Γιάννης Βαρβέρης | Γιάννης Κοντός

Απογυμνωμένη ανθρωπολογία

Σκέψεις για το πρόσφατο έργο δύο σημαντικών ποιητών

Το αναφαίρετο δικαίωμα στην αμαρτία

Γιάννης Βαρβέρης, Ο άνθρωπος μόνος, εκδ. Κέδρος 2009,

σελ. 83, τιμή: 9 ευρώ

Tι θα ’μενε, αναρωτιέμαι, αν μας στερούσαν αυτό το περίφημο κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν· αν απογυμνωνόταν ο άνθρωπος απ’ οποιαδήποτε υπόνοια ένθεου στοιχείου, προσδοκίας μιας «άλλης» ζωής, σ’ έναν άλλον κόσμο· αν έμενε μόνος, μ’ ένα περιφερόμενο σώμα – όχι ένα κορμί ξοδεμένο, αλλά ένα σώμα που χαρίζεται εις εαυτόν και αλλήλους. Θα ’μεναν στα σίγουρα τα τελευταία ποιήματα του Γιάννη Βαρβέρη· κι ίσως –απολύτως προσωπική η επιλογή– περισσότερο το ποίημα ο «Λάζαρος μετά το θαύμα», που αναστήθηκε, όπως κι ο άλλος, αλλά στα χέρια τού ποιητή ονειρεύεται τον δεύτερό του θάνατο. Προσοχή: δεν τον προσδοκά· συμβιβάζεται μαζί του επανεκτιμώντας τη ζωή· εμμένοντας στο μεγαλείο της.

Σαν συμφιλίωση με τον θάνατο διαβάζω τα ποιήματα του Βαρβέρη στον Άνθρωπο μόνο. Τον θάνατο ως ρούχο που ο άνθρωπος αναγκαστικά κάποτε θα ενδυθεί – μόνος κι έρημος ήδη στην τρέχουσα ζωή. Σ’ αυτή τη συλλογή, ο άνθρωπος λαμβάνει μορφές απ’ τη Βίβλο· είτε αυτές είναι αγιακές είτε απάνθρωπες. Εμμονικά σχεδόν, ο ποιητής διατρέχει αυτά τα πρόσωπα για να καταλήξει και πάλι στο σώμα – απαλλαγμένο απ’ οποιαδήποτε συνάφεια με το υπερφυσικό. Τονίζοντας, αντίθετα, το αναφαίρετο δικαίωμα στην προσωπική αμαρτία. Άλλωστε, ποιος μπορεί ν’ αγνοήσει την απροσμέτρητη ομορφιά της παραμονής του ανθρώπου στο απόλυτο παρόν, στην αδήριτη εγκατάσταση ανάμεσα σ’ ανθρώπους; Στην επαφή, στο κάτω κάτω, με τον ίδιο του τον εαυτό;

Ο Γιάννης Βαρβέρης θεολογεί, για πρώτη ίσως φορά, αποθεολογώντας και, πρωτίστως, αποθεοποιώντας, αφού πρώτα αντιτίθεται σε ορισμούς και κανόνες όποιας επίσημης Εκκλησίας. Όσο δογματικά θα μπορούσαν τούτα ν’ ακούγονται άλλο τόσο ο απροστάτευτος, απ’ οποιονδήποτε θεό, άνθρωπος μένει να στοχάζεται μόνο το σωματικό παρελθόν του, δίχως καμιάν έγνοια για τα πάθη που πιθανόν του επιφυλάσσουν ένα μέλλον φυλακισμένο στα καζάνια της κόλασης. Ακόμη κι όταν ο Ιησούς δέχεται τον λόγο απ’ τον ποιητή ή μεταφέρεται η φωνή του μέσω του τελευταίου, είναι και πάλι απελευθερωμένος απ’ τα υπερβατικά του διαπιστευτήρια, προκειμένου ν’ αντιμετωπιστεί ως ίσος προς ίσον, αφού, όπως διακρίνεται, ο πόνος μπορεί να ιδωθεί μόνον ως ίδιον του κατόχου της ανθρώπινης ιδιότητας.

Κι όλ’ αυτά μ’ έναν ιδιότυπο, βεβαίως γνώριμο, σαρκαστικό τόνο. Αυτός ο σαρκασμός του Βαρβέρη προϋποθέτει όμως όλη την κρισιμότητα της στοχαστικής αντιμετώπισης του κόσμου ως μεταβατικού σταδίου απ’ τη ζωή στον θάνατο· με μια προϋπόθεση κι εδώ: την ανυποχώρητη παραμονή στη ζωή, με τον θάνατο να χάσκει, μόνος κι αυτός.

* * *

Καταφάσκοντας στο καθημερινό

Γιάννης Κοντός, Ηλεκτρισμένη πόλη, εκδ. Κέδρος 2008,

σελ. 74, τιμή: 12,50 ευρώ

Όποια κι αν είναι η ερώτηση, η απάντηση είναι ο άνθρωπος· στη μοναξιά του να σχοινοβατεί ανάμεσα στα καθημερινά πράγματα, στην (απέλπιδα;) πάλη του να βρει την εξήγηση της παρουσίας στο εκάστοτε «εδώ», στην προσπάθεια να εντοπίσει το μικρό, τη λεπτομέρεια, προκειμένου να επανακαθορίσει την ολότητά του. Ο Γιάννης Κοντός έχει θέσει την ποίησή του στη διάθεση όλων αυτών· έχει βρει εκείνον τον φακό που όχι μόνο μεγεθύνει, αλλά, συνάμα, απλοποιεί ό,τι τάχα μοιάζει περίπλοκο στη ζωή του ανθρώπου. Μ’ έναν πρωταρχικό σκοπό, εικάζω: να οικειοποιηθεί τον φόβο από (και σε) ανθρώπους κι αντικείμενα, αποσκοπώντας σε μιαν ατέρμονα καταπάτησή του.

Αυτό που χρειάζεται, όπως μοιάζει απ’ τα ποιήματα της Ηλεκτρισμένης πόλης, είναι το αγνό, στα όρια του παιδικού, βλέμμα πάνω σ’ ό,τι συναπαρτίζει την ύπαρξη του ανθρώπου, είτε πρόκειται περί έμβιων είτε περί άβιων όντων. Ποιητής της φυλάκισης του καθημερινού ως αδιαμφισβήτητου καθ’ ολοκληρίαν ισχύοντος, ο Κοντός τριγυρίζει σ’ έναν τόπο που είναι φορτισμένος, μπορεί και κατάφορτος, από την αναζήτηση του απλού, του αδύναμου, του συμβάντος που απομένει στον άνθρωπο ως όλο του το βιος. Δίχως καμιά χρήση περίπλοκης λεκτικής καλολογίας, ο ποιητής διεξέρχεται κινηματογραφικά μια ζωή, θαρρείς περιορίζοντάς τη σε μιαν ημέρα: το πρωί, για την καθαρότητα του στοχασμού· το μεσημέρι, για τον χορτασμό του νου· το βράδυ, για την απαντοχή τού καλά κρυμμένου στο σκοτάδι.

Η αποκάλυψη του «συνηθισμένου» θαύματος στην ποίηση του Κοντού είναι χαρακτηριστική. Το αναπάντεχο ξεσκέπασμα της αλήθειας, στο γενικό και το ειδικό, αυτής της ζωής, μέσω της πλήρους απουσίας ωραιοποιήσεων, έχει έναν, τουλάχιστον, στόχο, και μάλιστα χαμένο μέσα σε μιαν ανεξήγητα περίπλοκη «διαδικασία» ζωής: την επιστροφή και την παραμονή μας στο αυτονόητο, σ’ αυτό που υπάρχει γύρω μας, που είναι αφ’ εαυτού όμορφο, αλλά αδυνατούμε να εντοπίσουμε – ή, τελικά, αποφεύγουμε, με δικαιολογίες στηριγμένες στην υποτιθέμενη έλλειψη χρόνου.

Ο Γιάννης Κοντός ακριβώς αυτές τις προφάσεις θέλει να διαγράψει διά παντός. Μοιάζει, με τον απλούστερο (όχι προφανώς απλοϊκό) τρόπο, να επαναφέρει τη μεγέθυνση του αδιόρατου ως μια πρόταση επανατοποθέτησης του ανθρώπου στον κόσμο που ο ίδιος έχει δημιουργήσει, και που ο κόσμος μοιάζει να τον ξεπερνά – ή να τον προσπερνά. Ο ποιητής, στην πλήρη του δημιουργική ωρίμανση, σαρκάζει τις δικαιολογίες: «Λες και δεν ξέρω πού είμαι και συνεχίζω αυτό / το σκουριασμένο ποίημα, ενώ το σπίτι μου / έχει παραδοθεί ήδη στις φλόγες»· και με την ποιητική του τρυφερότητα αγκαλιάζει ξανά τη ζωή, προτρέποντάς μας σ’ αυτήν.

[Δημοσιεύτηκε στην «Αυγή», Τρίτη 29/12/2009.]

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s