βασιλική ηλιοπούλου – σμιθ

Το εκεί και τότε ως εδώ και τώρα

Το φαινόμενο του υπαινιγμού και της κατά τι ρεαλιστικής απεικόνισης ως ένας συνδυασμός του οποίου τα απότοκα κινούνται παράλληλα με την εποχή στην οποία αναφέρονται, αποτελούν, μεταξύ άλλων, μία προσπάθεια εκ μέρους της λογοτεχνίας να ερμηνεύσει το κοινωνικό μέσω του ατομικού. Δεν είναι λίγες εκείνες οι φορές όπου το κρυμμένο θηρίο του πολιτικού υποκειμένου παλεύει να ιδωθεί ως εσωεξωτερικός ατομικός πόλεμος και οι καλύτερες προθέσεις του συγγραφέα γίνονται η απόλαυση του αναγνώστη.

Σ’ αυτό το μυθιστόρημα, η Ηλιοπούλου στοχάζεται το ταυτόχρονο παιχνίδι που στήνουν επαναληπτικά η επιμονή και το πάθος, ο χρόνος και όσα θέλουν να τον καταργήσουν. Στην Ελλάδα του ’50, ο χρόνος έχει σταματήσει, καμία εξέλιξη δεν μπορεί να καταγραφεί και η επιμονή δεν φτάνει για να εγκαθιδρυθεί το πάθος. Ο Θωμάς, ο υπαλληλίσκος του ΟΤΕ, που χρόνια μετά αποφασίζει να μάθει να οδηγεί και ν’ αγοράσει αυτοκίνητο (θαρρείς και προσπαθεί να παραβλέψει όλα του τα προβλήματα), και ο Άρης, ο νεαρός που θέλει να μάθει, φοβούνται τα ίδια πράγματα: πώς θα προχωρήσουν οι ζωές τους παραμένοντας πιστοί σε αρχές και όνειρα – αλλά, πάντοτε, ο πρώτος με τη διαρκή αποφυγή απάντησης, και ο δεύτερος με τα εκκρεμή ερωτηματικά για τον κόσμο στον οποίο μεγαλώνει και όπου οι «μεγάλοι» κλείνουν τα μάτια τους.

Η διαφορά τους όμως είναι και οι παράλληλοι κόσμοι του βιβλίου: ο Θωμάς ζει την παράνοια του αστυνομικού κράτους, του έρωτα και των παθών εκείνης της εποχής, ρεαλιστικά, σ’ όλο του το πετσί. Ο Άρης όμως παλεύει με τα φαντάσματα που τριγυρνούν στον κόσμο, δίχως την παραμικρή προσπάθεια να πατήσει στον πραγματικό κόσμο – του φτάνει που ζει σ’ αυτό που κρίνει ότι ισχύει. Ένα σημαντικό εύρημα της Ηλιοπούλου που διαπνέει όλες της τις σελίδες.

Είναι αξιοσημείωτο το πώς αυτή η μεταφορά απ’ τον ρεαλιστικό κόσμο στον κόσμο του νου μπορεί και γίνεται χωρίς καμία αμηχανία, με μόνο μέλημα την αφήγηση που χτίζεται αργά, αποσκοπώντας στο αυτονόητο διακύβευμα, ανάμεσα σε άλλα, της τέχνης και της ζωής, που δεν είναι άλλο παρά η ταυτόχρονη παρουσία του ανθρώπου και της εποχής του στην πραγματική και τη φανταστική σφαίρα. Η γέφυρα που ενώνει τους δύο αυτούς κόσμους είναι, καταπώς προκύπτει, η Ευανθία, η δασκάλα, που αναγκάστηκε ν’ αφήσει τα πάτρια μακεδονικά εδάφη για να ζήσει, χωρίς απαντήσεις, κάπου στα δυτικά της Αθήνας με τον Θωμά και τον Άρη, τον πατέρα και τον γιο. Κι εδώ, παρατηρείται η αφθονία της αφήγησης: η συγγραφέας δεν αφήνει τον αναγνώστη να ταυτιστεί με τους δύο κεντρικούς ήρωες, γιατί, όπως φαίνεται, αρνείται να επιλέξει ή να λειτουργήσει ως οδοδείκτης των δύο συμπληρωματικών κόσμων.

Οι υπόλοιποι ήρωες, μικροαστοί, μικρόνοες, διαρκώς κλεισμένοι πίσω απ’ την ασφάλεια ενός λανθάνοντος εγωκεντρισμού, παλαντζάρουν –κι αυτοί με μάτια κλειστά, σαν να τ’ αφήνουν όλα στην τύχη– ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό – ανάμεσα, τελικά, σ’ αυτό που βιώνουν και σ’ αυτό που νομίζουν ότι ελέγχουν. Η Ηλιοπούλου επιλέγει χαρακτήρες απ’ όλο το φάσμα της κοινωνίας, ως τα κομμάτια του παζλ που λείπουν για να συμπληρωθεί το έργο. Όπως και να ’χει, η έννοια του ανθρώπου και του συνανθρώπου δεν παύει ποτέ να υπάρχει στο ίδιο πρόσωπο. Βέβαια, δεν είναι μόνον η συγκεκριμένη κατάσταση που κατακλύζει τις ζωές των ηρώων – σε τελική ανάλυση, τα δυο πεδία που προαναφέρθηκαν δημιουργούνται, έτσι κι αλλιώς, από ισοδύναμα, όσο και αυτόνομα, γεγονότα και σκέψεις.

Η απλή, στα όρια της ποιητικής, γλώσσα της Ηλιοπούλου παραμένει και το σημαίνον στοιχείο που προφανώς παλεύει να αναφανεί ως γέννημα της παρουσίας των πρωταγωνιστών στο βιβλίο, στο χωροχρονικό τους πλαίσιο. Η στακάτες, σε πολλά σημεία, γλωσσικές επιλογές δεν αναιρούν την ήρεμη, αργή θα ’λεγε κανείς, αφήγηση. Άλλωστε, η συγγραφέας δίνει την εντύπωση πως τίποτα δεν μπορεί να επηρεάσει την εξέλιξη της ιστορίας προς ένα εσπευσμένο τέλος: η ζωή έχει τους χρόνους της, των οποίων η διασάλευση δεν εναπόκειται σε κανέναν απ’ τους ήρωες.

Το ζήτημα που προκύπτει, και που μάλλον λύνεται προς το τέλος, είναι ο ακατάπαυστος φόβος και η αποσιωπημένη ραθυμία του Θωμά και του Άρη, και μαζί όλων των άλλων, ως σιωπηλή αποδοχή της περιρρέουσας κατάστασης. Ακόμη και το όπλο, το Smith & Wesson, καθίσταται, τουλάχιστον στην αρχή, το σύμβολο αυτού που μόλις αναφέρθηκε. Η όποια «εκπυρσοκρότηση» δεν θα μπορέσει να γίνει όχημα ώστε να έρθουν τα πάνω κάτω.

Στο μυθιστόρημα της Βασιλικής Ηλιοπούλου αυτό που, καταλήγοντας, απομένει στον αναγνώστη δεν είναι μόνον η ιστορία – αυτή ίσως παραμένει επιτυχώς μετέωρη. Αυτό που σκέφτεσαι ολοκληρώνοντας είναι το τεράστιο ερωτηματικό για τη ζωή (σου/μας) σήμερα. Στο εδώ και στο τώρα.

[κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις]

[Δημοσιεύτηκε στην «Αυγή», Τρίτη 24/11/2009.]

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s