dimart

Συγχώνευση Penguin και Random House με στόχο τη δημιουργία του μεγαλύτερου εκδοτικού οίκου που υπήρξε ποτέ

—του Mark Sweney, The Guardian. Μετάφραση για το dim/art: Αθηνά Μιχαλακέα—

Από εδώ και στο εξής θα εκδίδει τις Πενήντα αποχρώσεις του γκρι και τους Αδελφούς Καραμαζώφ του Ντοστογιέφσκι· τις συνταγές και τις χειροτεχνίες της Pippa Middleton, αλλά και το τελευταίο βιβλίο μαγειρικής της Nigella Lawson. Ο πιο διάσημος εκδοτικός οίκος της Βρετανίας, οι εκδόσεις Penguin, επιβεβαίωσαν τη συγχώνευσή τους με τον υπό γερμανική διοίκηση οίκο Random House, δημιουργώντας έτσι τον μεγαλύτερο εκδοτικό οίκο που υπήρξε ποτέ, ο οποίος θα εισπράττει κέρδη από το ένα τέταρτο περίπου των βιβλίων που πωλούνται συνολικά.

Τα νέα, όμως, αναστάτωσαν αμέσως ορισμένους στην επιχείρηση, οι οποίοι έχουν ήδη δει χιλιάδες βιβλιοπωλεία να κλείνουν, καθώς οι αναγνώστες στρέφονται με ολοένα αυξανόμενους ρυθμούς στο Amazon, για τυπωμένα αλλά και για ηλεκτρονικά, πλέον, βιβλία.

O Andrew Franklin, ιδρυτής των Profile Books, που έχει…

View original post 632 more words

Advertisements

Edito 411 | Φώτης Γεωργελές | Athens Voice

Λενε οτι στις εποχες μεγαλης οικονομικης κρισης, το λιγότερο που χανουμε είναι τα λεφτά. Το σπουδαιότερο είναι η ανθρωπιά μας, η ευαισθησία, η εμπιστοσύνη στη νομιμότητα, στους δημοκρατικούς κανόνες. Είναι η λογική, ο ορθολογισμός, οι κανόνες που μας επιτρέπουν να αντιλαμβανόμαστε την πραγματικότητα και να ζούμε μαζί χωρίς να αλληλοσκοτωνόμαστε. Η ατμόσφαιρα της μεγάλης ύφεσης απελευθερώνει τη σύγχυση, την εξαγρίωση, το φόβο, φέρνει στην επιφάνεια τα χειρότερα ένστικτα. Δεν θέλουμε να καταλάβουμε, θέλουμε εξιλαστήρια θύματα, θέλουμε κάποιον να μισήσουμε.

Ο λαϊκισμός απελευθερώνει την έντονη συγκινησιακή φόρτιση χωρίς λογική και χωρίς όρια. Μόνο η υπεράσπιση της λογικής μάς μένει για να αντιμετωπίσουμε τα τυφλά ένστικτα μέσα μας που ζητάνε αίμα στην αρένα.

Όσοι υπερασπίζονται τη δημοσιοποίηση της λίστας Λαγκάρντ λένε: Έκανε αυτό που δεν έκανε το κράτος. Κατηγορείται αυτός που αποκάλυψε κι όχι αυτοί που συγκαλύπτουν. Και οι δύο προτάσεις είναι λάθος. Το κράτος δεν όφειλε καθόλου να δημοσιοποιήσει τη λίστα. Έπρεπε να την αξιοποιήσει, να δει αν από τις καταθέσεις στην ελβετική τράπεζα υπήρχαν κάποιες που δεν αντιστοιχούν σε δηλωθέντα εισοδήματα, αν ήταν δηλαδή προϊόν φοροδιαφυγής. Η δημοσιοποίηση της λίστας, επίσης, δεν αποκάλυψε τίποτα από όλα αυτά. Ούτε φοροφυγάδες, ούτε ευθύνες, ούτε κατηγορίες. Αποκάλυψε μόνο καταθέσεις. Άλλωστε όλοι σπεύδουν να δηλώσουν από την αρχή, «αυτό δεν σημαίνει ότι οι λογαριασμοί στην HSBC συνιστούν κάποιο αδίκημα». Πόσο υποκριτικό. Τότε γιατί τους διαβάζουμε; Είναι ακόμα λάθος γιατί δεν μπορεί να νομιμοποιηθεί ως υπερασπιστική γραμμή ο συμψηφισμός της ανομίας. Αφού αυτοί δεν συλλαμβάνουν τη φοροδιαφυγή, τότε και σε μας επιτρέπεται η διαπόμπευση.

Μιλάμε πολύ αυτές τις μέρες για τη νομική πλευρά του γεγονότος και τη δημοσιογραφική δεοντολογία. Δεν μιλάμε σχεδόν καθόλου για πολιτική. Δεν λέμε, δηλαδή, ότι σ’ αυτή τη δύσκολη εποχή και σ’ αυτή την εν πλήρει συγχύσει κοινωνία η δημοσιοποίηση ονομάτων που δεν κατηγορούνται για τίποτα είναι κυνήγι μαγισσών. Είναι τροφή στον κανιβαλισμό του πλήθους για να διεγερθεί ηδονοβλεπτικά και να μισήσει εκτονωτικά. Και να αποπροσανατολιστεί για μια ακόμη φορά. Οι ένοχοι φοροδιαφυγής και όσοι τους συγκαλύπτουν θα χαθούν ανάμεσα στα χιλιάδες ονόματα. Οι λίστες δεν περιέχουν φοροφυγάδες. Λένε ποιος «έχει λεφτά».

Αν είναι έτσι, πού ακριβώς θα σταματήσουμε; Γιατί μόνο αυτά τα ονόματα; 55.000 συμπολίτες μας είναι όσοι το 2011 κατέθεσαν στο εξωτερικό άνω των 100 χιλιάδων. Είναι άλλοι τόσοι το 2012; Και γιατί να περιοριστούμε μόνο σ’ αυτούς; Όσοι κατέθεσαν 90, 80, 50 χιλιάδες δεν μπορεί να είναι ύποπτοι φοροδιαφυγής; Το ΣΔΟΕ ζητάει από τις τράπεζες το άνοιγμα 5.000 λογαριασμών για να ερευνήσει τυχόντα αδικήματα. Αυτούς θα τους δημοσιεύσουμε; Εννοείται, αφού εδώ υπάρχει και βάσιμη υποψία από τις ελεγκτικές αρχές. Οπότε γιατί να μη δημοσιεύσουμε και τα 489.000 πρόσωπα που ζητούσαν τη νομιμοποίηση των αυθαιρέτων τους μέχρι τις 30 Αυγούστου που μας πέρασε; Αυτοί δεν είναι και κατά δήλωσή τους ένοχοι;

Ξαφνικά, σταματάμε να μιλάμε ως πολίτες. Δεν συζητάμε πια για νόμους και κανόνες. Δεν μιλάμε για λειτουργίες και ευθύνες του κράτους. Μιλάμε για ονόματα. Ήδη τώρα λένε ότι η δημοσιοποιηθείσα λίστα δεν είναι η λίστα Λαγκάρντ. Γιατί αυτή είχε 1.997 ονόματα, ενώ η δημοσιοποιηθείσα 2.059. Στην πορεία προστέθηκαν μερικά ακόμα. Έχουμε και κάτι άλλες ανάγκες να καλύψουμε, μας έλειπαν μερικά ψιλά. Και κάποια ονόματα ίσως αφαιρέθηκαν. Ποιος ξέρει; Έχουμε φύγει ήδη από τη σφαίρα της δημοκρατικής πολιτείας, βρισκόμαστε στο υπόγειο της κοινωνίας. Η ενημέρωση ως όπλο για ντιλ, εκβιασμούς, συμφέροντα, μυστικές επιδιώξεις. Κάποιοι εκβιασμοί θα γίνουν, κάποιες οικογένειες θα διαλυθούν, κάποιες συμμορίες απαγωγέων θα επιλέξουν θύματα. Έχουμε γίνει Μεξικό, κάθε βδομάδα διαβάζουμε για μια απαγωγή με λύτρα.

Το φιλοθεάμον κοινό διαβάζει ονόματα. Δεν διαβάζει υποκριτικούς αστερίσκους. Θέλει εχθρούς, θέλει να μισήσει. Αρκεί να διαβάσεις τα σχόλια στο διαδίκτυο. Τώρα δεν έχουμε μόνο 300 κλέφτες πολιτικούς. Έχουμε κι άλλους 2.000 «πλούσιους». Κρεμάλες στα λαμόγια! Δηλώσεις συνδικαλιστή δημοσιογράφου: Συλλαμβάνουν το δημοσιογράφο που αποκαλύπτει και αφήνουν τα κακουργήματα της λίστας. Η λίστα έχει γίνει ήδη λίστα ενόχων. Ο αρχηγός του κόμματος που ανήκει ο συνδικαλιστής, λέει σε αντιπαράθεση με τους χρυσαυγίτες: «Είναι τσάμπα μάγκες, τους αδύναμους χτυπάνε. Δεν είδα αυτούς τους παλικαράδες να ενοχλήσουν κανέναν απ’ αυτούς που έχουν βγάλει τα λεφτά τους έξω ή κερδίζουν εκατομμύρια».

Έτσι ίσως καταλαβαίνουμε σιγά σιγά την ιδεολογική χρησιμότητα της κάθε λίστας. Οι χειραγωγοί των μαζών ξέρουν πολύ καλά τι κάνουν. Στις εποχές της σύγχυσης και του φόβου, μιλάνε στα αγριότερα ένστικτα. Δημιουργούν ενόχους. Προσφέρουν θύματα στο Κολοσσαίο του πλήθους. Το αίμα είναι διεγερτικό. Κανείς δεν προσέχει τις υποσημειώσεις. Κανείς δεν θυμάται ότι οι πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης τοποθετούν τα χρήματά τους σε όποια τράπεζα θέλουν. Τώρα μιλάμε ξεκάθαρα: εχθρός είναι οι «πλούσιοι», αυτοί που έχουν. Αν οι «παλικαράδες» με τους λοστούς και τα κατσαβίδια τα χρησιμοποιούσαν στο σωστό στόχο, δεν θα υπήρχε πρόβλημα. Μόνο που αυτό είναι η Δημοκρατία του Σαλό. Είναι η ιδεολογική προπαγάνδα του Χίτλερ και του Μουσολίνι, θα «γαμήσουμε την μπουρζουαζία».

Μεταφορικά και κυριολεκτικά. Τη συνέχεια την ξέρουμε. Εναντίον ποιου ήταν ο βιασμός, το ξέρουμε εδώ και 70 χρόνια. Αν οι συγχυσμένες μάζες του Μεσοπολέμου παρασύρθηκαν από αυτά τα κηρύγματα του μίσους, σήμερα, που το ιστορικό προηγούμενο υπάρχει, δεν έχουμε κανένα ελαφρυντικό. Όσοι παίζουν με τα κατώτερα ένστικτα, όσοι προσπαθούν να μετατρέψουν τους πολίτες σε όχλο στο κυνήγι μαγισσών, εγκληματούν εναντίον της δημοκρατίας.

Είναι όμως αδιανόητη και η ανεπάρκεια, ο εκφυλισμός της ίδιας της δημοκρατίας. Αυτοκτονούν αλληλοεκβιαζόμενοι, συγκαλύπτοντας τη διαφθορά που τους έπνιξε, παραδίδουν την κοινωνία στη ζούγκλα των εχθρών της. Αν σαρκάζω τη σπουδή της δικαιοσύνης να αντιδρά ακαριαία όταν πρόκειται για καταθέσεις, την ώρα που η ανομία κυριαρχεί ανενόχλητη σε όλο το φάσμα της δημόσιας ζωής, άλλο τόσο δεν μπορώ να δεχτώ το κυνήγι μαγισσών που μόνο σκοπό έχει τον αποπροσανατολισμό του πολίτη, τη μετατροπή του σε τυφλό όχλο. Μόνο αν βγεις από τα στρατόπεδα, που εύκολα επανασυντάσσονται αυτόματα με τις δυο πλευρές της χρεοκοπίας, μπορείς να δεις ψύχραιμα την πραγματικότητα. Ή, αλλιώς, σκέψου απλώς: εσύ θέλεις να δεις τους δικούς σου λογαριασμούς, τις δικές σου καταθέσεις δημοσιευμένες στην εφημερίδα; Αν απαντήσεις ειλικρινά, ξέρεις ποιο είναι το σωστό.

the paper – Edito 411 | www.athensvoice.gr.

Ο νεοσσός, της Βένας Γεωργακοπούλου | Protagon

Τωρα παει, πειστηκα. Ο Γιάννης Μακριδάκης κι ας γίνεται όλο και γνωστότερος και πιο εμπορικός ως συγγραφέας (ελπίζω να μη γυρνάει πίσω τα δικαιώματά του στην «Εστία») δεν είναι γιαλαντζί αντιεξουσιαστής. Μπροστά στα πολιτικά του πάθη δεν υπολογίζει καν τους αναγνώστες του, εμένα, ας πούμε, που όταν τον πρωτοανακάλυψα με τα «Ανάμισης ντενεκές» και «Η δεξιά τσέπη του ράσου», μάλλιασε η γλώσσα μου να τον συστήνω. Επισήμως, βέβαια, δεν είμαι Δημαρίτισα. Φίλη, όμως, του Κουβέλη και του πολιτικού του χώρου είμαι και παραείμαι. Κι όταν με ταυτίζουν, όπως έκανε αυτός, με χρυσαυγίτισσα τα παίρνω στο κρανίο.

Πώς το έγραψε στο περίφημο μπλόγκ του, με τη μεγάλη, λέει, επισκεψιμότητα ο Χιώτης οικολόγος και ακτιβιστής του βουνού, του λόγγου και του πελάγου; Ό,τι ,ναι, υπάρχουν, τελικά, τα δύο άκρα. «Μόνο που είναι και τα δυό ακροδεξιά. Ο Δημαρίτης φοράει κοστούμι και έχει μπροστάρη τον θλιβερό Κουβέλη και ο Χρυσαυγίτης φοράει τις μαύρες μπλούζες και τα άρβυλα και έχει μπροστάρη τον γελοίο Μιχαλολιάκο».

Την σύμπτυξα, λίγο, ομολογώ την φράση του, έχει διάφορα κουλτουριάρικα στα ενδιάμεσα περί θεωρίας και πράξης (θεωρία ο Κουβέλης , πράξη ο Μιχαλολιάκος). Σημασία έχει το ζουμί της. Μ’ αυτό θα πορευθούν στο εξής οι νεολαίοι του ΣΎΡΙΖΑ , αφού πρώτα σκίσουν τα πτυχία τους; Διότι τι να σού κάνει πια το μίζερο «Μισθούς και συντάξεις τις κάνατε κουρέλι, άντε και γαμήσου σύντροφε Κουβέλη», πού λάνσαραν; Με λίγη βοήθεια από τον Παπαδιαμάντη της Χίου, πού παίζει τη γλώσσα στα δάχτυλά του, μπορούν, όμως, να συνθέσουν κανένα πιο προχωρημένο και ιντελεκτουέλ συνθηματάκι για τα δυό πολιτικά άκρα. Χωρίς γαμοσταυρίδια και τέτοια για τους πρώην συντρόφους τους. Δεν θα τα ενέκρινε και ο Μακριδάκης, πού όλο για παπάδες και μοναστήρια έγραφε κάποτε.

Βέβαια, ο αντιμνημονιακός πρωτογονισμός του ούτε πρωτότυπος είναι στη χώρα του Τράγκα, ούτε καινούργιος, έχει αρχίσει να ξεδιπλώνεται εδώ κα καιρό. Με την τελευταία του, πάντως, άθλια επίθεση στον Κουβέλη, ακούω διάφορους να δηλώνουν ότι θα το ξανασκεφτούν να διαβάσουν τα βιβλία του. Τόχει αυτό το κουσούρι η ακροδεξιά ΔΗΜΑΡ. Τα μέλη, οι ψηφοφόροι και οι φίλοι της, συχνάζουν σε βιβλιοπωλεία. Δεν τρέχουν στα γυμναστήρια να φουσκώσουν σαν μπαλόνι, όπως οι άλλοι ακροδεξιοί σύντροφοί τους.

Ομολογώ ότι δεν είμαι σίγουρη πώς θα αντιδράσω ως αναγνώστρια. Έχω ένα βιβλίο του μπροστά μου, πάνω πάνω στο σωρό με τα «απολύτως αναγκαία» . Θα το αφήσω να πιάσει σκόνη; ‘Η θα ακολουθήσω τη συμβολή ,που μού δίνει ο σοφός ήρωας του ωραίου μυθιστορήματος, πού διαβάζω τώρα; «Δεν θέλω να σφίξω το χέρι του Ερζέ, όμως μ’ αρέσει ο Τεντέν».

Τώρα, όμως, που το ξανασκέφτομαι, δεν είναι οι πολιτικές απόψεις του σε μπλόγκ, συνεντεύξεις και κείμενα σε ξένες εφημερίδες, που απειλούν να συρρικνώσουν το κοινό του. Αν ήταν έτσι, θα είχα κόψει διά παντός τον λατρεμένο μου Μίκη, που έχει πει και γράψει τα τετραπλάσια από τον νεοσσό στην επανάσταση Μακριδάκη. Είναι τα ίδια τα βιβλία του. Ολοένα και συχνότερα μας κουνάνε το δάχτυλο και μας κάνουν μαθήματα κοινωνικής και πολιτικής συμπεριφοράς. Ξέρω κι άλλους καλλιτέχνες με ακραίες, ασυνάρτητες απόψεις. Ο αγαπημένος μου, ας πούμε, θεατρικός συγγραφέας είναι θαυμαστής του Κουφοντίνα και εχθρός των μεταναστών! Έχει, όμως τη σοφία όταν κάθεται στο γραφειάκι του, να φιλτράρει την οργή του. Ή μήπως το ταλέντο;

Το κείμενο της ΒΓ δημοσιεύτηκε εδώ.

Αναφέρεται σε αυτό το κείμενο του ΓΜ.

Rewriting the Marilyn Monroe story, by Lidija Haas | TLS

It must take some nerve to publish another biography of Marilyn Monroe now,  five decades – and scores of books – after her death in 1962. In the 1980s,  Gloria Steinem described the dizzying “kaleidoscope” effect of all the  Monroe stories; the Marilyn literature has only proliferated since then.  Lois Banner promises both a new rigour and a new line on Monroe: “a new  Marilyn”, no less, “different from any previous portrayal of her”. For  Banner, as “an academic scholar, feminist biographer, and historian of  gender”, started work on Monroe with the feeling that “no one like me” had  ever studied her.

As Banner’s subtitle attests, her Marilyn is a paradoxical figure in a  paradoxical age of “exuberant” post-war boom and Cold War paranoia. She is  in fact “many Marilyns”: “revealing and analysing her multiple personas is a  major contribution of mine to Marilyn scholarship”. Monroe herself said she  was “so many people”. My Story (1974), the unfinished  autobiography based on interviews she gave to Ben Hecht, has its images of  doubleness: her developing body seems separate from her, an apparition, a “magic friend”; on the beach in her swimsuit, she feels “as if I were two  people”, the child “from the orphanage who belonged to nobody” and some new,  nameless person who “belonged to the ocean and the sky and the whole world”. This autobiography has often been “dismissed . . . as a fraud”, but Banner  is convinced it’s genuine – its elements of fantasy or fiction Monroe’s as  much as they are Hecht’s – and she uses it to help evoke the details and  feelings of Monroe’s infamously sad childhood.

Banner’s version of that childhood differs in some small respects from things  Monroe said, but the story everybody knows seems substantially true: born  Norma Jeane Mortensen in 1926, father absent, mother institutionalized on  and off as a paranoid schizophrenic, multiple foster homes – Banner counts  eleven – and a spell in a Los Angeles orphanage, before being married off at  barely sixteen. Banner emphasizes the sexual abuse Monroe suffered as an  eight-year-old, and identifies the most likely offender as one of her foster  fathers, George Atkinson, an elderly Englishman with a monocle who worked as  a movie actor’s stand-in. Norman Mailer, despite suggesting at one point  that only “some awful secret in her past . . . some unquenchable horror” could explain Monroe, was keen to dismiss her claims of abuse as a publicity  stunt; he and others chose to believe she couldn’t have been assaulted,  based on her first husband Jim Dougherty’s word about the state of her hymen  on their wedding night.

Banner, on the other hand, makes the event central to her understanding of  Monroe: such abuse, she says, “can fragment a personality, producing, in  Marilyn’s case, multiple alters”. It can also supposedly “produce  lesbianism” – Banner claims credit for a new emphasis on Monroe’s possible  bisexuality – “sex addiction, exhibitionism”. The catalogue of diagnoses  here is a long one, including dyslexia and a stammer (Monroe linked its  appearance to being assaulted and then disbelieved), bipolar and  dissociative disorders, and endometriosis that required multiple operations  over the years. It seems a little strange to add sex addiction to the list:  Banner’s phrasing – “she covered untoward behaviour with a mask of good  intentions, justifying her promiscuity through advocating a free-love  philosophy” – makes it unclear whether she thinks promiscuity automatically  counts as a disorder, and also somewhat undermines the portrait she wants to  draw later on of Monroe as a genuine sexual radical.

These sorts of confusion sometimes arise when Banner is trying to debunk one  standard Monroe story and risks falling into another. She wants to make  clear that Monroe was not the helpless invention of others, but her account  of Monroe’s shrewd ambition inevitably conjures the equally tricky image of  the cunning sex kitten whose success is built on men, not merit. And soon  the victim theme reappears in any case – Banner partly explains Monroe’s  time on the casting couch, and as a so-called “party girl” entertaining  studio executives and their guests, by saying that her abuse in childhood “had programmed her to please men”.

Still, it’s clear that Monroe worked hard to distinguish herself as a model  and then an actress. She started modelling after a photographer spotted her  spraying fuselages on an assembly line and asked to take her picture for a  magazine. By the summer of 1946 she was divorcing Dougherty and signing a  contract with Twentieth Century-Fox. Banner’s account of her “party girl” phase is matter-of-fact, but without the vivid concision of My Story,  in which Hollywood emerges as “an overcrowded brothel, a merry-go-round with  beds for horses”. She had done well as a pin-up, but her first years in the  movies were rocky: Fox dropped her after a year, and Columbia after six  months. But Johnny Hyde, a powerful agent thirty years her senior, was  smitten with her, and called in favours to get her cast in The Asphalt  Jungle, one of the few early films in which she made a real impression,  then in All About Eve, which got her back on contract at Fox. It’s  not clear what Banner thinks of Hyde – she takes a surprisingly chirpy view  of his buying Monroe a new nose and chin in 1950: “Johnny wanted her to be  perfect”.

Cosmetic surgery and favours aside, Hyde wasn’t her Svengali. If she had one,  it was Natasha Lytess, whom she’d met during her brief stint at Columbia in  1948. Lytess was the head acting coach there, but she became Monroe’s: she  took her to museums, gave her a long reading list, and worked with her on  twenty-two movies, often standing behind the director on set, signalling  instructions. Lytess is rather a shadowy figure here: she may or may not  have been Bruno Frank’s widow, as she claimed, and may or may not have been  Monroe’s lover – in 1962, for a considerable sum, she told a British tabloid  that they’d lived together, in Banner’s words, “as husband and wife”, and  that she’d taught Marilyn everything she knew about sex. But Banner does not  go into much concrete detail about what difference Lytess made to Monroe’s  performances. There are tantalizing flashes of insight about how Monroe  developed her screen persona: Lytess encouraged her to imitate Mae West’s  walk; Hyde told her to study Chaplin movies. In his 1969 biography, Fred  Lawrence Guiles mentioned a conversation Monroe had with Lee Strasberg  before starting work on Some Like it Hot, in which she objected to  her character’s stupidity in not seeing through Jack Lemmon’s and Tony  Curtis’s drag act. Strasberg thought for a moment, and gave her an  off-the-cuff solution: she doesn’t see through them because she doesn’t want  to; Sugar Kane is the kind of woman other women steer clear of, and for the  first time, “here suddenly are two women, and they want to be your  friend”. Monroe saw how this could work, and there is an ingenious  simplicity to it. Despite the script’s brilliance, Sugar as written could  easily come off as half dimwit, half doormat, but Monroe makes her much more  than that, and it helps that she doesn’t focus her loneliness and eagerness  for affection solely on saxophone-playing men. The anecdote offers a  refreshing glimpse of Strasberg’s practical usefulness to her, a reminder  that her dependence on such mentors was not necessarily a sign of neediness  or pretension.

Banner credits Monroe with a deep historical imagination

Amid the mass of information about what happened when, Banner doesn’t always  draw out these telling details. Nonetheless, she gives serious consideration  to what Monroe achieved on-screen. The familiar ingredients of her story are  all there – the marriages to Joe DiMaggio and Arthur Miller; the bid for  independence with Marilyn Monroe Productions; the Actors’ Studio; the  psychoanalysis, the miscarriages, the pills – but Banner also abandons  strict chronology for an “Entr’acte” in which she traces the roots of  Monroe’s “blonde clown” figure, its connections to high and low cultural  forms, to Shakespearean fools, commedia dell’arte, burlesque,  striptease. Banner credits Monroe with a “deep historical imagination”. Crucially, she refutes the implication that Monroe merely radiated some  animal, instinctive quality. She parodied the sexy cartoon even as she  embodied it, and she could map the complex pleasures and pains of a sentient  being half trapped inside it. Banner notes that Joshua Logan, who directed Bus  Stop, admired her Chaplinesque feel for “the edge between laughter and  sadness”. He respected her for being constantly surprising, as, grudgingly,  did Billy Wilder, no matter how many takes it took her to say “It’s me,  Sugar”.

Examining the circumstances of Monroe’s death seems an ever more thankless  task for any biographer, and it is here that the conflicting hints, claims  and counter-claims threaten to overwhelm any convincing narrative.  Evidently, the official story told to the press was false, and there were  several cover-ups. Banner does a good job of discrediting some of the more  lurid murder theories of the past few years, but a lot of the evidence she  presents makes it seem very possible that the Kennedys – both the President  and his brother Robert – were involved, and that Monroe was threatening a  tell-all press conference. Banner clearly thinks neither suicide nor  accidental overdose is the most likely explanation, although she does cover  all bases by saying that Monroe’s life “is so filled with paradox,  tricksterism, and passion achieved and thwarted that it is impossible to say  what she would do”.

With such a palimpsest for a subject, Banner’s book seems tinged with anxiety,  as she emphasizes any small detail “never before revealed”, each  interpretive tweak “no previous biographer” has managed. In wading through  the profusion of sources, trying to trace a reliable version of events in  Monroe’s life, Banner sometimes encounters a difficulty in determining what  a reader needs to be told. Readers able and willing to follow the twists and  turns of what earlier accounts assumed or established about Monroe could  surely also be expected to know roughly what film noir is, or daily rushes,  or typecasting (“common in Hollywood, because producers felt safe repeating  successful formulas”), or indeed that “it” – as in “let’s do it” – “was then  a euphemism for sex”.

Banner’s idea that Monroe’s life “contains texts and counter-texts” makes a  certain sense (though it’s truer of her afterlife, where it seems she won’t  ever stop being rewritten). But a lot of the contradictions she identifies  are less surprising than she suggests, especially for someone in Monroe’s  position. It isn’t so hard to understand how a person could be sensitive and  insecure but also determined and assertive at times, could be driven to  succeed but disturbed to see herself packaged and sold, could want to be  looked at and desired while also hating and resenting it. Nor, ideally,  should it seem such a stretch to imagine that a world-famous sex symbol from  a difficult background could also be witty, intelligent and politically  radical – and the wit, at least, is clearly visible in her best  performances.

Banner was born in the 1930s, only a decade or so after Monroe, and she may  well have grown up with the same “teenage discomfort” Gloria Steinem  described about the sometimes “embarrassing . . . sad and revealing” spectacle of Monroe “mincing and whispering and simply hoping her way into  love and approval . . . holding a mirror to the exaggerated ways in which  female human beings are trained to act”. Elsewhere Banner has written that  as “one of the founders of ‘second wave’ feminism in the 1960s, I was drawn  to Marilyn as the major historical exemplar of the sexual objectification of  women that we challenged”. She has had to circle back in order to view  Monroe differently: now, for instance, she presents her decision to speak  publicly about being sexually abused as “a major – and unacknowledged – feminist act”. As Banner implies, there is still a prevailing tendency to  see Monroe as either “irreparably damaged”, or “quintessentially feminine  and not very smart”, or both. Context is all: if you are picking your way  through the small library of books presenting Monroe as a mere victim, a  symbol or a sexy mess, through the overheated Norman Mailers and the  excitable conspiracists, it might come to seem groundbreaking to start  instead from the premiss that she was a real person – yet that is surely a  basic requirement for a biography. The “paradox” of the subtitle, then – the  very human complexity Banner finds in Monroe – resembles not so much a  hard-won conclusion as a useful place to begin. Still, as starting points  go, it does seem like the right one, and much more unusual in “Marilyn  scholarship” than it should be.

Lidija Haas is a freelance writer.

Lois Banner
MARILYN
The passion and the paradox
528pp. Bloomsbury. £20.
978 1 60819 531 2

Article originally taken from here.

Οι αγαπημένοι δίσκοι των… (από το “Quietus”)

Diamanda Galás Discusses Her 13 Favourite Albums

Bakers Dozen: Portishead Choose Their Favourite 13 Albums

Alan Wilder Of Recoil & Depeche Mode’s 13 Favourite LPs

Morrissey Reveals His Favourite LPs Of All Time

Bakers Dozen: Joy Division & New Order’s Stephen Morris On His Top 13 Albums

Beautiful, Beautiful Music: Beth Orton’s Favourite Albums | The Quietus

Earlier this month, Beth Orton returned with her first album in six years, Sugaring Season. The folk/electronica sound is no longer the focal point – electronics only line one track on the album – and instead, the LP is a set of perfectly formed folk songs, rendered with deft musicality, the end result of the assembled group of session aces – including Marc Ribot on guitar, Sebastian Steinberg on bass and drummer Brian Blade – that make up Orton’s band. Rather than sticking in one mode, however, Orton places a fleeting piano-led waltz (‘See Through Blue’) that barely reaches the two-minute mark in the centre of the LP, and closes proceedings with ‘Mystery’, where her finger-picked guitar and sweetly-toned vocals build on an underlying drone.

The sonic imprint of Nick Drake and John Martyn lingers in the airy vocal melodies and jazzy inflections of songs like ‘Dawn Chorus’ and ‘Poison Tree’, two artists who, after much deliberation, made it into Orton’s Baker’s Dozen. At numerous points during our conversation, Orton outlines, and re-outlines, her ethos for choosing them, explaining: “I just picked these records because I wanted to talk about records that have directly affected my writing, I suppose, and how I approach what I do.” Was it easy cutting your choices down to 13? “It’s horrible! No-one should be made to do it!”

Grinning and bearing it, Orton did make her choices, and in time for her upcoming UK tour, beginning on November 25 at The Assembly in Leamington Spa – click on her picture below to begin scrolling through the albums.

Διαβάστε τη συνέχεια…