[Ευχές]

Χριστούγεννα ―αλλά όχι μόνο αυτά― είναι να μαζεύεσαι γύρω απ’ το τραπέζι, να γράφεις σ’ ένα χαρτάκι τ’ απαραίτητα ―τι να κάνουμε;― ψώνια του σούπερ-μάρκετ και εσύ να σκέφτεσαι πως, παρότι δεν έχεις μία, θέλεις να πάρεις δώρα στους φίλους σου και πως δεν σε νοιάζει, ας πούμε, το βούτυρο. Χρόνια πολλά σε όλους και όλες.

Advertisements

fairbooks.gr | e-βιβλιοπωλείο

Τα χρόνια εκείνα τα παλιά, κάποιοι συγγραφείς, από αγάπη για το βιβλίο και την ανάγκη του βιοπορισμού, άνοιγαν το δικό τους βιβλιοπωλείο στη γειτονιά. Ήταν βιβλιοπωλεία ζεστά, που δεν ακολουθούσαν τυφλά τις επιταγές της αγοράς του βιβλίου, αλλά το βιβλιοφιλικό ένστικτο. Τα χρόνια όμως πέρασαν. Γειτονιά μας έγινε το διαδίκτυο. Γι’ αυτό αποφασίσαμε να ακoλουθήσουμε το παράδειγμά τους προσαρμόζοντάς το στη σύγχρονη εποχή.

Το fairbooks.gr ξεκίνησε να λειτουργεί τον Μάιο του 2011 και φιλοδοξεί να είναι ένα βιβλιοπωλείο της γειτονίας σε virtual εκδοχή. Βέβαια, το γεγονός ότι είναι ψηφιακό τού δίνει τη δυνατότητα να διαθέτει όλα τα ελληνικά βιβλία που παρέχονται για πώληση στην ελληνική αγορά, πρωτότυπα και μεταφρασμένα, παλιά και πρόσφατα. Λογοτεχνία, επιστημονικά, εκπαιδευτικά, λευκώματα, ιστορικά, στην κυριολεξία τα πάντα.

Το fairbooks.gr, εκτός από έντυπα, διαθέτει και δωρεάν e-books. Αν δεν είσαι σε θέση να αγοράσεις, αλλά θέλεις να διαβάσεις, μπορείς να κατεβάσεις κάποιο από τα δωρεάν e-books του αρχείου μας.

Γιατί στο διαδίκτυο υπάρχει χώρος για όλους, και η αγάπη για το βιβλίο είναι πάνω από όλα.

Το fairbooks.gr θα σας ενημερώνει με βιβλιοφιλικά νέα, θα σας παρουσιάζει βιντεοσυνεντεύξεις με τον συγγραφέα του μήνα, θα συμβουλεύεται τις προτάσεις-ερωτήσεις σας για την επόμενη βιντεοσυνέντευξη και, το κυριότερο, θα σας προτείνει βιβλία που αξίζουν την προσοχή μας.

Επισκεφθείτε το fairbooks.gr με ένα κλικ στην εικόνα:

Η (παλιά) Θεσσαλονίκη του περιθωρίου, του έρωτα

Θεόδωρος Γρηγοριάδης, Το Παρτάλι, εκδ. Πατάκη 2001, σελ. 472, τιμή: 15,79 ευρώ

Γιώργος Ιωάννου, Η πρωτεύουσα των προσφύγων, εκδ. Κέδρος 1997, σελ. 279, τιμή: 13,24 ευρώ

Θωμάς Κοροβίνης, Κανάλ Ντ’ Αμούρ, εκδ. Άγρα 1996, σελ. 64, τιμή: 8,12 ευρώ

Οι πόλεις χάνονται· οι πόλεις παραμένουν πάντα εκεί. Η Θεσσαλονίκη είναι μια πόλη· έχει χάσει κι έχει χαθεί· έχει μείνει πάντοτε εκεί, στο ίδιο σημείο, ν’ ατενίζει και ν’ ατενίζεται. Είναι μερικές πόλεις που, ανέκαθεν, φρόντιζαν το εσωτερικό τους ως θείον βρέφος εν μανδύα ιππότου και, την ίδια στιγμή, έχαναν τον μπούσουλα. Η Θεσσαλονίκη είναι απ’ αυτές τις πόλεις.

Μετά τη Μεταπολίτευση, η συμπρωτεύουσα άρχισε ν’ απελευθερώνεται· κρυφά κομμάτια της άρχισαν ν’ αναφαίνονται, τα φώτα λούζουν την πόλη, μα το βράδυ έρχεται πάντα για να καλύψει τον, έτσι κι αλλιώς, παράξενο ερωτισμό της. Εκεί κάπου, βιώθηκαν οι μεγάλοι έρωτες, οι παράνομες αγκαλιές, ζυμώθηκαν οι μυστικές φιλίες. Η Θεσσαλονίκη ήταν (είναι;) αυτή η μεγάλη αγκαλιά. Με το φως και το σκοτάδι της. Μέχρι που όλα μπήκαν στον χορό του ξεγυμνωμένου κέρδους.

Ο Θωμάς Κοροβίνης, στο Κανάλ Ντ’ Αμούρ βρίσκει τις κρυμμένες γωνιές της πόλης, τους κρυμμένους της ανθρώπους (όπως είχε κάνει, άλλοτε, ο Γρηγοριάδης για τον Έβρο, στ’ ομώνυμο μυθιστόρημά του) και τους φέρνει στο φως· δεν θέλει να τους προδώσει, δεν επιθυμεί να τους θυσιάσει στον βωμό ενός χαμένου -για πάντα;- ερωτισμού. Αυτό που προσδοκά είναι να διασωθεί εκείνη η αίγλη τής, όχι και τόσο παλιάς, πόλης· να παραμείνει ζωντανή η μνήμη που θάφτηκε κάτω απ’ το μπετόν αρμέ μιας νεοφερμένης, πρωτόγνωρης για την πόλη, σχεδόν ανόητης, διασκέδασης. Τα Λαδάδικα κι ο Βαρδάρης έχασαν το τρένο του περιθωριακού και απόλυτα κατακτητικού έρωτα κι επιβιβάστηκαν, αναγκαστικά, στο σάπιο πλοίο της γραμμής· ένα πλοίο που πάει την πόλη, τα μέρη αυτά ειδικά, καρφί στον αδιάφορο -ερωτικό ή μη- χορτασμό.

Η Θεσσαλονίκη του Κοροβίνη, σ’ αυτό του το έργο, καλύπτεται σ’ όλο το φάσμα της ζωής της. Στα κέντρα και στα μπαρ, στα καταγώγια και στα καφενεία, στα ξενοδοχεία και στα πεζοδρόμια, στα ραφτάδικα, στα σπίτια και στα «σπίτια». Είναι, ωστόσο, μια πόλη που αναζητά τον εαυτό της, που χτίζει τον χαρακτήρα της στον χαρακτήρα των ανθρώπων της. Είναι, ίσως, το συνεπέστερο παράδειγμα αστικού χώρου, όπου τίποτα δεν έχει αυθυπαρξία, παρά μόνον οι άνθρωποι, οι οποίοι νοηματοδοτούν τα πάντα.

Απ’ την άλλη, ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης, με το Παρτάλι, ανασταίνει και λογοτεχνικά ανασυστήνει εκείνες ακριβώς τις αφηγήσεις που ο Κοροβίνης ανέφερε. Παρενδυσία και (ομο)ερωτισμός, έρωτας πάνω απ’ όλα, ένα θαμμένο παρελθόν, υγρά ξενοδοχεία που στεγάζουν παράνομους έρωτες και ζεστά χρόνια· η Θεσσαλονίκη του Γρηγοριάδη, εδώ, παρελαύνει μπροστά μας με μιαν όμορφη σημαία στα χέρια της – έτοιμη κι αυτή να καεί στις φλόγες του ανελέητου κέρδους: «Εδώ, στη ρωγμή του χρόνου», όπως λέει ένας άλλος Θεσσαλονικιός, ο Νίκος Παπάζογλου.

Το Παρτάλι, ως βιβλίο, δεν είναι μόνον ένα έργο για την αποσάθρωση του Εγώ έναντι του Άλλου· είναι το ίδιο το Εγώ ως Άλλο, η επιθετική ερωτική σχέση του εγώ με ένα άλλο, που δεν μπορεί να υπάρξει μόνο του. Το Παρτάλι, επιπλέον, ως ήρωας του βιβλίου, είναι, καταπώς φαίνεται, η περίτρανη απόδειξη ότι τίποτα δεν είναι προφανές, τίποτα δεν κατακτάται χωρίς τη συγκατάθεση του κατακτώμενου, τίποτα δεν τελειώνεται δίχως, πρώτα, να βγει ο έσχατος μυχός της ύπαρξής μας στο φως.

Κι έρχεται ένας ακόμη, ο Γιώργος Ιωάννου, με την Πρωτεύουσα των προσφύγων, να μετρήσει, με πάθος κι αυτός, όπως κι οι άλλοι, τα όρια αυτής της πόλης και των κατοίκων της. Με τον γνωστό ερωτικό παλμό του, ο Ιωάννου μιλά για τους συγκαιρινούς του, αναμετράται με το δικό του σήμερα, δείχνει τον δρόμο που χαράσσει ο συγγραφέας, ο άνθρωπος, ο συνάνθρωπος, σε μια πόλη που τους χώρεσε, κάποτε, όλους και που, σήμερα, προσπαθεί να ξανανοίξει τα φτερά της. Σ’ αυτά τα πεζογραφήματα, η πόλη γίνεται ένας ανθρώπινος οργανισμός: με τις αρρώστιες του, με τους θυμούς του, με τα πάθη του, με τον πόθο του να βρει την αρχή και να παρατείνει το τέλος του. Ο Ιωάννου δεν χαρίζεται σε κανέναν· μέσα σε μερικές λέξεις, μπορεί να σώσει ενώπιόν μας όλη τη χαμένη αθωότητα ή όλη την αδαμάντινη κόλαση της ζωής.

Μαζί με όλ’ αυτά, ο Ιωάννου βάζει στη θέση τους πολλά πράγματα. Ας πούμε, την όψιμη αδιαφορία των Θεσσαλονικιών για τα κοινά, τη γενική τους αδιαφορία για το πού πορεύεται αυτή η πόλη. Ο συγγραφέας δεν θέλει, βέβαια, να γίνει διδακτικός· αυτό που, όπως και να ’χει, τον ενδιαφέρει, είναι η καρδιά της πόλης του· ή, καλύτερα, το σώμα της, το ιδρωμένο αυτό σώμα που αναζητά τη λύτρωση και τη δικαίωση. Ο Ιωάννου είναι αυτός που δίνει τον ρυθμό αυτού του σώματος σ’ αυτό το βιβλίο. Κι ο αναγνώστης χορεύει σ’ έναν τέτοιον ρυθμό.

Είναι πόλεις που κρύβουν και κρύβονται· είναι πόλεις που θέλεις να τις ανακαλύψεις και να τις κάνεις δικές σου. Είναι, όμως, και πόλεις -μπορεί και να ’ναι οι ίδιες, ταυτόχρονα- που δεν ξέρεις πώς να τις αφομοιώσεις· που δεν ξέρεις πώς να τις καταλάβεις. Η Θεσσαλονίκη είναι μία απ’ αυτές. Έχει όλα τα χαρακτηριστικά του έρωτα. Κι όλες, φυσικά, τις ανυπέρβλητες αντιφάσεις του.

Και όπως θα ’λεγε, μάλλον, στα Καλιαρντά του (εκδ. Νεφέλη, 2010) ένας άλλος ντόπιος, ο Ηλίας Πετρόπουλος: Η Σαλονίκη είναι καραμποντού, γεμάτη απ’ το ερωτικότερο τρεμόζουμο.

Δημοσιεύτηκε στην «Αυγή», 01/02/2011

Βαγγέλης Μπέκας | Φετίχ

 

Βαγγέλης Μπέκας, Φετίχ, μυθιστόρημα

εκδ. Μπαρτζουλιάνος 2011, σελ. 272, τιμή: 14,80 ευρώ

 

Δεν θα μας διώξει αυτή η πόλη, μωρό μου

 

 

 

Πάνω απ’ όλα ο φετιχισμός. Tι είναι ο κόσμος, εμείς οι ίδιοι τέλος πάντων, αν όχι φετιχιστές ― με λίγα λόγια, εμμονικοί. Ο Βαγγέλης Μπέκας, στο δεύτερό του μυθιστόρημα, παίρνει μιαν αλήθεια και μας την πετάει στα μούτρα· χωρίς φειδώ, δίχως καμιάν αναστολή.

Χτυπάνε πολλά καμπανάκια· ο συγγραφέας, έχοντας αναλάβει τον ρόλο του κωδωνοκρούστη, αποπειράται να κάνει σαματά στην πόλη· όπως ακριβώς και μέσα στο βιβλίο ο κάθε ήρωας παίζει άλλοτε με καμπάνες, άλλοτε με κουδούνια, κι άλλοτε με κουδουνίστρες. Ανελέητα. Σε μια καλοστημένη πόλη, ο θόρυβος που προκαλείται μέσα στο βιβλίο έχει στόχο να διαταράξει τους αμόλυντους, κατά τ’ άλλα, νοικοκυραίους και τις στρατιές των αγνών παρθένων τού «δεν ξέρω-δεν είδα-δεν άκουσα».

Το μεγαλύτερο φετίχ, κατά τη δική μου ανάγνωση, δεν είναι ούτε οι λέξεις ούτε η συγγραφή ούτε τα κραγιόν της Δανάης ούτε τα γόνατά της, για τα οποία ο γείτονάς της Παύλος γλείφεται, ούτε το Ινστιτούτο-σύμμαχος της κυβέρνησης, που θέλει να κάνει τον κόσμο δικό του χρησιμοποιώντας πειραματόζωα. Ούτε βέβαια και το ξεπατίκωμα των στίχων των μεγάλων ποιητών που έκανε ο διαφημιστής Παύλος αλλάζοντάς τους τα φώτα, σε μια κοινωνία όπου η ποίηση θεωρείται αντιεμπορική και, άρα, απαγορευμένη ― καυστικό και πικρό το χιούμορ εδώ. Ένα ιδιαίτερο φετίχ του μυθιστορήματος, η υπέρτατη, με λίγα λόγια, εμμονή είναι η ίδια η ζωή. Η ζωή ως φετίχ, ως «κόλλημα» του μυαλού και του σώματος· ως αντίσταση στην αδάμαστη επίθεση ενός κόσμου που υποθάλπει την ερωτική συνεύρεση μεταξύ ανθρώπων αλλά και μεταξύ πραγμάτων. Όσο kinky μπορεί ν’ ακούγεται αυτό! Όπως ακριβώς τα παιχνίδια και τα πειράματα της Μαρίας και του Ιάσονα, που θέλουν να παρασύρουν και τη Δανάη, την οποία γλυκοκοιτάζει, όπως είπαμε, ο Παύλος, που δεν ξέρει πού να βρει την άκρη του νήματος της ζωής της δικής του και του κόσμου, αλλά έχει πάρε-δώσε με τον Άρη, που τον προμηθεύει μ’ ένα όπλο, αλλά ο πασιφισμός του Μπέκα δεν του επιτρέπει να το χρησιμοποιήσει όπως θα ’θελε.

Τα καμπανάκια εξακολουθούν να χτυπάνε. Τα παραγόμενα προϊόντα μιας κοινωνίας γίνονται εμμονές· το σώμα γίνεται εμμονή· το σεξ, επίσης· η λογοτεχνία, εμμονή στον δρόμο προς την εξαθλίωση· πιόνια όλοι σ’ ένα παιχνίδι που φοβάται τον ίδιο του τον εαυτό· που φοβάται, τελικά, έναν καθωσπρεπισμό. Το Φετίχ όμως δεν είναι καθωσπρέπει. Έτσι, αναφαίνεται ένα ακόμη διακύβευμα: τα ένστικτα, ξανά στην επιφάνεια.

Αυτό ακριβώς που έκανε συνεχώς μες στο βιβλίο ο Τέο, αυτή η μορφή που ξέμεινε στ’ ατέρμονα «Μάταλα» της κοινωνίας αυτής. Χαρακτήρας-κλειδί, νομίζω, για να κατανοήσουν οι ήρωες και, μαζί τους, ο αναγνώστης ότι απ’ την πολλή σκέψη, την πολλή ανάλυση, τον σώνει και καλά βαθύ στοχασμό και εντοπισμό της πρόθεσης των ανθρώπων έναντι σε πράγματα και καταστάσεις μπορεί να καταλήξει στον απόλυτο ιδρυματισμό. Και, στην πραγματικότητα, αυτό ήθελε να κάνει το περίφημο Ινστιτούτο σε συνεργασία με την κυβέρνηση: να καταλυθεί το πρωτογενές ένστικτο ―αλλά και τα πάλαι ποτέ αυτονόητα διακυβεύματα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας― ώστε, τελικά, η μεθοδευμένη σκέψη και πράξη να οδηγούν στη στεγανοποιημένη κατανάλωση, στον στεγανοποιημένο τρόπο ζωής, στον στεγανοποιημένο έρωτα.

Απ’ την άλλη, όσο κι αν κάποιοι, με βαθύτατο συντηρητισμό, προσπαθούν να συγκρίνουν και να ομαδοποιήσουν ιδέες, σκέψεις, αισθητική και εν γένει βιβλία θα πρέπει να διαβλέψουν ότι, σε μιαν εποχή όπου όλα είναι ρευστά, είναι τουλάχιστον άστοχο, αν όχι αστείο, να προβαίνει κανείς σε τέτοιες αναλύσεις. Πόσω μάλλον για ένα βιβλίο που προσπαθεί, όπως εν προκειμένω, να φωτίσει πλευρές μιας ―μελλοντικής ή παροντικής― δυστοπίας.

Ας μην παρασυρόμαστε όμως. Το μυθιστόρημα του Μπέκα δεν μανιφεστάρει με γροθιές σηκωμένες και ντουντούκες, απ’ τις οποίες ακούγονται άναρθρες σωτήριες κραυγές. Το βιβλίο είναι μία ξεκάθαρη λογοτεχνική αφήγηση για τ’ ότι δεν… τα φάγαμε μαζί. Κάτι που ευχαριστεί ιδιαιτέρως τον κύριο Πικρό ή, αλλιώς, Νυφίτσα, έναν ήρωα του Φετίχ που μαζεύει κόσμο στο Ινστιτούτο. Στρατολόγος με τα όλα του, με μια φοβερή διάθεση να φέρει τον κόσμο στα μέτρα του, πριν να τον φέρει εκείνος στα δικά του, όπως έλεγε και το άσμα.

Και, τέλος, το σκηνικό. Ζούμε σε μια πόλη όπου, τελικά, τίποτα δεν θεωρείται αυτονόητο. Προφανώς, δεν φταίει η Ακρόπολη, δεν φταίει η Πανεπιστημίου, δεν φταίνε τα Εξάρχεια ή οι Αμπελόκηποι. Φταίει η χρήση μας αυτής της πόλης. Φταίει που μυρίζει μπαρούτι και Σανέλ νο. 5 ταυτόχρονα. Φταίει που αργοσβήνει η πρόθεσή μας να πάρουμε τα μικρά, τ’ αδιόρατα καθημερινά μας πράγματα στα χέρια μας. Ο Μπέκας τη χρησιμοποιεί την πόλη, τις λειτουργίες, τις δυσκολίες και τις ευκολίες της ως ένα σκηνικό που συνομιλεί με τους ήρωες και τις ιδέες τους. Η πόλη, σ’ αυτό το βιβλίο, δεν είναι ένα ξενέρωτο σκηνικό όπου αναγκαστικά πρέπει να υπάρχει γιατί δεν γίνεται αλλιώς. Είναι, καταπώς φαίνεται, η ένωση και η αλληλεπίδραση ανθρώπου και περιβάλλοντος. Η πόλη είμαστε εμείς.

Αυτός είναι ο κόσμος του Μπέκα. Εδώ μέσα, σ’ αυτό το βιβλίο, προσπαθούν όλοι να ανασάνουν, όπου, για μας, τους αναγνώστες, είναι αυτονόητη αυτή η ανάσα. Ο συγγραφέας μοιάζει να συντάσσεται με την παρακάτω, παραφρασμένη, επιτρέψτε μου, σκέψη του Ζίγκμουντ Μπάουμαν: «Γι’ αυτό έχει γίνει ντροπή να είσαι φτωχός: γιατί είσαι ανίκανος να επιτελέσεις τη βασική σου υποχρέωση ― ν’ αγοράζεις, να αισθάνεσαι, να διαβάζεις και ν’ ακούς μαλακίες».

 

*Δημοσιεύτηκε στην «Αυγή», 13/12/2011

[ Ηνωμένες Πολιτείες Ευρώπης (ΗΠΕ) ] | Editorial της «Books’ Journal»

«Να αφαιρεθούν αρμοδιότητες από τα εθνικά κράτη και να ανατεθούν σε ένα ευρωπαϊκό ομοσπονδιακό κράτος», οραματιζόταν ο πρωτοπόρος ευρωπαϊστής Αλτιέρο Σπινέλλι, πρόσωπο καθοριστικό για την πορεία της Ευρωπαϊκή Ένωσης. Εξόριστος στο νησάκι Βεντοτένε, λόγω της αντιφασιστικής δράση του κατά του καθεστώτος Μουσολίνι, ο Σπινέλλι, μαζί με τον σύντροφό του Ερνέστο Ρόσσι, συνέταξε το «Μανιφέστο του Βεντοτένε» με το οποίο διακηρύχθηκε ότι το πρώτο πρόβλημα που χρειαζόταν να επιλυθεί μετά τη λήξη του πολέμου ήταν «η εξάλειψη της διαίρεσης της Ευρώπης σε εθνικά κράτη». Ο συγγραφέας Ινάσιο Σιλόνε, εκτελεστικός γραμματέας του Σοσιαλιστικού Κόμματος Ιταλίας, ένα χρόνο μετά, μιλώντας για «αντιδραστικά συστήματα της εθνικής κυριαρχίας» που έπρεπε να καταργηθούν, αναφέρθηκε σε μια πολιτική Ένωση της Ευρώπης.

Ίσως ο πιο κοντινός θεωρητικός όρος για τον Αλτιέρο Σπινέλλι, τον Ρόσσι, τον Σιλόνε, εκείνη την εποχή, να ήταν ο οικείος όρος της Αριστεράς: προλεταριακός διεθνισμός. Μπορεί στην πορεία να μην αποδείχθηκε προλεταριακός ούτε καν διεθνισμός, μπορεί η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης να ανέδειξε εγκλήματα κατά των λαών και να απελευθέρωσε τον καταστροφικό εξτρεμισμό των δυνάμεων του εθνικισμού, αλλά όσο κρατούσε ο πόλεμος εναντίον του φασισμού οι ελεύθεροι ευρωπαίοι πολίτες μπορούσαν να ονειρεύονται. Και μετά, βεβαίως…

Τα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου, πάντως, ήταν προφανές ότι μια ευρωπαϊκή ομοσπονδία δεν ήταν δυνατόν να έχει σχέση με το μοντέλο της Σοβιετικής Ένωσης. Μια ευρωπαϊκή ομοσπονδία όφειλε να είναι αποτέλεσμα της ελεύθερης βούλησης των λαών, να προϋποθέτει την ελευθερία των πολιτών εντός της και να επιδιώξει να υπάρξει σε μια οικονομική βάση που θα προϋπέθετε την ελευθερία και την ευημερία. Από την ίδρυση, στις 18 Απριλίου 1951, της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ανθρακος και Χάλυβος, έως την Ευρώπη των 27, τα βήματα που έγιναν είναι τεράστια. Μπορεί στον σχεδιασμό της υπερεθνικής Ευρώπης να μην κυριάρχησαν οι φεντεραλιστές, μπορεί δηλαδή να μην παραχωρήθηκαν κυριαρχικά δικαιώματα των εθνικών κρατών σε μια Ομοσπονδία με ενιαία κεντρική κυβέρνηση και ενιαία πολιτική έκφραση, αλλά τέθηκαν οι βάσεις για τη δημιουργία μιας τέτοιας Ομοσπονδίας. Ο σύμβουλος του γάλλου υπουργού Εξωτερικών, Ρομπέρ Σουμάν, Ζαν Μονέ, το καθοριστικό δηλαδή πρόσωπο για την εξέλιξη της Ευρώπης σε μια ήπειρο ειρήνης και ευημερίας, που εισηγήθηκε τη μακρά πορεία προς την Ομοσπονδία, πρότεινε τη βήμα προς βήμα πορεία προς την ενιαία έκφραση. Προφανώς είχε δίκιο. Προφανώς, δηλαδή, εκκινώντας από την οικονομία, η ευρωπαϊκή ουτοπία σιγά σιγά απέκτησε απτά χαρακτηριστικά. Έγινε, θα το λέγαμε με μια σύγχρονη έκφραση, ελκυστικό project. Ως εκ τούτου οι κυβερνήσεις, κατ’ εξουσιοδότηση των πολιτών τους, θέλησαν να συμμετάσχουν σ’ αυτό.

Παράλληλα, ωστόσο, με τους «πραγματιστές», που προχωρούσαν την εμβάθυνση της οικονομικής ενοποίησης, κινούνταν και οι οραματιστές, στοχαστές κυρίως και πολιτικές δυνάμεις που, με θεωρητική αφετηρία τα ιδεολογικά προτάγματα της νεωτερικότητας, συνέχισαν να διεκδικούν την υπέρβαση των εθνικών κρατών, την ενιαία ευρωπαϊκή πολιτική έκφραση, τις Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης. Ανάμεσά τους, συγκαταλέγεται κι ο γερμανός στοχαστής Γιούργκεν Χάμπερμας, ο εισηγητής του όρου «μεταεθνικός αστερισμός».

Η δυνατότητα εμβάθυνσης προς μια ευρωπαϊκή Ομοσπονδία, κατά τον Χάμπερμας, δεν είναι απότοκο μόνο πολιτικής βούλησης. Ίσα ίσα. Για πρώτη φορά στην ιστορία, λέει, το εθνικό κράτος είναι τόσο ανίσχυρο μόρφωμα. Η τεχνολογική επανάσταση που βρίσκεται εν εξελίξει καθιστά διάτρητα τα σύνορα και, όπως επεξηγεί ο Στέφανος Παπαγεωργίου, «οδηγεί στην υποκατάσταση του “κυρίαρχου της επικράτειας” από τον “κύριο της ταχύτητας” […]. Το κράτος έχει πλέον στα χέρια του μια μερικώς άχρηστη εξουσία αλλά και μια μερικώς “αδιάφορη” νομιμοποίηση» (βλ. τον πρόλογο της ελληνικής έκδοσης του Μεταεθνικού αστερισμού, Πόλις, Αθήνα 2003).

Αλλά ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση προχωρούσε απορροφώντας έως τώρα τους κραδασμούς από τις κατά καιρούς κρίσεις που έπρεπε να αντιμετωπίσει, και ενώ τα δεδομένα επέτρεπαν, ίσως μάλιστα και να επέβαλλαν τη βαθμιαία υπέρβαση από τα εθνικά κράτη προς την Ομοσπονδία, τα τελευταία χρόνια οι πολιτικές ηγεσίες των εθνικών κρατών επέμειναν στη διαχείριση ενός μορφώματος παρά στη μετεξέλιξή του που, ούτως ή άλλως, όπως δείχνουν οι εξελίξεις ήταν αναγκαία. Η εισαγωγή του ενιαίου νομίσματος και η ελεύθερη διακίνηση αγαθών και εμπορευμάτων στην ευρωπαϊκή επικράτεια ήσαν ελλιπείς και, πάντως, προσωρινές προσαρμογές όσο δεν δινόταν πολιτική λύση με φυγή προς τα μπρος: προς την Ομοσπονδία, την ενιαία δηλαδή πολιτική έκφραση της Ευρώπης. Σε αυτό το σημείο ήρθε η κρίση για να διαπιστωθεί ότι οι πολιτικοί των ευρωπαϊκών εθνικών κρατών είναι φοβισμένοι διαχειριστές και αδυνατούν να εμπνεύσουν και, πολύ περισσότερο, να βαθύνουν τις ενοποιητικές μεταρρυθμίσεις. Η «επίθεση των αγορών στο κοινό νόμισμα» απλώς οχύρωσε τις συντηρητικές πολιτικές δομές της Άνγκελα Μέρκελ και του Νικολά Σαρκοζί πίσω από μια ρητορική που απευθύνεται στα δικά τους εθνικά ακροατήρια, στους ψηφοφόρους τους, στη δική τους πολιτική ισχύ και στην εξασφάλιση των μηχανισμών εξουσίας που ελέγχουν – όχι στο προχώρημα και το βάθεμα της Ευρώπης.

Πριν από μερικές μέρες, ο Γιούργκεν Χάμπερμας, βρέθηκε στη Γαλλία, όπου μίλησε και σε φοιτητικό ακροατήριο, εκφράζοντας για μια ακόμα φορά την οργή του για τους ηγέτες των ευρωπαϊκών χωρών που αδυνατούν να αντιμετωπίσουν την κρίση σαν Ευρωπαίοι . Παρά τον ζόφο των προβλέψεων, ωστόσο, ο Χάμπερμας έχει ακόμα καλά κρυμμένη μια οπτιμιστική σπίθα. Πιστεύει ότι τα κράτη δεν έχουν δικαιώματα, ότι δικαιώματα έχουν μόνο οι άνθρωποι – και ελπίζει ότι, αφού δεν μπορούν οι ηγεσίες, είναι η ώρα να μιλήσουν οι πολίτες.

Θα καταφέρουν άραγε οι ευρωπαίοι πολίτες να διεκδικήσουν και να υπερασπιστούν την Ευρώπη; Θα μπορέσουν να ξεπεράσουν την παθητικότητα, θα απαρνηθούν το ρόλο των θεατών, θα διεκδικήσουν ό,τι κερδήθηκε με κόπο αλλά μεταφράστηκε κυρίως ως ευκαιρία για καταναλωτικές συμπεριφορές, για ευμάρεια και για περισσότερη ιδιώτευση; Θα διεκδικήσουν τον πολιτικό τους ρόλο όπως τον κατέκτησαν στο πλαίσιο της νεωτερικότητας ή θα παραμείνουν απαθείς μπροστά στις εξελίξεις, θύματα του εθνοκεντρικού λαϊκισμού των περισσότερων ηγεσιών τους; Το στοίχημα των Ηνωμένων Πολιτειών Ευρώπης δεν πρέπει να χαθεί.

ΥΓ. Όσο για τους Έλληνες, η μετάδοση και η γιγάντωση της κρίσης στην Ευρώπη δεν είναι η ευκαιρία που περίμεναν για να χαλαρώσουν, είτε σε δημοσιονομικό είτε σε οποιοδήποτε άλλο επίπεδο, και να αρχίσουν να ρίχνουν τις ευθύνες για την ελληνική κατάρρευση στους άλλους. Η πορεία, εδώ, είναι υπαρξιακός μονόδρομος: μεταρρυθμίσεις, μεταρρυθμίσεις, μεταρρυθμίσεις. Όσο επώδυνες και να είναι, είναι ο μόνος δρόμος.

[ Τα σηκωμένα δάχτυλα ΙΙ ― Με αφορμή ένα δημοσίευμα του «Φαρφουλά» ]

Θα έχετε ακούσει για τις αυτοεκπληρούμενες προφητείες. Χθες, δημοσίευσα ένα κείμενο για τα «Σηκωμένα δάχτυλα» και, σήμερα, διάβασα ένα κείμενο στο ιστολόγιο του περιοδικού «Φαρφουλάς» για το 1ο Φεστιβάλ Νέων Λογοτεχνών που διοργανώνει το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου (ΕΚΕΒΙ).

Παραθέτω το ακριβές κείμενο, όπως αυτό δημοσιεύτηκε:

Εδώ Φαρφουλάς

Διάβασα για το 1ο Φεστιβάλ Νέων Λογοτεχνών που διοργανώνεται από το “Υπουργείο Πολιτισμού του Μνημονίου” και το ΕΚΕΒΙ και έφριξα. Έφριξα όχι τόσο με το υποκριτικό φιλονεολαιίστικο σκεπτικό τους που από μακριά μυρίζει ενσωμάτωση (παλιά μου τέχνη κόσκινο για τους κρατούντες), όσο με την μακρά λίστα των συμμετεχόντων. Καλά, τόση ποίηση αναμεμιγμένη με αντίδραση (δεν ήταν λίγοι απ’ τους συμμετέχοντες που “εμπνεύστηκαν” από την οργή του Δεκέμβρη του ’08) για να στριμωχτούνε τώρα στα κρατικά καλλιστεία του λόγου, να φιλήσουν το χεράκι των σοφών, να “αναστοχαστούν” τα “συμπλέγματα κατωτερότητας-ανωτερότητας” του Σεφέρη, και τέλος να διεκδικήσουν τη χορηγία του ΟΠΑΠ (τον ΟΠΑΠ που μιλάει για πολιτισμό ενώ έχει εθίσει στον τζόγο εκατομμύρια κόσμο. Αλήθεια μήπως πρόκειται να φοράνε και φανελάκι με τον χορηγό όπως οι ποδοσφαιρικές ομάδες?) ή έστω ένα ταξιδάκι στο Άμστερνταμ?
Κρίμα γιατί μερικούς/ές απ’ αυτούς/ές τους εκτιμούσα και είχαν φιλοξενηθεί στις σελίδες του Φαρφουλά.
Αν έχουν παρασυρθεί ελπίζω έστω την τελευταία στιγμή να γυρίσουν την πλάτη σε ό,τι υποκριτικά τους κολακεύει τον ναρκισσισμό και την ματαιοδοξία. 
Κρίμα επίσης για ορισμένα αξιόλογα λογοτεχνικά περιοδικά που συμμετέχουν. Ελπίζω να συνειδητοποιήσουν ότι δεν τιμά την μέχρι τώρα πορεία τους ο ρόλος του μαϊντανού σε τέτοιου είδους πανηγύρια. Κάποιοι άλλοι αντιθέτως, και δεν περιαυτολογώ, αν και νεότεροι στα πράγματα και με περίσσιο ταλέντο έπραξαν σοφότερα. Επέλεξαν προς τιμήν τους να είναι απόντες.

«Ο αληθινός ποιητής δεν μπορεί να αναγνωρισθεί ως τέτοιος εάν δεν αντιτίθεται στον κόσμο στον οποίο ζει με τον πιο απόλυτο αντικομφορμισμό»
Benjamin Peret

 

«Την ανεξάρτητη τέχνη την φθείραν οι ίδιοι οι δημιουργοί της, οι οποίοι δεν παρέμειναν ανεξάρτητοι».

Λεωνίδας Χρηστάκης, συνέντευξη στον Φαρφουλά τχ. 12.

Εδώ, όπως βλέπουμε, έχουμε πλέον μία πολύ συγκεκριμένη περίπτωση σηκωμένου δάχτυλου· αυτή του γνωστού σε όλους μας πια «αριστερόμετρου» ή, σκέφτομαι, φόρμας της επαναστατικής γυμναστικής. Θα τα πάρω όμως ένα ένα τα σημεία, προσπαθώντας να βγάλω μιαν άκρη.

[ Το τσουβάλι σου και γρήγορα στο σπίτι ]

Έλεγα χθες για τον μανιχαϊσμό των σηκωμένων δάχτυλων, που δεν μπορούν να δεχτούν, εν πολλοίς, ότι υπάρχει κάτι και πέρα απ’ τον διαχωρισμό «άσπρο-μαύρο». Το άρθρο πηγαίνει ένα βήμα παραπέρα. Ανοίγει, ως αδέκαστος κριτής των πάντων, ένα τσουβάλι και όποιον πάρει ο Χάρος της επανάστασης και της ορθής, βεβαίως βεβαίως, αντίληψης των πραγμάτων εντός του καπιταλισμού ή του φαντασιακού του.

Σ’ αυτό το κακόβουλο τσουβάλι, λοιπόν, χίλιοι καλοί χωράνε. Μόνο που εδώ έχουμε μία πρωτοφανή διαδικασία. Το άρθρο και ο αρθρογράφος του δεν τσουβαλιάζουν διαφορετικούς ή αντιτιθέμενους μεταξύ τους συγγραφείς, μα ―ακόμη χειρότερα― την άποψή τους για ό,τι προέρχεται «απ’ αλλού» με όλους τους συγγραφείς. Οπότε, η συνταγή έχει ως εξής: Παίρνω ένα τσουβάλι, μαζεύω την άποψή μου, τη συγκεντρώνω, την πετάω μες στο τσουβάλι, μαζεύω και όσους «παρασύρθηκαν» από την αντίθετη απ’ τη δική μου άποψη και τους πετάω μέσα. Ακόμη καλύτερα αν έχω και μιαν αγριεμένη γάτα πρότερου επαναστατικού βίου. Τότε, αυτομάτως, δικαιολογείται το τσουβάλιασμα και αποδώ πάν’ κι άλλοι.

[ Η ανωτερότητα του «κρίμα» και άλλα δαιμόνια ]

Προφανώς, τα σηκωμένα δάχτυλα, αυτεπάγγελτα και ακριβοδίκαια, τα διακρίνει μία ανωτερότητα, η οποία καταλήγει μειωτική, αν όχι κακόβουλη, γι’ αυτόν που τη δέχεται. Έτσι, μία λύπη κι ένα «κρίμα» διαχέεται παντού, με σκοπό, βεβαίως, να καταδείξουν το ασυγχώρητο λάθος και, στη συνέχεια, να φανερωθεί η πλήρης αποστροφή και μετάνοια του ανωτέρου προς τον αποδέκτη της λύπης του.

Τα σηκωμένα δάχτυλα παρουσιάζονται και μεγάθυμα, από καιρού εις καιρόν. Ελπίζουν ότι οι αποδέκτες της λύπης αλλά και των φωνών τους θα επανέλθουν στον ορθό δρόμο γρήγορα και δεν θα διαπράξουν στο μέλλον το ίδιο λάθος. Γενναιοδωρία συναισθημάτων, ναι· ευρεία αντίληψη των άλλων, όχι.

Τα σηκωμένα δάχτυλα, τις περισσότερες φορές, χορεύουν στον ρυθμό ενός κόσμου που ’χουν δημιουργήσει για τον εαυτό τους, νομίζοντας ότι τα πάντα αρχίζουν και τελειώνουν με την κίνηση που διαγράφει το χέρι ώσπου να φτάσει ψηλά, πάνω απ’ το κεφάλι και να εξουσιάσει τον κόσμο.

Ο κόσμος δεν ερωτάται ποτέ τι θέλει.

[ Περί του Φεστιβάλ, του ΕΚΕΒΙ και άλλων διαβολικών πρακτόρων της χούντας ]

Τα σηκωμένα δάχτυλα, φορές φορές, δεν δίνουν σημασία στ’ αυτονόητα. Το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου ―υποψιάζομαι, δεν ξέρω― δημιουργήθηκε για την προώθηση του βιβλίου στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Αλλιώς, θα ονομαζόταν Εθνικό Κέντρο Γούνας, ας πούμε, και θα προωθούσε τον γνωστό ρουχισμό. Το 1ο (προσέξτε, παρακαλώ, τον αριθμό: 1ο) Φεστιβάλ Νέων Λογοτεχνών δεν έχει να κάνει, φαντάζομαι, με γούνες (άσχετα αν κάποιοι ή κάποιες συγγραφείς εμφανιστούν μ’ αυτές, έτερον εκάτερον), αλλά με βιβλία. Οπότε, ποιος, λοιπόν, θα έπρεπε να είναι πρωτοπόρος σε τέτοιες διοργανώσεις; Το ΙΚΑ;

Βέβαια, τα σηκωμένα δάχτυλα που κρατούν στην άκρη τους το γνωστό, επαναλαμβάνω, «αριστερόμετρο» δεν αντιδρούν στα ίδια τα γεγονότα, αλλά σ’ αυτούς που τα διοργανώνουν. Ώς εδώ, μπορεί και να συμφωνούσαμε. Ας πούμε, ποιος δεν θα κοίταζε με μισό μάτι ένα Φεστιβάλ Νέων Λογοτεχνών που θα διοργάνωνε η Χρυσή Αυγή; Ελάχιστοι, παρότι θα ήθελα η απάντηση να είναι «κανείς». Έστω. Εδώ, όμως, έχουμε το ΕΚΕΒΙ, που ανήκει στο Υπουργείο Πολιτισμού, που ανήκει σε όλους εμάς ― παρ’ όλες τις επιμέρους αντιρρήσεις που θα είχαμε επ’ αυτού. Το ΕΚΕΒΙ είναι εθνικό κέντρο, δεν είναι παράρτημα κανενός κόμματος, δεν (θα πρέπει να) πρεσβεύει κανένα σύστημα. Αν το κάνει ως οργανισμός, αυτό ―αυτονόητα― δεν σημαίνει ότι όποιος συμμετέχει, συνεργάζεται, βοηθάει μπαίνει στο τσουβάλι ενός αδηφάγου συστήματος και ξεπουλιέται όσο όσο. Λογικό, έτσι;

[ Ο πραγματικός μου πόνος ]

Πιθανόν, αυτό το κείμενο δεν θα έπρεπε να έχει γραφτεί. Much ado about nothing, θα αντέτεινε κάποιος. Κι όμως, τα σηκωμένα δάχτυλα μου προκαλούν, το ξαναλέω, αποστροφή, με ολίγη από φόβο και στεναχώρια. Και πάω λίγο παρακάτω.

Έχουμε μια νέα γενιά λογοτεχνών που προσπαθεί ν’ ακουστεί, ιδρώνοντας να επιβιώσει σ’ έναν κόσμο δύσκολο, ανέραστο και τερατώδη. Ψάχνουμε τρόπους εμείς οι νέοι λογοτέχνες να πούμε μια-δυο κουβέντες προς τα έξω, γι’ αυτό το έξω ή για το μέσα μας ή για ό,τι άλλο το κεφάλι μας έχει τις αντοχές ν’ αντέξει. Όταν μας δίνεται η ευκαιρία, φωνάζουμε και γκρινιάζουμε ότι το κράτος έτσι, το κράτος αλλιώς. Καλά κάνουμε. Δεν υπάρχει σάλιο. Έχουμε τους εκδότες που είναι, τώρα ακόμη περισσότερο, συγκρατημένοι, εάν δεν μας ζητάνε τα μαλλιά της κεφαλής μας (όσα μάς έμειναν) για να εκδώσουν τα βιβλία μας.

Κι έρχεται το ΕΚΕΒΙ και μας διοργανώνει μία εκδήλωση (παρότι δεν συμμετέχω, λέω «μας» γιατί είναι για τη γενιά μου). Οπότε, θα πούμε «Όχι» γιατί είναι το ΕΚΕΒΙ, ο κακός δαίμονας, ο κακός λύκος, ο κακός καπιταλισμός.

Ε, όχι. ΟΧΙ. Είναι άδικο, κατάφωρα άδικο, να θεωρούνται ξεπουλημένοι οι νέοι συγγραφείς, επειδή προτάθηκαν απ’ τα περιοδικά (ξεπουλημένα κι αυτά; όλα;), ώστε να συμμετέχουν σ’ ένα Φεστιβάλ και, μάλιστα, το πρώτο που διοργανώθηκε ποτέ.

Είναι άδικο ―πώς να το κάνουμε― να παίρνεις ένα τσουβάλι και να βάζεις μέσα το σύμπαν, επειδή έτσι σε βολεύει, επειδή αυτό επιτάσσει η συνείδησή σου, ενώ την ίδια στιγμή δεν δίνεις το δικαίωμα της συνείδησης σε κανέναν άλλον, υποτιμώντας τους πάντες και τα πάντα με μιαν ευκολία εξοργιστική.

Λες και ζεις σ’ έναν άλλον κόσμο.

Λες και ο κόσμος όπου ζεις θέλει μόνο να σ’ εκδικηθεί.

Και τίποτ’ άλλο.