρομαγμένος» κι άλλο σαν ένας που γνώρισε τον τρόμο) και μιας ιλιγγιώδους ευθείας που διαπερνά και συνδέει τα σπλάχνα δύο κειμένων, αν όχι και δύο συγγραφέων.

Πέρα από τις άλλες ανεκτίμητες ιδιότητές του, ο Μαρωνίτης-συγγραφέας έχει σπάνια άρθρωση και σπάνια ευθυβολία. Ο λόγος του δεν ανταγωνίζεται ούτε διαμεσολαβεί. Ξεδιπλώνεται πέρα για πέρα ισότιμος και αυτόνομος, επιβάλλοντας κανόνες μιας άλλης προοπτικής με τερατώδες ένστικτο και με υψηλή- ας μου επιτραπεί αυτή η παρεξηγημένη λέξη- αξιοπρέπεια. Ο Μαρωνίτης δεν γίνεται ούτε κουρσάρος ούτε προσκυνητής. Και καθώς ελέγχει αυστηρά τη δραματικότητα και την ταραχή του, γίνεται εν τέλει και δραματικός και συνταρακτικός. Και κυματίζει, σαν κι εκείνην τη σημαία του Χειμωνά. Μαζί με όλα τα καρφιά που τον κρατούν καρφωμένο.

[Τα Νέα, Σάββατο 14/02/2009]

Τζένη Μαστοράκη: «Είμαι ένα όχημα σταθερής τροχιάς»


Η ποιήτρια και μεταφράστρια Τζένη Μαστοράκη μιλάει για τη διαδικασία

της μετάφρασης, τα χόμπι, τις εμμονές, τις συλλογές της

Συνέντευξη στην Όλγα Σελλά, Καθημερινή, Κυριακή 22/11/2009

Την ακολουθεί -μάλλον ερήμην της- η εικόνα ενός απόμακρου και απομονωμένου ανθρώπου. Και εξ αυτού ένας μύθος. Η ποιήτρια και μεταφράστρια Τζένη Μαστοράκη εμφανίζεται ελάχιστα ως καθόλου σε δημόσιες εκδηλώσεις, δεν απασχολεί ποτέ τα ΜΜΕ. Γνωρίζουμε ότι ως ποιήτρια η Τζένη Μαστοράκη είχε κάνει αίσθηση τη δεκαετία του ’70 και τα μόνα δείγματα γραφής της που είχαμε τα τελευταία χρόνια ήταν οι μεταφράσεις της. Θεατρικές και λογοτεχνικές. Την ερχόμενη Τρίτη 24 Νοεμβρίου, στις 7 μ.μ., θα έχει τη δική της βραδιά στο Μέγαρο Μουσικής, στο πλαίσιο των εκδηλώσεων του Megaron Plus για την ποιητική γενιά του ’70, με οικοδεσπότη τον διευθυντή της «Νέας Εστίας» Σταύρο Ζουμπουλάκη.

Η Τζένη Μαστοράκη είναι μια ζεστή, εκδηλωτική, τρυφερή γυναίκα, που μιλάει για ό,τι υπάρχει γύρω της και κάνει τον συνομιλητή της να παρακολουθεί όχι μόνο τη σκέψη της, αλλά, κυρίως, τον τρόπο που χρησιμοποιεί τις λέξεις, τη γλώσσα: με άνεση, με σοφό δισταγμό, με διαρκές ζύγισμα. Είτε μιλάει για τη διαδικασία της μετάφρασης, είτε μιλάει για τα χόμπι της, τις εμμονές της ή τις συλλογές της. Οπως είναι τα λουλούδια που έχει στο μπαλκόνι του σπιτιού της, τα χρώματα που της αρέσουν, τα παιδικά κεντήματα που απεχθάνεται ή η συλλογή με διάφορες εκδοχές θρησκευτικού κιτς που συλλέγει: «Μ’ αρέσουν οι ρώσικες εικόνες, γιατί είναι ένα μικρό πανηγύρι. Είναι σαν ολόκληρα σπίτια, στολισμένα, κλεισμένα μέσα σε τζάμι. Μ’ αρέσει το θρησκευτικό κιτς, όπως μ’ αρέσουν κι άλλα πράγματα που είναι οριακά κιτς».

Η συνάντηση τα είχε όλα. Καφέ, κέικ, κουλουράκια, ξενάγηση στα φυτά στο μπαλκόνι αλλά και στις οικογενειακές φωτογραφίες, στα παλιά αγαπημένα της βιβλία -κόμικς και θρίλερ της δεκαετίας του ’60- και στη διαδρομή της τελευταίας της θεατρικής μετάφρασης («Το ύστατο σήμερα» του Χάουαρντ Μπάρκερ που παρουσιάζεται στη Νέα Σκηνή του Λευτέρη Βογιατζή). Τι δεν αντέχει; Τα χρονοδιαγράμματα, ακριβώς επειδή δεν αντέχει να μην είναι συνεπής. Κι όταν γράφει ένα κείμενο, οποιοδήποτε, το «φυσάει να κρυώσει» αρκετές μέρες.

Τα συστατικά μιας γενιάς

– Παρότι έχετε πολλά χρόνια να δημοσιεύσετε ποιητική συλλογή, έχετε μια εμβληματική θέση στη λεγόμενη «γενιά του ’70». Ποια ήταν τα συγγραφικά «συστατικά» εκείνης της γενιάς, τι συνεχίζεται και τι έχει τελειώσει;

– Τα μόνα «συστατικά» που μπορώ να σκεφτώ, αφορούν την κοινή καταγωγή μας: Γεννηθήκαμε από ανθρώπους της Κατοχής και του Εμφύλιου. Βρεθήκαμε φορτωμένοι με κληρονομικά τραύματα, πολιτικά και κοινωνικά, που δεν πολυξέραμε τι να τα κάνουμε. Διανύσαμε σχεδόν συνειδητά (στις διάφορες ηλικίες μας) δύο ανεπανάληπτες δεκαετίες, του ’60 και του ’70. Γνωρίσαμε παράλογες απαγορεύσεις κάθε είδους. Μεθύσαμε με όλα τα απαγορευμένα: βιβλία, μουσικές, ταινίες, ιδέες. Νιώσαμε από τις ίδιες τις συνθήκες την ανάγκη να μιλήσουμε δυνατά, δημοσιεύοντας, άλλοι μέσα σε μια στρατιωτική δικτατορία (σπρωγμένοι από τον άνεμο της «Συνέχειας» και των «Δεκαοχτώ Κειμένων»), άλλοι στο χάος μιας μεταπολίτευσης που ήταν και απελπισμένη και κοσμογονική. Προλάβαμε να ζήσουμε, τότε παλιά, μια εποχή όπου τα ποιήματα μπορούσαν ν’ αλλάξουν τον κόσμο.

Ολ’ αυτά τα κοινά συστατικά καθένας μας τα διαχειρίστηκε με τον δικό του τρόπο και μίλησε με μια εντελώς δική του φωνή. Αλλά τι εννοείτε «έχει τελειώσει»; Τελειώνει ποτέ η ποίηση;

– Μετάφραση και ποίηση. Ποιο από τα δύο συναντήσατε πρώτα στη συγγραφική σας διαδρομή;

– Τα ποιήματα «τα πέρασα» πολύ νωρίς. Τα πέρασα σαν παιδική αρρώστια, που ήρθε, κι έπρεπε να φύγει, και έφυγε, αλλά κάθε τόσο ξαναγύριζε. Υπεύθυνοι για τις απανωτές υποτροπές της είναι οι δάσκαλοί μου πρώτα πρώτα, άνθρωποι σπάνιοι μέσα στα αυστηρά και αλύγιστα σχολεία της εποχής: η κυρία Κουρή στου Ζωγράφου, ο Μανόλης Μαρκουλάκης στον Υμηττό, κι αργότερα στο Τρίτο Θηλέων η πολυαγαπημένη μου Βούλα Μπούντη και ο Ευάγγελος Ξενικάκης. Με εντελώς άλλον τρόπο ευθύνεται και η μαμά μου: που γελούσε στην αρχή, και το ’βρισκε γουστόζικο και της άρεσε, κι έπειτα έπαψε να το βρίσκει γουστόζικο, και στο τέλος άρχισε να μην της αρέσει καθόλου, γιατί ονειρευόταν να με δει μικροβιολόγο. (Αυτό έπαιξε σημαντικό ρόλο στις υποτροπές μου.) Τέλος, υπεύθυνος είναι και ο αδερφός μου, που από την αρχή το θεώρησε εντελώς φυσιολογικό, αφού ήμουν αδερφή του. Εχει κι άλλα ονόματα αυτός ο κατάλογος, αλλά ας σταματήσω εδώ.

– Και η μετάφραση;

– Από τα εφηβικά μου χρόνια, χωρίς να ξέρω καλά καλά ποιοι ήταν, είχα μια τεράστια αδυναμία στον Κοσμά Πολίτη και στον Αρη Αλεξάνδρου. Κυνηγούσα το όνομά τους στα μεταφρασμένα βιβλία της εποχής, και ήξερα απέξω ολόκληρα κατεβατά, μόνο και μόνο για τα δικά τους ελληνικά. Ποτέ όμως δεν είχα σκεφτεί να τους «μοιάσω».

Η μετάφραση ήρθε λίγο αργότερα, μια παρόρμηση ήταν: ήθελα να μοιραστώ με δυο φίλους ένα βιβλίο (τη «Φονταμάρα» του Ινιάτσιο Σιλόνε, που τη διαβάζαμε τότε κομμάτι κομμάτι στο Ιταλικό Ινστιτούτο). Δεν την είδαν ποτέ. Κάθε κομμάτι που μετέφραζα, το διάβαζα, απελπιζόμουν και το ’σκιζα επιτόπου. Απ’ όλη αυτή την ιστορία έμεινε η ανάγκη να μοιραστώ, που κράτησε χρόνια, αλλά δεν υπάρχει πια. Την έχει αντικαταστήσει η σπάνια πια, αλλά πολύ πιο ισχυρή επιθυμία να μπω βαθιά μέσα στο κείμενο ενός άλλου.

Μεταφράζω κυρίως πεζογραφία και θέατρο. Λίγο από το ένα και λίγο από το άλλο. Αυτά τα δυο μ’ αφήνουν να ανασαίνω πιο βαθιά, που θα πει: να ισοζυγίζω κέρδη και απώλειες.

Σταθερή

– Πρόσφατα αλλάξατε τόπο κατοικίας, έπειτα από πολλά χρόνια. Πώς αισθάνεσθε όταν μετακινείστε (κυριολεκτικά και μεταφορικά); Ποια είναι για σας τα σταθερά σημεία αναφοράς (άνθρωποι, αντικείμενα, ιδέες…).

– Είμαι «όχημα σταθερής τροχιάς». Ξέρετε, απ’ αυτά που κινούνται μόνο πάνω σε ράγες, και που έξω απ’ τις ράγες τους δεν έχουν πού να πάνε. Θέλω πάντα να επιστρέφω στο Αργοστόλι και στο Λονδίνο. Κάνω πάντα τις ίδιες βόλτες στο κέντρο (συνήθως με τσιγάρο στο χέρι). Δένομαι υπερβολικά με χώρους και με αντικείμενα. Αγαπάω αμετακίνητα τους δικούς μου ανθρώπους, ακόμα κι αν δεν τους βλέπω συχνά. Με τις ιδέες τα πράγματα είναι λίγο πιο περίπλοκα: άλλες τις υπερασπίζομαι με πείσμα, κι άλλες, τώρα πια, μόνο από πείσμα.

Μετακόμισα πρώτη (σχεδόν) φορά σε μισό αιώνα. Η καινούργια μου γειτονιά είναι φιλόξενη και γλυκιά, το μπαλκόνι μου έχει κοτσύφια, αλλά η ζωή μου έχει μείνει στην άλλη άκρη της Αθήνας. Είμαι μια προσωρινά εκπατρισμένη δημότις Υμηττού, που επιστρέφει στο μισοάδειο της σπίτι πέντε φορές τη βδομάδα.

«Μια διαδικασία που έχει μεγάλη αιμορραγία»

«Είμαι δύστοκη, γράφω πάρα πολύ δύσκολα» λέει η Τζένη Μαστοράκη. «Αν είναι να γράψω κάτι δικό μου, αναβάλλω από μέρα σε μέρα κι ωστόσο το σκέφτομαι όλη μέρα. Οταν δουλεύω μεταφραστικά όμως, είμαι ένας εργάτης που δουλεύει χιλιάδες εργατοώρες την ημέρα, είναι κλεισμένος, την καταβρίσκει, και βέβαια είναι μια διαδικασία που έχει μεγάλη αιμορραγία. Ρωτάς, και ξαναρωτάς, και ξαναρωτάς το κείμενο: “Τι θες μωρέ;” Και πάντα υπάρχει απάντηση. Αυτή είναι η σοφία των κειμένων και κυρίως των καλών κειμένων. Για να φτάσω στη μετάφραση του τίτλου «Το ύστατο σήμερα» (σ.σ. ο πρωτότυπος τίτλος είναι The dying of today) έπαιζα με διάφορα πράγματα και τον έδωσα στον Λευτέρη δύο μήνες μετά το έργο, το οποίο σημειωτέον είναι ένα κρύσταλλο και δεν έχεις καμιά απορία. Ο Μπάρκερ είναι ποιητής. Οικοδομεί τον λόγο του ποιητικά με τον καλύτερο τρόπο και με μονάδα τη λέξη. Τακ, τακ, τακ. Ο τίτλος είναι πάντα το πιο δύσκολο κι είναι κάτι που κάνεις τελευταίο. Περιπλανήθηκα σε πολλά: από το «θνήσκων σήμερα», μέχρι διάφορα άλλα.

Πάντα μ’ ένα πράγμα στο μυαλό μου: ότι αν ήθελε ο συγγραφέας κάτι πιο φαντασμαγορικό θα το είχε κάνει. Αυτό το dying of today -κι ακούς και το καμπάνισμά του- έχει μια ησυχία πάρα πολύ περίεργη. Και κάποια στιγμή σκέφτηκα το εξής απλό: η dying breath που λένε οι Αγγλοσάξονες είναι η ύστατη πνοή. Και το βρήκα. Το τύπωσα σ’ ένα φύλλο Α4, πήγα στην πρόβα και λέω του Λευτέρη: ”Κλείσε τα μάτια σου και κοίτα”».

νίκος κουνενής – δημήτρης οικονόμου

Σαρκαζόμενο παρόν, μελαγχολικό μέλλον

Νίκος Κουνενής, Ο μύθος του Ηρακλή Σπίλου, μυθιστόρημα

εκδ. Μεταίχμιο 2009, σελ. 382, τιμή: 16 ευρώ

Ο Νίκος Κουνενής, επιστρατεύοντας το σατιρικό του οπλοστάσιο, επανέρχεται μ’ ένα μυθιστόρημα που προσπαθεί να ισορροπήσει μεταξύ ρεαλιστικών αναφορών και υπερρεαλιστικών συσχετίσεων. Ο κόσμος της δημοσιογραφίας, ο υπόκοσμός της, το ασταμάτητο πηγαινέλα απ’ το φανταστικό της μυθοπλασίας και των ηρώων στο αφηγηματικό όντως παρόν· ο συγγραφέας σ’ αυτό το βιβλίο δεν φείδεται σαρκασμού, προκειμένου ν’ αντιπαρατεθεί με όλα όσα θεωρεί πως πλήττουν τουλάχιστον την αισθητική του περιβάλλοντος κόσμου (του).

Ο Ηρακλής Γαρυφαλλίδης ή Σπίλος –καταξιωμένος, τουλάχιστον στα μάτια του κοινού, αμφίβολο σ’ αυτά των συναδέλφων του– αναλαμβάνει να φέρει σε πέρας δώδεκα τηλεοπτικούς άθλους με την ανάθεση απ’ τον ιδιοκτήτη του καναλιού Ευρυσθέα Γιαρμά. Παρ’ όλα τα προφανή συμβολικά ονόματα, ο Κουνενής χειρίζεται το υλικό του με τον ακριβώς αντίθετο τρόπο: σε διάφορα σημεία του βιβλίου ο μύθος ταυτίζεται με την πραγματικότητα, καθιστώντας έτσι, όλως παραδόξως, το προφανές πρωτοφανές στα μάτια του αναγνώστη. Μ’ αυτό ακριβώς ως αφηγηματικό όχημα, ο συγγραφέας προσπάθησε να διατηρήσει αφενός το μυθοπλαστικό στοιχείο, αφετέρου να προβεί σε μιαν υπόγεια κριτική των τηλεοπτικών δεδομένων στη χώρα μας, και όχι μόνον. Εξάλλου, πολλά πρόσωπα μπορεί να παραπέμπουν σε υπάρχοντα πρόσωπα στη χώρα μας, ωστόσο, ούτε και σ’ αυτό τον τομέα, αποτελούν παγκόσμια πρωτοτυπία.

Η δολοφονία που συντελείται κατά την ολοκλήρωση των άθλων του Ηρακλή Σπίλου, όπως φαίνεται απ’ το ένθετο μυθιστόρημα –μάλλον το πιο παράδοξο και σε σημεία αμήχανο τμήμα του βιβλίου– αποτελεί, κατά τα φαινόμενα, το υπερβολικό στοιχείο που η σάτιρα απαιτεί για να ολοκληρωθεί ως είδος. Αυτό το στοιχείο της υπερβολής ωστόσο συνάδει πλήρως με την υπερβολή που χαρακτηρίζει την κοινωνία (μας), στα όρια του κιτς τις περισσότερες φορές, κάτι που ο Κουνενής μοιάζει να γνωρίζει καλά. Ο αστυνομικός που αναλαμβάνει να εξιχνιάσει το έγκλημα, ο Ν.Α. Κόνικλος, με τη βοήθεια του ιδιωτικού αστυνομικού Ιεροκλή Χλομού, αποτελούν τη βάση όπου ο συγγραφέας ξεκινά τη σάτιρα του αστυνομικού μυθιστορήματος.

Η γλώσσα τού Κουνενή, είτε στο εγκιβωτισμένο μυθιστόρημα είτε στους διάσπαρτους διαλόγους, με τη χρήση, συν τοις άλλοις, έμμετρου λόγου στην αφήγηση ενός μύθου, είναι ένα από τα αναντίρρητα πλεονεκτήματα του μυθιστορήματος. Χωρίς να ξεχνά ο συγγραφέας ποιος μιλά και τι αναφέρει κάθε φορά, εξελίσσει έτσι την ιστορία και το χτίσιμο των χαρακτήρων του, που συνοψίζει, εκτός απ’ την περιρρέουσα ενδοκοινωνική παράνοια, και μία λογοτεχνική παρουσία που εξοβελίζει τον υποφώσκοντα θυμό για χάρη της σαρκαστικής αποτύπωσης, η οποία καταλήγει αναμφισβήτητα σε δημιουργική εκφορά του λόγου.

Δημήτρης Οικονόμου, Η πόλη του αναστέλλοντος ήλιου, μυθιστόρημα

εκδ. Μελάνι, σελ. 312, τιμή: 15,50 ευρώ

Για τον πρωτοεμφανιζόμενο Δημήτρη Οικονόμου, η σατιρική γλώσσα είναι μάλλον καλά κρυμμένη, αφού έχει αποφασίσει ν’ ακολουθήσει τη φουτουριστική οδό, όχι τόσο όσον αφορά το υλικό κομμάτι μιας μελλοντικής κοινωνίας, όσο τα βασικά χαρακτηριστικά που διέπουν την οργάνωσή της. Μ’ αυτό το στοιχείο ως πυρήνα, ο συγγραφέας συνθέτει ένα μυθιστόρημα που συνδυάζει την αφήγηση ενός κόσμου που επέρχεται, στις σελίδες τουλάχιστον του μυθιστορήματος, και την κριτική, συνεπώς, του κόσμου όπως αυτός είναι δομημένος στους σύγχρονους καιρούς.

Κύριος πρωταγωνιστής είναι ο Αρίστος Συνετός ο Νεότερος, τρίτης γενιάς πρωθυπουργός της Δημοκρατίας της Δημόσιας Αισθητικής, όνομα που παραπέμπει ευθέως στη βασική στοχοθεσία του Οικονόμου: μ’ αυτό το κείμενο, αυτό που θεωρεί θεμελιώδες είναι η περιβάλλουσα ασχήμια και οι αποπνικτικές καρικατούρες της δημόσιας ζωής. Συνυφασμένος πλήρως με τα τρέχοντα χαρακτηριστικά μιας σύγχρονης κοινωνίας, ο Αρίστος Συνετός, χωρίς ν’ αφήνει στιγμή ανεκμετάλλευτη στην καθημερινότητα των πολιτών του, αποφασίζει να δημιουργήσει ένα καινούργιο πρωθυπουργικό μέγαρο με τη βοήθεια του περίφημου αρχιτέκτονα και πιστού του οπαδού, του Ζώη Δαμιανού. Αυτό όμως είναι το πρώτο επίπεδο, αφού πίσω απ’ την ανέγερση αυτού το κτιρίου κρύβονται άλλα σχέδια, που αναλαμβάνει να εξιχνιάσει μία ομάδα καλλιτεχνών, απ’ τη στιγμή που ο υπόλοιπος λαός μπαίνει σε κατάσταση ένθεης μανίας απ’ τη συγκλονιστική είδηση του καινούργιου μεγάρου.

Θα ’λεγε κανείς πως ο Οικονόμου προτάσσει ως ιδεολογικό του όχημα την αναμφισβήτητη συνεισφορά που θα μπορούσαν να χαρίσουν στην όποια κοινωνία οι καλλιτέχνες και οι διανοούμενοι. Είναι αξιοπρόσεκτο το γεγονός ότι σ’ αυτό το βιβλίο υποχωρεί το αισθητικό πρόταγμα, η γλωσσική επεξεργασία και η εμμονή με την πλοκή και έρχεται στο προσκήνιο το ιδεολογικό κομμάτι του συγγραφέα. Με στοιχεία, παρ’ όλ’ αυτά, της αγωνιώδους προσπάθειας των ηρώων του, ο Οικονόμου προτυπώνει τα ψήγματα αντίστασης που μπορεί να εντοπίζονται στον σημερινό κόσμο τής κακογουστιάς που μπορεί να φτάσει στα όρια του απάνθρωπου.

Απ’ την άλλη, εντοπίζονται και τα συστατικά του πνιγηρά συναισθηματικού κόσμου των ηρώων. Μπορεί να φαντάζουν οι ήρωες πρακτικά «γεμάτοι», εντούτοις δεν είναι σε θέση να βρουν σε εαυτούς και αλλήλους εκείνο το στοιχείο που θα τους καλύψει όποιο συναισθηματικό κενό δημιουργείται απ’ το επαναληπτικό σεξ, την επιβαλλόμενη κοινωνικότητα και την αντιαισθητική επίδειξη.

Μήπως ο συγγραφέας έχει αποφασίσει να κλείσει το μάτι σ’ όλα αυτά που φοβάται ότι καταφτάνουν, έχοντας ως πρώτη προϋπόθεσή τους αυτά που έχουν ήδη κατακλύσει το σύμπαν; Αν η απάντηση είναι θετική, τότε ο συγγραφέας έχει πετύχει τον στόχο του σ’ αυτό το έργο. Μένει να φανεί η ιδεολογική και ειδολογική του πορεία στο μέλλον.

[Δημοσιεύτηκε στην «Αυγή», Τρίτη 10/11/2009.]

νατάσα χατζιδάκι – άδηλος αναπνοή (ποιήματα 1971-1990) – εκδ. ύψιλον/βιβλία

Η ξενότητα του οικείου

ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΠΛΑΝΑ*

Κάποτε το υποκείμενο της ελληνικής γλώσσας θ’ αναγκαστεί να παραδεχθεί την ιστορική φάρσα της πολιτισμικής μοναδικότητάς του, και θα ζητήσει την ταυτότητά του στην πολλαπλότητά του, σ’ εκείνο το «Άλλο», το «ξένο», που υπήρξε πάντα ο αποφασιστικότερος παράγοντας για τη διατήρηση του ιστού των πολιτισμικών ταυτοτήτων. Μέχρι τότε, πώς δεξιωνόμαστε ποιητές όπως ο Κάλβος, ο Βιζυηνός, ο Καρυωτάκης, ο Κάλλας, ο Εμπειρίκος, ο Εγγονόπουλος, ο Ρίτσος, που είναι Έλληνες -με την επίσημη ελληνοχριστιανική έννοια- σχεδόν εκεί που δεν είναι καθόλου ποιητές; Πώς διαβάζουμε τον Σαραντάρη, τον Καρούζο, τον Κατσαρό, την Όλγα Βότση; Με τα ψίχουλα της εθνοκεντρικής(!) νεο-καντιανής αισθητικής που μάζεψε σ’ ένα ξεροκόμματο όλο κι όλο ο Σεφέρης, ενώ πρόθεσή του ήταν να τα σκορπίσει;

Και πώς δεξιωνόμαστε ένα έργο που αρχίζει με τους αρχαϊκούς στίχους: Μακριά από τον ήλιο/ μακριά από το νερό/ γύριζέ τους την πλάτη/ όταν μπορείς να τα ξεχνάς/ μα μην τους δείχνεις το στέρνο σου/ μην τους δείχνεις τη μάχη σου/ Κρατήσου καλά/ Κρατήσου πολύ/ είναι ό,τι σε συμφέρει περισσότερο; (σ.11)

Αν πρέπει να τους διαβάσουμε, κάνοντας τον τρόπο τους τρόπο μας, η επιλεγόμενη γενιά του 1930 ή δεν υπήρξε ως γενιά ή δεν χάραξε τίποτα ποιητικό στη γλώσσα μας. Γιατί, αν ο Εγγονόπουλος παρακολουθεί συγκατανεύοντας τους παραπάνω στίχους, είναι επειδή υπήρξε Ευρωπαίος μοντερνιστής που έγραψε στην ελληνική.

Κι αν η Νατάσα Χατζιδάκι, στην οποία ανήκουν οι προαναφερόμενοι στίχοι, κατόρθωσε να αρθρώσει, με τόσο οικεία ελληνικά, την οργή ενός σώματος που λογοδοτεί μόνο στην πολιτική οικονομία της επιθυμίας και στη διαφορετικότητα ενός υποκειμένου, είναι επειδή από τη στιγμή που ο φουκαράς Άλφρεντ Προύφροκ του T. S. Eliot ένοιωσε το σώμα του απλωμένο στους δρόμους του Λονδίνου, πονώντας σαν φτηνό εστιατόριο -και μη μπορώντας να διαβάσει την αλήθεια αυτού του πόνου- η ποίηση θα έπρεπε να γυρέψει το σώμα, το πραγματικό σώμα του ποιητικού υποκειμένου.

Η Νατάσα Χατζιδάκι, με μια αφοπλιστική ωριμότητα, στα 25 της χρόνια, άνοιξε τα χαρτιά της ποίησής της, δείχνοντας προς την κατεύθυνση των μεγάλων γυναικείων φωνών της δεκαετίας του 1960, τη Sylvia Plath και την Anne Sexton. Χωρίς την αίσθηση των μεταπολεμικών δρώμενων στην αγγλοσαξονική κυρίως ποίηση, δύσκολα μπορεί ο αναγνώστης να παραλάβει στο ακέραιο τη δυναμική αισθητική του πρώτου βιβλίου (Στις εξόδους των πόλεων, 1971) της Χατζιδάκι. Θα εισπράξει το άγχος που σκορπάει μια ρυθμική αγωγή αντιστοιχισμένη με το ακατάστατο λαχάνιασμα, που όμως δεν ξεφεύγει ποτέ από το μέτρο των χτύπων της καρδιάς. Θα εισπράξει την οργή ενάντια στην ακύρωση και τη σκληρότητα της ψευδαίσθησης. Μα δεν θα καταλάβει το λόγο για τον οποίο ο ίδιος δεν αντιδρά στις επιτακτικές αποστροφές της ποιήτριας. Και, φυσικά, καθόλου τη σχέση του σώματος με την πόλη. Δυστυχώς, αυτά χρειάζονται άλλες προβληματικές και μια άλλη αίσθηση για τους τρόπους με τους οποίους μας χρεώνει η γλώσσα τη χρήση της. Οι επιτακτικές αποστροφές της Χατζιδάκι -σ’ εκείνο το πρώτο βιβλίο- αποπνέουν την καλλιέργεια της προστακτικής πρότασης, όπως πέρασε από τους προσωκρατικούς ποιητές-φιλοσόφους στους Άγγλους μεταφυσικούς ποιητές και εν τέλει στους T. S. Eliot και Dylan Thomas. Δεν έχει καμία σχέση με τη διδαχή του Καβάφη, η οποία εντελώς εσφαλμένα θεωρείται πως σκοπεύει στον αναγνώστη, ενώ σκοπεύει στον ίδιο τον ποιητή, με τη δημιουργία ενός τραγικού εγκλεισμού στο ανεπίτευκτο. Η «διδαχή» τής Χατζιδάκι είναι απολύτως εξωστρεφής, σαν να μπορούσε η ποίηση να μεταφέρει στον αναγνώστη με τη μέγιστη ακρίβεια τις όψεις της πραγματικότητας και της συνείδησης, μέσω των οποίων θα μεταβάλλει τη ζωή του.

Εδώ έχουμε να κάνουμε με το πρώτο από τα δύο ουσιώδη χαρακτηριστικά της ποίησης της Νατάσας Χατζιδάκι: το ποίημα ως ορατή πλευρά της δημιουργίας δεν είναι το κομβικό σημείο της μεταφοράς ενός μηνύματος ή μιας συστάδας μηνυμάτων στον αναγνώστη. Το ποίημα αποτελεί τον κατεξοχήν τόπο επικοινωνίας. Ο ποιητής και ο αναγνώστης είναι σημεία αυτού του τόπου. Σαν να λέμε: ο ποιητής είναι συνεχώς παρών εντός του ποιήματος, αφού το απροσδόκητο είναι το μόνο αναμενόμενο και αφού η φωνή, παρά την προφανή ρυθμική της αξία, δεν σταματά ν’ αλλάζει tempo.

Οι πρώτοι στίχοι του εξαίρετου ποιήματος ΚΟΙΤΑΖΟΝΤΑΣ ΕΝΑ ΠΑΛΙΟ ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ ΤΟΥ Ο’ ΦΛΑΕΡΤΥ: Και τι δεν έκανες εκείνη την ημέρα, Νανούκ, στον Βορρά./ Χωρίς να διαταράξεις την ισορροπία της Φύσης,/ τι αιματωμένα γεύματα πρόσφερες στον εαυτό σου (σ. 196), απαιτούν τον ποιητή παρόντα, ώστε να πληρωθεί η συνθήκη της ανάγνωσης. Και αν ο ποιητής είναι εκεί παρών, ο παράξενος «Νανούκ», με όλο το σκοτάδι της παρεύρεσής του σ’ ένα κάθε άλλο παρά σκοτεινό ποίημα, γίνεται η πρόκληση μιας διαυγαστικής περιπέτειας, της οποίας ο ήρωας δεν μπορεί παρά να είναι άλλος από τον αναγνώστη. Ώστε η ανάγνωση αρχίζει από τη στιγμή που ο αναγνώστης θα δρασκελίσει το κατώφλι της ιδιοτυπίας του ποιήματος.

Το δεύτερο χαρακτηριστικό της ποίησης της Χατζιδάκι αφορά στη σχέση σώμα-γλώσσα-πόλη (ή φύση ή κόσμος). Αυτή η σχέση παίρνει τη μορφή ενός γλωσσικού παιγνίου, το οποίο χαρακτηρίζεται από την αποκατάσταση μιας σπάνιας οικειότητας ανάμεσα στη φωνή του ποιήματος και τον αναγνώστη. Και μάλιστα, όσο πιο ακατάληπτο είναι αυτό που λέγεται, τόσο εντονότερη είναι η οικειότητα. Τα στοιχεία της φύσης επιτελούν λειτουργίες του σώματος. Το σώμα επιτελεί λειτουργίες της φύσης. Η φύση δείχνει στο σώμα πώς να διαχειριστεί την προβληματική υπαγωγή του στη σκέψη, και το σώμα εκνευρίζεται κραυγάζοντας την κυριαρχία του, αφού η γλώσσα, το κατεξοχήν όργανο της σκέψης, ανήκει σε αυτό. Δεν πρόκειται για την ανθρωπολογία του Dylan Thomas, η οποία απλώνει το σώμα στην επιφάνεια του κόσμου, ασκώντας άλλη μια Δρυιδική μεταφυσική. Το κλειδί στην τακτική της Χατζιδάκι είναι η λέξη ως δυνατότητα παράβασης. Κάθε λέξη είναι υποχρεωμένη να σέρνει πίσω της κομμάτια από τους ιστούς στο πλέξιμο των οποίων συνέβαλε. Με τον τρόπο αυτό καθιερώνεται μια «μέση» χρήση της. Η τακτική της Νατάσας Χατζιδάκι έχει την ιδιαιτερότητα να παραβαίνει αυτή την «μέση» χρήση, χωρίς να καθαρίζει τη λέξη από τα κομμάτια των κειμενικών ιστών. Πράγμα που εκθέτει τον λόγο στη δυνατότητα μιας νιτσεϊκής ερμηνευτικής.

Η ποίηση της Νατάσας Χατζιδάκι -τα δεκαεννέα χρόνια που καλύπτει ο τόμος Άδηλος Αναπνοή– αποτελεί μια νησίδα, που κάθε άλλο παρά καταληπτή είναι από τον γερασμένο ελληνικό «κανόνα». Φυσικά, ο «κανόνας» αυτός περιλαμβάνει και έργα των οποίων η σχέση με τη γλώσσα δείχνει να είναι σωματική. Ωστόσο, όταν μιλάμε για σώμα, θα πρέπει να μην ξεχνάμε πως μιλάμε για μιαν οντότητα που διαθέτει λειτουργίες, υγρά, οσμές, θερμοκρασία. Αυτά είναι ακόμα πολύ βαριά για την εκσυγχρονιζόμενη ραθυμία μας.

*Ο Γιώργος Μπλάνας είναι ποιητής

[Δημοσιεύθηκε στην “Αυγή”, Κυριακή 15/11/2009/]