πού πάει η μουσική όταν καίγεται, μπαμπά;

[ πού πάει η μουσική όταν καίγεται, μπαμπά; η μουσική· τσαφ· οχτώ χρόνια συλλογής και περισυλλογής, μετατροπών και μετατροπών σ’ ένα άγνωστο σύμπαν· βγήκε το νέο άλμπουμ; λίκαρε; το πρόλαβες; πού θα το βρω; να περιμένω στην ουρά; σ’ αρέσει; να σ’ το κατεβάσω; οχτώ χρόνια απόλυτα ψηφιακής μουσικής· η μουσική για το πρωί, το μεσημέρι, το απόγευμα, η μουσική για το βράδυ· η μουσική για κείνο το πάρτι (που δεν πήγες), για το άλλο (που δεν σε κάλεσε), για το τρίτο (που σε παρακαλούσε να κάνεις)· η λίστα για ένα-τσιγάρο-δρόμος και για το δρόμο τον λιγότερο ταξιδεμένο· το podcast της μουσικής που ήθελες ν’ αφιερώσεις σ’ εκείνη την εκπομπή σου, η κακή ποιότητα από το YouTube, αλλά πού να τρέχεις τελευταία στιγμή ν’ αγοράζεις, να κατεβάζεις; οχτώ χρόνια απόλυτα ψηφιακής μουσικής συλλογής· οι Radiohead που πέρασαν από τα cd στα λίγα mbs των χαμηλότερης ποιότητας mp3, και τα b-sides τους (που ποτέ δεν θυμόσουν απέξω)· οι Arcade Fire που, όταν τους πρωτοάκουσες, έβαλες τα δυνατά σου να μην καπνίσεις για όσο κρατούσε το άλμπουμ· η Patti Smith που ήθελες να ξεπεράσεις και οι Smiths που δεν ξεπέρασες ποτέ· ο Elvis που στεκόταν ανήκουστος, αμόλυντος και άχραντος για χρόνια· οι λίστες που έκανες για να ξενερώσει («οι Arctic Monkeys είναι αμήχανοι», έλεγε), και οι λίστες που δεν έκανες για τον ίδιο λόγο· ο Aphex Twin, αλλά και η trash pop της ζωής σου· οι λίστες που ήθελες να μην ξενερώσει («the_night_is_still_niel_young»), και που ξενέρωνε· οι λίστες που σ’ ερωτευόταν· οι λίστες για το αυτοκίνητο, το χειμώνα και το καλοκαίρι· η άνοιξη της λίστας, κι ένας χειμώνας της Πράγας· τα mp3 του Βερολίνου, και τα soundtrack από ταινίες που δεν είχες δει, αλλά είχες φανταστεί από τη μουσική τους· οι φάκελοι με τα ωραιότερα εξώφυλλα των δίσκων κάθε χρονιάς· η κλασική μουσική που σου είχε χαρίσει ―άλλη περίπτωση εκείνη― και δεν άκουγες, γιατί το πιάνο σε ανατρίχιαζε και το τσέλο σ’ έκανε να βλαστημάς την ομορφιά· η Βίσση και ο Ρουβάς, ο Θηβαίος και οι Τερμίτες· η new wave των 80s («άκου South of No North, ρε»)· οι λίστες της ντροπής, οι λίστες του Σίντλερ και οι λίστες για να εντυπωσιάσεις (ήθελες σώνει και καλά· τα κατάφερες)· οχτώ χρόνια απόλυτα ψηφιακής μουσικής· ο φάκελος με όλες τις βερσιόν του «House of the rising sun» (οι Bon Jovi για κλάματα σ’ αυτό το κομμάτι) και με τα 100 καλύτερα των 90s· εκείνος ο φάκελος με τα ομορφότερα λαϊκά (η Καίτη Ντάλη πρώτη πρώτη) και με τα θεατρικά του Γιώργου Μαρίνου· ο Χατζιδάκις όλος, και ο Σαββόπουλος· λίγος Λοΐζος και πολύς, αν όχι όλος, Κραουνάκης· το 2010 της ντροπής και το 2000 της αγάπης· ο «dose_pono» και ο «jazz_for_a_lazy_day» (που τον άκουσες μισή φορά)· «μαλάκα, κατεβαίνει η Björk πιο σιγά κι από το δείκτη ανεργίας»· «ρε συ, βάλε στο dropbox κάτι, πώς θα περάσω το βράδυ στο ΚΤΕΛ;»· «λύσσαξες με τον Talabot, βάλε και κάτι άλλο»· «ο Jaar είναι λίγο καλύτερος από τον Fout Tet, αλλά ο Burial αντιστέκεται»· η λίστα για να ’ρθω σε βρω, ο φάκελος για τον τσάμπα κόπο· τα ρεμπέτικα με το κρίτσι κρίτσι, τα ερωτικά για το πίτσι πίτσι και ένα podcast του θυμού· εσύ, αυτός, αυτοί, αυτές, αυτά· εκείνος και εκείνος· και τα μυστήρια· «δεν μου αρέσουν οι νέοι National, είναι ό,τι τα tweets για τον Γιώργο Βέλτσο»· «να πάμε να δούμε το ντοκιμαντέρ των Efterklang στο Hub»· «κάτσε να σου στείλω ένα κομμάτι να κλαις για δώδεκα μέρες» (και λίγο περισσότερο)· «η PJ φοράει τις ωραιότερες γόβες»· η λίστα για τη μετάφραση του Everett, η λίστα για την επιμέλεια ενός γιαπωνέζικου αστυνομικού (τι ωραίοι οι Mono)· ο φάκελος «the_airport_is_just_the_beginning» με πρώτους τους Air (πόσος προβλέψιμος, θε μου) και ο φάκελος «im_gonna_find_you» δίχως One Direction· τα κατεβατά της ηλεκτρονικής, ο Βήτα και οι Στέρεο Νόβα, το ταξίδι μιας φάλαινας και το μικρό παιδί με τις πρίζες στα χέρια· η nu-disco και κάτι ανελέητα πριονίδια για τις μέρες που θα τέλειωνε το γάλα· η indie σου στην indie μου και τ’ άστρο πάνωθέ μου, αχ, να μην τέλειωνε ποτέ η ώρα ετούτη, θε μου· να μην τέλειωνε· τέλειωσε· μ’ ένα τσαφ, τέλειωσε· πάει· πού πάει η μουσική όταν καίγεται, μπαμπά; πού πάει τόση μουσική όταν τη χάνεις; πού πάνε τα 160 giga όταν εξαφανίζονται, μωρό μου; οχτώ χρόνια απόλυτα ψηφιακής μουσικής· και κάτι cd δανεικά κι αγύριστα· πες μου, πού πάει η μουσική όταν καίγεται ―

Advertisements

Αισθητική και Πολιτική: Κι άλλοι λόγοι για την ανάγκη της συγκρότησης της νέας Κεντροαριστεράς ― του Δημήτρη Αθηνάκη

Ο δημόσιος λόγος και η εμπράγματη πολιτική είχαν ανέκαθεν να κάνουν με τον τρόπο εκφοράς και εφαρμογής τους αντίστοιχα. Ποτέ στην ανθρώπινη Ιστορία δεν υπήρξε διάσταση μεταξύ θεωρίας και πράξης αναφορικά με την αισθητική παρουσία τους. Μπορεί να φαίνεται λιγάκι πολυτέλεια να συζητάμε σήμερα για αισθητική λόγων και πράξεων, αλλά θα ξεκαθαρίσουμε παρακάτω τι ακριβώς θέλουμε να πούμε.

 

Στην Ελλάδα, σήμερα, υπάρχουν μερικές αδυσώπητες ―αν όχι αδηφάγες― υποχρεωτικές πραγματικότητες: η πραγματικότητα του Μνημονίου ως γεγονότος και βασικού εργαλείου χάραξης οικονομικής πολιτικής και η πραγματικότητα της εφαρμογής του ως αιτίας επιρροής της κοινωνικής πολιτικής. Είναι σαφές ότι τίποτα δεν πάει καλά. Είναι επίσης σαφές ότι κάτι πρέπει να πάει καλά. Είναι ακόμη πιο σαφές ότι πρέπει να πιέσουμε προς αυτή την κατεύθυνση όσοι εντασσόμαστε στο χώρο της Κεντροαριστεράς και του σοσιαλφιλελεύθερου Κέντρου ― αλλά όχι μόνον εμείς. Και μολονότι οι μνημονιακές υποχρεώσεις της χώρας είναι σκληρές και άκαρδες, ο τρόπος που εκείνες θα εξυπηρετηθούν είναι βαρύνουσας σημασίας. Για να το πάμε και λίγο παρακάτω: ο τρόπος που η κυβέρνηση θα μετέλθει για να πείσει την κοινωνία για την αναγκαιότητα και τη χρησιμότητα εντέλει της εξυπηρέτησης των υποχρεώσεών μας ως κράτους είναι ζήτημα πολιτικής αισθητικής. Αριστεροδέξιος λαϊκισμός και δημοκρατία είναι έννοιες ασύμβατες.

 

Μερικές ακόμη αλήθειες είναι οι δαιμονοποιημένες ―σχεδόν πανταχόθεν― μεταρρυθμίσεις, οι αλλαγές (άλλη αρνητικά φορτισμένη λέξη) που είναι αναπόφευκτες. Προφανώς, όλα αυτά δεν είναι δίχως ιδεολογικοπολιτικό πρόσημο, αλλά παραμένουν μεταρρυθμίσεις και αλλαγές. Προς τα πού; Ας πάρουμε δύο παραδείγματα: τον «Ξένιο Δία», καθώς και τα κέντρα κράτησης μεταναστών, και την ΕΡΤ. Θα συμφωνήσουμε, φαντάζομαι, ότι, στη βάση τους, οι πολιτικές που επέλεξε η κυβέρνηση είναι σωστές, ότι ήταν αναγκαίο να ληφθούν μέτρα για τους παράνομους μετανάστες και ότι ήταν υποχρεωτικό να αναδιαρθρωθεί η ΕΡΤ. Κρατούμενα δύο. Τι έγινε όμως στην πράξη; Στην πράξη, η κυβέρνηση (Σαμαρά) επέλεξε τον αισθητικά και ανθρωπιστικά βίαιο τρόπο να εφαρμόσει αυτές τις δύο αναγκαιότητες σχεδόν δίχως έλεος και σίγουρα δίχως αποτελεσματικό στρατηγικό σχεδιασμό. Εξάλλου, το άγχος που δημιουργεί η πίεση της τρόικας εξανεμίζει κάθε στάλα ψυχραιμίας αυτής της κυβέρνησης.

 

Κι αν λοιπόν στη βάση τους αυτά τα δύο παραδείγματα (μεταναστευτικό και δημόσια τηλεόραση) είναι σωστά, τι άλλο θα έπρεπε να γίνει; Αυτό που, κατά τη γνώμη μου, προβάλλει ως ανάγκη είναι ο τρόπος, και ο τρόπος δεν είναι ασύνδετος με αυτόν που πραγματώνει καθετί. Ο τρόπος περισσότερο ήταν που προκάλεσε το θυμό της κοινωνίας και όχι η ουσία. Διυλίζουμε τον κώνωπα, το ξέρω, κι ίσως η κάμηλος δεν θα καταποθεί ποτέ ― ή, τουλάχιστον, όχι ακόμα. Κι εδώ είναι που έρχεται να παίξει το ρόλο της η Κεντροαριστερά, το Κέντρο, ό,τι επιθετικό πρόσημο κι αν του δώσουμε.

 

Η πολιτική είναι ζήτημα αισθητικής. Η αισθητική είναι ηθική. Nulla ethica sine aesthetica, όπως έγραψε στον πίνακα του αμφιθεάτρου ο ισπανός ποιητής, δοκιμιογράφος και ιστορικός των ιδεών José María Valverde Pacheco προτού συλληφθεί και σταλεί στην εξορία από το καθεστώς του Φράνκο. Και η εφαρμογή της πολιτικής είναι και παραείναι αναπόσπαστα και αναπόδραστα δεμένη με τον τρόπο. Ο ρόλος της νέας, μεγάλης Κεντροαριστεράς, του νέου, μεγάλου Κέντρου είναι ακριβώς αυτός: να βρει τον καινούργιο τρόπο (με τρώει να πω «την καινούργια αφήγηση») να γεννήσει πολιτική, να εκφέρει δημόσιο λόγο και να τον κάνει πραγματικότητα.

 

Για να επιστρέψουμε στα δύο παραδείγματα που χρησιμοποιήσαμε ως όχημα. Μάλλον δικαίως θα ρωτήσει κάποιος πώς θα λάμβαναν χώρα αλλιώς αυτές οι δύο κυβερνητικές αποφάσεις. Το Κέντρο και η Αριστερά (ειδικά ο συνδυασμός τους) δεν ξεχνά (σχεδόν) ποτέ ―και το έχει αποδείξει όπου συνθετικά έχει αναλάβει την εξουσία― τον παράγοντα «άτομο» και τον παράγοντα «δημοκρατία». Κούφιες κουβέντες, θεωρητικές, θα πει ο κουρασμένος σοσιαλδημοκράτης και ο βιαστικός φιλελεύθερος ― και μπορεί να είναι. Σήμερα όμως, εδώ, πρέπει να επανέλθουμε σ’ αυτό το πεδίο άσκησης της πολιτικής, μ’ αυτόν τον τρόπο. Ειδάλλως, μπορούμε να βάλουμε τη χώρα στον διόλου ψύχραιμο αυτόματο πιλότο της εφαρμογής του Μνημονίου και των απαιτήσεων της τρόικας, και ν’ αφήσουμε να φαίνονται όλα αυτά αναγκαία κακά, μπερδεύοντας τη δημοκρατία και τον πολιτικό φιλελευθερισμό με την απροϋπόθετη στήριξη της όποιας νομιμότητας και της όποιας πλειοψηφίας ― κάπου εδώ ελλοχεύει ο αντίστροφος λαϊκισμός. Κι ίσως εδώ ανοίγει μια μεγάλη κουβέντα, την οποία όμως δεν θα θίξουμε προσώρας.

 

Η νέα, μεγάλη Κεντροαριστερά, το νέο, μεγάλο Κέντρο οφείλει στον εαυτό του να δημιουργήσει εκ νέου τη νέα αισθητική, το νέο ήθος εφαρμογής της πολιτικής, τον νέο στρατηγικό ρεαλισμό, όπως λέγαμε σε προηγούμενο άρθρο («Μεταρρύθμιση», 23.08.2013, στη στήλη «Παρεμβάσεις»). Η αισθητική είναι η ηθική μας: στην πολιτική, στην οικονομία, στην ίδια τη δημοκρατία εν πάση περιπτώσει. Να τη βγάλουμε μπροστά, να τη δούμε να εφαρμόζεται, να προσπαθήσουμε να την επικαιροποιούμε διαρκώς. Αυτό κάποιοι το λένε οπορτουνισμό, εμείς ας το πούμε νέο ρεαλισμό. Για όλους μας.

 

«Ποιοι;» είναι το ερώτημα που συνεχώς προβάλλει. «Με ποιες πολιτικές;» Ας μην κρυβόμαστε πίσω από το κουλτουριάρικο δάχτυλό μας: οι πολιτικές υπάρχουν σ’ αυτόν το χώρο, από προτάσεις και προγράμματα άλλο τίποτα. Να βρεθούν εκείνοι που ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ θα τις εφαρμόσουν, βρίσκοντας τη χρυσή τομή. Και για να μην αρχίσουμε τα κλισέ, ας είμαστε ρεαλιστές και συγκεκριμένοι: το εναπομείναν ΠΑΣΟΚ, απαλλαγμένο πια από τα λαϊκιστικά του τμήματα που έχουν εισρεύσει (ω του θαύματος!) στο ΣΥΡΙΖΑ, το πρόθυμο κομμάτι της ΔΗΜΑΡ, ένα τμήμα της ΔΡΑΣΗΣ, κινήσεις και κόμματα του χώρου, ανένταχτοι και ασκεπείς. Γνωριζόμαστε πάνω-κάτω μεταξύ μας. Αυτοί είμαστε ― ας δούμε τι μπορούμε κι ας καλέσουμε και τους καινούργιους αν διστάζουν να έρθουν μόνοι τους, είτε είναι νέοι είτε όχι. Τους καινούργιους ― τώρα.

 

Δημοσιεύτηκε αρχικά εδώ.

Λίγο ακόμη μπλαμπλά περί Κεντροαριστεράς και σύγχρονων (αλλά απαραίτητων) δαιμονίων ― του Δημήτρη Αθηνάκη

[Με αφορμή το κείμενο του Ηλία Κανέλλη, με τον τίτλο «Κεντροαριστερά», στα «Νέα» (21.08.2013)]

Ας εστιάσουμε σε μερικά, ας πούμε, δεδομένα ή/και αυτονόητα· στο αυτονόητο ότι χρειάζεται η Κεντροαριστερά (ΚΑ) (μπλαμπλά), ότι, τώρα που η ΔΗΜΑΡ χάνει (ή έχει χάσει ήδη) το παιχνίδι, μόνο το ΠΑΣΟΚ έχει μείνει ως μαγιά, όσο κι αν το βδελυσσόμαστε, και οι πέριξ αυτού, πέραν της ΔΗΜΑΡ, δυνάμεις (Λοβέρδος, Ραγκούσης, Διαμαντοπούλου, Μόσιαλος, Δράση, εκσυγχρονιστές κ.λπ.), ότι, αν δεν υπάρχει υπολογίσιμη ΚΑ, θα έχουμε ένα ΣΥΡΙΖΑ στα ύψη (ενδεχομένως και πρώτο, είναι κι ένας Δένδιας ―συμβολικά το λέω― που χαλάει τη σούπα στις ΚΑ ψυχές) κι έναν Σαμαρά να μην έχει κάποιον να συνεργαστεί (είναι και τα κουκιά στη μέση, τι να κάνουμε;) και κάποιον να τον συγκρατεί ―κι εδώ είναι το σημαντικότερο― όσο μπορεί.

Αν στις εκλογές είναι πρώτος ο Σαμαράς (και με το μπαίνει-δεν-μπαίνει-η-ΔΗΜΑΡ, που αποτελεί πια αμφίβολη δύναμη σταθερότητας), πού θ’ αποταθεί; Αν είναι πρώτος ο Τσίπρας… ας μην το συζητήσουμε καλύτερα. Ή ας το συζητήσουμε. Να είμαστε όμως έτοιμοι να πούμε αλήθειες στον εαυτό μας και μεταξύ μας. Να πούμε ποιος θα συνεργαζόταν ―και πώς ή γιατί― μαζί του. Αλήθειες όμως. Η δική μου; Με ό,τι έχω σήμερα κατά νου, ούτε για πλάκα· δεν σκάω ούτε μισό χειλάκι.

Βάζω, όπως βλέπετε, λιγάκι σε δεύτερη μοίρα τα ιδεολογικοπολιτικά· η «κουλτουριάρα» ΚΑ (παίρνω τον όρο από σχετικό κείμενο του Πάνου Θεοδωρίδη για την Αριστερά), που συζητά μονίμως και πουθενά δεν καταλήγει, πρέπει ν’ αναπτύξει στρατηγική επιτέλους· έχω πειστεί ότι κυρίως, σ’ αυτήν τη φάση, με ΣΥΡΙΖΑ και Χρυσή Αυγή σ’ αυτά τα ποσοστά (δεν συμψηφίζω, δεν ενώνω, δεν ταυτίζω· απλώς εντοπίζω), πρέπει να βγούμε μπροστά με παγιωμένη στρατηγική άποψη και με μεταρρυθμιστική πρεμούρα (με κεντρώο, κεντροαριστερό, φιλελεύθερο ή φιλελέφτ πρόσημο; Όλα μαζί; Ό,τι αποφασίσουμε· γρήγορα όμως).

Θα μου πείτε: Καλά, θα κάνουμε ένα καινούργιο σχήμα για όλα τα παραπάνω και μόνο; Με τα δεδομένα της περιόδου, η απάντησή μου είναι (σχεδόν) καθαρά «ναι». Καμιά φορά, ο ορθολογικός (ωμός και κυνικός ίσως) στρατηγικός ρεαλισμός χρειάζεται για να σωθεί μια κατάσταση· το μέλλον της ΚΑ, ως ιδεολογικοπολιτικού φορέα ιδεών (μπλαμπλά) και διαρκών μεταρρυθμίσεων (μπλαμπλά, αλλά πιο ωραίο), μπορεί να περιμένει λίγο· έτσι κι αλλιώς, όλοι και όλες ξέρουμε, φαντάζομαι, ότι, αν δεν κερδηθεί η παρτίδα, μεταρρυθμίσεις (έστω και με τα χίλια ζόρια και χίλια δυο προσκόμματα) και νέα, ορμητική ΚΑ δεν θα δούμε στον αιώνα τον άπαντα.

Και θα με ρωτήσετε: Θα κάνουμε τα πάντα για να σώσουμε το ΠΑΣΟΚ ―και ό,τι αυτό έκανε τόσα και τόσα χρόνια― από την κατάρρευση; Εδώ, να σας πω την αμαρτία μου, δεν έχω άλλη απάντηση πάλι από το «ναι»· αλλά δεν θα σώσουμε, νομίζω, το ίδιο το ΠΑΣΟΚ και τα συμπαρομαρτούντα του τού παρελθόντος· θα σώσουμε, κατά την άποψή μου, το χώρο αυτόν και το μέλλον του· και ίσως την ψυχραιμία μας.

Το δοκίμασα, φεύγοντας από τη ΔΗΜΑΡ, με τη Δράση. Δεν μας (μου) βγήκε, αν κρίνω απ’ ό,τι συνέβη στο πρόσφατο συνέδριό της· δεν ξέρω και τι νόημα έχει τελικά αυτό το εγχείρημα της Δράσης, που καταλήγει σε ένα τίποτα, σε μια έντονη αδράνεια, όσον αφορά το λεγόμενο Ριζοσπαστικό Κέντρο που είχαν ευαγγελιστεί και ευχηθεί ―και πολύ σωστά― διάφορα στελέχη του χώρου (Αρίστος Δοξιάδης, Αντύπας Καρίπογλου κ.ά.)· μπορεί απλώς να την πάτησα· το σίγουρο είναι, θεωρώ, ότι πρέπει αυτός ο αναβρασμός να βγει προς τα έξω, να τον κάνουμε κάτι.

Το θέμα είναι άλλο: Προλαβαίνουμε;

Δημοσιεύτηκε αρχικά εδώ.