Νίκος Ερηνάκης und die Haken

 

Ο Νίκος Ερηνάκης είναι ποιητής. Νέος ποιητής. Ποιητής που έρχεται. Εδώ, κάνει κι άλλα. Πιο πολλά. Λιγότερα απ’ όσα είναι έτοιμος να κάνει. Ναι.

Η τριπλή σταύρωση της γενιάς του Πολυτεχνείου | Πέτρος Παπασαραντόπουλος | Μεταρρύθμιση

Η γενια του Πολυτεχνειου και της Μεταπολιτευσης ειναι μια παραξενη γενια. Τόσο στο συλλογικό υποσυνείδητο της ελληνικής κοινωνίας, όσο και στο δημόσιο λόγο, αντιμετωπίστηκε ως ένα ενιαίο σύνολο, ως μια «φαντασιακή κοινότητα», για να χρησιμοποιήσω τον τόσο εύστοχο όρο του Μπένεντικτ Άντερσον. Πέρασε έτσι στη σφαίρα του Μύθου, με τις θετικές και αρνητικές συνδηλώσεις, συσκοτίζοντας αποχρώσεις, αποκλίσεις και συγκεκριμένα χαρακτηριστικά.

Από αυτή την άποψη, βιβλία όπως αυτό του Χρίστου Ζαφείρη Αντεθνικώς Δρώντες… 1971-1974, που κυκλοφόρησε πρόσφατα, μας προσγειώνουν. Από το χώρο του φαντασιακού, δηλαδή εκτός της Ιστορίας, αναφέρονται σε ανθρώπινα όντα, με σάρκα και οστά, σε συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες. Η συμβολή του βιβλίου σε μια ψύχραιμη αποτίμηση αυτής της γενιάς και αυτής της περιόδου, είναι πολύτιμη.

Αυτή η μυθοποίηση οδήγησε σε αυτό που αποκαλώ την τριπλή σταύρωση της γενιάς του Πολυτεχνείου.

Η πρώτη σταύρωση έγινε επί δικτατορίας. Ήταν η γενιά των αντεθνικώς δρώντων, η γενιά που απειλούσε τον ελληνοχριστιανικό πολιτισμό της χούντας. Ήταν η γενιά που αντιστάθηκε στην Ελλάδα των Ελλήνων Χριστιανών, που ήταν η ιδεολογική καρικατούρα της δικτατορίας. Η πρώτη αυτή σταύρωση, δεν ήταν μόνον συμβολική. Ήταν και υλική, με διώξεις, συλλήψεις, βασανιστήρια, ακόμα και θανάτους, που καλό είναι να μην ξεχνάμε.

Η δεύτερη σταύρωση έγινε μετά την πτώση της δικτατορίας. Η γενιά του Πολυτεχνείου, αναπληρώνοντας το ψυχολογικό κενό ενός λαού που στην πραγματικότητα δεν αντιστάθηκε στη δικτατορία, έγινε οι ήρωες του Πολυτεχνείου. Έγινε σχολική γιορτή, επέτειος, με πανηγυρικούς της ημέρας, στεφάνια, διαδηλώσεις, συγκρούσεις με την αστυνομία, δακρυγόνα.

Ήταν τόση η υπερβολή, που το 1983 εξαγγέλθηκαν 17ήμεροι εορτασμοί. Τότε, τρεις από τους πρωταγωνιστές εκείνης της περιόδου, ο Πάνος Ερμείδης, ο Κώστας Αναγνωστόπουλος και ο Θωμάς Βασιλειάδης, ο οποίος δεν είναι ανάμεσά μας, πήραν την πρωτοβουλία της σύντα­ξης ενός κειμένου, που περιγράφει το κλίμα εκείνης της εποχής. Το υπέγραψαν δεκάδες. Χαρακτηριστικό απόσπασμα από αυτό το ιστορικό κείμενο:

«…Δυστυχώς, μετά την μεταπολίτευση, το ενωτικό και μαζικό πνεύμα εκείνης της εποχής δίνει σιγά – σιγά τη θέση του στο κομματικό και ατομικό συμφέρον. Πράγμα που συνεχίζεται με εντονότερο ρυθμό όσο περνά ο καιρός και επιβεβαιώνεται από τον αγώνα δρόμου που γίνεται για την οικειοποίηση του Πολυτεχνείου. Πιστεύουμε πως κανείς δεν έχει το δικαίωμα να οικειοποιείται τους αγώνες του 1973. Και πως συνθήματα του τύπου «ο αγώνας δικαιώθηκε», «δικαιώνεται» ή «συνεχίζεται», με τη σκοπιμότητα που λέγονται, δεν έχουν καμιά σχέση με το νόημα του Πολυτεχνείου.

Οι εκδηλώσεις που διοργανώνονται καταλήγουν σε παρελάσεις κομματικών μπλοκ που συναγωνίζονται μεταξύ τους για την προβολή των δικών τους συνθημάτων και για το πλήθος που μπορούν να στρατεύσουν. Τέτοιου είδους τριήμερες, επταήμερες ή δεκαεπταήμερες εκδηλώσεις, με πομπώδες ύφος και δοξαστικά, οδηγούν αναπόφευκτα σε αδρανοποίηση του πνεύματος αντίστασης και σε αλλοίωση του πολιτικού ήθους που χαρακτήριζε τους νέους που αντιτάχθηκαν στη δικτατορία…».

Η τρίτη, και ίσως πιο οδυνηρή σταύρωση, είναι το ευρύτατα διαδεδομένο στερεότυπο στην Ελλάδα της κρίσης: Η γενιά του Πολυτεχνείου κατέστρεψε την Ελλάδα. Κατηγορείται, όπως εύστοχα έγραψε ο Γιάννης Βούλγαρης, «… για τις άρρητες υποσχέσεις που οι άλλοι περίμεναν και η ίδια δεν εκπλήρωσε.» Πολλοί την κατηγόρησαν και συνεχίζουν να υποστηρίζουν την άποψη ότι όσοι την αποτέλεσαν, ήταν οι ολετήρες της πατρίδας.

Τριπλή σταύρωση λοιπόν. Οι αντεθνικώς δρώντες έγιναν ήρωες και στη συνέχεια, ολετήρες. Τρεις φαντασιακές κατασκευές για το ίδιο κοινωνικό υποκείμενο. Καλό θα ήταν να τις αποδομήσουμε μέσα από μια ψύχραιμη προσέγγιση, μέσα από μια συγκεκριμένη ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης, όπως συνηθίζαμε να λέμε παλιότερα.

Η γενιά αυτή έχει, κατά την άποψή μου ένα μοναδικό χαρακτηριστικό, έναν ελάχιστο κοινό παρονομαστή. Προέταξε το γενικό συμφέρον. Υπερέβη την ιδιοτέλεια και τον ατομικισμό, κυρίαρχα χαρακτηριστικά της ελληνικής κοινωνίας. Άρθρωσε πολιτικό λόγο υψηλής ποιότητας και ήθους. Μίλησε, αισθάνθηκε και έπραξε με βάση το «εμείς» και όχι το «εγώ». Στελέχωσε τα κόμματα της Τρίτης Ελληνικής Δημοκρατίας, της πληρέστερης από τη σύσταση του ελληνικού κράτους. Οι μεγάλες μάζες αυτής της γενιάς ακολούθησαν κυρίως το ΠΑΣΟΚ και οι πρωταγωνιστές της εντάχθηκαν κυρίως στα κόμματα της αριστεράς.

Στη συνέχεια, ακολούθησε τη μοίρα της ελληνικής κοινωνίας. Η επικράτηση της καταστροφικής ιδεολογίας της μεταπολίτευσης, που χαρακτηρίστηκε από τον ατομισμό, το συντεχνιασμό, την άρνηση της εργασίας ως κοινωνικής αξίας και την επίρριψη όλων των ευθυνών για τα δεινά της χώρας στους ξένους, διέλυσε το γενετικό πυρήνα της γενιάς του Πολυτεχνείου και της Μεταπολίτευσης. Σταδιακά, η ελληνική κοινωνία αποσαθρώθηκε, παρασύροντας στην καταστροφή της και τη γενιά που τόσες υποσχέσεις είχε δώσει για κάτι διαφορετικό.

Απομένει μια ιστορικά αποστασιοποιημένη αποτίμησή της. Το βιβλίο του Χρίστου Ζαφείρη είναι μια πολύτιμη συμβολή σε αυτήν την κατεύθυνση. Χρειάζεται παράλληλα να αναστοχαστούμε και την πολιτική λειτουργία και τα πολιτικά αποτελέσματα της κορυφαίας πράξης της, που ήταν η κατάληψη του Πολυτεχνείου. Γνωρίζοντας ότι ανοίγω ένα πολύ μεγάλο κεφαλαίο, σταματώ εδώ.

*Κείμενο βασισμένο στην ομιλία του Πέτρου Παπασαραντόπουλου, στην παρουσίαση του βιβλίου του Χρίστου Ζαφείρη, Αντεθνικώς Δρώντες… 1971-1974, που πραγματοποιήθηκε στην Ένωση Συντακτών Κύπρου, στις 20 Απριλίου 2012.

Η τριπλή σταύρωση της γενιάς του Πολυτεχνείου | Πέτρος Παπασαραντόπουλος | Μεταρρύθμιση.

Ντίνος Χριστιανόπουλος | «Μνήμη Πολυτεχνείου» | photo by ©Paolo Pellegrin

 

«Το πάρκο του Νοέμβρη με τα πεσμένα φύλλα και οι φοιτητικές πορείες με τα ξεθυμασμένα συνθήματα μου φέρανε στο νου το λοκατζή τον Γιάννη. Ήταν οι μέρες με τα γεγονότα· τον είχα χάσει. Όταν τον ξαναβρήκα, “Ήμασταν στην Αθήνα”, μου είπε· “μας πήγαν στο Πολυτεχνείο και τα κάναμε γυαλιά-καρφιά. Δυο μέρες σπάναμε, τίποτα όρθιο δεν αφήσαμε ― κατάλαβες: δήθεν οι φοιτητές”. “Καλά, εσείς δε δείρατε, δεν μπαγλαρώσατε;” ρώτησα ταραγμένος. “Όχι, αυτά τα κάναν άλλοι, από πριν”. Έφυγε ένα βάρος από πάνω μου: άσκημο πράγμα να ’χεις φίλους πραιτοριανούς, να αγκαλιάζεις πόδια που κλοτσούσαν θύματα πριν από λίγο.»

«Ποιητές στη σκιά» | Κατερίνα Γώγου

Πεμπτη 15 Νοεμβριου

στις 8:30 μ.μ.

(εκδ. Γαβριηλίδης, Αγ. Ειρήνης 17, Μοναστηράκι)

 Κύκλος «Ποιητές στη σκιά»

Αφιέρωμα στην Κατερίνα Γώγου

*

Μιλούν ο ποιητής Δημήτρης Αθηνάκης

 και η ποιήτρια Ευτυχία Παναγιώτου

*

Ποιήματα θα διαβάσει η ηθοποιός Μυρτώ Αλικάκη

*

Επιμέλεια Κύκλου: Γιώργος Μπλάνας

Ραδιοφωνική επιμέλεια: Κώστας Φασουλάς

Θα ξανάρθεις στην πλατεία Κεχαγιά της Άμφισσας

 

Τιμής ένεκεν στον καφετζή του καφενείου της πλατείας Κεχαγιά στην Άμφισσα· του καφενείου που γνώρισε μεγαλεία και δόξες με τα περιφερόμενα μπουλούκια ηθοποιών και στο οποίο γυρίστηκαν σκηνές από τον “Θίασο” του Θ. Αγγελόπουλου· το Σαββατοκύριακο ήμασταν εκεί –

[ Άτιτλο ]

[ Σε σένα, Θ.Γ. ]

Μια μέρα, κι εγώ έτσι θα φύγω ― είπε.

Για να χωθεί σε κείνο το παλτό·

δεν του έκανε, του ήταν στενό,

δεν χωρούσε όλες τις εκδρομές της ζωής του.

 

Θα φύγει, είπε· κι έφυγε.

Χώρεσε τσιγάρα και καλώδια, πολλά καλώδια,

σε μια τσάντα· μα πού θα πας μεσημεριάτικα;

Το ερωτηματικό έμεινε να αιωρείται,

θαρρείς και τα σημεία στίξης είχαν μετατραπεί

σε πνιγμένα μωρά στη μέση της Αδριατικής.

 

Κι έφυγε ― δεν του το συγχώρησες.

Όχι ― του το συγχώρησες.

Αυτό το παλτό ήταν το δικό σου και θέλησες,

όπως ήταν βεβαίως φυσικό,

να μείνουν τα καλώδια, πολλά καλώδια, στα χέρια σου,

όταν τα βάζεις στις τσέπες ― εδώ,

για να ζεσταθεί αυτός ― εκεί.

 

Για να μην πνιγεί σαν εκείνα τα μωρά.

Κι έφυγες κι εσύ.

Τώρα, σας χωρίζει μία Αδριατική

κι ένα ποτάμι σχοινιά.

 

Πάν’ και τα καλώδια,

πάει και το παλτό.

30. Ι. 2012

Ν. Σμύρνη

[Ευχές]

Χριστούγεννα ―αλλά όχι μόνο αυτά― είναι να μαζεύεσαι γύρω απ’ το τραπέζι, να γράφεις σ’ ένα χαρτάκι τ’ απαραίτητα ―τι να κάνουμε;― ψώνια του σούπερ-μάρκετ και εσύ να σκέφτεσαι πως, παρότι δεν έχεις μία, θέλεις να πάρεις δώρα στους φίλους σου και πως δεν σε νοιάζει, ας πούμε, το βούτυρο. Χρόνια πολλά σε όλους και όλες.

[ Συ μένεις… ]

«Στο γενικότερο ανάθεμα, να το θυμάσαι, να προσπαθείς να ξεχνάς τις υποσχέσεις».

Σελίδα 38, αράδα δωδεκάτη (νυχτερινή). Τσακίζει τη σελίδα· σημαίνει: απεχθάνεται το φως. Κοιτάζει το εξώφυλλο· σημαίνει: δεν βρήκε τη λύση ακόμα. Συγυρίζει το δωμάτιο· τι να σημαίνει; δεν έχει καθαρίσει εδώ και μέρες. Βγαίνει απ’ το σπίτι· δεν σημαίνει τίποτα.

«Οι υποσχέσεις δεν χωράνε σε καμία τσέπη. Είτε θα ’χεις τον πόθο στο κεφάλι σου είτε παράτα τα όλα και πήγαινε για ψάρεμα».

Σελίδα 42, αράδα ογδόη (συμφωνική, για πέντε δάχτυλα· ανοιχτά). Φτάνει στον σταθμό· σημαίνει: το πιο ακίνητο πράγμα στη ζωή του· σταθμός. Δεν έχει σκαλιά, είναι υπέργειος· σημαίνει: υπόσχεται περισσότερο φως. Περνά την κάρτα απ’ τον αναγνώστη· σημαίνει: όλα γυρίζουν γύρω από σένα. Κάθεται σε μια θέση· σημαίνει: ό,τι κι αν έχω σ’ το χαρίζω· θέση.

«Σκέφτομαι σημαίνει περνάω τον δρόμο χωρίς να κοιτάξω δεξιά-αριστερά. Δεν σκέφτομαι σημαίνει ακριβώς το ίδιο».

Σελίδα 58, αράδα εικοστή ογδόη (Οκτωβρίου, μέρα μεσημέρι, των γενεθλίων). Ξαναπερνάει την κάρτα απ’ τον αναγνώστη· σημαίνει: φόρα ζεστά· κάνει κρύο εδώ πάνω. Κοιτά την αντανάκλαση στο τζάμι της πόρτας· σημαίνει: ξέχασα να σε κεράσω εκείνον τον καφέ. Ανοίγει η πόρτα· σημαίνει: βγήκα στην πόλη που αγαπώ· σημαίνει: δεν μπορείς να τα ’χεις όλα· σημαίνει: όταν όλα γαμιούνται, γαμιούνται καλά. Συγγνώμη.

«Η ώρα δεν περνάει εάν δεν έχεις ψωνίσει τον φόβο σου από κάποιο μαγαζί της γειτονιάς».

Σελίδα 73, αράδα δεκάτη εβδόμη (πανηγυρική). Ψωνίζει βιβλία απ’ την υπαίθρια αγορά· σημαίνει: υπόσχομαι να σ’ αφήνω ν’ αναπνέεις. Παραχώνει τα βιβλία στην τσάντα που κουβαλά στην πλάτη· σημαίνει: θα σε κρατήσω μυστικό εσένα. Προχωρά προς το νερό· σημαίνει: ξέρεις πού να με βρεις· σημαίνει: είμαι μόνος· σημαίνει: ζεσταίνομαι τη μέρα· σημαίνει: κρυώνω τα βράδια· σημαίνει: αγαπώ τα κλισέ, μου είναι οικεία.

«Το κρύο είναι παντού αδιανόητο· το ξέρουν όλοι εδώ μέσα».

Σελίδα 73, αράδα δεκάτη εβδόμη (πανηγυρική). Δεν σκουπίζεται εύκολα ο ιδρώτας που σε ζώνει· σημαίνει: μη ρωτάς τ’ αυτονόητα, αγάπη μου.

«Δεν έχω φύγει, στην πραγματικότητα. Έχω φύγει στην πραγματικότητα».

Σελίδα 73, αράδα ― (της έλλειψης και της ανάγκης). Γυρίζει· σημαίνει: δεν έφυγε ποτέ. Επιστροφή στο σπίτι· σημαίνει: αόριστη ανάγκη. Κάρτα απεριορίστων διαδρομών· σημαίνει: δεν είναι βαθιές οι τσέπες σου κι απόψε. Κοιτάζει τα τρένα να περνούν· σημαίνει: ―

Σημαίνει: Αν αγαπάς, υπάρχει πάντα ο τρόπος.―

Καλό ταξίδι, κύριε Βαρβέρη

Η πόλη με οβελίες αλλού γιορτάζει.
Σταθμός Πελοποννήσου
κι απομεσήμερο του Πάσχα σε παγκάκι
μόνον εσύ κι εγώ καθόμαστε, μητέρα.
Είμαστε γέροι πια κι οι δυό
κι εγώ αφού γράφω ποιήματα
πιο γέρος.
Αλλά που πήγανε τόσοι δικοί μας;
Μέσα σε μια βδομάδα
δεν απόμεινε κανείς.
Ήταν Μεγάλη βέβαια
γεμάτη πάθη, προδοσίες, σταυρώσεις-
θέλουν πολύ για να υποκύψουν
οι κοινοί θνητοί;
Έτσι ακριβώς, από τα Βάγια μέχρι σήμερα
θα ‘πρεπε κάπως να ‘χαμε κι εμείς χωρέσει.

Όμως το Πάσχα τέλειωσε, μητέρα.
Κι εμείς τι θ’ απογίνουμε
σ’ ένα παγκάκι
αθάνατοι
καθώς νυχτώνει;

ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΡΒΕΡΗΣ, Εσπερινός της Αγάπης

ευτυχία παναγιώτου | μαύρη μωραλίνα

Η Ευτυχία Παναγιώτου, στο δεύτερο ποιητικό βιβλίο της Μαύρη Μωραλίνα, πειραματίζεται στο πεδίο της εξομολογητικής ποίησης πλάθοντας μια ιστορία για ποικίλες μορφές καταπίεσης, όπως εκφράζονται σε ένα σύστημα αποικιοκρατίας ή ολοκληρωτισμού, αλλά και στις διαπροσωπικές σχέσεις. Στην ιστορία της μαύρης Μωραλίνας, μιας νεαρής νέγρας που αναζητά στο χάρτη το σημείο όπου όλοι οι άνθρωποι είναι ευτυχισμένοι, ρόλοι και όρια είναι ρευστά και το μέλλον προμηνύεται επικίνδυνα αβέβαιο. Η μαύρη Μωραλίνα όμως δεν φοβάται πια το ύψος, δεν φοβάται το κενό, ζωγραφίζει στο τετράδιό της ένα τρίγωνο και τραγουδά ένα σπαρακτικό τραγούδι: «Με ανάπηρους τους φθόγγους των πουλιών / νεκρόφιλος κανείς δεν είναι». Πιστεύει με όλο της το είναι πως «ό,τι αντέχει / ανθίζει μουσική». Και τότε φόβος και τρέλα ανοίγονται στην έκσταση.

Η Παναγιώτου, με τη Μαύρη Μωραλίνα, δίχως να αναθεματίζει τις εσωτερικές, προσωπικές διεργασίες, υπερθεματίζει στην πολιτικοκοινωνική αγωνία. Προχωρά ένα βήμα μπροστά και καταθέτει, μέσα σε μια εποχή που ακροβατεί, τη δική της ουτοπία: το προσωπικό και το συλλογικό μπλέκονται γοητευτικά, και ο αναγνώστης διεκδικεί τη δική του θέση στις λέξεις.

Η Ευτυχία Παναγιώτου γεννήθηκε στη Λευκωσία το 1980. Σπούδασε φιλοσοφία στην Αθήνα και νεοελληνικά στο Λονδίνο. Εργάζεται ως επιμελήτρια εκδόσεων, ασχολείται με τη μετάφραση ποίησης και γράφει άρθρα σχετικά με τη λογοτεχνία σε περιοδικά και εφημερίδες.

Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, στα ιταλικά και στα γερμανικά.

Έχει γράψει τη συλλογή ποίησης μέγας κηπουρός (Κοινωνία των (δε)κάτων, 2007).

Η Μαύρη Μωραλίνα είναι το δεύτερο βιβλίο της.

* * * *

(Ποίηση, ISBN: 978-960-04-4122-2, σελ. 72, τιμή: 9,5 €, Δεκέμβριος 2010)

Μίλτος Σαχτούρης – 29.03.2005

 

ΠΕΤΡΟΣ

 

Πάλι τί καννιβαλισμὸς αὐτὴ τὴν Ἄνοιξη

λουλούδια καταβρόχθισαν τὶς μέλισσες

πουλιὰ τοὺς φάγαν τὰ ἐντόστια τὰ γεράκια

τὸ τριαντάφυλλο ἔμεινε ὁλομόναχο

κι ὁ μενεξὲς μεταμορφώθη σὲ κηδεία

*

Δὲν ἔχει ἄλλα λουλούδια νὰ σοῦ φέρω

ὅμως μιὰ μέρα θὰ γίνω ὁ μέγας κηπουρὸς

φυτεύω θὰ κλαδεύω θὰ ποτίζω

θὰ ’χω τὸ σπίτι μου πάνω σ’ ἕνα σύννεφο

θ’ ἀνάβω τὰ ὄνειρά μου μὲ τὸν ἥλιο

*

Σήμερα ἀκόμα εἶμαι ἕνας πλοηγὸς

συνένοχος γιὰ τὶς λάσπες τὰ λεμόνια

τοὺς τενεκέδες στὸ νερὸ μέσ’ στὸ λιμάνι

τρελαίνω τὴ σειρῆνα σπέρνω τὸ αἷμα μου

φορῶ γυαλιὰ ἀπὸ πέτρα καὶ μὲ λένε Πέτρο

Έγιναν κρίματα… – Τζένη Μαστοράκη

jenny_mastoraki

Έγιναν κρίματα και βάρυναν πολύ, κι ό,τι πονά,

για πάντα εδώ, για πάντα μένει, κακό φιλί, για

πάντα το κακό σημάδι του, παραφροσύνη δίχως

γυρισμό, φοβέρα σκιάζει,

μια ιερή σαρκοφαγία που εξαντλεί.

Κι ό,τι πονά, κι αν λησμονιέται την αυγή, μια

νύχτα άλλη, πλανήτης βάσκανος, ραγίζει η ανα-

τολή, κι ανάρια λάμποντας το πέρασμά του στο

σκοτάδι, σαν ερπετό, μεγάλη σαύρα που βουτά, θα

’ρθει, μετά την αγωνία στα στενά, σώμα καμένο

και χλωρό κεφάλι, θα ’ρθει, κατάχλωρος απ’ τη

φωτιά, κι ό,τι εξαντλεί, σαΐτα, βόλι και κακό

φιλί,

ο μάγος έρωτας, ο τρόμος έρωτας το φέρνει πάλι.

* * *

Τζένη Μαστοράκη, Μ’ ένα στεφάνι φως, Κέδρος 1989

Ἡ Ταβέρνα τῆς Τζαμάικα – Μαρία Λαϊνᾶ

burattino

Ἡ ζωή μας ἔχει ἀλλάξει κάπως·

δὲν μένουμε μέσα στὴν πόλη πιὰ

ἀλλὰ στὸν δρόμο γιὰ τὴ θάλασσα.

Τὰ βράδια μᾶς ἀπασχολοῦν

οἱ διαδρομὲς τοῦ φεγγαριοῦ

τὰ φτερουγίσματα στοὺς λόφους

καὶ τ’ ἄλογα ποὺ κατεβαίνουν στὸν νερόλακκο.

Ἂν τελικὰ ἀποφασίσεις νὰ ’ρθεις

θὰ μοῦ κρατᾶς τὴ νύχτα συντροφιὰ

τώρα ποὺ μπαίνει τὸ φθινόπωρο

κι οἱ μεντεσέδες τρίζουν στὸ σκοτάδι.

Θὰ μάθεις νὰ προσεύχεσαι

μὲ δύναμη κι ἀπελπισία

καὶ τὸ παράξενο αὐτὸ συναίσθημα

θὰ συνδυάζεται μὲ τὶς σκληρὲς γραμμὲς τῆς φύσης.

Νὰ φέρεις λίγα ροῦχα καὶ βιβλία

κρατοῦν ἀλλιῶς ἐδῶ τὰ ἴδια·

καὶ μὴν ξεχάσεις τὰ κατάλληλα παπούτσια

γιατί ὁ βάλτος εἶναι πίσω ἀπ’ τὸ σπίτι

καὶ τὸν χειμώνα ἔχουμε πολλὲς βροχές.

Σ’ ἀφήνω τώρα· νὰ προσέχεις,

καὶ σ’ ἀγαπῶ πολὺ τὸ ξέρεις.

Σὲ σκέφτομαι στὸν καναπὲ ἐκεῖνο πλάι στὸ παράθυρο

νὰ σκέφτεσαι τὸν χρόνο καὶ τὰ σώματα ὅταν γερνοῦν.

Ὅλα αὐτὰ εἶναι τῆς φαντασίας πράματα ἐδῶ

δὲν ἔχουμε παρὰ μιὰ δυνατὴ καὶ καθαρὴ αἰωνιότητα

ποὺ δὲν κουράζει, ἀλλὰ μερικὲς φορὲς πονοῦν

τὰ μάτια σου.

Νὰ κλείσω τώρα τὸ παράθυρο

σηκώθηκε ξανὰ ἀέρας.

* * *

Μαρία Λαϊνᾶ, Ρόδινος φόβος, Καστανιώτης 2002

“Τα χέρια μας μπερδεύονται στις κλωστές που δένουν τις καρδιές μας” – Καλή χρονιά

Είχα σκεφτεί να ξαναγράψω τη λίστα με τ’ αγαπημένα μου βιβλία του 2008, όπως έκανα και πέρσι. Την ίδια στιγμή που μου ήρθε αυτό το πράγμα στο μυαλό, σκέφτηκα πως τα μισητά μου είναι μεν λιγότερα, αλλά δυνατότερα· και δεν είναι βιβλία. Είναι σφαίρες. Και όλες ξεχύθηκαν μες στον Δεκέμβρη – κάποιες εξακολουθούν να πέφτουν κατά ριπάς. Μία δίπλα μας, χιλιάδες μακριά μας. Όλες (από ή προς τα) μέσα μας. Όλες.

Είχα σκεφτεί ν’ αρχίσω τις ευχές και τις δεήσεις προς όλους τους φίλους και όλες τις φίλες που πηγαινοερχόμαστε στη ζωή και στα blogs, προς όλα τ’ αγαπημένα πρόσωπα που ανταλλάσσουμε έστω και μια λέξη. Την ίδια στιγμή που μου ήρθε αυτό στο μυαλό, σκέφτηκα πως τα μισητά μου πρόσωπα είναι λιγότερα, αλλά τα σιχαίνομαι όλο και περισσότερο· και είναι πρόσωπα. Και μαζί είναι και θεσμοί. Και όλα ξαναξεχύθηκαν βροντερά μες στον Δεκέμβρη – τουλάχιστον. Όλα (από ή προς τα) μέσα μας. Όλα.

Είχα σκεφτεί πως αυτά τα πρόσωπα δεν είναι μόνον άνθρωποι· είναι και θεσμοί. Θεσμοί; Ποιος δίνει δεκάρα για τους θεσμούς; Οι θεσμοί, αυτοί που προσπαθούν να μας επιβάλουν, που παλεύουν με νύχια και με δόντια να μας κάνουν ν’ αποδεχτούμε άνωθεν και έξωθεν, είναι κουκουλοφόροι. Είναι εκείνα τα “πρόσωπα” που παλεύουν να φοβίσουν τ’ αληθινά, τα καθαρά πρόσωπα, είναι εκείνα τα “πρόσωπα” που παίρνουν σάρκα και οστά, που εξαπλώνονται ένα γύρω όταν αυτός ο φόβος ξεχύνεται ανάμεσά μας. Αυτός ο φόβος που ξεκινά από μιαν αθώα μελαγχολία, από μια παραίτηση που νικά τα μάτια μας και το μυαλό μας· και που προέρχεται απ’ αυτά. Δεν είναι αστείο; Ονομάζουμε κουκουλοφόρους αυτούς που υποτίθεται πως έκαναν ό,τι έκαναν τον περασμένο Δεκέμβρη, αλλά δεν μιλήσαμε ακόμα όσο πρέπει για τον κουκουλοφόρο που πάει να τρυπώσει μέσα μας, αυτόν τον κουκουλοφόρο που στέλνεται απ’ τον φόβο μας, από έναν φόβο που ξεκινά από εκεί που σταματάει τ’ όνειρο. Ποιο όνειρο; Όχι, όνειρο φυσικά δεν πά’ να πει ρομαντσάδες και βαρκούλες που αρμενίζουν. Το όνειρο αυτό δεν μπορεί παρά να περιλαμβάνει εσένα, εμένα, αυτόν, αυτήν, αυτό, σε όλο μας το ανάλογο μεγαλείο. Στην πραγματική ζωή, όχι σε φαντασιακές ακροβασίες και μεταφυσικά σπαράγματα του μυαλού.

Ο κουκουλοφόρος που πάει να τρυπώσει μέσα μας, μια μέρα, εικάζω και μαζί εύχομαι, θα ξεχυθεί ξανά και ξανά, όλο και περισσότερο, καθαρός και ακουκούλωτος στον δρόμο· ο καταστροφέας αυτής της ζωής, αυτής της πάλης ανάμεσα στο κακό και στο κακό, όχι στο καλό, θα ξεχυθεί στον δρόμο, έστω κι αν αυτός, ο δρόμος, ενώνει κατ’ αρχάς τα μάτια με το μυαλό μας – και ίσως με τα χέρια μας. Ίσως αυτός είναι και το πρώτο ζητούμενο. Όταν κρούουν κώδωνες κινδύνου ένα γύρω, όταν οι απανταχού τάζοντες και υποσχόμενοι αναμασούν λόγια και έργα ατάκτως ερριμμένα σε απαστράπτοντα και ζοφερά μυαλά, η λύση δεν είναι το φευγιό, ούτε καν η απομόνωση από τα βρύα και τις λειχήνες στους πρόποδες των πηγών που μας τρέφουν μιαν ολόκληρη ζωή. Η λύση είναι μάλλον η βαρβαρότητα, η λύση είναι μάλλον το καθάρισμα των πάντων απ’ το εσωεξωτερικό μυγόχεσμα που λυμαίνεται το σύμπαν μας. Κρατούμενον πρώτον. Εάν το καλοσκεφτούμε βέβαια, οι θαλερές και συνάμα θαρραλέες απαντήσεις εδράζονται σ’ ένα τίποτα που παραγεμίζεται, εκόν άκον, από τα επιτεύγματα της σύγχρονης καταστροφικής και ταυτόχρονα σαρκαστικής πραγματικότητας. Κρατούμενον δεύτερον. Εάν, λοιπόν, καταλήξουμε όλοι, προς ώρας εν δυνάμει είμαστε, φοβισμένα ενεργούμενα με μια δόση ψευδεπίγραφης ποιητικότητας, τότε αυτόχρημα θα πουλιόμαστε και θα ξεπουλιόμαστε σε δόσεις πλυντηρίου. Γνωστό το παραμύθι και κρατούμενον τρίτον και τελευταίον.

[Άκουσα χθες κάποιον που δήλωνε με ύφος δέκα καρδιναλίων, με ύφος πατρικής νομενκλατούρας και υπερσυντηρητικής, σχεδόν φασίζουσας, αφέλειας, ότι δεν υπάρχει κανένα πολιτικό, στρατιωτικό, δικαστικό και δεν-ξέρω-‘γώ-τι-άλλο πρότυπο σήμερα στην Ελλάδα. Προφανώς, ο ίδιος κύριος, τον οποίον ονόμαζαν «κύριο καθηγητή», στα νιάτα του είχε πρότυπα, που φαντάζομαι σάπισαν αργότερα στη φυλακή της υποτυπώδους μεταπολιτευτικής δημοκρατίας μας. Και πάλι λόγος για πρότυπα. Λες και η ζωή μας έχει ανάγκη ξανά από ήρωες που θα μας οδηγήσουν κάπου. Βέβαια, αυτή είναι μια ακόμη μορφή υποφώσκοντος φασισμού. Οι καθοδηγητές· οι αρχηγοί· τα πρότυπα.]

Νά μια ευχή: καλή χρονιά χωρίς πρότυπα. Ή με ένα και μοναδικό πρότυπο: τη ζωή. Τι απλό που ακούγεται! Τι ωραίο! Γιά να μας δω να τη ζούμε· γιά να μας δω να την παίρνουμε στα χέρια μας και να τη βάζουμε στο μπλέντερ του μυαλού μας. Νά μια ακόμη ευχή: να βάλουμε στην πρίζα το μπλέντερ του μυαλού μας. Να κομματιάσουμε τα κουτάκια που κρύβουμε μέσα μας και μετά παρρησίας ξεσκονίζουμε και κολλάμε τα χωρίσματά τους: έρωτας, δουλειά, γραφή, ανάγνωση, επιβίωση. Και άλλα πόσα, που νομίζουμε ότι τίποτε απ’ αυτά δεν μπορεί να συνυπάρξει με τα υπόλοιπα, ότι καθένα είναι διαφορετικό, διακριτό και μόνο.

Έτσι λοιπόν, νά που βρήκα δυο ευχές να χαρίσω· νά που βρέθηκαν δυο-τρία, τρόπος του λέγειν, λόγια να πω. Κι όλ’ αυτά ως παρακαταθήκη πράξεων. Ας απλώσουμε χέρια, μάτια και μυαλά και εδώ θα ‘μαστε και θα τα λέμε. Το «εδώ» νοείστε το όπως σας βολεύει. Έτσι κι αλλιώς, το «εδώ» είναι σχεδόν πάντα αυταπόδεικτο.

Καλή χρονιά.

Με όπλο τους στίχους

28 ποιητές γράφουν για τα γεγονότα των ημερών

Το ηλεκτρονικό περιοδικό για την ποίηση e-poema παίρνει την πρωτοβουλία να συσπειρώσει εγνωσμένους Ελληνες ποιητές -της παλαιότερης και της νεότερης γενιάς- με στόχο μια διαφορετική αντιμετώπιση και τοποθέτηση έναντι της περιρρέουσας πραγματικότητας των τελευταίων ημερών. Με μόνο όπλο τους στίχους.

Συμμετέχουν με ποιήματα γραμμένα εν θερμώ ή, σε περιπτώσεις, με ήδη υπάρχοντα τα οποία προφητικά ταιριάζουν στην περίσταση, οι:

Μαριγώ Αλεξοπούλου, Νάνος Βαλαωρίτης, Γιώργος Βέης, Φοίβη Γιαννίση, Μιχάλης Γκανάς, Βερονίκη Δαλακούρα, Γιώργος Δουατζής, Γιάννης Ευθυμιάδης, Σταύρος Ζαφειρίου, Δημήτρης Καλοκύρης, Γιάννης Κοντός, Γιάννης Λειβαδάς, Χριστόφορος Λιοντάκης, Γιώργος Μαρκόπουλος, Μιχαήλ Μήτρας, Γιώργος Μπλάνας, Δάφνη Νικήτα, Λευτέρης Ξανθόπουλος, Παυλίνα Παμπούδη, Μιχάλης Παπαντωνόπουλος, Γιάννης Η. Παππάς, Στρατής Πασχάλης, Σταμάτης Πολενάκης, Βασίλης Ρούβαλης, Ντίνος Σιώτης, Γιάννης Στίγκας, Νατάσα Χατζιδάκι, Γιώργος Χουλιάρας.

Τα 28 ποιήματα είναι μια ελάχιστη αντίδραση στα τρέχοντα γεγονότα, ένα αντίδοτο στην κατάθλιψη, την απαξίωση και την αίσθηση υποχώρησης των πάντων, σε πολιτιστικό, κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο.

ΜΕ ΟΠΛΟ ΤΟΥΣ ΣΤΙΧΟΥΣ

Ποιήματα εμπνευσμένα ακριβώς τη στιγμή των γεγονότων. Είκοσι οχτώ ποιητές απευθύνουν τη δική τους διαμαρτυρία, την τοποθέτησή τους, μια ελάχιστη αντίδραση με τη «φωνή» τους, στην πραγματικότητα που ζει η Ελλάδα τις τελευταίες ημέρες. Προσδοκούν να συνεισφέρουν, με μοναδικό γνώμονα κάποιες αξίες και δικαιώματα˙ ως πολίτες, συμμέτοχοι, δημιουργοί και συνένοχοι. Τα ποιήματα δεν είναι παρά αιχμές διατυπωμένες σε στίχους αντί για διακηρύξεις, πολιτικολογία ή, το χειρότερο, απαθή σιωπή. Με αυτόν τον ελάχιστο τρόπο, οι παρόντες ποιητές εξανίστανται και στέκονται απέναντι στη βία και τις καταστροφές όσο και την υποτίμηση, την αναξιοπρέπεια, την όποια δύναμη επιβολής.

Η συντακτική ομάδα του (.poema..)

*

Τα ποιήματα μπορείτε να τα βρείτε εδώ (κλικ)

buzz it!

«Τίποτα δεν είναι ίδιο, απλά άσε με να κλάψω…»

«Τίποτα δεν είναι ίδιο, απλά άσε με να κλάψω…»

 

Πόνος, απορία, οργή για την εν ψυχρώ εκτέλεση του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου από τον ειδικό φρουρό. Μια κατάθεση ψυχής σε τρεις χειρόγραφες σελίδες γραμμένες από το χέρι μιας μαθήτριας της Γ’ Λυκείου της Σχολής Μωραΐτη, εκεί όπου φοίτησε για κάποια χρόνια ο 15χρονος. Είχαν διαγώνισμα χθες το πρωί στο τμήμα της, στα Μαθηματικά. Λίγο αργότερα εκείνη παρέδωσε την κόλλα της. Τρεις σελίδες χωρίς αριθμούς και εξισώσεις, γεμάτη από λέξεις, συναισθήματα και σκέψεις για όλα αυτά που έγιναν τις τελευταίες δυο ημέρες. Αποσπάσματα δημοσιεύει η «Ελευθεροτυπία»:

 

«Οχι, δεν διάβασα. Και ούτε θα είχα την ενέργεια να γράψω. Τα ίδια γυρνάνε στο μυαλό μου ξανά και ξανά. Πάνε πάνω από 24 ώρες που σκέφτομαι το ίδιο πράγμα. 15 χρονών, Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος. Το είδαν οι κολλητές μου. Στη Μεσολογγίου. Τον ήξερα μόνο φατσικά. Ηξερα τους κολλητούς του όμως…

…Εγώ δεν ήμουν εκεί. Είχα πάει Ψυρρή. Ηξερα ότι οι άλλες ήταν Εξάρχεια. Κανείς δεν είχε βγει από την υπόλοιπη παρέα. Ισως κάτι να ήξεραν παραπάνω. Ούτε εγώ ήθελα να πάω Εξάρχεια. Είπα “θα περάσω μετά”. Η Α… βρέθηκε στον δρόμο μου και ήρθε και μου ‘πε “15 χρονών παιδί νεκρό στη Μεσολογγίου”. Ο νους μου πήγε στους δυο Ν…, είναι οι μικρότεροι εκεί πέρα. Για τρεις ώρες μετά ζήτημα να έβγαλα δέκα κουβέντες. “Ποιος είναι;”, “Πώς είναι η φάτσα του;”, “Είναι ο αδελφός του Τ…;”, “Δεν πιστεύω να ‘ναι ο Ν…”. Τα τηλέφωνα βάραγαν όλο το βράδυ από παντού. Κλείσαν τα Εξάρχεια. Τα κορίτσια ήταν ακόμα εκεί. Και εγώ δεν ήμουνα κοντά τους. Γιατί δεν ήμουν κοντά τους; Δεν ήθελα να το δούνε αυτό. Δεν ήθελα να τους σημαδέψει μια τέτοια εικόνα. Μακάρι να μπορούσαμε να κλείσουμε τα μάτια στις φρίκες, να μην αφήνουμε τον άλλον να βλέπει, για να μην βλέπει εφιάλτες. Δεν είναι όμως έτσι τα πράγματα. Δυστυχώς. Πρέπει να αντιμετωπίζουμε το διεστραμμένο ύφος του κάθε τέρατος. Ακουγα. Ακουγα για το υπόλοιπο βράδυ, τα κρατούσα μέσα μου δεν έλεγα τίποτα. Σοκ. Επαιρνα τα κορίτσια τηλέφωνο. Μου έλεγαν τι έγινε: “Πριν 10 λεπτά σε αυτό το σημείο καθόμασταν. Εσκασε ένα περιπολικό και άρχισε το παιδί να το κοροϊδεύει. Ο μπάτσος μετά από φωνές σημάδεψε από ενάμιση μέτρο απόσταση. Τρεις σφαίρες. Μία τον πέτυχε στην καρδιά. Κοίταξε επάνω και σωριάστηκε πίσω. Λίγο ακόμα κατάφερε να αναπνεύσει. Μετά; Ασθενοφόρα, Λιποθυμίες. Η Κ… έπαθε κρίση πανικού. Η Τ… έκλαιγε, οι άλλες δύο… σοκ. Και στον αέρα να κυκλοφορούν οι λέξεις: Πέθανε – Παιδί – μίσος – οργή – μα είναι νεκρός – Πέθανε σας λέω – εκδίκηση. Μετά καπνός. Σπάστε τα ΟΛΑ. Σπάστε, σπάστε να γίνει η Αθήνα μαύρη σ’ ένα βράδυ. Να μην υπάρχει τίποτα αύριο. Να ξεκινήσουν όλα από το μηδέν. Πώς τόλμησε ο δολοφόνος, πώς το σκέφτηκε; Εχει χρέος να αυτοκτονήσει. Να πεθάνει με τον χειρότερο τρόπο. Να ζήσει μια ζωή μέσα από τύψεις, τη χειρότερη ζωή. Να αυτοκτονήσει. Για αυτούς που το είδαν, για τους κολλητούς του, για την οικογένειά του. Να αυτοκτονήσει αυτός και κάθε άλλος μαλάκας που μας θέλει νεκρούς. ΜΙΑ ΜΑΣ ΘΕΛΕΤΕ ΕΣΕΙΣ; ΕΜΕΙΣ 10! ΕΚΔΙΚΗΣΗ! ΟΛΑ ΕΔΩ ΘΑ ΦΑΝΟΥΝ. Κανένας από σας δεν θέλω να έχει το θράσος να με κοιτάξει στα μάτια. Μην μου μιλήσει κανένας σας. Την ασφάλειά μου πλέον εξασφαλίζουν μόνο οι φίλοι μου και αυτοί που θεωρώ οικογένεια…

…Με αυτή τη σκέψη κοιμήθηκα… Ξύπνησα 8. Δεν ήμουν σίγουρη για το τι συνέβαινε αλλά σηκώθηκα πήγα… κάπως μηχανικά. Βρήκα τις άλλες. Το ξέραμε όλες. Τίποτα πλέον δεν είναι ίδιο. Ούτε σε μας ούτε στον κόσμο. Δεν επέτρεψα στον εαυτό μου να κλάψει ούτε να συνειδητοποιήσει τι γινόταν. Κάθισα μαζί τους.

Είδα τον Ν… τον κολλητό του. Σηκώθηκα. Τον αγκάλιασα. Δεν είπαμε τίποτε άλλο. Τον έσφιξα και με έσφιξε. Τα μάτια του ήταν πρησμένα. Γιατί Ν… μου να το έχεις δει αυτό; Το πιο σκληρό πράγμα στον κόσμο. Εσπασα. Ας καιγόταν όλη η Αθήνα, ας γινόντουσαν όλα μαύρα, δεν με νοιάζει. Δεν πρέπει να υπάρχουν τέτοια πρόσωπα. Δεν πρέπει να υπάρχουν τέτοιες σκέψεις. Η πορεία ξεκινά. Αποφασίζουμε να πάμε μαζί με την Ρ…

…Δεν άργησαν οι ηλίθιοι να ρίξουν χημικά. ΚΑΛΑ ΔΕΝ ΝΤΡΕΠΕΣΤΕ; Τα παιδιά καίγαν, καίγαν, καίγαν. Καπνοί παντού. Και εμείς τρέχαμε. Πατησίων, Αλεξάνδρας, στενά, στενά κι άλλα στενά. Μας κυνηγά διμοιρία. Ποιον κυνηγάς ρε; κάτσε στα αυγά σου! Αυτή η μέρα είναι για τον Αλέξανδρο. Κάνε πίσω επιτέλους…

…Τρέξιμο, τρέξιμο. «Μπαίνουμε μέσα στα Εξάρχεια». Βρήκαμε κάποιους δικούς μας. Και εκεί βρεθήκαμε ξαφνικά. Στο σημείο. Στη Μεσολογγίου και η Ρ… πάγωσε. Και από πίσω να μας ακολουθούν. Ε, όχι και εδώ ρε. Γιατί πατάς εδώ; Την πήρα από το χέρι να την κάνω να τρέξει…

…Μέσα σε όλους τους καπνούς η Ρ… τρέχει πίσω από τους ΜΑΤάδες και ουρλιάζει: “Είμαι 17! Σκοτώστε με! Αντε! Δολοφόνοι”. Ρ…, φύγε έρχονται από στενά. Τρέχει. Η συνέχεια έχει σημασία; Δε νομίζω. Απλά περνάνε οι ίδιες σκέψεις από το μυαλό μου… Σε τι κόσμο μεγαλώνουν τα παιδιά; Γιατί μας θέλουν νεκρούς; Δεν θέλω να ξαναγίνει αυτό. Πώς θα αντιδράσω; Πώς θα τους κάνω να μετανιώνουν που γεννήθηκαν; Πώς θα κάνω τον κόσμο να καταλάβει; Γιατί με θέλουν νεκρή; Εκεί ήταν που γύρισα σπίτι. Και η μόνη ασφάλεια ήταν η αγκαλιά της μάνας μου. Και έκλαιγα, έκλαιγα μέχρι σήμερα. Ασε με τώρα μη μου μιλάς. Τίποτα δεν είναι ίδιο, απλά άσε με να κλάψω. Και μη με κοιτάξεις στα μάτια γιατί η θλίψη μου θα γίνει οργή».

 

***

 

Σήμερα τα ΜΑΤ έδερναν μαθητές και μαθήτριες, σήμερα πάλι οι θεματοφύλακες της τάξης και της ασφάλειας τα έβαλαν με τους “αλήτες”, με τα “τσογλάνια”, με τους “χούλιγκανς”.

Χθες σκότωσαν. Αύριο θα το ξανακάνουν.

Την ώρα που ο πρωθυπουργός της χώρας, όπως λέει και η Σ.Τ. παρακάτω, εκφράζει την οδύνη του διαβάζοντας χαρτιά που του έγραψαν άλλοι.

***

White riot (ή “Άκου ανθρωπάκο”)

 

της Σώτης Τριανταφύλλου

Οι «εξεγέρσεις», οι ταραχές, οι βανδαλισμοί οφείλονται πάντα (πάντα), είτε σε συγκεκριμένη συναίσθηση αδικίας, είτε σε γενικευμένη δυσαρέσκεια. Οι χούλιγκανς των δρόμων οφείλουν την ύπαρξή τους στους χούλιγκανς της επίσημης πολιτικής, ολόκληρου του ιδεολογικού φάσματος: η κοινωνική «βάση» βρίσκεται σε διαλεκτική σχέση -όπως σωστά λένε οι μαρξιστές- με τις ηγεσίες, ακόμα κι όταν αυτές δεν βρίσκονται στην εξουσία. Το παρόν (η δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου, τα «μπάχαλα») συμβαίνει «επειδή», όχι «για να»: αν οι νέοι και οι λιγότερο νέοι είχαν μεγαλώσει σε μια πιο πολιτισμένη κοινωνία, με μια όχι τόσο χονδροειδή αριστερά και με κυβερνήσεις που να μην επιβάλλουν σύστημα επιβίωσης των 700 ευρώ μηνιαίως, ίσως να ενεργούσαν με περισσότερη νηφαλιότητα. Ωστόσο, το πρόβλημα απέχει αρκετά από το να είναι οικονομικό.

Oι “urban riots” αποτελούν διαφορετικό φαινόμενο από όσα γνωρίζει η Ελλάδα των αγροτών, των δημοσίων υπαλλήλων, των παπάδων και των ταξιτζήδων. Στο χώρο της πόλης αναδύονται καινούργια στρώματα και καινούργια προβλήματα:φυλετικές διακρίσεις, υποβάθμιση σχολείων, κατάπτωση των εσώτερων πόλεων (με παράλληλο εξωραϊσμό των προαστίων), στεγαστική ανεπάρκεια. Οι εξελίξεις έχουν ξεπεράσει τη νοημοσύνη των πολιτικών: περιβαλλόμαστε άραγε από ηλιθίους;

Aπό την άλλη πλευρά, αναρωτιέμαι: Γιατί αποθεώνεται ο αρνητικός ηρωισμός; Γιατί η βία δεν ενσωματώνει σαφώς εκπεφρασμένες ιδέες; Είναι μήπως οι αναρχικοί (με ή/και χωρίς εισαγωγικά) προγλωσσικοί, ή απλώς χάνουν το δίκιο τους εξαιτίας της ίδιας τους της βαναυσότητας; Τι σημαίνει «ταξικό μίσος» το 2008; Αμφιβάλλω ότι οι ηγεσίες, οι «νοικοκυραίοι» που τις αναδεικνύουν (και οι οποίοι βρέθηκαν, ξαφνικά, μπροστά στις σπασμένες τους βιτρίνες), καθώς και οι εργατοπατέρες μπορούν να σκεφτούν τέτοια ερωτήματα· πολύ λιγότερο μπορούν να τα απαντήσουν.

Πώς «κινείται»
σήμερα το εργατικό κίνημα; Απάντηση: οι εργάτες θέλουν να γίνουν δημόσιοι υπάλληλοι· έχουμε, προ πολλού, παγιωθεί ως μια μικρή, μισο-ευρωπαϊκή γραφειοκρατία όπου οι εργαζόμενοι συνδικαλίζονται αλλοπρόσαλλα, ανέξοδα και ανώδυνα, με μοναδικό στόχο την οικονομική τους «εξασφάλιση». Ξέρω τον αντίλογο: ξέρω τα απαρχαιωμένα αιτήματα του ΚΚΕ, τα επιχειρήματα περί του αδιάσειστου δίκιου της φτωχολογιάς. Ωστόσο, τα ζητήματα είναι πιο σύνθετα· γι’ αυτό και η παραδοσιακή αριστερά δεν μπορεί να ελέγξει ένα τόσο μεγάλο και βίαιο πλήθος.  

Oι προαναφερθέντες μικροαστοί
διαμαρτύρονται, μαζί με βουρκωμένους δημοσιογράφους, για την καταστροφή των περιουσιών τους. Είμαστε έθνος γέρων που κραδαίνουν μαγκούρες χωρίς να καταλαβαίνουν τίποτα απ’ όσα συμβαίνουν γύρω τους. Οι καταστροφές, οι λεηλασίες οδηγούν σε όλο και πιο μισαλλόδοξες θέσεις: γιατί οι Πακιστανοί πλιατσικολογούν; Απάντηση: γιατί τούς προσφέρεται η δυνατότητα. Εξάλλου, η κλοπή ηλεκτρονικών υπολογιστών από μαγαζιά του κέντρου δεν συνιστά «βίαιο έγκλημα». Βίαιο έγκλημα είναι ο πυροβολισμός άοπλων πολιτών.

Ο πρωθυπουργός κ. Καραμανλής, που προέβη σε συναισθηματικές δηλώσεις μετά το θάνατο του Αλέξη Γρηγορόπουλου, τις διάβαζε. Τι μπορεί να περιμένει κανείς από έναν πολιτικό που αδυνατεί να εκφράσει απλή συντριβή, χωρίς να συμβουλεύεται έγγραφα τα οποία έχουν συνταχθεί από άλλους; Και ο οποίος αρνείται να αναλάβει την πολιτική ευθύνη για τις καταχρήσεις αστυνομικής εξουσίας και τη θεσμοποίηση των λεγόμενων κουκουλοφόρων; (Σημειώνω εδώ ότι κι εγώ γίνομαι «κουκουλοφόρος» όταν θέλω να προστατευτώ από τα ασφυξιογόνα: ποιοι είναι, επιτέλους, αυτοί οι περιβόητοι κουκουλοφόροι; Έχουμε ήδη γνωρίσει δύο γενιές κουκουλοφόρων: η πρώτη πρέπει να πλησιάζει πια την ηλικία της συνταξιοδότησης).

Να αναρωτηθούμε: Γιατί «τσιρίζουν» τα πιτσιρίκια στην Ελλάδα; Απάντηση: επειδή τσιρίζουν οι μεγάλοι. Γιατί καίνε τις σημαίες; Διότι η απλή αυτή και αβλαβής πράξη προξενεί τη φρίκη των Ελληναράδων. Και διότι συμβολίζει την εθνικόφρονα δεξιά (εκείνη που δίδαξε στους Έλληνες πώς να ασκούν βία, πώς να δολοφονούν, να βυσσοδομούν και να νοθεύουν τη δημοκρατία), καθώς και την εθνικόφρονα αριστερά που, εξαιτίας της στενοκεφαλιάς της, απέτυχε στο να δημιουργήσει επαναστατικό πολιτισμό.

Η μόλις προηγούμενη γενιά
της σημερινής συντηρητικής παράταξης σκορπούσε τον τρόμο και δεν έδινε λογαριασμό σε κανέναν. Ήταν «εκτός ελέγχου», όπως ακούγεται σήμερα για τους «ταραχοποιούς». Οι σημερινοί mean streets μοιάζουν με αυλή κολεγίου μπροστά στις ασχημίες της δεξιάς, του παρακράτους και του παλατιού μέχρι το 1974.  Όμως, πάσχουμε από συλλογική αμνησία: σαν να έχουμε δεχτεί κλοτσιά στο κεφάλι.

Ο μύθος των Εξαρχείων:
Σε χυδαίες τηλεοπτικές εκπομπές οι παρουσιαστές επέμεναν ότι «ο άτυχος Αλέξης δεν σύχναζε στα Εξάρχεια». Συμπεραίνω ότι όποιος «συχνάζει» στα Εξάρχεια, συμμετέχει στα σύγχρονα Σόδομα και μπορεί να αποβεί «άτυχος». Ή ότι είναι «αναρχικός». Ή πρεζάκι. Ή μέλος της περιθωριακής και δύσοσμης underclass. Ή όλα μαζί. Ωστόσο, οι πολίτες που δεν γνωρίζουν τα Εξάρχεια πρέπει να μάθουν ότι πρόκειται για την κατεξοχήν κεντρική συνοικία της πρωτεύουσας όπου η τιμή του τετραγωνικού ξεπερνάει τις 3.000 ευρώ.
Ποια θα έπρεπε να ήσαν τα αιτήματά μας: λιγότερη αστυνομία· άοπλη αστυνομία («περισσότερη» αστυνομία ισοδυναμεί με περισσότερα εγκλήματα: πρόκειται για ιστορικό hard fact. H αστυνομία, οι φυλακές, τα συστήματα καταστολής και σωφρονισμού προηγούνται των εγκληματιών· κατά κάποιον τρόπο τούς επινοούν). Κατάργηση της ιδιωτικής αστυνομίας και των ειδικών φρουρών: τίποτα καλό δεν μπορεί να προκύψει από τα σώματα Κ.Δ.Ο.Α. (Κτηνώδης Δύναμη, Ογκώδης Άγνοια).

Τέλος: Αν έχει κάποια σημασία, και σε ό,τι με αφορά, είμαι πάντα και ολοκληρωτικά εναντίον της βίας. Αν έχω ένα ίνδαλμα από την πρόσφατη ιστορία της ανθρωπότητας είναι ο Γκάντι: και μ’ αυτό, I rest my case.

ας πεθαίνει πάντα ο φασισμός

17nov1973

Κωνικός Νοέμβρης – Έκτωρ Κακναβάτος

[…]

Εσύ πηγαίνοντας κατά τα Πατήσια ή ετούτο:
πόσες μέρες ακόμη του μένουνε του ήλιου;
Τα τανκς μεταδοτικά δισύλλαβα άνοιγαν δρόμο
του βροντόσαυρου, καταμεσί οδόφραγμα
κωνικός Νοέμβρης,
μετρούσες, πάλι ακέφαλο έψιλον πετρωμένο ήτα
το άλφα πολτός από τον φάλαγγα,
Στο στενό τι ήθελες μ’ εκείνη την αφίσσα
εσύ ένας σκύλος σε στάση εμετού;
Σου είπα μη από τα φαρμακεία τους μην περνάς
σου τη στήνουν πάλι ούθε κι αν περάσεις
πρόσεχε πού πατάς πρόσεχε τις πρόκες,
εσένα το λέω με την ουρανομήκη ανεμόσκαλα
φωλιά του πυρετού, ερωδιέ,
με τα βροντώδη τσόκαρα.

(από τη συλλογή Οδός Λαιστρυγόνων, Κείμενα, Αθήνα 1978)

* * *

H γκαμήλα θυμάται – Ηλίας Γκρής

Τώρα ξέρω πως δεν ήταν να κερδηθεί εκείνος ο αγώνας. Και αν έγινε η ζωή αγγέλου ανάσα χτυπημένη απ’ το κεντρί του σκορπιού, μην ξεχνάς τριακόσια παιδιά ήταν και αγρύπνησαν τραγουδώντας στο γρασίδι του ήλιου, και κάποιοι μας είπαν προβοκάτορες. Δεν είδαν τα ελάφια, τη φωνή τους δεν άκουσαν.

Και την επαύριο, βγήκαν στο προσκήνιο με θαυμάσια πρόσοψη τα κουμάσια.

(από τη συλλογή Η Έφεσος των αλόγων, Δελφίνι, Αθήνα 1993)

* * *

Τα ποιήματα προέρχονται απ’ το σημερινό φύλλο της Αυγής

«Απ’ τον τάφο γράφε μου, Άννα!»

«Απ’ τον τάφο γράφε μου, Άννα!»

Ήταν μια μέρα ηλιόλουστη, που έσφυζε ζωή, και Εκείνη ήταν καλοδιάθετη. Συνάντησε την ψυχοθεραπεύτριά της Μπάρμπαρα Σουάρτζ έπειτα από εννέα μήνες, και της έδωσε να διαβάσει ένα ποίημα με τον τίτλο «Η αυτοβιογραφία ενός σχιζοφρενούς κοριτσιού», όπου εξέφραζε την ευγνωμοσύνη της για όσα η γιατρός της είχε προσφέρει μετά το διαζύγιο που πήρε από τον Κάγιο. Μετά συνάντησε την καλύτερή της φίλη Μαξίν Κούμιν για φαγητό, με την οποία ολοκλήρωσαν τη διόρθωση της τελευταίας της εν ζωή συλλογής με τον τίτλο Το Τρομερό Κωπηλάτισμα προς τον Θεό και αποχαιρετίστηκαν κανονικά. Έπειτα επέστρεψε στο σπίτι, έκανε ένα τηλεφώνημα για ν’ αλλάξει την ώρα του βραδινού της ραντεβού, φόρεσε το γούνινο παλτό της μαμάς της και κατευθύνθηκε προς το γκαράζ με ένα ακόμη ποτήρι βότκα. Τα τσιγάρα της τα είχε κρύψει ήδη στο γραφείο της Σουάρτζ, σημάδι ανησυχητικό για μια μανιώδη καπνίστρια. Κάθισε λοιπόν στην κόκκινή της Cougar, άναψε το βεντζινοκινητήρα, άνοιξε το ραδιόφωνο, και αφέθηκε τρυφερά στον άλλο κόσμο.

Δεν άφησε σημείωμα, δεν υπήρξε προειδοποίηση, καθότι ο θάνατός της, ανένδοτος σαν την αγάπη, ήταν στην ουσία ένα είδος επιστροφής στη ζωή, στην αγκαλιά της ζεστής μήτρας που τη γέννησε και την οποία είχε τιμήσει γενναία τόσο στην ποίησή της όσο και στη ζωή.

Ήταν μια ηλιόλουστη μέρα της 4ης Οκτωβρίου 1974 όταν η Ανν Σέξτον κωπηλάτησε προς τον Θεό που ατένιζε ως μια, αστεία κάπως, Γυναίκα Θεά. Σε αντίθεση με όσους ποιητές έφυγαν νωρίς, η ίδια πέτυχε κάτι το αξιομνημόνευτο: Υπέφερε αργά και γι’ αυτό αγέρωχα το σκήνωμα του θανάτου της ζώντας βυθισμένη στις ψυχωμένες της λέξεις. Γιατί είχε το χάρισμα να πιστεύει σε αυτές ή, με άλλα λόγια, ήταν η ίδια η φρεναπάτη των λέξεων να γράφουν τον εαυτό τους.

Τα Άπαντα Ποιήματά της έφτασαν στα χέρια μας κάτω από ιδιάζουσες συνθήκες και η μετάφραση πολλών ποιημάτων της εξακολουθεί να αποτελεί για μας μια συγκλονιστική εμπειρία, από εκείνες που αγαπάς και μισείς παράλληλα, καθότι σε φέρνουν αντιμέτωπο με τον πιο αδίστακτο Κριτή, τον σκοτεινό καθρέφτη του εαυτού σου. Η μετάφραση ενός ποιήματος της Ανν Σέξτον από δύο ανθρώπους περιλαμβάνει ενίοτε διαφωνίες μα και αλληλοσυμπληρώσεις, συζητήσεις και προβληματισμούς που τους καθιστούν καλύτερους αναγνώστες της ποίησης.

Βρήκαμε στο αντίτυπο με τη χρονολογία έκδοσης 1982 ένα υπογραμμισμένο με μολύβι στίχο, από το πρώτο ποίημα που μεταφράσαμε παρακάτω, της τελευταίας συλλογής που επιμελήθηκε και εξέδωσε η κόρης τής Ανν Σέξτον Λίντα Σέξτον, με τον τίτλο Τελευταία Ποιήματα.

Πρόκειται για τον εξής στίχο, που αφιερώνουμε σε σας:

Love? Be it man. Be it woman.

* * *

Νουθεσίες σε κάποιον άνθρωπο ξεχωριστό

Φυλάξου απ’ την εξουσία,

η ισχύς της μπορεί να σου ανοίξει το λάκκο,

χιόνι, χιόνι, χιόνι, σου ακινητοποιεί το βουνό.

Φυλάξου απ’ το μίσος,

μπορεί το στόμα του ν’ ανοίξει και να σε εκτινάξει

να φας το πόδι σου, λεπρός της μιας στιγμής.

Φυλάξου απ’ τους φίλους,

γιατί σαν τους προδώσεις,

όπως και θα κάνεις,

θα θάψουν το κεφάλι τους στην τουαλέτα

και θα χαθούν τραβώντας το καζανάκι.

Φυλάξου απ’ το πνεύμα,

γιατί ξέρει τόσα που δεν ξέρει τίποτα

και σε αφήνει ανάποδο εκκρεμές,

εκστομίζοντας γνώση, ενόσω η καρδιά σου

καταρρέει απ’ το στόμα σου.

Φυλάξου απ’ τα παιχνίδια, το κομμάτι του ηθοποιού,

το λόγο που σχεδιάζεται, μαθαίνεται, δίδεται,

καθώς θα σε δώσουν

και θα στέκεσαι σαν απογυμνωμένο αγοράκι

που κατουρά το ίδιο του το παιδικό κρεβάτι.

Φυλάξου απ’ την αγάπη

(εκτός κι αν είναι αληθινή,

και κάθε σημείο του σώματός σου λέει ναι, και τα δάχτυλα ακόμη),

θα σε τυλίξει σαν μούμια,

και η κραυγή σου δεν θα εισακουστεί

και από τα ζωτικά σου όργανα δεν θα λειτουργεί κανένα.

Αγάπη; Κάνε την άντρα. Κάνε τη γυναίκα.

Πρέπει να είναι ένα κύμα μες στο οποίο να θες να γλιστρήσεις,

στο οποίο θα δώσεις το σώμα σου, στο οποίο το γέλιο σου θα δώσεις,

δώσε, σαν η χαλικώδης άμμος σε παρασύρει,

τα δάκρυά σου στη γη. Το να αγαπάς κάποιον είναι κάτι

σαν προσευχή που δεν τη σχεδιάζεις, απλώς πέφτεις

στην αγκαλιά της, αφού η πίστη σου τη δυσπιστία σου ξεκάνει.

Άνθρωπε ξεχωριστέ,

αν ήμουν στη θέση σου, σημασία δεν θα ‘δινα

στις νουθεσίες μου,

μισές φτιαγμένες από δικές σου λέξεις

και κομματάκι δικές μου.

Μια σύμπραξη.

Δεν πιστεύω λέξη απ’ όσα είπα,

αν εξαιρέσεις μερικές, αν εξαιρέσεις ότι σε σκέφτομαι σαν κάποιο νέο δέντρο

με κολλημένα τα φύλλα του επάνω, και ξέρω πως θα ριζώσεις

ώστε η αληθινή πρασινάδα να φανεί.

Αφέσου. Αφέσου.

Ω, άνθρωπε ξεχωριστέ,

φύλλα εν δυνάμει,

αυτή η γραφομηχανή στο διάβα της προς αυτά σε βρίσκει καλό,

μα θέλει κρυστάλλινα ποτήρια να διαλύσει

ως ένδειξη τιμής,

για σένα,

όταν ο σκοτεινός φλοιός ξεπεταχτεί

και θα αεροπορείς ανάλαφρα

σαν ένα φουσκωμένο μπαλόνι.

24 Μαρτίου 1974

(δημοσιευμένο μετά θάνατον – το πρώτο της συλλογής)

* * *

Ερωτικό γράμμα γραμμένο μέσα σ’ ένα φλεγόμενο κτίριο

Αγαπημένε μου Φόξυ,

Είμαι μέσα σ’ ένα ξύλινο καφάσι,

το καφάσι που ήταν κάποτε δικό μας,

γεμάτο άσπρα πουκάμισα και σαλατικά,

το ψυγείο χτυπά με τ’ απολαυστικά μας χτυπήματα,

και φόρεσα ταινίες στα μάτια μου,

και συ φορούσες αυγά στην τρύπα σου,

και κυλιστήκαμε στα πατώματα, στα πατώματα, στα πατώματα

όλη μέρα, ακόμη και στο μπάνιο σαν σεληνιασμένοι.

Μα σήμερα έβαλα φωτιά στο κρεβάτι

κι ο καπνός πνίγει το δωμάτιο,

αρχίζει και γίνεται αρκετή ζέστη εδώ μέσα ώστε να λιώσουν οι τοίχοι,

και το ψυγείο, ένα γλιτσιασμένο άσπρο δόντι.

Φορώ μια μάσκα για να γράψω τις τελευταίες μου λέξεις,

κι είναι μόνον για σένα, και θα τις βάλω

στο ψυγείο φυλάγοντάς τες για τη βότκα και τις ντομάτες,

κι ίσως να κρατήσουν έτσι.

Η σκύλα όμως όχι. Τα στίγματά της θα λιγοστέψουν.

Τα παλιά γράμματα θα λιώσουν μέσα σε μια μαύρη μέλισσα.

Τα νυχτικά ήδη κομματιάζονται

χάρτινα θαρρείς, το κίτρινο, το κόκκινο, το μοβ.

Το κρεβάτι -εδώ που τα λέμε, τα σεντόνια έχουν γίνει χρυσαφένια-

βαρύ, βαρύ χρυσάφι, και το στρώμα

φιλιέται μες σε μια πέτρα.

Όσο για μένα, αγαπημένε μου Φόξυ,

τα ποιήματά μου για σένα μπορεί, μπορεί και όχι, να φτάσουν το ψυγείο

και τη φερέλπιδα αιωνιότητά του,

για σένα αυτό δεν φτάνει;

Αυτό όπου ονοματίζεις

τ’ όνομά μου ακριβώς έξω δίπλα στη θέση του παραλήπτη;

Αν τα δάχτυλα των ποδιών μου δεν ήταν σαν αρπακτικού

θα ‘λεγα όλη την ιστορία –

όχι μόνον την ιστορία για τα σεντόνια

αλλά την ιστορία για τον αφαλό,

την ιστορία με τα βλέφαρα που ήταν δύσκολο ν’ ανοίξουν,

την ιστορία της-πικρής-απ’-το-ουίσκι-θηλής –

και θα φτυάριζα την αγάπη μας πίσω εκεί όπου ανήκε.

Παρ’ όλα τα γάντια μου από αμίαντο,

ο βήχας με πνίγει μ’ απελπισία,

και μια κόκκινη σκόνη κυλά μέσ’ απ’ τις φλέβες μου,

το μικρό μας σκελετωμένο σπίτι συντρίβεται τόσο ανοιχτά

και χωρίς να το θέλει, βλέπεις,

σημαίνει μια μοναχική πράξη,

την αποτέφρωση μιας αγάπης,

αλλά αντίθετα μοιάζουμε να καταρρέουμε

ακριβώς στη μέση του Ρωσικού δρόμου,

οι φλόγες κάνουν τον ήχο τού

αλόγου που το χτυπάς και το χτυπάς,

το μαστίγιο λατρεύει τον ανθρώπινό του θρίαμβο

την ώρα που οι μύγες περιμένουν, τίναγμα το τίναγμα,

ακριβώς κατευθείαν απ’ την εταιρεία United Fruit[i].

27 Σεπτεμβρίου 1974

(δημοσιευμένο μετά θάνατον – το τελευταίο της συλλογής)

Απ’ τον τάφο γράφε μου, Άννα!

Δεν είσαι τίποτα άλλο από στάχτη, όμως, όπως και να ‘χει

πάρε τον Parker που σου χάρισα.

Γράφε μου.

Γράφε[ii].

* * *

Δημήτρης Αθηνάκης & Ευτυχία Παναγιώτου


[i] Τεράστια και υπερ-αποδοτική εταιρεία των ΗΠΑ που ιδρύθηκε το 1945 και εμπορευόταν τροπικά φρούτα που εισήγαγε ή καλλιεργούσε στον Τρίτο Κόσμο. Η United Fruit, Inc. Λέγεται ότι συνέβαλε στην οικονομική άνθιση της Λατινικής Αμερικής. Ωστόσο, κατηγορήθηκε για κακό εργασιακό περιβάλλον, για εκμετάλλευση των εργατών, για κυβερνητικές βοήθειες και παράνομες φοροαπαλλαγές με ανταλλάγματα κ.λπ. Εδώ, η Σέξτον φαίνεται να θέλει να εντάξει στο όλο ποίημα και αυτή τη φθορά και διαφθορά. Η μαγεία των ερωτικών ποιημάτων να υπερβαίνουν το προφανές. (Σ.τ.Μ.)

[ii] «Anna Who Was Mad» («Άννα – που ήταν τρελή»), Book Of Folly, 1972.

μέγας κηπουρός – ευτυχία παναγιώτου

το χέρι που κράταγε σφιχτά το αίμα μου ήταν ωραίος
 νεκροθάφτης.
μου έδωσε ένα μαχαίρι κάτω απ’ το χώμα να εξολοθρεύω
 σκουλήκια.
κι έπειτα από ένα ταξίδι αιματηρό, έμαθα πως ποτέ δεν θα
 πεθάνω.
γιατί δεν θα ‘σαι δω μπροστά μου να κρατάς, ψυχοπομπός,
μια νόθα αναγγελία του θανάτου.

_*_*_

Δε θα ‘ναι. Κι ίσως το πάλλευκο του θάνατου το χρώμα να μυρίζει
ομορφιές και πόθους. Μαχαίρια άκοπα, σαν τα βιβλία τα παλιά που
κάποτε, και κάποτε-κάποτε, μαζεύουμε κάτω από δέντρα και
τα μυρίζουμε. Οι άνθρωποι.

_*_*_

Consider
a girl who keeps slipping off,
arms limp as old carrots,
into the hypnotist’s trance,
into a spirit world
speaking with the gift of tongues.

_*_*_

είμαι ο πόνος που γίνεται πλήγμα σε κάθε λέξη.
τρυπάω τα δόντια μου ν’ αρθρωθώ’ συνέχεια ματώνω.
με βία γεννιέμαι, ύπαρξη που απαγορεύεται.

_*_*_

Και χρόνος σαν γίνεται ο πόνος, μόνος σαν γίνεται ο χρόνος, πόνος ο μόνος.
Κανείς δε μιλά. Κανείς δε μένει μόνος. Με μια ορμή, μεμιάς η ορμή, σαν χάνεται
σε βάθη [όχι, στην επιφάνεια τη φωτεινή τη βλέπω να χάνεται] με βία
αναδεύει λέξεις κι αναφιλητά, σπαθιά κρυμμένα στις ζωές’ παράλληλα δε ζούμε.
Οι άνθρωποι.

_*_*_

Well, death’s been here
for a long time –
it has a hell of a lot
to do with hell
and suspicion of the eye
and the religious objects
and how I mourned them
when they were made obscene
by my dwarf-heart’s doodle

_*_*_

προχθές κάποιος αλήτης με είπε αθώο κοριτσάκι
και πήγα σπίτι ψάχνοντας για κάποιο χάπι,
από την τόση ειρωνεία, μαμά, για να κοιμάμαι.
τρώω λίγο’ στον ύπνο μου κυκλοφορούν φαντάσματα.
όμως, αγόρασα αδιάβροχο για τις καινούργιες μπόρες.

_*_*_

I have done it again.
One year in every ten
I manage it –

a sort of walking miracle, my skin
Bright as a Nazi lampshade,
My right foot

A paperweight,
My face a featureless, fine
Jew linen.

_*_*_

ξεγεννάω άλλο ένα όνειρο, μορφή Εφιάλτη,
και ράβω τα ίχνη σου έκτακτα σ΄ ένα στομάχι κενό.
πώς μ’ αδειάζει ο πόνος στο πάτωμα;
είναι σαν να ‘χω φύγει.

ποτέ το πρόσωπό μου δεν θα μείνει καθαρό.

_*_*_

Ας είναι. Ο πόλεμος δε μένει πια εδώ. Στη θάλασσα κοντά, σιωπές κι εκεί παρά τα γέλια,
λίγες γραμμές, ίσιες φορές-φορές, τα καταφέρνεις, να ομορφαίνουν λέξεις άλλων.
Δεν είναι ακόμα η ώρα. Ούτε ακόμη. Μόνο να βλέπεις προς το φως που έρχεται, μ’ ορμή κι αυτό,
και φέρνει μαζί του χώμα. Οι άνθρωποι. Αυτοί.

_*_*_

                                                     

All night I’ve held your hand,
as if you had
a fourth time faced the kingdom of the mad –
its hackneyed speech, it’s homicidal eye –
and dragged me home alive…

_*_*_

ντρέπομαι μικρή να υποφέρω τόσο.
αν είναι ο πόνος των μικρών ελάχιστος
θέλω ένα τίποτα να γίνω
θέλω το τίποτα – φωνάζω
τόσο, που μια μέρα θα κοπώ επιτέλους
απ’ τα τεντωμένα μου λαρύγγια.
άλαλο έμβρυο θα επιστρέψω σε σένα.

_*_*_

But then, love is where our summer
was.

_*_*_

                                                   

μπερδεμένες περιπτώσεις οι λέξεις μου.
έχουν μια εμμονή να σκάβουν σε εντόσθια
και μετά, σαν να ‘χουνε δει κανένα φάντασμα,
τρομάζουν απ’ τα πράγματα οι λέξεις,
μοιάζει με άρρωστο παραμύθι όπου
στον τρόμο της όρασης η ψυχή είναι πάντα αθώα,
κυκλοφορώ ξυπόλητη στο στιβαρό σου μπράτσο
δρασκελώντας αρτηρίες:
κοκκινίζω εύκολα δίχως συνέπειες.

_*_*_

It’s lovely just here now in the midst of night:
cool. I take back some of my imprecations,
some. I turn the fan off.
The twenty score people who count on me for tomorrow
probably will be satisfied. Maybe I will.
The summer has been rough,

I’ve booked our passage to a greener scene
and there my soul is earning.

_*_*_

Θέλω να γράψω ένα ποίημα
για την πρώτη φορά που βρέθηκα γυμνή
χωρίς να ‘μαι πια μικρή
για τα μάτια του άντρα
πώς μέτραγαν τις ατέλειές μου
πριν τις ξεπεράσουν
για τα δάχτυλα που ακολουθούσαν τα μάτια
για τον πρώτο πόνο, το πρώτο άνθος
όταν άνοιξε μες στο σκοτάδι που με χάιδευε σαν φως
για τα ρούχα, τόσο ενοχλητικά μετά
για τα φαγητά που ξύπναγαν πια
μιαν άλλη πείνα.
Θέλω να γράψω ένα ποίημα
για την πρώτη φορά…
Αλλ’ ούτ’ η ψυχή μου τη γεύση αυτή
δεν έχει συγκρατήσει.

_*_*_

Γαλάζιος είναι ο ορίζοντας
στον τόπο των ονείρων
Κι εκεί μήτε εγώ μήτε εσείς
Κι εκεί μήτε ο θνητός μήτε αθάνατος
Παρά μονάχα οι οσμές του αέναου χωροχρόνου

Μες σε χειμώνες και μελαγχολικά πρωινά Σαββάτου
με σύρματα τηλεφωνικά περιελιγμένος
με σιωπές που ο βόμβος των ονείρων μου φανερώνεται αληθής
τρισάγιος κι αμνήμων έρπομαι.

_*_*_

μου αρέσει να κοιτώ τις σκέψεις μου σαν χάνονται
στο διάστημα ορφανές και
ξαναβρίσκονται στο στόμα άλλων,
τις κινήσεις σαν μιμούνται αγριανθρώπων και
επιστρέφουν σε μένα ξένες.

ωραίες σαν το κεφάλι μου – εκσφενδονίζεται
συνένοχο.

                                                

 

_*_*_*_*_*_*_*_*_

Με τη σειρά, διαβάζουμε στο post:

  1. Ευτυχία Παναγιώτου, per funeral, “μέγας κηπουρός”
  2. Δημήτρης Αθηνάκης, άτιτλο
  3. Anne Sexton, Briar Rose (Sleeping Beauty), “Transformations”
  4. Ευτυχία Παναγιώτου, ενδοφλέβια, “μέγας κηπουρός”
  5. Δημήτρης Αθηνάκης, άτιτλο
  6. Anne Sexton, Live, “Live or Die”
  7. Ευτυχία Παναγιώτου, σύλβια, “μέγας κηπουρός”
  8. Sylvia Plath, Lady Lazarus, “Ariel”
  9. Ευτυχία Παναγιώτου, τόκος, “μέγας κηπουρός”
10. Δημήτρης Αθηνάκης, άτιτλο
11. Robert Lowell, Man and Wife, “Life Studies”
12. Ευτυχία Παναγιώτου, καρδιογράφημα, “μέγας κηπουρός”
13. Anne Sexton, Loving the killer, “Love Poems”
14. Ευτυχία Παναγιώτου, l’ opera aperta, “μέγας κηπουρός”
15. John Berryman, 274, “The Dream Songs”
16. Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, ΙΙΙ, “Στον ουρανό τού τίποτα με ελάχιστα”
17. Γιάννης Αντιόχου, Χωροχρόνος, “Ανήλικης Νυκτός Παρίστιον Δέρμα”
18. Ευτυχία Παναγιώτου, το κεφάλι μου σύμπαν ολόκληρο, “μέγας κηπουρός”