[ Όρθιοι· ]

 

Η άνω τελεία είναι μία διττή ανθρώπινη κατάσταση· είναι και τελεία ―δείχνοντας σαφώς μια κατάσταση τελειωμένη, τέλεια―, αλλά και άνω ταυτόχρονα ― δείχνοντας πως είναι έτοιμη να αυτοαναιρεθεί πετώντας μακριά. Η άνω τελεία στέκεται, παρότι κινούμενη, στη θέση της· ισορροπεί ανάμεσα στο «τέλος» και στην «αρχή»· όπως ακριβώς και οι άνθρωποι. Η άνω τελεία «είναι ένα ακατάπαυστο σώμα που δεν καταλήγει».

[d_A]

Στη φωτό, οι χορευτές Ριαλένα Νικοδήμου και Αντώνης Αντωνίου, από ένα project του χορευτή και χορογράφου Γιάννη Παπακαμμένου.

Advertisements

[ Τα σηκωμένα δάχτυλα ]

Δεν ξέρω αν είμαστε η τελευταία φουρνιά μαθητών που το πέρασε αυτό, αλλά στο δικό μου Δημοτικό Σχολείο, στη Δράμα, οι δασκάλες και οι δάσκαλοι σήκωναν χέρι ―ή χάρακα―, αφού είχαν σηκώσει ψηλά, πολύ ψηλά το δάχτυλο φωνάζοντας, ενίοτε ακατάληπτα. Έκτοτε, μου ’χει δημιουργηθεί μία φοβία με τη βία και με τα «σηκωμένα δάχτυλα», η οποία, με τα χρόνια, εξελίχθηκε σε δυσανεξία, σε αφόρητη αποστροφή, κρατώντας κάτι από τον φόβο, προσθέτοντας και κάποια λύπη. Αποστράφηκα τον εαυτό μου όταν, όντας καθηγητής σ’ ένα ιδιωτικό Γυμνάσιο, δεν κατάφερα, έστω τις ελάχιστες φορές, ν’ αποφύγω το σηκωμένο δάχτυλο, το οποίο συνοδευόταν, εξ όσων θυμάμαι, και από ακατάληπτες κραυγές ή βαρετές, εν πολλοίς, νουθεσίες. Πόσο πρωτότυπος να είσαι, εξάλλου, χάνοντας τα λογικά σου;

Ξανά: Δυσανεξία και αφόρητη αποστροφή, με ολίγη από φόβο και λύπη.

Τα σηκωμένα δάχτυλα, δυστυχώς, είναι παντού. Τα συναντάς στην οικογένεια, στους φίλους, στους εραστές, στους συντρόφους, στους περαστικούς, στους ξένους. Τα σηκωμένα δάχτυλα είναι έτοιμα, παντού, να σε κατασπαράξουν, να σου δείξουν τον «σωστό» δρόμο, να σε νουθετήσουν «όπως πρέπει» γιατί αυτά «ξέρουν». Αυτά τα δάχτυλα παραμονεύουν, ως άλλοι μαυροφορεμένοι δωσίλογοι, για να σε καταδώσουν στα βάθη και στα τάρταρα μιας συνείδησης που ούτε επέλεξες ούτε, ενδεχομένως, φαντάστηκες.

Τους φοβάμαι και τους αποστρέφομαι τους ανθρώπους με τα σηκωμένα δάχτυλα. Είναι σαν να ’ναι εκεί κάτι μεγάλα στόματα που άλλο σκοπό δεν έχουν απ’ το να σε καταγγείλουν σ’ ένα δικαστήριο που αποτελείται, απλώς, από μια διαφορετική γνώμη. Η διαφορά αυτής της γνώμης είναι και ο μοναδικός γνώμονας άρσης του δάχτυλου· είναι ο ένας και μοναδικός λόγος να καταδικαστεί μία άλλη γνώμη, μία άλλη άποψη, που έλαχε ―Κύριος οίδες ποιος το κρίνει― να μην αποτελεί σωτηρία και αξιωματική αλήθεια διά σύμπασαν την ανθρωπότητα.

Κι αυτοί άνθρωποι ―εξ επαγγέλματος ή, φυσικά, εξ αφορμής δικαστές, αιώνιοι ή όψιμοι (κατα)δικαστές― δημιουργούν ένα ασφυκτικό πλαίσιο, όπου εσύ, ο κάθε φορά υπόλογος του δάχτυλου, βρίσκεσαι υπό την αιγίδα μιας θέσης που δεν σου επιτρέπει ν’ αντιδράσεις· απαγορεύεται το ομιλείν ενώπιον ορθωμένων δαχτύλων· απαγορεύεται η λογική σου να σκεπάσει, έστω και προσωρινά, βρε αδερφέ, τις φωνές που σε πλακώνουν, χτίζοντας γύρω σου ένα σκοτάδι. Το πόσο θα κρατήσει αυτό το σκοτάδι λίγη σημασία έχει. Σημασία έχει που ήρθε· έστω και στιγμιαία.

Τα σηκωμένα δάχτυλα δεν θέλουν να σου μάθουν, δεν θέλουν να διορθώσουν· θέλουν να σε μειώσουν, να σε κάνουν να ξεχάσεις όχι μόνο αυτά που ήξερες, αλλά κι αυτά που είχες τη δίψα να μάθεις.

Στις εποχές των άκρων, τα σηκωμένα δάχτυλα είναι ακόμη συχνότερο φαινόμενο. Ο καθένας, προκειμένου να διατηρήσει ένα σταθερό σημείο αναφοράς, χτίζει γύρω του τείχη ή τειχία (ανάλογα τις δυνατότητες και τις ανάγκες, ίσως) και βγαίνει απ’ αυτά μόνον όταν είναι να στρατολογήσει ―πάντα με σηκωμένο δάχτυλο― στη δική του άποψη περαστικούς ή μη. Να πούμε βέβαια εδώ ότι το παράλογον του σηκωμένου δάχτυλου είναι πιθανόν να μην αποτελεί μονιμότητα· μπορεί να εμφανίζεται ως ξέσπασμα της στιγμής, ως αντίδραση στο παράλογον της «απέναντι» πλευράς. Να με συμπαθάτε: Μαλακίες.

Και η δική μας, τώρα, είναι μια εποχή των άκρων. Ο αφόρητος μανιχαϊσμός ενεδρεύει παντού, είναι στημένος σε κάθε γωνιά της καθημερινής μας πρακτικής. Δεν είσαι μαζί μου; είσαι με τον άλλον. Δεν πιστεύεις αυτό; ε, τότε, πιστεύεις εκείνο. Τα σηκωμένα δάχτυλα αγαπούν τη παράλογη λογική τού «άσπρο-μαύρο». Προφανώς, είναι δύσκολο ―αλλά όχι ακατόρθωτο― να μην παραδεχτούμε ότι, ναι, μπορεί σήμερα, ειδικά σήμερα, να πρέπει να διαλέξεις ένα «στρατόπεδο». Δυστυχώς όμως, αυτό που μας διαφεύγει τις περισσότερες φορές είναι πως, αφενός, κάθε στρατόπεδο μπορεί να έχει τις εσωτερικές του διαφοροποιήσεις και, αφετέρου, στο ένα ζήτημα να είσαι μ’ αυτό το «στρατόπεδο» και στο δεύτερο σε κάποιο άλλο. Κι όμως, τα σηκωμένα δάχτυλα απαιτούν καθαρότητα. Καθαρότητα στην άποψη, καθαρότητα στη θέση, μονιμότητα και μη υποχώρηση σε αρχές και αξίες ―«εγγενείς» ή «επίκτητες», δεν έχει σημασία γι’ αυτά τα δάχτυλα―, επιμονή σ’ αυτό και σ’ εκείνο, λατρεία σ’ αυτό και στο άλλο, αποστροφή στο τάδε και στο δείνα.

Κουράστηκα.

Η καθαρότητα, ο παντός είδους «πουρισμός», η σώνει-και-καλά-σαφήνεια μου δημιουργούν μία αβάσταχτη τάση φυγής ― αν, βέβαια, δεν με κάνουν ν’ αντιδράσω με τον ίδιο τρόπο, που μοιραία με οδηγεί κι αυτός στη φυγή. «Φοβάμαι, σου λέω, τα τακτοποιημένα όνειρα», λέει ο ποιητής Γιάννης Ποταμιάνος. Ναι, είναι να φοβάσαι την απόλυτη τακτοποίηση. Την απόλυτη τακτοποίηση που είναι απόρροια μιας λυσσαλέας επιθυμίας να πάρεις θέση σε μια μάχη που, εκτός του ότι δεν έχει νικητή, δεν αποτελείται ούτε από εχθρούς ούτε καν από δύο παρατάξεις. Ειδικά στις εποχές των άκρων, νομίζω, οι «παρατάξεις» είναι περισσότερες των δυο και, σίγουρα, δεν είναι πάντοτε αντικρουόμενες. Τα σηκωμένα δάχτυλα μοιάζουν να μην το καταλαβαίνουν αυτό. Ή, ίσως, το καταλαβαίνουν μ’ έναν τρόπο που εγώ δεν μπορώ να δεχτώ ή να αντιληφθώ. Πάσο.

Πιθανώς, θα έπρεπε να τελειώσω αυτό το κείμενο με προτάσεις και εναλλακτικές, οι οποίες, είναι πολύ πιθανό, θα κατέληγαν σε μπουρδολόγες νουθεσίες. Δεν έχω ούτε προτάσεις ούτε εναλλακτικές. Αυτό το κείμενο μόνο έναν φόβο και μιαν αποστροφή ήθελε να εκφράσει· μια λύπη, μια στεναχώρια που υπάρχουν αυτά τα δάχτυλα και αδικούν ―κατάφωρα αδικούν― τους ιδιοκτήτες τους. Και μια συγγνώμη σ’ όσους ένιωσαν ποτέ να τους σηκώνω το δάχτυλο. Ακόμη κι αν ήθελα όσο τίποτε άλλο εκείνη τη στιγμή να το κάνω, σίγουρα θα το μετάνιωσα σε λιγότερο από τρία δευτερόλεπτα. Την επόμενη φορά, σπάστε τό μου.

δ_αθηνάκης

Blind date


Άλλος τρόπος από το σώμα δεν υπάρχει

Γιώργος Χειμωνάς

«Μα πώς έγινε αυτό; Πώς;» ήταν η ερώτησή της, κι εκείνος κοιτούσε, δίχως να μπορεί να δώσει μιαν απάντηση.

«Δεν έχω ιδέα». Η πιο ανόητη απάντηση του κόσμου. Κι όμως, την ξεστόμισε· θαρρείς και δεν μπορούσε αλλιώς· σαν να ’ρθε πάλι εκείνη η πιεστική φωνή· με το έτσι-θέλω.

«Ώστε δεν έχεις ιδέα. Μάλιστα». Θιγμένη απ’ τη δήθεν αφαιρετική απάντηση, εκείνη σήκωσε από κάτω ένα εισιτήριο ήδη χτυπημένο. «Και τώρα, τι;»

«Τώρα, θα πάρουμε το μετρό και θα πάμε στα σπίτια μας. Θα δούμε τηλεόραση μέχρι τελικής πτώσης».

«Τηλεόραση; Μήπως παραλογίζεσαι πάλι;»

«Πάλι; Νά, δες· υπάρχει φωτογραφία· δεν σου λέω ψέματα· δες, που να με πάρει και να με σηκώσει!» Της δείχνει τη φωτογραφία· είναι αλήθεια! Με το καλό ημίπαλτο, τζην παντελόνι, τραγιάσκα, ημιαθλητικά παπούτσια, στη γωνία Πατησίων και Κεφαλληνίας, σχεδόν έξω απ’ το Au Revoir, κρατά ένα βιβλίο. Το δείχνει η φωτογραφία ξεκάθαρα.

«Μα, συγγνώμη, αυτό δεν ήταν μες στο κεφάλι σου; Έτσι δεν έλεγες την άλλη φορά;»

«Ο φάκελος· πού βρέθηκε αυτός ο φάκελος που είχε μέσα τη φωτογραφία;»

«Χριστέ μου, θα με τρελάνεις! Δεν βγάζω άκρη».

Πέρασαν τ’ ακυρωτικά μηχανήματα και άρχισαν να προχωρούν προς «Αιγάλεω/Αεροδρόμιο». Ο σταθμός του Συντάγματος, εκείνη την ώρα ―Παρασκευή νωρίς το βράδυ ήτανε, θαρρώ―, δεν είχε πολύ κόσμο. Ένας νεαρός, μ’ αυτά τα ποδήλατα που γίνονται μια σταλιά εάν τα «μαζέψεις», τους κοίταξε και σαν να τους χαιρέτησε.

«Τον ξέρεις;» τη ρώτησε.

«Από πού να τον ξέρω, καλέ; Αλλά θα τον μάθαινα ευχαρίστως».

«Πάμε λίγο πιο γρήγορα· μπορεί να πηγαίνει προς την κατεύθυνσή μας».

«Απορώ πού τη βρίσκεις την όρεξη».

«Πάμε, μπας και ανεβεί λίγο η διάθεσή μας».

Τον ακολούθησαν κατά πόδας. Αυτός έκανε πως δεν τους κατάλαβε· παρ’ όλ’ αυτά, άρχισε να περπατά πιο σιγά. Ψηλός, σαν πρώην κολυμβητής στο φυζίκ, με μια φόρμα καφετιά και μουσταρδί ζακέτα. Παπούτσια αθλητικά, μαύρα με πολλή λάσπη· πολυφορεμένα. Το ποδήλατο κάτασπρο, τέως γυαλιστερό, με πολλή λάσπη κι αυτό. Μακριά μαλλιά, καστανόξανθα, που έφταναν μέχρι την πλάτη, τόσο ώστε να καλύπτουν τη χειρολαβή της τσάντας που είχε στην πλάτη του· κόκκινη ― η τσάντα, όχι η πλάτη· με μια κονκάρδα πάνω, μάλλον ο Albert Camus.

«Μη μου πεις; Ο Camus είναι αυτός εκεί πάνω;» ρωτάει εκείνη, δήθεν εκστασιασμένη.

«Είσαι με τα καλά σου, κορίτσι μου; Πες μας ότι αυτό είναι που σε νοιάζει τώρα».

«Πες μου ότι είναι ο Camus!»

«…».

Συνέχισαν να τον ακολουθούν. Στο ενάμισι λεπτό που χρειάστηκαν για να κατεβούν και τις δεύτερες, τεράστιες σε μήκος σκάλες, αυτός στάθηκε σ’ ένα σκαλί κι έφερε μπροστά στη μούρη του την τσάντα. Πήγε να την ανοίξει, αλλά του ’φυγε το ποδήλατο και αποφάσισε ν’ αποτολμήσει το άνοιγμα αργότερα, στην αποβάθρα.

«Έχει γούστο!» είπε εκείνη μισοαστεία-μισοσοβαρά.

«Τι πράμα;»

«Πες μου ότι διαβάζει κιόλας, και θα πέσω στις ράγες του τρένου!»

«Ε, είσαι τρελή!»

Φτάσανε όλοι μαζί ―ο ποδηλάτης, αυτή, αυτός και τα μυστήρια― στην αποβάθρα. Ο λιγοστός κόσμος έμοιαζε έτοιμος να κοιμηθεί όρθιος· μόλις είχαν κλείσει τα μαγαζιά και, μάλλον, όλοι είχαν φάει πολλές ώρες στο πηγαινέλα αποδώ κι αποκεί. Μία κυρία, γύρω στα σαράντα, είχε στα χέρια της το πρόγραμμα από τα Ορφανά. Τα ορφανά· νιώθεις ορφανή ποτέ; σκέφτηκε να τη ρωτήσει, αλλά το άφησε. Εκείνη ήταν, τώρα πια, κολλημένη στον καμυφόρο ποδηλάτη της.

«Σε πέντε λεπτά θα έρθει το τρένο».

«Εντάξει, προλαβαίνεις να κάνεις ένα τσιγάρο», τον ειρωνεύτηκε.

«Κι εσύ προλαβαίνεις να του μιλήσεις».

«Όχι, δεν μπορώ. Ντρέπομαι».

«Καλά».

Τέσσερα λεπτά. Ο ποδηλάτης, αφού ακούμπησε το μαζεμένο, πια, ποδήλατό του στο τοιχίο της αποβάθρας, έφερε ξανά μπροστά του την κατακόκκινη τσάντα του. Την ανοίγει. Κολλάει το φερμουάρ. Παλεύει. Κάτι μουρμουρίζει. Τρία λεπτά. Ξαναπάει το φερμουάρ στην αρχή. Προσπαθεί και πάλι. Δεν ανοίγει. Κολλάει. Δύο λεπτά. Βρίζει λίγο πιο δυνατά. Κάτι σε «Άντε γαμήσου πάλι». Κοκκινίζει ολόκληρος. Αυτός κι η τσάντα, ένα. Ένα λεπτό. Τα καταφέρνει! Ένα λεπτό. Την ανοίγει. Ένα λεπτό. Ψαχουλεύει. Ένα λεπτό. Ξαναβρίζει. Ένα λεπτό.

Ένα…

«Τι;»

«Τι “τι;”;»

…λεπτό…

«Τι σκατά θα βγάλει;»

«Τι ’ν’ αυτά που λες;»

«Τι θα βγάλει απ’ την τσάντα του;»

«Αγόρι μου, τι σε νοιάζει τι θα βγάλει απ’ την τσάντα του; Έχεις καεί τελείως;»

Ακούγεται το τρένο απ’ τη στροφή. Έρχεται. Πλησιάζει. Ο ποδηλάτης δεν έχει βρει αυτό που ψάχνει μέχρι τώρα. Ένα δευτερόλεπτο.

«Έλα, πάμε, ήρθε», του λέει εκείνη. «Χάσαμε από ένα τρένο και οι δύο απόψε».

«Θέλω να δω τι θα βγάλει απ’ την τσάντα του».

«Αντί να τρελαίνομαι εγώ, σ’ έπιασε εσένα τώρα η μανία σου;»

«Ουφ. Πάμε. Πάμε».

Μπήκαν στον συρμό. Βρήκαν να καθίσουν. Ο ποδηλάτης δεν μπήκε. Πάλευε ακόμα με την τσάντα. «Επόμενη στάση “Ευαγγελισμός”. Next station “Evangelismos”», είπε η μαμαζελίτσα. Ο ποδηλάτης δεν μπήκε. Ο συρμός είχε ξεκινήσει. Τα φώτα τρεμόπαιζαν. Όχι· τα φώτα χάνονταν στο τούνελ. Ο ποδηλάτης δεν είχε προλάβει να μπει. Τα μάτια του ήταν γεμάτα θυμό. Ακόμα στην αποβάθρα.

Ξαφνικά, είχε γίνει αυτός ο πρωταγωνιστής της ιστορίας.

«Δεν μπορεί πάντοτε να βρίσκω τα πάντα, εκτός απ’ αυτό που ψάχνω εκείνη τη στιγμή». Ένας ηλικιωμένος τον κοίταξε βλοσυρά. Δεν τον κατάλαβε ο ποδηλάτης.

«Αχά! Σε τσάκωσα! Εδώ μου κρυβόσουν». Έβγαλε από την τσάντα του ένα βιβλιαράκι. Έξω απ’ το σώμα.

«Εδώ το είχα! Το ’ξερα», είπε θριαμβευτικά. «Αλλά έχασα το τρένο. Σκατά. Θα πάω με το ποδήλατο. Θα φτάσω πιο γρήγορα». Αρχίζει ν’ ανεβαίνει πάλι τις σκάλες.

«Επόμενη στάση “Μέγαρο Μουσικής”. Next station “Megaro Moussikis”», πάλι η μαμαζελίτσα.

Αυτός κι αυτή συνέχιζαν τη διαδρομή τους. Το ήξερε ―αυτός το ήξερε καλά― πως είχε χάσει για πάντα την ευκαιρία να βρει έναν, αυτόν, που διαβάζει αυτό το βιβλίο. Την είχε χάσει για πάντα. Τώρα.

Σου είχε κλείσει ραντεβού στο Au Revoir ― σου ’χει πει ότι ανακαινίστηκε. Κρύο· πολύ κρύο. Ατάραχος όμως ―τι βορειοελλαδίτης είσαι άλλωστε;―, τολμάς και βγαίνεις απ’ την πόρτα. Ώρα περίπου δεκάτη νυκτερινή. Βγαίνεις στην Αλεξάνδρας. Έργα της ΔΕΗ, βραδιάτικα· ένα κομμάτι της λεωφόρου σκοτεινό. Δεν σε νοιάζει. Θα περιμένεις κάποιο τρόλεϊ. Το 14. Δεν έρχεται. Τρέμεις απ’ το κρύο. Αποφασίζεις ότι είναι καλύτερο να κρυώσεις, παρά ν’ αργήσεις στο ραντεβού. Κατηφορίζεις με τα πόδια· απ’ το ύψος της Ιπποκράτους. Το μισό πεζοδρόμιο που περιβάλλει το Πεδίον του Άρεως είναι γεμάτο έλατα για τα Χριστούγεννα που έρχονται. Αναγκάζεσαι να περπατήσεις πάνω στη λεωφόρο. Ένα λεωφορείο του ΚΤΕΛ περνά ξυστά. Δεν βαριέσαι· επαγγελματίας οδηγός· ήξερε τι έπρεπε να κάνει, σκέφτεσαι. Συνεχίζεις. Είσαι πολύ κουρασμένος και κρυώνεις πολύ. Γιατί κουράζομαι τόσο πολύ τελευταία; Κοιτάζεις τριγύρω. Παγωμένοι άνθρωποι στις ενδιάμεσες στάσεις του τρόλεϊ. Πιθανόν, αυτοί δεν έχουν να πάνε κάπου όπου η συνέπεια έχει σημασία.

Στρίβεις στη Μαυρομματαίων· ακόμη περισσότερη ερημιά. Η ερημιά τους με κάνει να κλαίω ― σκέφτεσαι ότι αυτός θα ’πρεπε να είναι ο σωστός τίτλος. Κλαις απ’ το κρύο· από κείνα τα δάκρυα που δεν τα καταλαβαίνεις· έχει παγωνιά. Βγαίνεις στην Πατησίων απ’ το στενάκι της ΑΣΟΕΕ. Κι άλλοι άνθρωποι περιμένουν σε μια στάση. Κοιτάζεις πίσω να δεις αν έρχεται κάποιο τρόλεϊ. Τίποτα. Κάνουν-δεν-κάνουν απεργία οι οδηγοί, τρόλεϊ δεν υπάρχουν.

Βιτρίνες ολόφωτες στην Πατησίων. Χαμός από στολίδια και προσφορές, τράπεζες καλά φυλαγμένες, ΑΤΜ που δεν λειτουργούν. Πρέπει να βγάλω λεφτά. Δεν βγάζεις. Ας είναι. Θα τα βολέψεις μ’ αυτά που έχεις πάνω σου. Στον δρόμο, μετράς τις μέρες για ν’ απολυθείς απ’ τον στρατό. Κουράζεσαι ακόμη περισσότερο. Μετράς τις σελίδες που σου μένουν από μια μετάφραση που ’χεις αναλάβει ― θες να μπήξεις τα κλάματα· όχι της παγωνιάς. Είσαι πτώμα. Πώς θα εμφανιστώ έτσι στον άνθρωπο; Είναι αργά πια για ν’ ακυρώσεις το ραντεβού. Απέχεις μόλις πέντε λεπτά αποκεί. Χτυπά το τηλέφωνο: Έχεις φτάσει; Είμαι στη γωνία. Όχι, δεν έχεις φτάσει, και δεν ξέρεις αν φτάνεις. Δεν ξέρω αν φτάνεις. Ναι, σε πέντε λεπτά θα είμαι εκεί. Μπιπ.

Φτάνεις, και δεν ξέρεις τι πρέπει να κάνεις. Ένα λεπτό πριν, βγάζεις τα γυαλιά σου ― θες να καθαρίσεις τα μάτια σου για να μη μοιάζεις με… Κατά βάθος, δεν σε νοιάζει. Φτάνεις. Δεν τον βλέπεις καθαρά, έχεις αφήσει τα γυαλιά σου στην τσέπη· η μυωπία και το κρύο της νύχτας δεν είναι καλός συνδυασμός. Πλησιάζεις και του δίνεις το χέρι. Διαβάζει περιμένοντάς σε. Τι διάβαζες; του λες αφού έχουν γίνει οι συστάσεις. Έξω απ’ το σώμα, σου λέει.

Στο σώμα μου, ποτέ δεν άφησα να μπει ο θεός. Τον έκλεινα πάντοτε απέξω. Κυνηγούσα τα φαντάσματα. Ζόριζα τις λέξεις μου να μπουν σε μια σελίδα ― νόμιζα ότι εκεί θα βρίσκω πάντα το σώμα μου και θα το ενώνω με τον κόσμο. Θα σου ανοίξω, σου ’λεγα, την πόρτα, μόνο αν μου υποσχεθείς ότι ο κόσμος μου θα παραμείνει ο ίδιος. Έχω καιρό ν’ αφήσω το σώμα μου ελεύθερο στον κόσμο. Ο κόσμος είναι λάσπες, νερό κι αλάτι. Κι αν είσαι ’δώ κι αύριο το πρωί, να ξέρεις πως δεν θα ’μαι ο ίδιος· θα ’χω γίνει κι εγώ λάσπη, νερό κι αλάτι. Μόνο να μη φωνάζεις. Και ν’ αφήσεις το παράθυρο ανοιχτό. Να μη μυρίζει. Και να κλείσει καλά την πόρτα αν αποφασίσεις να μην είσαι ’δώ. Μόνο να μου υποσχεθείς ότι ο κόσμος μου δεν θ’ αλλάξει. Κι αν αλλάξει, άσε το παράθυρο ανοιχτό. Να μη μυρίζω.

Έχει μέρες να χτυπήσει το τηλέφωνό σου. Κομμένο· απλήρωτο πια. Τα παράθυρα ανοιχτά· τ’ άφησε για ν’ αερίζεται ο χώρος· το ’χε ξανακάνει. Το ’χε, φαίνεται, συνήθειο. Αν δεν γινόσουν διήγημα, θα ’χες ξεμείνει μόνος σ’ ένα σπίτι ― και θα σάπιζες, μες στην άγνοια του κόσμου. Τώρα, θα ζήσεις· για όσο αντέξουν οι λέξεις· κι ας πέσουν λίγα δάκρυα στη θύμησή σου απόψε.

Δημοσιεύτηκε στο “Εντευκτήριο”, τεύχος Απρίλης-Ιούνης 2011

[ Συ μένεις… ]

«Στο γενικότερο ανάθεμα, να το θυμάσαι, να προσπαθείς να ξεχνάς τις υποσχέσεις».

Σελίδα 38, αράδα δωδεκάτη (νυχτερινή). Τσακίζει τη σελίδα· σημαίνει: απεχθάνεται το φως. Κοιτάζει το εξώφυλλο· σημαίνει: δεν βρήκε τη λύση ακόμα. Συγυρίζει το δωμάτιο· τι να σημαίνει; δεν έχει καθαρίσει εδώ και μέρες. Βγαίνει απ’ το σπίτι· δεν σημαίνει τίποτα.

«Οι υποσχέσεις δεν χωράνε σε καμία τσέπη. Είτε θα ’χεις τον πόθο στο κεφάλι σου είτε παράτα τα όλα και πήγαινε για ψάρεμα».

Σελίδα 42, αράδα ογδόη (συμφωνική, για πέντε δάχτυλα· ανοιχτά). Φτάνει στον σταθμό· σημαίνει: το πιο ακίνητο πράγμα στη ζωή του· σταθμός. Δεν έχει σκαλιά, είναι υπέργειος· σημαίνει: υπόσχεται περισσότερο φως. Περνά την κάρτα απ’ τον αναγνώστη· σημαίνει: όλα γυρίζουν γύρω από σένα. Κάθεται σε μια θέση· σημαίνει: ό,τι κι αν έχω σ’ το χαρίζω· θέση.

«Σκέφτομαι σημαίνει περνάω τον δρόμο χωρίς να κοιτάξω δεξιά-αριστερά. Δεν σκέφτομαι σημαίνει ακριβώς το ίδιο».

Σελίδα 58, αράδα εικοστή ογδόη (Οκτωβρίου, μέρα μεσημέρι, των γενεθλίων). Ξαναπερνάει την κάρτα απ’ τον αναγνώστη· σημαίνει: φόρα ζεστά· κάνει κρύο εδώ πάνω. Κοιτά την αντανάκλαση στο τζάμι της πόρτας· σημαίνει: ξέχασα να σε κεράσω εκείνον τον καφέ. Ανοίγει η πόρτα· σημαίνει: βγήκα στην πόλη που αγαπώ· σημαίνει: δεν μπορείς να τα ’χεις όλα· σημαίνει: όταν όλα γαμιούνται, γαμιούνται καλά. Συγγνώμη.

«Η ώρα δεν περνάει εάν δεν έχεις ψωνίσει τον φόβο σου από κάποιο μαγαζί της γειτονιάς».

Σελίδα 73, αράδα δεκάτη εβδόμη (πανηγυρική). Ψωνίζει βιβλία απ’ την υπαίθρια αγορά· σημαίνει: υπόσχομαι να σ’ αφήνω ν’ αναπνέεις. Παραχώνει τα βιβλία στην τσάντα που κουβαλά στην πλάτη· σημαίνει: θα σε κρατήσω μυστικό εσένα. Προχωρά προς το νερό· σημαίνει: ξέρεις πού να με βρεις· σημαίνει: είμαι μόνος· σημαίνει: ζεσταίνομαι τη μέρα· σημαίνει: κρυώνω τα βράδια· σημαίνει: αγαπώ τα κλισέ, μου είναι οικεία.

«Το κρύο είναι παντού αδιανόητο· το ξέρουν όλοι εδώ μέσα».

Σελίδα 73, αράδα δεκάτη εβδόμη (πανηγυρική). Δεν σκουπίζεται εύκολα ο ιδρώτας που σε ζώνει· σημαίνει: μη ρωτάς τ’ αυτονόητα, αγάπη μου.

«Δεν έχω φύγει, στην πραγματικότητα. Έχω φύγει στην πραγματικότητα».

Σελίδα 73, αράδα ― (της έλλειψης και της ανάγκης). Γυρίζει· σημαίνει: δεν έφυγε ποτέ. Επιστροφή στο σπίτι· σημαίνει: αόριστη ανάγκη. Κάρτα απεριορίστων διαδρομών· σημαίνει: δεν είναι βαθιές οι τσέπες σου κι απόψε. Κοιτάζει τα τρένα να περνούν· σημαίνει: ―

Σημαίνει: Αν αγαπάς, υπάρχει πάντα ο τρόπος.―

[ Εμμονές και πρωθύστερα ]

 [ Οι αφορμές, οι προσδοκίες και άλλα δαιμόνια ]

Θυμάμαι, το αναφέρω ενδεικτικά, τη Βάσω Κιντή να λέει το αυτονόητο: ο κόσμος διψάει γι’ απαντήσεις. Θυμάμαι, επίσης, τον Θανάση Αθανασίου να ζητά επίμονα  ν’ αποσαφηνιστεί ο λόγος μας. Και συμφωνώ. Εφόσον ο υποκειμενισμός στις απόψεις (που, κατά τη γνώμη μου, μπορεί να ονομαστεί και εμμονισμός) είναι δεδομένος, θα εκφράσω τις δικές μου εμμονές, με τον κίνδυνο να χαρακτηριστώ εξωγήινος. Πιθανόν και να είμαι!

Από την ένταξή μου στη Δημοκρατική Αριστερά, προσδοκούσα και προσδοκώ καθαρές προτάσεις· καθαρό λόγο, συντεταγμένο, «ένα-δύο-τρία». Για μένα, για τις δικές μου προσδοκίες, τα επίσημα επιχειρήματά μας έχουν ακόμη αρκετό δρόμο· μαθαίνω, στην πορεία. Φοβάμαι όμως ότι, περιμένοντας ν’ ακούσω το «τι» για να εκφράσω ένα «πώς», κινδυνεύω να εκφράσω ένα «πώς» δίχως να υπάρχει ένα, τουλάχιστον ξεκάθαρο, «τι». Η πιο πρόσφατη παρέμβαση, ωστόσο, του Σάκη Κουρουζίδη (βλ. «Δημοσκοπικές εκρήξεις», http://red-pep.blogspot.com/2011/11/blog-post_19.html, 19/11/2011,) και, στη συνέχεια, ένα σχόλιο του Κώστα Γασπαρινάτου στο ίδιο κείμενο (απόσπασμα: «Μήπως λοιπόν ο ρόλος της ΔΗΜΑΡ αυτή τη δύσκολη εποχή είναι να σταθεί με θάρρος μπροστά στον λαό, να ηγηθεί με ειλικρίνεια, ρεαλισμό, αποφασιστικότητα όχι για να πάρει καλό ποσοστό στη βουλή αλλά για να φέρει αποτέλεσμα;») με βρίσκουν σύμφωνο στα καταρχήν τους σημεία ― και μου δίνουν μιαν αφορμή για παρακάτω.

Η παρέμβασή μου έχει ακόμη μερικές αφορμές ― θα τις αναφέρω εντελώς ενδεικτικά. Η πρώτη αφορμή είναι απ’ τον συγγραφέα Χρήστο Χωμενίδη, όπου έχει δηλώσει ότι «Το κόμμα μας πρέπει να είναι ροκ και σέξι». Η δεύτερη είναι πάλι απ’ τον Χρήστο Χωμενίδη, που, αν θυμάμαι καλά από διήγηση φίλης, είχε δηλώσει στην πρόσφατη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου της Θεσσαλονίκης: «Είμαι στη Δημοκρατική Αριστερά γιατί θέλω μιαν Αριστερά που θα έχει τα πόδια στη γη και το κεφάλι στον ουρανό». Μία ακόμη αφορμή είναι τα (θερμά, πολλές φορές) κείμενα, και πάλι ενδεικτικά, του Γιώργου Προκοπάκη, του Μάνου Ματσαγγάνη ή του Γιώργου Τσακνιά ― ακολουθώ, πέρα απ’ τα επιχειρήματα, και τη γλώσσα τους, τον τρόπο με τον οποίο μπλέκεται η (αιχμηρή ή όχι) ξεκάθαρη άποψη με τον δυναμισμό της γλώσσας.

Φυσικά, μου είναι σχεδόν αδύνατον να παραβλέψω τις ένθεν κακείθεν «γκρίνιες» ―πολλάκις εξόχως δικαιολογημένες― για τα «στρογγυλευμένα» Δελτία Τύπου, για τις «μη μου τους κύκλους τάραττε» ανακοινώσεις. Η απορία είναι επίσης δικαιολογημένη· η απάντηση χρειάζεται δουλειά, νομίζω. Η αυθυπαρξία των γεγονότων έχει πάει από καιρό για ύπνο, μια και είναι πασιφανές ότι το ντόμινο δεν αφορά μονάχα τα «μεγάλα»· ξεκινά, όπως και να το δούμε, απ’ τα «μικρά». Θα εξηγηθώ σε λίγο.

[ «Κολόμβε, γαμώ την περιέργειά σου!» ]

Καλά όλ’ αυτά. Πρέπει όμως να ανακαλύψουμε και κάτι που να μας ξεχωρίζει, χωρίς ωστόσο να διεκδικούμε καμία απολύτως μοναδικότητα, σκέφτομαι. Τη γλώσσα. Μια γλώσσα που έρχεται απ’ το μέλλον· που είναι το μέλλον. Ο μεταξύ μας κώδικας, με όλες τις επιμέρους διαφοροποιήσεις του, οφείλει να έχει, νομίζω, τα στοιχεία τού σήμερα. Να μην είναι καθωσπρέπει, να μη συμβιβάζεται με τα «καλοσυνάτα» ελληνικά. Η μορφή της επικοινωνίας μας, ας το παραδεχτούμε, έχει άμεση και αμφίδρομη σχέση με τα νέα μέσα επικοινωνίας. Είναι σύντομη αλλά ακριβής· αφαιρετική αλλά πυκνή. Μπορεί να επικοινωνήσει και να κοινωνηθεί ― δίχως φόβο αλλά με πάθος.

Και η γλώσσα, ως ίσως γνωστόν, δεν είναι αυθύπαρκτο όργανο. Εξαρτάται με κάθε τρόπο απ’ τη συμμετοχή μας στο σήμερα, στο κάθε σήμερα, όπως αυτό καθορίζεται κάθε φορά. Αρθρώνουμε λόγο όταν οι προηγούμενες γενιές τον έχουν ήδη διαμορφώσει· κρεμόμαστε απ’ το παρόν, όταν οι προηγούμενες γενιές κουβαλούν προηγούμενα παρόντα. Ζούμε στο σήμερα ―και αναφέρομαι συγκεκριμένα στη δική μου γενιά― με τη σχετική αφέλεια, τη σπιρτάδα και την ένταση ενός σύντομου και πρόσφατου χθες.

[ Ma me tropo ]

Προσωπικά, δεν μ’ ενδιαφέρει κανένας χαρακτηρισμός αυθεντίας, δεν μ’ ενδιαφέρει να διαθέτω καμία αξίωση παγίωσης των θέσεων και των απόψεών μου. Ποσώς με αφορά αν θα είμαι σημαίνων πρωτεργάτης σε οτιδήποτε. Δεν μου το βγάζετε απ’ το μυαλό όμως ότι χρειαζόμαστε το γερό κράτημα του σπουδαίου εργαλείου, της γλώσσας δηλαδή, στην πραγματικότητα του σήμερα.

Να δουλέψουμε για να γίνει το κόμμα ροκ και σέξι. Να βρούμε τον χώρο να δημιουργήσουμε μιαν Αριστερά με τα πόδια στη γη τού σήμερα και το κεφάλι στον ουρανό τού αύριο. Ας επιτρέψουμε στους εαυτούς μας να κάνουμε, μεταξύ άλλων, τη «βρόμικη» δουλειά ― τη δουλειά της γλώσσας. Έχουμε στελέχη που είναι ικανά να δουλέψουν για όσα αποφασίζουμε. Έχουμε διανοούμενους και καλλιτέχνες, φιλολόγους και άλλους επιστήμονες, έχουμε συντρόφους και συντρόφισσες που εκφέρουν έναν αιρετικό λόγο με πλήρως σύγχρονους όρους και κώδικες. Μ’ αυτό εδώ το κείμενο, σας ζητώ, με τον πιο απλό και φιλικό τρόπο που διαθέτω, ν’ αφήσουμε τη γλώσσα μας να μιλήσει για το σήμερα απ’ το σήμερα.

[ Ανακολουθία, φορμαλισμός και λοιπές κατάρες ]

Αναγνωρίζω ότι υπάρχει μία λογική ανακολουθία, ένα χρονικό πρωθύστερο σ’ αυτό εδώ το κείμενο. Η γλώσσα ―επειδή ακριβώς δεν είναι αυθύπαρκτος οργανισμός, όπως είπα παραπάνω― θα επηρεαστεί από τις θέσεις και τις προτάσεις μας, απ’ την καθαρότητα των λειτουργιών μας, από την αποφυγή του «στρογγυλεύματος» των απόψεών μας και από την αμοιβαία εμπιστοσύνη όλων μας. Πάνω απ’ όλα, από την αποφυγή τού «και με τον αστυφύλαξ και με τον χωροφύλαξ». Θα είναι, νομίζω, ένας ωραίος φαύλος κύκλος: από ένα σημείο κι έπειτα, το ένα θα επηρεάζει το άλλο. Και επιτέλους, αφού δεν μπορούμε άμεσα να λύσουμε τα «μεγάλα», ας λύσουμε, έστω θεωρητικά, κάνα «μικρό».

Όποιες κι αν είναι οι αποφάσεις μας, ας τις συζητήσουμε ανοιχτά, καθαρά· αυτό το «ένα-δύο-τρία» που έλεγα στην αρχή. Επιτέλους. Και με χιούμορ. Μπορούμε να κάνουμε μια σαφή Αριστερά μακριά απ’ οποιαδήποτε σοβαροφάνεια; Ε, ας την κάνουμε, λοιπόν.

Δημήτρης Αθηνάκης | Μέλος της Κ.Ε. της Δημοκρατικής Αριστεράς

Ζωή χωρίς δουλειά

 

Δημήτρης Αθηνάκης

Ετών: 30

Επάγγελμα: μεταφραστής, επιμελητής εκδόσεων, ποιητής

2007. Η χρονιά των μεγάλων αλλαγών για μένα. Η χώρα συνέχιζε να προχωρά, οι τράπεζες μαζί της. Και όλοι εμείς, θύματα και μαζί θύτες. Θυμάμαι, μου είχε πάρει περίπου τρεις ολόκληρες εβδομάδες ν’ ανοίξω «βιβλία». Απ’ το Επιμελητήριο στην Εφορία και από κει στο ΤΕΒΕ. Όταν είδα το πρώτο μου μπλοκάκι τρυπημένο, ένιωσα τρομερή περηφάνια. Αισθάνθηκα «σαν έτοιμος από καιρό, σαν θαρραλέος» να κατακτήσω τον κόσμο της ελεύθερης αγοράς. Κανείς δεν μου ’χε πει ότι ετοιμαζόμουν για τον κόσμο της ελεύθερης πώλησης.

Έκτοτε, έχουν περάσει πάνω-κάτω τέσσερα χρόνια. Στο μεταξύ, έχω γεμίσει το εργογραφικό μου σημείωμα τόσο, που, καμιά φορά, λέω πως μερικά απ’ όσα έκανα τα ‘χω φανταστεί. Κι όμως, δεν τα ‘χω φανταστεί. Τα ‘χω σκυλοδουλέψει. Έχω φτύσει αίμα για να κάνω ό,τι έκανα, τίποτα δεν μου χαρίστηκε, εκτός από μερικές, ανεπαίσθητες ευκολίες που βρέθηκαν, λόγω τύχης αλλά και γνωριμιών, στον δρόμο μου. Έχω δουλέψει όμως. Έχω μεταφράσει, έχω επιμεληθεί βιβλία και ανθολογίες, έχω διορθώσει – κι αν δεν έχω διορθώσει… Άλλες φορές καλά, άλλες, πάλι, όχι τόσο. Σάμπως όλα τα μοντέλα μιας αυτοκινητοβιομηχανίας, ας πούμε, είναι καλά; Δεν είναι.

Έχω συνεργαστεί με πολλούς εκδοτικούς οίκους, με καλούς εκδοτικούς οίκους, με καλοπληρωτές εκδοτικούς οίκους, μ’ εκδοτικούς οίκους που είχα ήδη διαβάσει βιβλία τους και ήμουν περήφανος να δουλεύω γι’ αυτούς. Παρόλες τις ενδιάμεσες γκρίνιες, εντάσεις, διαφωνίες -σε σημείο, από καιρού εις καιρόν, σκληρές και ανυποχώρητες-, με απογοητεύσεις, αυτά τα χρόνια κύλησαν νεράκι. Και ήταν ωραία χρόνια. Ήταν τέσσερα χρόνια που δουλεύαμε γιατί, αφενός, μπορούσαμε και, αφετέρου, γιατί ο ορίζοντας ήταν ανοιχτός, μπορούσαμε να ονειρευτούμε ότι θα κάνουμε καριέρα. Αμ δε! The party, ladies and gents, is over. Απότομα.

Όταν το 2010 παρουσιάστηκα στο Πολεμικό Ναυτικό δεν φαντάστηκα ότι όσα θα συνέβαιναν θα ‘ταν οι νόμοι του Μέρφι. «Όταν κάτι είναι να πάει στραβά, θα πάει». Και πήγε. Μέσα σ’ έναν χρόνο, χάσαμε τ’ αυγά, τα καλάθια, τα δάνεια και τις πιστωτικές. Η γενιά μου, όσοι γεννηθήκαμε εκεί γύρω στις αρχές του ‘80, δεν προλάβαμε να χαρούμε και να δημιουργήσουμε καμιά ευκαιρία. Δεν είχαμε την ευκαιρία να πάρουμε τη ζωή στα σοβαρά. Δεν μας άφησαν και δεν είχαμε την ευφυΐα και τ’ ανακλαστικά να δούμε αυτό που ερχόταν κατά πάνω μας ή που τρέχαμε εμείς προς αυτό. Όταν, όμως, σε ταΐζει ο μπαμπάς σου ως τα 25 -«το παιδί πρέπει να κοιτάξει τις σπουδές του!»-, πώς, δηλαδή, ν’ αποκτήσεις, μέσα σε λίγα αλλά ξέφρενα χρόνια, όλ’ αυτά τα εφόδια; Για πείτε μου.

Η ζωή, απ’ ό,τι φαίνεται εκ των υστέρων, δεν ήταν ποτέ πάρτι, ώστε τώρα να τελειώσει. Δεν ήταν ποτέ -μα ποτέ- μια αρένα όπου οι ταύροι ήμασταν εμείς. Εμείς, πάντοτε, τελικά, ήμασταν το κοινό. Άρτος και θεάματα, και τω θεώ δόξα. Η αλυσίδα της αγοράς χτυπάει με μανία, κάνει θόρυβο, έτοιμη να μας επιτεθεί. Οι εκδότες φοβούνται, δεν βγάζουν βιβλία, δεν εμπιστεύονται τους νέους, οι νέοι δεν ξέρουν πού ν’ αποταθούν, απολύονται οι υπάρχοντες, κόβονται οι διαφημίσεις, κλείνουν τα ένθετα, δεν πληρώνουν τα βιβλιοπωλεία, δεν πληρώνει κανένας – ακόμα κι αυτοί που θεωρούνταν συνεπέστεροι κι απ’ τον χρόνο. Ο κόσμος πάει κι έρχεται. Φοβάται…

Τα φώτα σβήνουν. Μας έχει τελειώσει και η λίγη δύναμη που προλάβαμε ν’ αποθηκεύσουμε. Αλλά, που να πάρει ο διάολος, γιατί θα πρέπει να είμαι σφιγμένος και προσεκτικός «Ελβετός» στα 25 μου, στα 27 μου, στα 29 μου; Αυτό θα μπορούσε να είναι και η φράση της χώρας μας, τ’ αντίστοιχα χρόνια μετά τη Μεταπολίτευση. Χτίσαμε μια Μεταπολίτευση με τους λάθος λόγους.

Ο φόβος είναι το μεγαλύτερο τέρας που μας χτυπά την πόρτα. Τον κοιτάμε απ’ το «ματάκι». Ξέρουμε, βέβαια, ότι είναι εκεί. Η απόγνωση, το δεύτερο. Το τρίτο; Δεν ξέρω. Αναρωτιέμαι συνεχώς εάν το φευγιό απ’ την πόλη, απ’ τη χώρα, είναι το αποτέλεσμα των προβλημάτων ή η λύση τους. Αναρωτιέμαι γιατί μπορεί, με τόση ευκολία, η ανεργία και ο κωλόκοσμος όπου ζούμε να έχει τόση δύναμη, ώστε να μας σπρώχνει μακριά, να μας διαλύει, να μας κάνει να διαλύουμε, να μας αφήνει να αιωρούμαστε σ’ ένα σκοινί. Η μοναξιά του σχοινοβάτη; Μπααα. Η μοναξιά αυτού που καθημερινά αναγκάζεται γενικώς και αορίστως.

 

* * * *

Δημοσιεύτηκε στη LiFo.  Click: http://www.lifo.gr/mag/features/2892