Blind date


Άλλος τρόπος από το σώμα δεν υπάρχει

Γιώργος Χειμωνάς

«Μα πώς έγινε αυτό; Πώς;» ήταν η ερώτησή της, κι εκείνος κοιτούσε, δίχως να μπορεί να δώσει μιαν απάντηση.

«Δεν έχω ιδέα». Η πιο ανόητη απάντηση του κόσμου. Κι όμως, την ξεστόμισε· θαρρείς και δεν μπορούσε αλλιώς· σαν να ’ρθε πάλι εκείνη η πιεστική φωνή· με το έτσι-θέλω.

«Ώστε δεν έχεις ιδέα. Μάλιστα». Θιγμένη απ’ τη δήθεν αφαιρετική απάντηση, εκείνη σήκωσε από κάτω ένα εισιτήριο ήδη χτυπημένο. «Και τώρα, τι;»

«Τώρα, θα πάρουμε το μετρό και θα πάμε στα σπίτια μας. Θα δούμε τηλεόραση μέχρι τελικής πτώσης».

«Τηλεόραση; Μήπως παραλογίζεσαι πάλι;»

«Πάλι; Νά, δες· υπάρχει φωτογραφία· δεν σου λέω ψέματα· δες, που να με πάρει και να με σηκώσει!» Της δείχνει τη φωτογραφία· είναι αλήθεια! Με το καλό ημίπαλτο, τζην παντελόνι, τραγιάσκα, ημιαθλητικά παπούτσια, στη γωνία Πατησίων και Κεφαλληνίας, σχεδόν έξω απ’ το Au Revoir, κρατά ένα βιβλίο. Το δείχνει η φωτογραφία ξεκάθαρα.

«Μα, συγγνώμη, αυτό δεν ήταν μες στο κεφάλι σου; Έτσι δεν έλεγες την άλλη φορά;»

«Ο φάκελος· πού βρέθηκε αυτός ο φάκελος που είχε μέσα τη φωτογραφία;»

«Χριστέ μου, θα με τρελάνεις! Δεν βγάζω άκρη».

Πέρασαν τ’ ακυρωτικά μηχανήματα και άρχισαν να προχωρούν προς «Αιγάλεω/Αεροδρόμιο». Ο σταθμός του Συντάγματος, εκείνη την ώρα ―Παρασκευή νωρίς το βράδυ ήτανε, θαρρώ―, δεν είχε πολύ κόσμο. Ένας νεαρός, μ’ αυτά τα ποδήλατα που γίνονται μια σταλιά εάν τα «μαζέψεις», τους κοίταξε και σαν να τους χαιρέτησε.

«Τον ξέρεις;» τη ρώτησε.

«Από πού να τον ξέρω, καλέ; Αλλά θα τον μάθαινα ευχαρίστως».

«Πάμε λίγο πιο γρήγορα· μπορεί να πηγαίνει προς την κατεύθυνσή μας».

«Απορώ πού τη βρίσκεις την όρεξη».

«Πάμε, μπας και ανεβεί λίγο η διάθεσή μας».

Τον ακολούθησαν κατά πόδας. Αυτός έκανε πως δεν τους κατάλαβε· παρ’ όλ’ αυτά, άρχισε να περπατά πιο σιγά. Ψηλός, σαν πρώην κολυμβητής στο φυζίκ, με μια φόρμα καφετιά και μουσταρδί ζακέτα. Παπούτσια αθλητικά, μαύρα με πολλή λάσπη· πολυφορεμένα. Το ποδήλατο κάτασπρο, τέως γυαλιστερό, με πολλή λάσπη κι αυτό. Μακριά μαλλιά, καστανόξανθα, που έφταναν μέχρι την πλάτη, τόσο ώστε να καλύπτουν τη χειρολαβή της τσάντας που είχε στην πλάτη του· κόκκινη ― η τσάντα, όχι η πλάτη· με μια κονκάρδα πάνω, μάλλον ο Albert Camus.

«Μη μου πεις; Ο Camus είναι αυτός εκεί πάνω;» ρωτάει εκείνη, δήθεν εκστασιασμένη.

«Είσαι με τα καλά σου, κορίτσι μου; Πες μας ότι αυτό είναι που σε νοιάζει τώρα».

«Πες μου ότι είναι ο Camus!»

«…».

Συνέχισαν να τον ακολουθούν. Στο ενάμισι λεπτό που χρειάστηκαν για να κατεβούν και τις δεύτερες, τεράστιες σε μήκος σκάλες, αυτός στάθηκε σ’ ένα σκαλί κι έφερε μπροστά στη μούρη του την τσάντα. Πήγε να την ανοίξει, αλλά του ’φυγε το ποδήλατο και αποφάσισε ν’ αποτολμήσει το άνοιγμα αργότερα, στην αποβάθρα.

«Έχει γούστο!» είπε εκείνη μισοαστεία-μισοσοβαρά.

«Τι πράμα;»

«Πες μου ότι διαβάζει κιόλας, και θα πέσω στις ράγες του τρένου!»

«Ε, είσαι τρελή!»

Φτάσανε όλοι μαζί ―ο ποδηλάτης, αυτή, αυτός και τα μυστήρια― στην αποβάθρα. Ο λιγοστός κόσμος έμοιαζε έτοιμος να κοιμηθεί όρθιος· μόλις είχαν κλείσει τα μαγαζιά και, μάλλον, όλοι είχαν φάει πολλές ώρες στο πηγαινέλα αποδώ κι αποκεί. Μία κυρία, γύρω στα σαράντα, είχε στα χέρια της το πρόγραμμα από τα Ορφανά. Τα ορφανά· νιώθεις ορφανή ποτέ; σκέφτηκε να τη ρωτήσει, αλλά το άφησε. Εκείνη ήταν, τώρα πια, κολλημένη στον καμυφόρο ποδηλάτη της.

«Σε πέντε λεπτά θα έρθει το τρένο».

«Εντάξει, προλαβαίνεις να κάνεις ένα τσιγάρο», τον ειρωνεύτηκε.

«Κι εσύ προλαβαίνεις να του μιλήσεις».

«Όχι, δεν μπορώ. Ντρέπομαι».

«Καλά».

Τέσσερα λεπτά. Ο ποδηλάτης, αφού ακούμπησε το μαζεμένο, πια, ποδήλατό του στο τοιχίο της αποβάθρας, έφερε ξανά μπροστά του την κατακόκκινη τσάντα του. Την ανοίγει. Κολλάει το φερμουάρ. Παλεύει. Κάτι μουρμουρίζει. Τρία λεπτά. Ξαναπάει το φερμουάρ στην αρχή. Προσπαθεί και πάλι. Δεν ανοίγει. Κολλάει. Δύο λεπτά. Βρίζει λίγο πιο δυνατά. Κάτι σε «Άντε γαμήσου πάλι». Κοκκινίζει ολόκληρος. Αυτός κι η τσάντα, ένα. Ένα λεπτό. Τα καταφέρνει! Ένα λεπτό. Την ανοίγει. Ένα λεπτό. Ψαχουλεύει. Ένα λεπτό. Ξαναβρίζει. Ένα λεπτό.

Ένα…

«Τι;»

«Τι “τι;”;»

…λεπτό…

«Τι σκατά θα βγάλει;»

«Τι ’ν’ αυτά που λες;»

«Τι θα βγάλει απ’ την τσάντα του;»

«Αγόρι μου, τι σε νοιάζει τι θα βγάλει απ’ την τσάντα του; Έχεις καεί τελείως;»

Ακούγεται το τρένο απ’ τη στροφή. Έρχεται. Πλησιάζει. Ο ποδηλάτης δεν έχει βρει αυτό που ψάχνει μέχρι τώρα. Ένα δευτερόλεπτο.

«Έλα, πάμε, ήρθε», του λέει εκείνη. «Χάσαμε από ένα τρένο και οι δύο απόψε».

«Θέλω να δω τι θα βγάλει απ’ την τσάντα του».

«Αντί να τρελαίνομαι εγώ, σ’ έπιασε εσένα τώρα η μανία σου;»

«Ουφ. Πάμε. Πάμε».

Μπήκαν στον συρμό. Βρήκαν να καθίσουν. Ο ποδηλάτης δεν μπήκε. Πάλευε ακόμα με την τσάντα. «Επόμενη στάση “Ευαγγελισμός”. Next station “Evangelismos”», είπε η μαμαζελίτσα. Ο ποδηλάτης δεν μπήκε. Ο συρμός είχε ξεκινήσει. Τα φώτα τρεμόπαιζαν. Όχι· τα φώτα χάνονταν στο τούνελ. Ο ποδηλάτης δεν είχε προλάβει να μπει. Τα μάτια του ήταν γεμάτα θυμό. Ακόμα στην αποβάθρα.

Ξαφνικά, είχε γίνει αυτός ο πρωταγωνιστής της ιστορίας.

«Δεν μπορεί πάντοτε να βρίσκω τα πάντα, εκτός απ’ αυτό που ψάχνω εκείνη τη στιγμή». Ένας ηλικιωμένος τον κοίταξε βλοσυρά. Δεν τον κατάλαβε ο ποδηλάτης.

«Αχά! Σε τσάκωσα! Εδώ μου κρυβόσουν». Έβγαλε από την τσάντα του ένα βιβλιαράκι. Έξω απ’ το σώμα.

«Εδώ το είχα! Το ’ξερα», είπε θριαμβευτικά. «Αλλά έχασα το τρένο. Σκατά. Θα πάω με το ποδήλατο. Θα φτάσω πιο γρήγορα». Αρχίζει ν’ ανεβαίνει πάλι τις σκάλες.

«Επόμενη στάση “Μέγαρο Μουσικής”. Next station “Megaro Moussikis”», πάλι η μαμαζελίτσα.

Αυτός κι αυτή συνέχιζαν τη διαδρομή τους. Το ήξερε ―αυτός το ήξερε καλά― πως είχε χάσει για πάντα την ευκαιρία να βρει έναν, αυτόν, που διαβάζει αυτό το βιβλίο. Την είχε χάσει για πάντα. Τώρα.

Σου είχε κλείσει ραντεβού στο Au Revoir ― σου ’χει πει ότι ανακαινίστηκε. Κρύο· πολύ κρύο. Ατάραχος όμως ―τι βορειοελλαδίτης είσαι άλλωστε;―, τολμάς και βγαίνεις απ’ την πόρτα. Ώρα περίπου δεκάτη νυκτερινή. Βγαίνεις στην Αλεξάνδρας. Έργα της ΔΕΗ, βραδιάτικα· ένα κομμάτι της λεωφόρου σκοτεινό. Δεν σε νοιάζει. Θα περιμένεις κάποιο τρόλεϊ. Το 14. Δεν έρχεται. Τρέμεις απ’ το κρύο. Αποφασίζεις ότι είναι καλύτερο να κρυώσεις, παρά ν’ αργήσεις στο ραντεβού. Κατηφορίζεις με τα πόδια· απ’ το ύψος της Ιπποκράτους. Το μισό πεζοδρόμιο που περιβάλλει το Πεδίον του Άρεως είναι γεμάτο έλατα για τα Χριστούγεννα που έρχονται. Αναγκάζεσαι να περπατήσεις πάνω στη λεωφόρο. Ένα λεωφορείο του ΚΤΕΛ περνά ξυστά. Δεν βαριέσαι· επαγγελματίας οδηγός· ήξερε τι έπρεπε να κάνει, σκέφτεσαι. Συνεχίζεις. Είσαι πολύ κουρασμένος και κρυώνεις πολύ. Γιατί κουράζομαι τόσο πολύ τελευταία; Κοιτάζεις τριγύρω. Παγωμένοι άνθρωποι στις ενδιάμεσες στάσεις του τρόλεϊ. Πιθανόν, αυτοί δεν έχουν να πάνε κάπου όπου η συνέπεια έχει σημασία.

Στρίβεις στη Μαυρομματαίων· ακόμη περισσότερη ερημιά. Η ερημιά τους με κάνει να κλαίω ― σκέφτεσαι ότι αυτός θα ’πρεπε να είναι ο σωστός τίτλος. Κλαις απ’ το κρύο· από κείνα τα δάκρυα που δεν τα καταλαβαίνεις· έχει παγωνιά. Βγαίνεις στην Πατησίων απ’ το στενάκι της ΑΣΟΕΕ. Κι άλλοι άνθρωποι περιμένουν σε μια στάση. Κοιτάζεις πίσω να δεις αν έρχεται κάποιο τρόλεϊ. Τίποτα. Κάνουν-δεν-κάνουν απεργία οι οδηγοί, τρόλεϊ δεν υπάρχουν.

Βιτρίνες ολόφωτες στην Πατησίων. Χαμός από στολίδια και προσφορές, τράπεζες καλά φυλαγμένες, ΑΤΜ που δεν λειτουργούν. Πρέπει να βγάλω λεφτά. Δεν βγάζεις. Ας είναι. Θα τα βολέψεις μ’ αυτά που έχεις πάνω σου. Στον δρόμο, μετράς τις μέρες για ν’ απολυθείς απ’ τον στρατό. Κουράζεσαι ακόμη περισσότερο. Μετράς τις σελίδες που σου μένουν από μια μετάφραση που ’χεις αναλάβει ― θες να μπήξεις τα κλάματα· όχι της παγωνιάς. Είσαι πτώμα. Πώς θα εμφανιστώ έτσι στον άνθρωπο; Είναι αργά πια για ν’ ακυρώσεις το ραντεβού. Απέχεις μόλις πέντε λεπτά αποκεί. Χτυπά το τηλέφωνο: Έχεις φτάσει; Είμαι στη γωνία. Όχι, δεν έχεις φτάσει, και δεν ξέρεις αν φτάνεις. Δεν ξέρω αν φτάνεις. Ναι, σε πέντε λεπτά θα είμαι εκεί. Μπιπ.

Φτάνεις, και δεν ξέρεις τι πρέπει να κάνεις. Ένα λεπτό πριν, βγάζεις τα γυαλιά σου ― θες να καθαρίσεις τα μάτια σου για να μη μοιάζεις με… Κατά βάθος, δεν σε νοιάζει. Φτάνεις. Δεν τον βλέπεις καθαρά, έχεις αφήσει τα γυαλιά σου στην τσέπη· η μυωπία και το κρύο της νύχτας δεν είναι καλός συνδυασμός. Πλησιάζεις και του δίνεις το χέρι. Διαβάζει περιμένοντάς σε. Τι διάβαζες; του λες αφού έχουν γίνει οι συστάσεις. Έξω απ’ το σώμα, σου λέει.

Στο σώμα μου, ποτέ δεν άφησα να μπει ο θεός. Τον έκλεινα πάντοτε απέξω. Κυνηγούσα τα φαντάσματα. Ζόριζα τις λέξεις μου να μπουν σε μια σελίδα ― νόμιζα ότι εκεί θα βρίσκω πάντα το σώμα μου και θα το ενώνω με τον κόσμο. Θα σου ανοίξω, σου ’λεγα, την πόρτα, μόνο αν μου υποσχεθείς ότι ο κόσμος μου θα παραμείνει ο ίδιος. Έχω καιρό ν’ αφήσω το σώμα μου ελεύθερο στον κόσμο. Ο κόσμος είναι λάσπες, νερό κι αλάτι. Κι αν είσαι ’δώ κι αύριο το πρωί, να ξέρεις πως δεν θα ’μαι ο ίδιος· θα ’χω γίνει κι εγώ λάσπη, νερό κι αλάτι. Μόνο να μη φωνάζεις. Και ν’ αφήσεις το παράθυρο ανοιχτό. Να μη μυρίζει. Και να κλείσει καλά την πόρτα αν αποφασίσεις να μην είσαι ’δώ. Μόνο να μου υποσχεθείς ότι ο κόσμος μου δεν θ’ αλλάξει. Κι αν αλλάξει, άσε το παράθυρο ανοιχτό. Να μη μυρίζω.

Έχει μέρες να χτυπήσει το τηλέφωνό σου. Κομμένο· απλήρωτο πια. Τα παράθυρα ανοιχτά· τ’ άφησε για ν’ αερίζεται ο χώρος· το ’χε ξανακάνει. Το ’χε, φαίνεται, συνήθειο. Αν δεν γινόσουν διήγημα, θα ’χες ξεμείνει μόνος σ’ ένα σπίτι ― και θα σάπιζες, μες στην άγνοια του κόσμου. Τώρα, θα ζήσεις· για όσο αντέξουν οι λέξεις· κι ας πέσουν λίγα δάκρυα στη θύμησή σου απόψε.

Δημοσιεύτηκε στο “Εντευκτήριο”, τεύχος Απρίλης-Ιούνης 2011

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s