νατάσα χατζιδάκι – άδηλος αναπνοή | συνάντησέ την, το βράδυ

Άδηλο σώμα, το βράδυ, αναγεννάται

Μερικές σκέψεις για το έργο της Νατάσας Χατζιδάκι

*

Νατάσα Χατζιδάκι, Άδηλος αναπνοή, Ποιήματα 1971-1990

εκδ. ύψιλον/βιβλία 2008, σελ. 205, τιμή: 14 ευρώ

Νατάσα Χατζιδάκι, Συνάντησέ την, το βράδυ, νουβέλα

εκδ. Πλέθρον 2009 (α΄ έκδοση: Μικρή Εγνατία 1979), σελ. 138, τιμή: 13 ευρώ

Με μιαν ανάσα: ο λόγος, ποιητικός ή πεζός, της Νατάσας Χατζιδάκι, απ’ τις σημαντικότερες φωνές της γενιάς του ’70, είναι σωματικός τόσο όσο το σώμα μπορεί ν’ αντιδράσει και να διαπεράσει, διεμβολίζοντας, τον χρόνο, μέσω μιας πασιφανούς ανυποχώρητης εννοιολογικής αφαιρετικότητας κι ενός γλωσσικού μινιμαλισμού, πολλάκις φορτισμένου.

Το σώμα κινείται μεταξύ ποιητικής έκστασης και πεζογραφικής ολιγάρκειας, αληθινού και ονειρικού (ή μυθικού), ρεαλιστικού και υπερρεαλιστικού. Ένα σώμα φτασμένο στο παρόν γεμάτο μνήμες παρελθόντος και νοσταλγία για το μέλλον – ή για το παρόν που αδυνατεί να παραμείνει αδρανές, όπως και ο αναγνώστης. Διαβάζοντας ταυτόχρονα τη δεύτερη συλλογή της (Ακρυλικά, 1976), που εντάσσεται στην Άδηλο αναπνοή, και τη νουβέλα Συνάντησέ την, το βράδυ (1979), μπορούμε να διαβλέψουμε το διακύβευμα της ποιήτριας: οι λέξεις ποτέ δεν είναι αρκετές, το ποίημα μεγαλώνει, το πεζό γράφεται, οι γλωσσικές επιλογές δεν υποχωρούν ενώπιον του καταιγισμού των περιγραφομένων.

Ακόμη κι όταν το νόημα καθίσταται αδιαπέραστο, η αναλογία διατηρείται στο εξής δίπολο: το σώμα ως περιφερόμενο ηχείο του κόσμου-το σώμα ως επινόηση του κόσμου. Η Χατζιδάκι λαχταρά τη λύτρωση απ’ τον κόσμο, γνωρίζοντας ότι δεν μπορεί να ζήσει χωρίς τα πάθη που αυτός προκαλεί. Οι ήρωες της νουβέλας πατούν σε δύο βάρκες: στη σκοτεινή δικτατορική Αθήνα, στο σκλαβωμένο σώμα και νου, και στην, έστω επίπλαστη, ελευθερία της ευρωπαϊκής μεγαλούπολης, όπου ο εκφοβισμός του ανθρώπου αντικαθίσταται απ’ τη (δήθεν;) γαλήνη – κι όλ’ αυτά, με υπερρεαλιστικές μεταβάσεις απ’ τον έναν τόπο στον άλλον, δίχως πάντοτε προφανή τρόπο.

Αυτές οι αδηφάγες βάρκες, με ισχυρή κόλλα στον πάτο, να μη φύγει το πόδι απ’ τη μια και περάσει στην άλλη, σχηματοποιούνται έτσι: κάθε αναφορά στην Αθήνα γίνεται με την αφήγηση θανάτου, ενώ σε κάθε αναφορά στην Ευρώπη διακρίνεται ένας διάχυτος ερωτισμός, σχεδόν εμμονικά, ενώ υποδηλώνονται τα ήδη επιλυμένα προβλήματα επιβίωσης. Η μνήμη του σώματος, ανεξάρτητα απ’ τις χωροχρονικές του συντεταγμένες, παραμένει στο προσκήνιο και ακολουθεί τη ροή της, θαρρείς αποκομμένη απ’ ό,τι την περιβάλλει.

Στην πρώτη της συλλογή (Στις εξόδους των πόλεων, 1971), η Χατζιδάκι είχε γερά κρατήματα στην οικονομία του λόγου, προτάσσοντας μιαν ορατή συνομιλία με τον Άλλον, ως αφανή ήρωα του καιρού και της ζωής. Η μαγεμένη γλώσσα, συνάμα με το μαγευτικό πέπλο της παροντικής ζωής ως προσδοκώμενης αθανασίας, χτυπούσε σαν επαναληπτικό καρφί με το πέρας κάθε ποιήματος, ενώ συγχρόνως εμφανιζόταν ένας χορός τους ρυθμούς της συγκρατημένης εξομολόγησης.

Μα η εξομολόγηση ποτέ δεν υποχωρεί. Πώς θα μπορούσε άλλωστε η σωματική γραφή της Χατζιδάκι να δημιουργηθεί έτσι, ώστε να εμφορείται διαρκώς απ’ τη δίψα για παραμονή στον κόσμο των ανθρώπων; (Τα ρητορικά ερωτήματα μοιάζουν περιττά – όσο υποχρεωτική ηχεί η διαδικασία της αναπνοής απ’ όλα τα σημεία του σώματος.) Στην τρίτη συλλογή (Δυσαρέσκεια, 1984), ο λόγος έχει πια μεγαλώσει σε έκταση και νοηματοδοσία. Ο τοκετός της αφήγησης χαρίζει θυμό και ειρωνεία, κι ίσως έναν αδιόρατο φόβο για την παρουσία του ποιητικού υποκειμένου στο σύγχρονο κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι. Πιθανώς γι’ αυτόν τον λόγο η Χατζιδάκι πηγαινοέρχεται απ’ το «εγώ» στο «εμείς», μ’ ένα ενδιάμεσο «εσύ», το οποίο μεταμορφώνεται επανειλημμένα σε περιβάλλον και εσωτερική φωνή. Το σώμα ντύνεται το ρούχο που του χαρίζει ένας ανεξέλεγκτος κόσμος, το αίμα που κυλά στις φλέβες του αδημονεί να χαριστεί σε πράγματα κι ανθρώπους.

Στη συλλογή Άλλοι (1990), η μόνη που διαθέτει αφιέρωση –πράγμα καθόλου τυχαίο αν αναλογιστούμε τον τίτλο της συλλογής–, το σώμα είναι έτοιμο, σαν από καιρό, να δοθεί στον κόσμο, στους άλλους. Δεν πρόκειται για καμιά παράδοση, για κανένα αλόγιστο χάρισμα – είναι μόνον ο ανηλεής πόθος τού «εγώ» να ενωθεί με τη συνθήκη που το καθορίζει: σώμα και νους ποτέ δεν καταφέρνουν, στην ποίηση της Χατζιδάκι, να μείνουν ξέχωρα.

Επιστροφή στη νουβέλα. Αυτό το έργο μοιάζει πρωθύστερο αναφορικά με ό,τι ακολούθως δημοσίευσε η ποιήτρια. Εδώ, μοιάζουν να συναντώνται τα προηγούμενα και τα επόμενα της νουβέλας (ποιητικά) έργα της, πάντα από την άποψη της μανίας του σώματος να ενδυθεί ή να απεκδυθεί το κοινωνικό, πολιτικό, ανθρώπινο συγκείμενό του. Το μόνο που έχουν ανάγκη οι ήρωες της νουβέλας είναι να ανακτήσουν την αναπνοή τους σ’ έναν κόσμο ελεύθερο, με μιαν αβοήθητη κραυγή κατάμουτρα στον φόβο.

Για το τέλος: είναι έμφυλη η γραφή της Χατζιδάκι. Η γυναίκα δεν είναι όχημα αφήγησης, είναι, καταρχήν, η παρουσία της υπομονής του σπαραγμού σ’ έναν κόσμο που καταπίνει ασύδοτα τους πάντες. Και το έργο της αντιστέκεται με νύχια και με δόντια σ’ αυτό το αβαθές πηγάδι. Έτσι κι αλλιώς, το μόνο που χρειάζεται είναι το λιγοστό φως για την ανάγνωση και το παχύρρευστο σκοτάδι για τον στοχασμό: η σωματική και η ερωτική συνάντηση αναδημιουργούνται και παραμένουν στην ανάγνωση της σημαντικής αυτής ποιήτριας – με όλους τους κινδύνους και την ομορφιά.

Κι ίσως μένει το ερώτημα: Είναι νουβέλα τελικά αυτό το κείμενο; Μήπως παραμένει ένα εκτεταμένο ποίημα που δεν βρίσκει χώρο να χωρέσει; Μήπως ο υπότιτλος («Σημειώσεις για ένα χαμένο μυθιστόρημα») υποδηλώνει ακριβώς αυτό: ότι πάντα επιστρέφει στο Ποίημα;

Ρητορικά ερωτήματα που δεν απαντώνται. Ή που χάνονται μόλις τα ξεστομίσεις…

*

[Δημοσιεύτηκε στην “Αυγή”, Τρίτη 8/12/2009.]

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s