Ζωή χωρίς δουλειά

 

Δημήτρης Αθηνάκης

Ετών: 30

Επάγγελμα: μεταφραστής, επιμελητής εκδόσεων, ποιητής

2007. Η χρονιά των μεγάλων αλλαγών για μένα. Η χώρα συνέχιζε να προχωρά, οι τράπεζες μαζί της. Και όλοι εμείς, θύματα και μαζί θύτες. Θυμάμαι, μου είχε πάρει περίπου τρεις ολόκληρες εβδομάδες ν’ ανοίξω «βιβλία». Απ’ το Επιμελητήριο στην Εφορία και από κει στο ΤΕΒΕ. Όταν είδα το πρώτο μου μπλοκάκι τρυπημένο, ένιωσα τρομερή περηφάνια. Αισθάνθηκα «σαν έτοιμος από καιρό, σαν θαρραλέος» να κατακτήσω τον κόσμο της ελεύθερης αγοράς. Κανείς δεν μου ’χε πει ότι ετοιμαζόμουν για τον κόσμο της ελεύθερης πώλησης.

Έκτοτε, έχουν περάσει πάνω-κάτω τέσσερα χρόνια. Στο μεταξύ, έχω γεμίσει το εργογραφικό μου σημείωμα τόσο, που, καμιά φορά, λέω πως μερικά απ’ όσα έκανα τα ‘χω φανταστεί. Κι όμως, δεν τα ‘χω φανταστεί. Τα ‘χω σκυλοδουλέψει. Έχω φτύσει αίμα για να κάνω ό,τι έκανα, τίποτα δεν μου χαρίστηκε, εκτός από μερικές, ανεπαίσθητες ευκολίες που βρέθηκαν, λόγω τύχης αλλά και γνωριμιών, στον δρόμο μου. Έχω δουλέψει όμως. Έχω μεταφράσει, έχω επιμεληθεί βιβλία και ανθολογίες, έχω διορθώσει – κι αν δεν έχω διορθώσει… Άλλες φορές καλά, άλλες, πάλι, όχι τόσο. Σάμπως όλα τα μοντέλα μιας αυτοκινητοβιομηχανίας, ας πούμε, είναι καλά; Δεν είναι.

Έχω συνεργαστεί με πολλούς εκδοτικούς οίκους, με καλούς εκδοτικούς οίκους, με καλοπληρωτές εκδοτικούς οίκους, μ’ εκδοτικούς οίκους που είχα ήδη διαβάσει βιβλία τους και ήμουν περήφανος να δουλεύω γι’ αυτούς. Παρόλες τις ενδιάμεσες γκρίνιες, εντάσεις, διαφωνίες -σε σημείο, από καιρού εις καιρόν, σκληρές και ανυποχώρητες-, με απογοητεύσεις, αυτά τα χρόνια κύλησαν νεράκι. Και ήταν ωραία χρόνια. Ήταν τέσσερα χρόνια που δουλεύαμε γιατί, αφενός, μπορούσαμε και, αφετέρου, γιατί ο ορίζοντας ήταν ανοιχτός, μπορούσαμε να ονειρευτούμε ότι θα κάνουμε καριέρα. Αμ δε! The party, ladies and gents, is over. Απότομα.

Όταν το 2010 παρουσιάστηκα στο Πολεμικό Ναυτικό δεν φαντάστηκα ότι όσα θα συνέβαιναν θα ‘ταν οι νόμοι του Μέρφι. «Όταν κάτι είναι να πάει στραβά, θα πάει». Και πήγε. Μέσα σ’ έναν χρόνο, χάσαμε τ’ αυγά, τα καλάθια, τα δάνεια και τις πιστωτικές. Η γενιά μου, όσοι γεννηθήκαμε εκεί γύρω στις αρχές του ‘80, δεν προλάβαμε να χαρούμε και να δημιουργήσουμε καμιά ευκαιρία. Δεν είχαμε την ευκαιρία να πάρουμε τη ζωή στα σοβαρά. Δεν μας άφησαν και δεν είχαμε την ευφυΐα και τ’ ανακλαστικά να δούμε αυτό που ερχόταν κατά πάνω μας ή που τρέχαμε εμείς προς αυτό. Όταν, όμως, σε ταΐζει ο μπαμπάς σου ως τα 25 -«το παιδί πρέπει να κοιτάξει τις σπουδές του!»-, πώς, δηλαδή, ν’ αποκτήσεις, μέσα σε λίγα αλλά ξέφρενα χρόνια, όλ’ αυτά τα εφόδια; Για πείτε μου.

Η ζωή, απ’ ό,τι φαίνεται εκ των υστέρων, δεν ήταν ποτέ πάρτι, ώστε τώρα να τελειώσει. Δεν ήταν ποτέ -μα ποτέ- μια αρένα όπου οι ταύροι ήμασταν εμείς. Εμείς, πάντοτε, τελικά, ήμασταν το κοινό. Άρτος και θεάματα, και τω θεώ δόξα. Η αλυσίδα της αγοράς χτυπάει με μανία, κάνει θόρυβο, έτοιμη να μας επιτεθεί. Οι εκδότες φοβούνται, δεν βγάζουν βιβλία, δεν εμπιστεύονται τους νέους, οι νέοι δεν ξέρουν πού ν’ αποταθούν, απολύονται οι υπάρχοντες, κόβονται οι διαφημίσεις, κλείνουν τα ένθετα, δεν πληρώνουν τα βιβλιοπωλεία, δεν πληρώνει κανένας – ακόμα κι αυτοί που θεωρούνταν συνεπέστεροι κι απ’ τον χρόνο. Ο κόσμος πάει κι έρχεται. Φοβάται…

Τα φώτα σβήνουν. Μας έχει τελειώσει και η λίγη δύναμη που προλάβαμε ν’ αποθηκεύσουμε. Αλλά, που να πάρει ο διάολος, γιατί θα πρέπει να είμαι σφιγμένος και προσεκτικός «Ελβετός» στα 25 μου, στα 27 μου, στα 29 μου; Αυτό θα μπορούσε να είναι και η φράση της χώρας μας, τ’ αντίστοιχα χρόνια μετά τη Μεταπολίτευση. Χτίσαμε μια Μεταπολίτευση με τους λάθος λόγους.

Ο φόβος είναι το μεγαλύτερο τέρας που μας χτυπά την πόρτα. Τον κοιτάμε απ’ το «ματάκι». Ξέρουμε, βέβαια, ότι είναι εκεί. Η απόγνωση, το δεύτερο. Το τρίτο; Δεν ξέρω. Αναρωτιέμαι συνεχώς εάν το φευγιό απ’ την πόλη, απ’ τη χώρα, είναι το αποτέλεσμα των προβλημάτων ή η λύση τους. Αναρωτιέμαι γιατί μπορεί, με τόση ευκολία, η ανεργία και ο κωλόκοσμος όπου ζούμε να έχει τόση δύναμη, ώστε να μας σπρώχνει μακριά, να μας διαλύει, να μας κάνει να διαλύουμε, να μας αφήνει να αιωρούμαστε σ’ ένα σκοινί. Η μοναξιά του σχοινοβάτη; Μπααα. Η μοναξιά αυτού που καθημερινά αναγκάζεται γενικώς και αορίστως.

 

* * * *

Δημοσιεύτηκε στη LiFo.  Click: http://www.lifo.gr/mag/features/2892