Ολιβιέ Τοντ (Olivier Todd) – Αλμπέρ Καμύ (Albert Camus) | Μια ζωή

«Θέλω να αποκομίσω κάποια σκέψη […] περιορισμένη στο χρόνο»

Διαβάζοντας τη βιογραφία του Αλμπέρ Καμύ

Ολιβιέ Τοντ, Αλμπέρ Καμύ, Μια ζωή, μτφρ. Ρίτα Κολαΐτη

εκδ. Καστανιώτη 2009, σελ. 788, τιμή: €31,50

Από τους μεγαλύτερους στοχαστές και λογοτέχνες του 20ού αιώνα, ο Αλμπέρ Καμύ ήταν μια ολοκληρωμένη, πολυσχιδής προσωπικότητα που πάλεψε με τον χρόνο, τους ανθρώπους, τις λέξεις, τους πολέμους, τον ίδιο του τον εαυτό – και δεν βγήκε σε όλα νικητής. Ίσως αυτός να ’ναι ο λόγος που κατέχει πια αυτή τη θέση στην παγκόσμια γραμματεία. Ίσως τα απροσμέτρητα πάθη του να του χάρισαν τον μύθο του ανθρώπου, τη μυθολογία που περιβάλλει όλους όσοι έζησαν πρώτα απ’ όλα ως άνθρωποι.

Ολοκληρωμένος διανοούμενος, παθιασμένος γραφιάς, ορκισμένος ακτιβιστής για τη δική του Αλγερία, ερωτικός και απόλυτος. Χωμένος βαθιά στην ψυχή του κόσμου, όλης της ανθρωπότητας αλλά και του καθενός ανθρώπου ξεχωριστά, ο Καμύ δεν δίστασε στιγμή να αναμετρηθεί με τη ζωή, να υποχωρήσει ενώπιόν της, να την ξεπεράσει. Ήδη από την παιδική του ηλικία μέσα του αγωνίζονταν για την πρωτοκαθεδρία ο φόβος και η αντίσταση, το μένος και η γαλήνη. Και δεν είναι τυχαίο αυτό: απ’ τη μια ο πόλεμος και η πολυλογία της μητέρας του, απ’ την άλλη ο θάνατος και η σιωπή της γιαγιάς του, το στάσιμο του χρόνου ύστερα απ’ τον χαμό δικών του ανθρώπων, μεταξύ αυτών και του πατέρα του. Ο Καμύ μεγάλωσε κουβαλώντας το φορτίο της ορφάνιας. Και των άρρωστων πνευμόνων του.

Είναι από κείνες τις περιπτώσεις όπου είναι αξεδιάλυτα τα όρια μεταξύ ζωής και τέχνης, πραγματικότητας και φαντασίας. Ο Καμύ ήταν αδιαπραγμάτευτος σ’ αυτό: ζωή και γραφή πάντα πορεύονται μαζί. Όλες τους οι τραγικές ή οι ευτυχισμένες στιγμές και καθοριστικές εμπειρίες εντάσσονται στο έργο του, δίχως ούτε λεπτό αυτό να χωλαίνει σε αλήθεια και έρεισμα στο πανανθρώπινο. Σπουδαίο επίτευγμα για έναν διανοούμενο είναι να καθιστά το ιδιωτικό κοινό, να μεταφέρει τα προσωπικά του βιώματα σ’ ένα στερέωμα που αφορά και άλλους.

Φιλοσοφία, λογοτεχνία, υποκριτική, θέατρο, δημοσιογραφία, όλα μπαίνουν σ’ ένα βαρέλι και δημιουργούν ένα ενιαίο και μεθυστικό χαρμάνι, όπως χαρακτηριστικά έλεγε ο ίδιος διαβάζοντας και διορθώνοντας κείμενα ενός φίλου του. Κατά την ανάγνωση, συνειδητοποιείς πως ό,τι έλεγε ο Γάλλος στοχαστής κατά καιρούς για φίλους, έργα και καταστάσεις λειτουργεί προφητικά για το δικό του έργο. Όση σκληρότητα μπορεί να επέδειξε, τόση δέχτηκε και ο ίδιος· όση αγάπη και εμμονή με λέξεις, ανθρώπους και πράγματα χάρισε, άλλη τόση βίωσε· ζων ή τεθνεώς. Αυτό το τελευταίο μάλλον δεν μπορεί να έχει κάποια σημασία: ένας σπουδαίος φιλόσοφος και λογοτέχνης, όπως ο Καμύ, δεν αφήνει κανένα περιθώριο να ξεχωρίσεις τη ζωή του απ’ τον θάνατό του· και τα δύο κινούνται σε μιαν ενιαία γραμμή, με όλες της τις, κατά καιρούς, αναταράξεις.

Άνθρωπος της εποχής του, των ιδιαίτερων κάθε φορά δευτερολέπτων που περνούσαν από μέσα του ή πολλές φορές από μπροστά του – υπήρξαν φορές, έντονες και σπαρακτικές, που δεν ήταν σε θέση να ελέγξει γεγονότα κι αισθήματα. Ο Καμύ συγχρωτίστηκε αλλά ποτέ δεν βολεύτηκε ανάμεσα στους ανθρώπους, ειδικά όλα εκείνα τα μεγαθήρια της εποχής του: Ρεμόν Κενώ, Ρενέ Σαρ, Αντρέ Μαλρώ, Μωρίς Μερλό-Ποντύ, Ζαν-Πολ Σαρτρ, Σιμόν Ντε Μποβουάρ, Μαρία Καζάρες, και τόσους άλλους. Οι συγκρούσεις συνεχείς, οι αγάπες αδιάκοπες. Και το χαρμάνι συνεχίζεται ακόμη κι εδώ. Ο Αλμπέρ ποτέ δεν κατάλαβε, μαζί του κι εμείς, εάν ό,τι συνέβαινε στη ζωή του ήθελε να τον αποσπάσει απ’ το έργο του ή να του στείλει σημάδια για το προς ποια κατεύθυνση πρέπει να κινηθεί. Εδώ ενδεχομένως εντοπίζεται ένα κάποιος διαχωρισμός στο ενιαίο ζωής και τέχνης του Καμύ: στη ζωή, μπορεί να φοβήθηκε πολλά· στην τέχνη όμως, ενέτασσε τα πάντα συνεχώς. Για να τα ξορκίσει, να τα εξηγήσει, να τα πολεμήσει; Οι απαντήσεις επαφίενται στην προσωπική ανάγνωση του καθενός.

Η βιογραφία απ’ τον Ολιβιέ Τοντ –και το εξαιρετικό μεταφραστικό αποτέλεσμα από τη Ρίτα Κολαΐτη– είναι μία ανεξάντλητη πηγή πληροφοριών, σπαραγμάτων και ντοκουμέντων για τη ζωή του μεγάλου Γάλλου. Στις σχεδόν οκτακόσιες σελίδες του βιβλίου συμπυκνώνονται τα μικρά και τα μεγάλα, τα σημαντικά και τ’ ασήμαντα μιας ολόκληρης ζωής, μιας ζωής επίσης ανεξάντλητης. Κάθε σελίδα αυτού του βιβλίου αποτελεί και μιαν έκπληξη. Όπως επίσης και μια σπιρουνιά για να διασώσεις τις μνήμες σου απ’ την ανάγνωση των έργων του, να διατηρήσεις μέσα σου ό,τι μπορεί να σε έχει σημαδέψει από τον συγγραφέα του Ξένου, της Πανούκλας, του Μύθου του Σισύφου και του Επαναστατημένου ανθρώπου – τουλάχιστον.

Η αλήθεια ότι έχει κανείς να πει πολλά για έναν τέτοιον άνθρωπο και για μια βιογραφία σαν του Ολιβιέ Τοντ, ο οποίος παρέδωσε ένα έργο έπειτα από πολύχρονες και επώδυνες, φαντάζομαι, κάποιες φορές, έρευνες και συναντήσεις με ανθρώπους και λέξεις. Είναι από κείνες τις στιγμές (όπως συμβαίνει με την ποίηση, για παράδειγμα) που είναι μάλλον δύσκολο να καλύψεις ό,τι διαμοίβεται μπροστά σου, πάνω στο λευκό χαρτί όπου τρέχουν εικόνες και ψυχές. Ο Αλμπέρ Καμύ, έχω την αίσθηση, κατάφερε ακριβώς αυτό: να μας δυσκολέψει στον διαχωρισμό και στο φιλτράρισμα των σημαντικότερων στιγμών του· είτε γιατί, όπως αναφέραμε, δεν γίνεται αυτό εξ αντικειμένου είτε διότι δεν υπάρχει καμία ανάγκη. Νά ένα χαρακτηριστικό των βιωματικών έργων – με όλα τα ελαττώματα και όλα τα σπουδαία τους. Όπως ακριβώς η ίδια η ζωή, που δεν επιδέχεται κρίση και, προφανώς, διάκριση.

[Δημοσιεύτηκε στην «Αυγή», Τρίτη 19/01/2010.]

Χαμένοι – Daniel Mendelsohn

Ένα βιβλίο κι ένα τεφτέρι

Η συνταγή είναι απλή: αρκεί μια εγγενής διαστροφή έναντι των λέξεων, κι ένα μαγικό συνονθύλευμά τους θα βάλει τα πράγματα σε μια σειρά. Πιο συγκεκριμένα· ένα βιβλίο είναι πολλάκις ικανό να συστηματοποιήσει, πάντοτε με τον δικό του τρόπο, αυτό που βιώνεις μία συγκεκριμένη περίοδο, είτε ως μονάδα είτε ως μέλος μιας ευρύτερης ομάδας.

Θα ήταν ενδεχομένως βαρετό και πιθανόν σκέτη θλίψη αν προσπαθούσαμε να αναλύσουμε τον καμβά πάνω στον οποίο παίρνει σχήμα η καθημερινή μας ζωή, όπως συνδιαμορφώνεται από τις εξωτερικές και τις εσωτερικές προσλαμβάνουσες – κοινωνικές, οικονομικές, ψυχολογικές, περιβάλλοντος. Ωστόσο, αυτό που παραμένει κοινό, καταπώς θέλει κανείς να φαντάζεται όταν για λίγο «ξεφεύγει», έστω με τρόπο τεχνητό, είναι η αναζήτηση της κοινής ανθρώπινης ελπίδας ως αποτύπωσης ενός ελεύθερου κομματιού του προσωπικού μας χάρτη.

Κάπως έτσι διαβάζω τους Χαμένους του Daniel Mendelsohn, όπως υπέροχα και υποδειγματικά μεταφράστηκαν από τη Μαργαρίτα Ζαχαριάδου (εκδ. Πόλις). Αρκεί ο υπότιτλος –«Αναζητώντας έξι από τα έξι εκατομμύρια»– για να σε κάνει να σκεφτείς πως μάλλον έτσι λειτουργεί το ταξίδι μέσα σ’ αυτόν τον κόσμο, μέσα στο καλά κρυμμένο τεφτέρι του καθημερινού. Κι αυτό έχει τις συνέπειές του.

Ο Mendelsohn σκάβει βαθιά τα θεμέλια της προσωπικής και οικογενειακής του ιστορίας, αποσκοπώντας σε μια χαμένη αλήθεια, η οποία απεικονίζεται σε έξι χαμένα πρόσωπα από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η ποιητικότητα που διατρέχει το κείμενο θυμίζει τα λιγοστά μας όπλα ως ανθρώπων· οι βιβλικές αναφορές φέρνουν στον νου τ’ αδιόρατα σκαλοπάτια που οδηγούν εκεί όπου κανείς ποτέ δεν έχει ξαναπάει· τα ντοκουμέντα μιας άλλης εποχής προτυπώνουν, θέλοντας και μη, την ασίγαστη επιθυμία γι’ αντικειμενικότητα –έστω για μια πρόφαση αντικειμενικότητας–, προκειμένου να δοθεί μια εξήγηση που να μοιάζει λογική μες στο περιρρέον παράλογο.

Κι αυτό μπορεί να ’ναι ίδιον των απανταχού λεξιλάγνων. Τι θα ’μενε ωστόσο απ’ τα βιβλία, αν όχι ο δρόμος που οδήγησε στο τέλος τους; Τι θα ’μενε, κι εδώ η απάντηση εκκρεμεί, αν η ανάγκη για λέξεις δεν οδηγούσε σε απρόσμενες πράξεις; Το βιβλίο αυτό δεν καταλήγει πουθενά. Θα φάνταζε τουλάχιστον παράταιρο, εν προκειμένω, αν δινόταν ένα οποιοδήποτε τέλος· όπως ακριβώς και το τέλος στη ζωή, που κανένας από μας δεν θα το ζήσει· και μιλώ για το δικό του. Έστω…

[Δημοσιεύτηκε στην «Καθημερινή», Σάββατο 27/3/2010.]