[ Άτιτλο ]

[ Σε σένα, Θ.Γ. ]

Μια μέρα, κι εγώ έτσι θα φύγω ― είπε.

Για να χωθεί σε κείνο το παλτό·

δεν του έκανε, του ήταν στενό,

δεν χωρούσε όλες τις εκδρομές της ζωής του.

 

Θα φύγει, είπε· κι έφυγε.

Χώρεσε τσιγάρα και καλώδια, πολλά καλώδια,

σε μια τσάντα· μα πού θα πας μεσημεριάτικα;

Το ερωτηματικό έμεινε να αιωρείται,

θαρρείς και τα σημεία στίξης είχαν μετατραπεί

σε πνιγμένα μωρά στη μέση της Αδριατικής.

 

Κι έφυγε ― δεν του το συγχώρησες.

Όχι ― του το συγχώρησες.

Αυτό το παλτό ήταν το δικό σου και θέλησες,

όπως ήταν βεβαίως φυσικό,

να μείνουν τα καλώδια, πολλά καλώδια, στα χέρια σου,

όταν τα βάζεις στις τσέπες ― εδώ,

για να ζεσταθεί αυτός ― εκεί.

 

Για να μην πνιγεί σαν εκείνα τα μωρά.

Κι έφυγες κι εσύ.

Τώρα, σας χωρίζει μία Αδριατική

κι ένα ποτάμι σχοινιά.

 

Πάν’ και τα καλώδια,

πάει και το παλτό.

30. Ι. 2012

Ν. Σμύρνη

Σώτη Τριανταφύλλου | Σύντομο γράμμα από τη Νέα Υόρκη (Επιστροφή στο Άλφαμπετ Σίτι)

Ο Ιανουάριος δύει κόκκινα και πορτοκαλί· αρρώστησα κιόλας τρεις φορές κι έγινα καλά τέσσερις. Η πόλη διαστέλλεται σφαιρικά, φωτεινά κι έγχρωμα· οι κήποι μοιάζουν ηλεκτρικοί. Οι αλκυονίδες μέρες θα κρατήσουν μέχρι το καρναβάλι – στέκομαι, νωρίς το πρωί, στη λεωφόρο D· περιμένω το λεωφορείο μπροστά στο σκυθρωπό εργοστάσιο της Έντισον· απ’ τον ωκεανό φυσάνε παγωμένοι άνεμοι.

Για χρόνια, οι μέρες περνούσαν αργά, με τεράστια τικ τακ, με χέρια που κινούνταν κυκλικά – οι νύχτες έτρεχαν σαν τ’ άλογα που είχα δει στο ροντέο της φυλακής του Χάντσβιλ. Μερικές φορές συνέβαιναν πράγματα που μεγεθύνονταν: τα προσπερνούσα πετώντας σαν το τρελό πουλί του πεπρωμένου. Τώρα με παρσύρει το κύμα του μέλλοντος: δεν αναβάλλω τίποτα – ό,τι δεν μπορεί να γίνει αυτή τη στιγμή, δεν θα γίνει ποτέ. Διασταυρωνόμαστε στην 11η οδό, στην πλατεία όπου κάποτε στρατοπέδευαν οι άστεγοι· εσύ νοσταλγείς ήσυχες πολιτείες -το πάρκο των όπλων στο Κάρντιφ- εγώ ψάχνω ακόμα τη Μοναχική Λεωφόρο που τραγουδούσε ο Ντοκ Πόμους. Oι νύχτες αρχίζουν αργά και τελειώνουν νωρίς: στην πρωινή λευκότητα, oι μορφές σκύβουν στα ελικοδρόμια, οι στρατιές του σκοταδιού σβήνουν κι εξαϋλώνονται – νωχελικοί μαύροι μαζεύουν τα σκουπίδια της νύχτας στη γωνία 5ης και C. Ζω τυχαία, διασχίζοντας ένα χαμένο εμβαδόν: ο κόσμος είναι η χύτρα της μάγισσας, κι έχω πέσει στον πάτο της. Βλέπω φαντασμαγορικά όνειρα: φρούτα πλέουν στο διάστημα, ο κόσμος είναι εξαίσια φωταγωγημένος. Φαίνεται μακρινός ο καιρός που οι μέρες ήταν ωμές, που τα τοπία ήταν τυφλά – τώρα περπατάω μ’ ελαφρά βήματα έξω απ’ το Τίφφανυ’ς· τα τζάμια θρυμματίζονται και τα διαμάντια κυλάνε στα πεζοδρόμια.

Είμαι ευτυχισμένη που βρίσκομαι έξω απ’ τη φυλακή του Χάντσβιλ κι όχι μέσα· που δεν είμαι ξαπλωμένη σε συρτάρι νεκροτομείου. Είμαι γεμάτη ευγνωμοσύνη: τα σύννεφα με προσπερνούν κι εγώ βαδίζω εδώ, πάνω στον ζωντανό, επίχρυσο χάρτη του Καίσαρα.  Είναι μακρύς ο χειμώνας: οι σκιές σκουραίνουν κι οι άνεμοι βρυχώνται· – αστραφτερές βροχές χτυπάνε τις γέφυρες.

 

ΣΩΤΗ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ