Αερολογίες ή Πραγματεία για έναν πόνο που ποτέ δεν έγινε άνθρωπος

Αποφεύγουμε τον θάνατο σε μικρές δόσεις,
όταν θυμόμαστε πάντοτε ότι για να είσαι ζωντανός
χρειάζεται μια προσπάθεια πολύ μεγαλύτερη από το απλό γεγονός της αναπνοής.
Pablo Neruda

Ο αφανισμός της ανάσας ήταν πάντοτε το ένα και μοναδικό πρόβλημα όλων αυτών των όντων που ήθελαν να αναπαραχθούν· είτε ως σάρκα είτε ως πνεύμα είτε ως μιαν ένωση που προειδοποιεί για τον θάνατο, που τον προετοιμάζει. Ο αέρας είναι, απ’ όπου κι αν το πιάσεις, το συστατικό εκείνο, για το οποίο θυμώνουν ―δίχως να το ξέρουν― οι φιλόσοφοι γιατί τους πρόλαβαν οι φυσικοί και οι γιατροί. Ο αέρας ―τι να κάνουμε;― προϋποθέτει δυο ρουθούνια κι έναν οισοφάγο· δεν έχει ανάγκη, ας πούμε, το ον και το μη ον, δεν εξαρτάται από καμία πληκτική αιωνιότητα σε μια σκακιέρα, όπου τα πιόνια τσακώνονται για το ποιο απ’ όλα θα μείνει όρθιο. Όρθιο δεν μένει τίποτα ― εκτός κι αν θέλουμε να μιλήσουμε για το κακό και για το καλό, πράγματα όλως βαρετά.

Τα ρουθούνια και ο οισοφάγος είναι στοιχεία αρκετά. Επαρκούν για να βασιλέψει ο αέρας καταπώς πρέπει, δίχως έστω για μια στιγμή να χάσει την πλήρη του ακεραιότητα, μιαν ακεραιότητα που καμιά σημασία δεν έχει. Ό,τι δεν έχει σημασία αυτομάτως καθίσταται ελεύθερο, ανεξάρτητο, παντελώς ανικανοποίητο και ολούθε πνιγμένο από ένα «πώς» που τρίζει κάθε πρωί, λίγο προτού ξυπνήσεις. Αν ξυπνήσεις. Πράγμα που επίσης δεν έχει σημασία, αφού ο αέρας συνεχίζει να υπάρχει, έτσι κι αλλιώς, που αυτό τελικά είναι το μόνο που έχει σημασία σ’ ένα κείμενο που εμπεριέχει στον τίτλο του την πομπώδη λέξη «Πραγματεία».

Ο αέρας λοιπόν πάει κι έρχεται, συστέλλεται και διαστέλλεται, πυκνώνει κι αραιώνει, δοκιμάζεται και δοκιμάζει. Και, επαναλαμβάνω, υπάρχει ανεξάρτητα απ’ οτιδήποτε άλλο. Ο αέρας ―δοκιμασμένο στοιχείο μιας φύσης κατά τ’ άλλα πληκτικής― αναδιοργανώνει τον εαυτό του και αναδιαπραγματεύεται την αιωνιότητά του· με τον εαυτό του πάλι. Και για να μη μακρηγορούμε (που θα το κάνουμε τελικά), ο αέρας κάνει ό,τι του καπνίσει· και του καπνίζει πολλά, αδιαλείπτως. Δεν υπάρχει τίποτα έξω απ’ τον αέρα. Μέσα του, στον αέρα δηλαδή, δεν ξέρουμε τι υπάρχει. Δεν είμαστε σε θέση να ξέρουμε, κυρίως γιατί δεν μας νοιάζει· και γιατί δεν έχουμε περιθώρια· εξάλλου, δυο ρουθούνια κι έναν οισοφάγο διαθέτουμε, κι αυτά όχι σε απόλυτη λειτουργία σε όλες τις περιπτώσεις.

Ο αέρας έχει και ιδιότητες ζωής και θανάτου. Βέβαια… Ο αέρας είναι αυτός που διαχωρίζει το ον απ’ το μη ον, το υπάρχω απ’ το δεν-υπάρχω (και καλά κάνω), το ενταύθα απ’ το επέκεινα. (Οι φιλόσοφοι μόνο ορολογίες μάς κληροδοτούν· ο αέρας όμως στενάζει κάτω απ’ τα σκεπάσματα· κλισέ, ναι, το ξέρω.) Θέλω να μάθω για κάποιον που μίλησε για τον αέρα και για τη σημασία του. Θέλω (σχεδόν απαιτώ, με μια κάποια συστολή) κάποιον να μου μιλήσει για τον αέρα, γιατί αλλιώς θα γράφω «Πραγματείες» ώσπου να μου τελειώσει ο αέρας· νά, μια τρύπα στο νερό, με λίγα λόγια.

Η ζωή και ο θάνατος συνδέονται με μιαν ευθεία γραμμή με τον πόνο· όχι, μη νομίσετε ότι λιποθυμώ απ’ τη συγκίνηση για κάτι τέτοιο· αλλού είναι το πρόβλημα, εάν υπάρχει τέτοιο, και, βέβαια, δεν λύνεται με χάπια ή με ορούς. Το πρόβλημα του αέρα είναι ότι συνδέεται με μιαν ευθεία γραμμή με όλα τα πράγματα, με όλα όσα μπορεί ο άνθρωπος (χα!) ν’ αγγίξει με τα χέρια ή να δει με τα μάτια του. (Εν προκειμένω, τ’ αυτιά μάς αφήνουν παντελώς και παγερώς αδιάφορους. Επιτρέψτε μου.) Στο φιλί, χρειάζεσαι αέρα, τον ανταλλάσσεις· στο τσιγάρο, τον ρουφάς και τον εκπνέεις· στον πόνο (αχά!), σου τελειώνει, τελειώνει· χωρίς «σου». Ο αέρας δυσκολεύει τους ανώφελους μηρυκασμούς των λέξεων. Οι λέξεις χρειάζονται αέρα για ν’ ακουστούν· και για ν’ ακούσουν. Ο αέρας δεν χρειάζεται τίποτα.

Πού είναι όμως ο πόνος; Ο πόνος είναι εκεί όπου ο αέρας τελειώνει· είναι όπου ο αέρας είτε δυναμώνει είτε εξασθενεί· είναι εκεί όπου ο αέρας μπαίνει σε λέξεις και όπου λέξεις δεν αντέχονται, γίνονται είτε υποκοριστικά είτε μεγεθυντικά. Ο πόνος είναι εκεί όπου τον αέρα που νομίζεις ότι έχεις κάνει δικό σου δεν θες να τον μοιραστείς με κανέναν· ούτε πια με τον εαυτό σου. Ο πόνος είναι εκεί όπου ο αέρας φυλακίζεται ―μόνον επειδή το θέλει― και σταματά η λειτουργία των ρουθουνιών και του οισοφάγου· και ξερνάς, ξερνάς τόσο, που βγάζεις όλον τον αέρα που νόμιζες ότι κρατούσες καλά φυλαγμένο, καλά φυλακισμένο.

Ο αέρας έχει την ιδιότητα της εκδίκησης.

Φτάνει κάποια στιγμή που αρχίζεις να μετράς τα χρόνια που συναλλάσσεσαι ―ενσυνείδητα― με τον αέρα· φτάνει αυτή η στιγμή που αδιαφορείς για τα χρόνια σου· δεν τα συμψηφίζεις με τον χρόνο. Έρχεται μια στιγμή που τα χρόνια δεν έχουν καμιά σύνδεση πια με τον χρόνο. (Γαμημένη γλώσσα.)

Έρχεται μια στιγμή που μετράς τα χρόνια των μεγαλυτέρων σου και τα βρίσκεις λειψά· βρίσκεις τον αέρα τους λειψό· βρίσκεις τους ανθρώπους λειψούς. Οι συνομήλικοι και οι μικρότεροι έχουν το άλλοθι της αδυναμίας. Οι άλλοι, όχι. Έτσι νομίζεις. Από τότε που συνειδητοποιείς τους συμψηφισμούς του χρόνου, αρνείσαι να συμψηφίσεις τα άλλοθι. Και την αδικία. Οποιασδήποτε μορφής.

Ξεχάσαμε τον αέρα, γιατί, στην πραγματικότητα, μια μεταμοντέρνα ψευτοδουλειά ήταν για να συμβολιστεί ο πόνος. Α, ναι, ο πόνος! Θα ήθελα, να ξαναδιαβαστεί το κείμενο και όπου «αέρας» να μπει «πόνος». Και τούμπαλιν. Ξέρετε, αυτά είναι γνωστά παιχνιδάκια· αχρείαστα και φυσικά αστεία, γελοία ίσως.

Ξέρετε όμως, ο άνθρωπος δεν είναι ποτέ σε θέση να διαχωρίσει τον πόνο απ’ τον αέρα· ο άνθρωπος, απ’ όπου κι αν προέρχεται, όπου κι αν πηγαίνει, είναι εκ προοιμίου καταδικασμένος να καταδικάσει.

Κι αυτό, απ’ όπου κι αν το πιάσεις, συμβαίνει όταν είσαι μικρός. Όταν μεγαλώσεις, πρέπει να μάθεις να ξεχωρίζεις. Και να μην αδικείς.

Έστω κι αν σου ’χει τελειώσει ο αέρας.

Ο πόνος, εκεί. Σε όλες τις ηλικίες. Με τα δυο ρουθούνια και τον οισοφάγο.

Ανθρώπινα πράγματα. Απλά.

Και μεγαλώνουμε.

Πέριξ των αρχών του ’80 ― εγώ; εμείς;

Το 2011, έκλεισα τα 30 μου. Με τη ζωή που κάνω, και εκτός άλλου απροόπτου, πιθανόν έχω διανύσει τη μισή μου ζωή. Μπορεί και λιγότερο· μπορεί και περισσότερο. Κι όμως, αυτό δεν είναι το ζήτημα· το ζήτημα είναι το τίποτα. Ένα ωραιότατο, μεγαλωμένο μες στον δικό του κόσμο, τίποτα· ο μεγαλύτερος εχθρός όσων γεννήθηκαν πέριξ των αρχών της δεκαετίας του ’80, πέριξ της Αλλαγής, πέριξ της γένεσης ενός ονείρου ότι η Ελλάδα θα μπορούσε να υπάρξει σοσιαλιστική· θα μπορούσε, λέγανε κι ελπίζανε, ν’ αγγίξει τ’ όνειρο του παραδείσου πολλών ανθρώπων που, λίγα χρόνια νωρίτερα, είχαν βγει απ’ τη δεύτερη δικτατορία του 20ού αιώνα ― φανερή, τουλάχιστον.

Κι όμως, η δεκαετία του ’80 είναι η δεκαετία που ζήσαμε, αλλά που δεν καταλάβαμε. Το «Τσοβόλα, δώσ’ τα όλα» είναι ένα σύνθημα που εντάσσεται στην εποχή που παίρναμε το «απολυτήριο» του νηπιαγωγείου, ένα «απολυτήριο» που, φαντάζομαι, δεν πλαισιώνεται απ’ αυτό το λαϊκίστικο σύνθημα, δεν εξαρτήθηκε απ’ αυτό. Το «απολυτήριο» του νηπιαγωγείου, το λέω με κάθε παρρησία, το αξίζαμε, δεν μας το χάρισε ο πολυπόθητος σοσιαλισμός.

Η προσγείωση του αεροπλάνου απ’ την Αμερική και το «ματάκι» του σ. Αντρέα στην αεροσυνοδό με την υπέροχη περμανάντ μάς είναι μία σκηνή που είδαμε στο YouTube, αλλά απολαύσαμε στα μάτια των πατεράδων μας που, ζηλώσαντες τη γοητεία του συντρόφου, κόντεψαν να πάθουν ανεπανόρθωτο στραβισμό και αδιανόητη υψοφοβία· πάλι καλά που, τότε, επιτρεπόταν το κάπνισμα στ’ αεροπλάνα. Και το τίποτα μεγαλύνεται και αυξάνεται και πληθύνεται. Οι βάσεις του θανάτου, εντούτοις, παραμένουν αναλλοίωτες στον χρόνο και ακούνητες στη Σούδα. Οι ΗΠΑ δεν θα μας συγχωρήσουν ποτέ τον έρωτα με τον Καντάφι. Ο αδελφός και ο σύντροφος δεν πτοούνται μπρος στο μεγαλείο της δηλώσεως του τέως δικαστού και νυν Προέδρου της Δημοκρατίας πως η Ελλάς είναι ένα έθνος ανάδελφον. Μπριτς· έχει αδέλφια στη βόρειο Αφρική. Και παιδιά στη Σουηδία.

Το βρόμικο ’89, στην εποχή του, γραφόταν με «ω». Και δεν ήταν και τόσο βρόμικο ούτε και βρώμικο, αν καλοσκεφτούμε πως μοιραία οδηγηθήκαμε εκεί, όπως λέει η Wikipedia και οι συν αυτή. Στη β’ δημοτικού, ακόμα μαθαίναμε Αριθμητική και δεν είχαμε καν ξεκινήσει Ιστορία και Μελέτη Περιβάλλοντος. Έξω όμως, ο Λεωνίδας Κύρκος και ο Χαρίλαος Φλωράκης φτιάχναν τον Ενιαίο Συνασπισμό, ο Όλυμπος κι ο Κίσαβος δεν μαλώναν πια, η Ελλάδα είχε πάρει το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα με τον Αργύρη Καμπούρη να πετυχαίνει τις βολές και τον Φασούλα να στέκεται εκεί ψηλά, στο 2.13, και να χαμογελάει, με τον ίδιο τρόπο που, λίγα χρόνια αργότερα, θα χαμογελούσε ως βουλευτής ή δήμαρχος, τότε που η Δαμανάκη θα είχε ήδη αφήσει την Ανανεωτική Αριστερά εκτός Βουλής, θα την είχε αφήσει εκτός ατζέντας, γιατί θα ’χε γεμίσει η κακομοίρα (η ατζέντα) με ραντεβού στις Βρυξέλλες· με σπαστά αγγλικά, αλλά με το ρεκόρ της μεγαλύτερης συλλογής αστυνομικών μυθιστορημάτων ακόμα στο τσεπάκι. Το βρόμικο ’89, η Αριστερά θαμπώθηκε απ’ τη γοητεία ενός αποστράτου ναυάρχου με τ’ ονοματεπώνυμο χωρίς φαντασία. Ο σύντροφος παραπέμπεται, θαρρείς και είναι διπλωματική εργασία τελειόφοιτου μιας κάποιας Νομικής, και ο Κοσκωτάς χάνει το στοίχημα της Τράπεζας Κρήτης, γιατί, ρε Μανωλιό, ναι, τα παλικάρια και φοβούνται και πονάνε. Το βρόμικο ’89, συνεχίζει ένα τίποτα που δεν μπόρεσε ποτέ να γίνει κάτι.

Έπεσε ο υπαρκτός, έπεσε το Τείχος, δάκρυσαν οι παλιοί αριστεροί, δάκρυσαν όλοι οι δεξιοί, ο καθένας για διαφορετικούς λόγους ― κανείς, όμως, δεν ήξερε ακριβώς γιατί. Εμείς, δε, βλέπαμε σφυριά να κοπανάνε τα μπετά ή την Κόκκινη Πλατεία να γεμίζει με ουρλιαχτά και νομίζαμε ότι ανέβηκαν οι συντελεστές δόμησης και δόθηκαν καινούργιες αντιπαροχές. Ζούσαμε ένα καινούργιο τίποτα κι ακόμα δεν το ’χαμε πάρει χαμπάρι. Άλλωστε, οι γονείς μας, οι θείοι μας, οι οικογενειακοί μας φίλοι απολάμβαναν ήδη τα επιδόματά τους, είχανε τρουπώσει οι μπαγάσες και δεν προλάβαιναν να δακρύσουν και να στεναχωρηθούν. Θα έχαναν το επίδομα έγκαιρης πρόσβασης στις υπηρεσίες τους και αυτό δεν θ’ άρεσε καθόλου στον υπεύθυνο της κλαδικής και στον μεγαλοσυνδικάλα της ανώφελης απεργίας. Πού καιρός για απεργίες· εδώ έχουμε ιδιωτική τηλεόραση και τους επιγόνους του Φρέντυ Γερμανού και του Ζάχου Χατζηφωτίου. Λυσσάξτε, τσαούσες. Και λυσσάγανε· μαζί τους κι εμείς. Προτρέχω, όμως, προτρέχω.

Το 1990 ώς το 1993, γινόμαστε πρόδρομοι της θεσπέσιας ρήσης του μακαριστού Χριστοδούλου: «Δεν ξέραμε τίποτα, σπουδάζαμε». Βέβαια, ήμαστε ακόμα στα μέσα προς τα τέλη του δημοτικού, αλλά εμείς που συστεγαζόμαστε με το μακρινό, προς ώρας, γυμνάσιο θαυμάζουμε του μαθητές που απ’ τη μια βρίζουν τον Κοντογιαννόπουλο, καταριούνται τον δολοφόνο του Τεμπονέρα, καταλαμβάνουν τα σχολεία και, απ’ την άλλη, εξαναγκάζονται (;) να διαδηλώσουν τα εθνικά τους φρονήματα, μαζί τους κι εμείς και πολύς κόσμος, για την επιβουλή των Σκοπίων και το υπέροχο όνομα «Μακεδονία»,  που κανείς δεν θα μας το πάρει, γαμώ το ξεσταύρι μου. Στην επαρχία, ειδικά στη μακεδονική γη, είμαστε φορτισμένοι ― κινητά ακόμα δεν είχαμε, ώστε να χρειαστεί ν’ αντικαταστήσουμε το ρήμα.

[Δεν θα ξεχάσω ποτέ τον φόβο που ένιωθα από τους Ρωσοπόντιους (έτσι τους λέγαμε τότε δυστυχώς) και τις κλίκες τους. Ξέρανε πολεμικές τέχνες, ήταν θεόρατοι, θέλανε να μας φάνε και τις γκόμενες. Ε, όχι.]

Κι όμως, ο Τεμπονέρας ζει, και καλά κάνει, γιατί πώς αλλιώς θα γινόταν ο Κοντογιαννόπουλος βουλευτής του κόμματος του συντρόφου που τόσο τον είχε βρίσει, καταραστεί και κατηγορήσει ως συντηρητικό απολειφάδι. Το τίποτα, εκείνη την περίοδο, βοηθιέται μεγαλειωδώς απ’ την αποχώρηση του Σαμαρά, την Πολιτική Άνοιξη και την επάνοδο του συντρόφου. Ο πρόεδρος γίνεται επίτιμος, ο Μπακογιάννης δολοφονείται και η Ντόρα γίνεται βουλευτής Ευρυτανίας. Μονοεδρική, παρακαλώ. Η κυρία του συντρόφου πνίγεται στο Καστρί και αποφασίζει ν’ αλλάξει τα φώτα και τα χρώματα στη ζωή της. Τότε που ήταν καιρός. Ο αδελφός της κυρίας του συντρόφου υφυπουργοποιείται, όταν δεν γράφει, και ο Κατσιφάρας μάς κάνει να γελάμε με το επίθετό του, αφού δεν καταλαβαίναμε τι έργο παρήγε μες στο γενικότερο τίποτα και τη μικρή μας ηλικία. Η Μαλβίνα, όμως, καταλάβαινε, αλλά έχει καιρό ακόμα. Ο πούστης δεν ήταν έτοιμος να βγει απ’ την παράγκα.

Το ’96, αρχίζουμε να μεγαλώνουμε και να θέλουμε να γαμήσουμε. Ναι, μάλιστα, θέλαμε να γαμήσουμε. Μας πρόλαβε ο Σημίτης. Πρώτη μου φορά είχα φοβηθεί τόσο πολύ τον στρατό· ήταν τότε που μπήκαν στην πολιτική, για μας, για πρώτη φορά στ’ αυτιά μας ―που είχαν ακούσει ήδη και για μια δευτεροβάθμια εξίσωση― όροι όπως «λογαχός», «στρατηγός», «υπασπιστής». Το «Τσουκάτος» δεν μας έλεγε τίποτα ούτε και το «Πάγκαλος». Γελούσαμε μόνο, γιατί ―πώς να το κάνουμε;― δυο Θόδωροι στην ίδια κυβέρνηση πήγαινε πολύ. Η Μαλβίνα μάς το ’λεγε για τον Τάπερμαν, εμείς γελούσαμε, αλλά είχαμε να δώσουμε πτυχία στις ξένες γλώσσες και δεν προλαβαίναμε να τα κάνουμε όλα. Άσε που είχαμε αρχίσει ν’ αγοράζουμε εξοχικά, να ψωνίζουμε αρειμανίως και να εκδράμουμε ανά την Ελλάδα. Γιατί;  Γιατί έτσι.  Γιατί τίποτα. Ένα ωραιότατο εκσυγχρονιστικό τίποτα, όπου ετοίμαζε Ολυμπιακούς Αγώνες και εξέδιδε κάρτες και καταναλωτικά δάνεια με την ίδια ευκολία που η Siemens αγόραζε και πουλούσε κυβερνήσεις, κόμματα, πολιτικούς και γεννούσε έναν υπέροχο λαϊκισμό, με άρωμα Παντείου και λεβάντας· όπως το ίδιο εύκολα ο Λαλιώτης έκανε αβάντες στον Ασλάνη και χρωμάτιζε το βάθρο του Κωστόπουλου, με το «Νίτρο» να γίνεται η βίβλος του καλού Μυκονιάτη και το άλλοθι του καλοβαλμένου τριαντάρη, που έτρωγε σαλάτες στο Μποσκέτο και κοιμόταν σε χρωστούμενες ακόμα τουαλέτες. Α, και, βέβαια, διάβαζε Κοέλιο, αντάμα με Βαμβουνάκη, ενώ πήγαινε πρώτο ραντεβού σε συναυλία του Σπανουδάκη, που ακόμα δεν είχε μάθει να τον ξεχωρίζει απ’ τον Κραουνάκη. Ο Κωστόπουλος γέμισε άλλοθι μια κοινωνία που δεν τα ’χε ανάγκη· καταστρεφόταν μια χαρά και μόνη της.

Αυτή η χώρα ποτέ της δεν ξεπέρασε τις κυρίες της αυλής. Απλώς, παράχωνε πισίνες, όπου έβρισκε.

Περνούσανε τα χρόνια. Μεγαλώναμε κι εμείς, είχαμε ήδη αρχίσει να πολιτικοποιούμαστε, να κομματικοποιούμαστε κάποιοι και κάποιες εξ ημών (ένα είναι το Κόμμα, έτσι;) και να θέλουμε να φορτωθούμε, σώνει και καλά, όλη την κληρονομιά του κινήματος ― με «κ» πεζό, τόσο πεζό που γρήγορα θα μας απογοήτευε. [Με «Κ» κεφαλαίο δεν γράφαμε τίποτα· το ΠΑΣΟΚ, άλλωστε, είχε αρχίσει να φορτώνεται ωραιότατα την ταμπέλα του νεοφιλελευθερισμού και η Σώτη Τριανταφύλλου είχε ήδη εκδώσει το «Εργοστάσιο των μολυβιών», που μας ανατρίχιαζε και μας έκανε να νιώθουμε αριστεροί με παρελθόν.] Οι (πιο) δεξιοί θέλησαν να μην κερδίσει ο Σουφλιάς τον Καραμανλή στις εσωκομματικές εκλογές, τότε, το πάλαι ποτέ, μετά τον Έβερτ (ναι, τους θυμάμαι όλους αυτούς από τότε), αλλά γλυκοκοίταζαν τον Σημίτη που μια χαρά σαλιάριζε με τη Γιάννα, τους Ευρωπαίους και τον Γιωργάκη. Το τίποτα, λοιπόν, έπαιρνε άλλη αίγλη, το 2000 όδευε προς τα πάνω μας. Στο γύρισμα της χιλιετίας, το τίποτα μύριζε υποβάθμιση της δραχμής και έλευση του ευρώ. Το τίποτα είχε ανάγκη από ανακαίνιση, από ανανέωση. Δεν γινόταν να μη χρωστάς σε μια τράπεζα, που τότε άλλαζαν χέρια και ονόματα, όσο εύκολα ο Σημίτης μουστάκια στους υπουργούς του.

Με τη νέα χιλιετία σπουδάζουμε, βρίζουμε τον Χριστόδουλο ή τον πάμε, μετατοπίζουμε τη μέσα μας Αριστερά λίγο πιο δεξιά και καταδικάζουμε τον κομμουνισμό. Φορτωθήκαμε, μετά μανίας, την κληρονομιά του, αλλά κάπου μας τα χάλασε ο άλλος κόσμος, ο εφικτός, και η Βάρης-Κορωπίου, έξοδος 28, από Αττική Οδό.

Τα πράγματα αρχίζουν και ζορίζουν. Δεν είναι τόσο εύκολες οι παντός είδους αποπληρωμές· παίρνουμε το (πρώτο και, ίσως, τελευταίο) πτυχίο μας· έρχεται ξανά στα πράγματα η επάρατη δεξιά· γίνονται οι Ολυμπιακοί· ομορφαίνει για λίγο η Αθήνα και όλοι θέλουμε να την εγκαταλείψουμε. Θέλουμε να είμαστε αριστεροί, θέλουμε να μην ξαναμιλήσουμε για κομμουνισμό, θέλουμε να εκμεταλλευτούμε τον καπιταλισμό και να φωνάξουμε, επιτέλους, ότι ένα μεταπτυχιακό θα μας σώσει. Συνδέουμε αποκλειστικά, μα λανθασμένα, την αριστερά με τον κόσμο ―ελάτε τώρα―, τον εφικτό, τα κινήματα γίνονται παγκόσμια, εμείς θέλουμε να παγκοσμιοποιήσουμε τα θέλω μας και λοξοκοιτάμε προς το τίποτα, που έχει φορτωθεί, καιρό πριν, ένα Σύμφωνο Σταθερότητας, αλλά όχι ακόμα το Σύμφωνο Συμβίωσης. Η συμβίωση προϋποθέτει συμφωνία, η συμφωνία προϋποθέτει έρωτα κι εκεί αρχίζει να χτίζεται ο ΣΥΡΙΖΑ. Χαράς ευαγγέλια. Ελάτε, κόσμε, τ’ αφεντικό τρελάθηκε, τα δίνει όλα τσάμπα. Τσάμπα καίει η λάμπα, τσάμπα ανάβουν τα λαμπάκια μας, τσάμπα φωνάζει ο Παπαγιαννάκης. Δεν τον ακούμε. Προτιμούμε τη «Ρόζα», τον Μπανιά και τη ΔΕΑ. Η αλήθεια μας ζει εκεί έξω, κι εμείς χορεύουμε γύρω απ’ το τίποτα.

[Η μόνη μας αληθινή μοναξιά, το διάβασμα. Πάντα.]

Η περίοδος 2004-2009 είναι σαν να μην υπήρξε. Κι αυτό ήταν το μεγάλο μας λάθος. Όταν ο αντίπαλος είναι τόσο ξεκάθαρος, δεν έχεις παρά να προετοιμάζεις τα όπλα σου, να ετοιμάζεις τον εαυτό σου. Εμείς κοιμόμαστε, εμείς μαλώνουμε ακόμα για τον κακό εκσυγχρονισμό και τον κόσμο ―τον εφικτό, ντε― που δεν ήρθε ποτέ. Λοξοκοιτάζουμε, πάλι και πάλι, προς το μέρος της σύνταξης. Με το που μπήκε δίλημμα εάν θα πάρει η γενιά μας σύνταξη ή όχι, έπρεπε όλοι και όλες μας ν’ αναθεωρήσουμε όλη μας τη ζωή. Αφελές ακούγεται· δεν είναι. Δεν είναι αφελές να χάνεις το εγνωσμένο, μέχρι τα τότε, τίποτα και να ζεις μ’ ένα κάτι που δεν σ’ αρέσει. Είναι το καινούργιο, χειρότερο ακόμη, τίποτα. Ναι, ρε· είναι.

Το 2009 ήρθε. Είναι μόλις δυο χρόνια πριν. Είναι σαν να πέρασαν δέκα εκατομμύρια χρόνια, και απ’ την πλειστόκαινο να περάσαμε, μέσ’ απ’ το Τρίγωνο των Βερμούδων (μας έμεινε και τίποτ’ άλλο να φορέσουμε;), στον Homo Desperatus, στον Homo Dengameispsilakapela. Αμέ! Και Μνημόνιο μας ήρθε, και Μεσοπρόθεσμο, και τρόικα, και ΔΝΤ, και «Αγανακτισμένοι». Άφωνοι και όλως φοβισμένοι, ξεχάσαμε «ματάκια», βρομιές, Κοντογιαννόπουλους, τείχη, πλατείες, εκσυγχρονισμούς και τα ρέστα, και το ρίξαμε, μετά μανίας, στην απελπισία του ταχυδρόμου που δεν φέρνει τίποτε άλλο παρά λογαριασμούς ― απλήρωτους εκ των υστέρων, γαμημένους εκ των προτέρων. Εμείς καταδικάζουμε τους λογαριασμούς απ’ όπου κι αν προέρχονται. Αυτοί, πάλι, οι λογαριασμοί, απ’ όπου κι αν προέρχονται, μας καταδικάζουν. Εκτός κι αν το ’χαμε ρίξει στα μαύρα φράγκα και έχουμε καταθέσεις που φροντίζει η μαμά μας να ενημερώνει, αφού της έχουμε τσακίσει, χρόνια και χρόνια, το υπέροχο παστίτσιο και το δραστικό λευκαντικό, δύο σε ένα, με μαλακτικό. Εμ ανεξαρτησία, εμ μάνα-στρώσε-μου-να-φάω.

Και ήρθε η εποχή να ξαναβρούμε την πολιτική μας στέγη, να επανενταχθούμε κάπου, να σηκώσουμε λίγο το χέρι μας και να χαιρετίσουμε όσα χάσαμε και όσα δεν προλάβαμε να αποταμιεύσουμε. Τόσο απλά.

[Κοντεύω τις 2.000 λέξεις και μ’ έχει πιάσει απελπισία.]

Αναθεωρούμε, αναμασάμε, κοιτάμε με μισό μάτι, παίρνουμε τα πάνω μας, φοράμε τα καλά μας πάλι, καπνίζουμε όσο μάς παίρνει, κάνουμε καινούργιους φίλους και συντρόφους, χαρτογραφούμε το παρόν και το μέλλον μας ―με τίποτα το τίποτα παρελθόν μας― και ανατροφοδοτούμε τα εναπομείναντα, ζώντα, βλαστοκύτταρά μας. [Εν τω μεταξύ, το σουβλάκι πάει κι έρχεται.] Αλλάζουμε σπίτια, ζωές ολόκληρες, κάνουμε καινούργια όνειρα, πίνουμε τσάι, χορταίνουμε απ’ τον αέρα, αγαπάμε τους αγαπημένους και μας αγαπούν κι αυτοί. Παράλληλα, το Μνημόνιο και το Μεσοπρόθεσμο τρέχουν. Εμείς δεν ξέρουμε τι στάση να κρατήσουμε, δεν μας παίρνουν τα χρόνια για νέα μεταπτυχιακά, χρωστάμε ΦΠΑ, ΤΕΒΕ, δουλεύουμε, δεν δουλεύουμε, λιγοστεύουμε.

Μέσα μας, λιγοστεύουμε.

Φεύγουμε, ερχόμαστε, αναπολούμε, ερωτευόμαστε ―πάλι―, μαλώνουμε. Τίποτα· τίποτα· τίποτα. Κι όμως, ονειρευόμαστε. Κι όμως, παλεύουμε, έστω μόνο μέσα μας, με το γαμημένο το αύριο.

Μέσα μας, λιγοστεύει η απελπισία. Ψευδεπίγραφα. Απλώς [«απλώς», πφφ…], την ενσωματώνουμε.

Ψάχνουμε λύσεις. [Να σταματήσω εδώ;]

Θέλουμε, απ’ τη μια, να ξεχέσουμε την κυβέρνηση, και, απ’ την άλλη, επιθυμούμε διακαώς να κάνει κάτι, τώρα, να μας σώσει. Θέλουμε να γευτούμε τη χαρά τού να είσαι ένα κράτος που δουλεύει, κι απ’ την άλλη ν’ αποφύγουμε τον Κέινς, που πολύ καλά τα ’λεγε ο κακομοίρης. Θέλουμε να δουλέψουμε για να γίνει αυτό το κράτος κράτος ―για μια φορά στην Ιστορία του― και, απ’ την άλλη, σουρνόμαστε αποδώ κι αποκεί. Θέλουμε πίσω την αγαπημένη μας αριστερά και, απ’ την άλλη, δεν ξέρουμε πώς να τη χτίσουμε. Θέλουμε όλη την κληρονομιά στην πλάτη μας, αλλά, ναι, για να της αλλάξουμε τα φώτα.

Εμείς, που γεννηθήκαμε πέριξ των αρχών της δεκαετίας ’80, δεν έχουμε ζήσει τίποτα.

Ζήσαμε, όμως, το τίποτα.

Κι ούτε που το καταλάβαμε.

[Να με συμπαθάτε για το α΄ πληθυντικό πρόσωπο του κειμένου. Δεν θέλω να μιλήσω εξ ονόματος κανενός. Θα ήθελα όμως να μην είμαι μόνος μου σ’ όλο αυτό. Κι έχω πρόβλημα με τον Λακάν, να το ξέρετε.]

Γεια σας.

δ.α.