Η μικρή Μαρία και ο Φιλέας Φογκ ― του Δημοσθένη Κούρτοβικ

Τους μεταβαπτίσαμε από Τσιγγάνους σε Ρομά, σύμφωνα με το δικό τους εθνωνύμιο, γιατί έτσι θα τονώναμε, λέει, την εθνοτική αξιοπρέπειά τους. Οι Εβραίοι της Κεντρικής Ευρώπης είχαν δικό τους όνομα, Ασκενάζι, που δεν σήμαινε στα εβραϊκά τίποτα λιγότερο από «Γερμανοί». Είχαν επίσης περίσσεια αξιοπρέπεια και δεν ήθελαν πολλά πολλά με τους άλλους,τους «παρακατιανούς» Εβραίους, τους Σεφαραδίτες. Δυστυχώς γι’ αυτούς, ο Χίτλερ δεν ήταν τόσο λεπτολόγος στα περί την ονοματολογία. Ασκενάζι και Σεφαραδίτες τράβηξαν τον ίδιο δρόμο για τα κρεματόρια.

Η πολιτική ορθότητα δεν θέλει να καταλάβει ότι ο σεβασμός για μια εθνική ή εθνοτική κοινότητα ή για μια οποιαδήποτε μειονότητα δεν είναι ζήτημα ευπρεπούς ονόματος και άλλων συμβολικών καλλωπισμών, αλλά εξαρτάται από τις εμπράγματες σχέσεις αυτής της ομάδας με τον περίγυρό της. Και οι σχέσεις αυτές δημιουργούν μια ορισμένη εικόνα. Αν η εικόνα είναι ανακριβής ή αν έχει γίνει ένα ισοπεδωτικό και κακόβουλο στερεότυπο, δεν θα τη διορθώσει καμία αλλαγή ονόματος και καμία έκκληση στην ανεκτικότητα. Θα τη διορθώσει μια σχεδιασμένη αλλαγή αυτών των σχέσεων, που θα λαμβάνει υπόψη τι έφταιξε και από τις δύο πλευρές για την ανακρίβεια και την προκατάληψη. Εκείνη η έξαλλη ελληνοαμερικανίδα τραγουδίστρια που ούρλιαζε πρόπερσι στο βιντεοκλίπ της ότι δεν είναι Greek αλλά Hellene δεν έγινε γι’ αυτό περισσότερο σεβαστή στο αμερικανικό κοινό ούτε έπεισε κανέναν ότι ένας αγλαώνυμος Hellene θα αποκαθιστούσε την υπόληψη του συκοφαντημένου Greek.

Μια πελώρια παρεξήγηση, με συνέπειες συχνά τραγικές, έχει σφραγίσει την αντίληψη των πολιτικά ορθών της Ευρώπης για τον σεβασμό της διαφορετικότητας. Μια αντίληψη που, ενώ καταδικάζει απόλυτα τη μισαλλοδοξία και τη βία, τις σχετικοποιεί και πρακτικά τις ανέχεται, όταν προέρχονται από τον «διαφορετικό», με το αιτιολογικό ότι αυτός βρίσκεται εξ ορισμού στη θέση του αδύναμου. Μια αντίληψη που αρνείται πεισματικά να δει ότι υπάρχουν κοινωνικοί χώροι όπου οι ρόλοι του «διαφορετικού» και του «ταυτοειδούς» είναι αντεστραμμένοι, όπου ο «διαφορετικός» είναι κυρίαρχος και ασκεί τη δική του βία με τους δικούς του πολιτισμικούς όρους. Οταν η Μέρκελ ανήγγειλε το τέλος της πολυπολιτισμικότητας, με την έννοια της συνύπαρξης κλειστών και πολιτισμικά ασύμβατων ομάδων στην ίδια κοινωνία, δεν το έκανε επειδή είναι μια σκληρόκαρδη Γερμαναρού. Το έκανε επειδή μπορεί να μη βλέπει πολύ μακριά ως πολιτικός, βλέπει όμως τι γίνεται γύρω της, σε αντίθεση με τους πολιτικά ορθούς. Και τα μάτια της αντίκριζαν μια προϊούσα, βίαιη διάβρωση της συνοχής του κοινωνικού ιστού με τον σχηματισμό παράλληλων κόσμων, που ο καθένας διεκδικούσε τη μεταχείρισή του σύμφωνα με τους δικούς του νόμους. Το έκανε επειδή έβλεπε πράγματα όπως, για παράδειγμα, γερμανικά δικαστήρια να αθωώνουν μουσουλμάνους που σακάτευαν στο ξύλο τις γυναίκες τους, δεχόμενα το επιχείρημα ότι αυτό επιτρέπεται από τη… Σάρια.

Αυτό το παρδαλό συνονθύλευμα ετερόκλητων πολιτισμικών αξιών και ηθών που ονομάστηκε «πολυπολιτισμικότητα» (multiculturalism) το εκφράζει ωραία η γερμανική γλώσσα με τον ειρωνικό νεολογισμό Multikulti, που παραπέμπει συνειρμικά σε εξεζητημένες φρουτοσαλάτες (tutti frutti). Μόνο που η λέξη πλάστηκε (όχι από αντιδραστικούς) σε μια εποχή η οποία είχε ακόμη την πολυτέλεια να εστιάζει στην παράδοξη ή κωμική πλευρά του φαινομένου, όχι στη διαλυτική δυναμική του. Σήμερα, είναι ολοφάνερο σε όσους δεν πετούν στα σύννεφα, ασχέτως ιδεολογικού προσανατολισμού, ότι η πολυπολιτισμικότητα μπορεί να είναι ανεκτή, βιώσιμη και μάλιστα ευπρόσδεκτη μόνον όταν ετερογενή εθνοτικά-πολιτισμικά στοιχεία αφομοιώνονται στις βασικές αξίες της κοινωνίας υποδοχής τους.

Υπό αυτό το πρίσμα, η περίπτωση της μικρής Μαρίας στην Ελλάδα και η περίπτωση της λιγότερο μικρής Λεονάρντα στη Γαλλία δεν συναντιούνται καθόλου στο σταυροδρόμι μιας κοινής, άδικης μοίρας των Ρομά, όπως θέλησαν να το παρουσιάσουν οι δικοί μας πολιτικά ορθοί σχολιαστές. Η Λεονάρντα φοιτούσε σε γαλλικό σχολείο, σημάδι επιθυμίας της ίδιας ή των γονιών της για ένταξη στη γαλλική κοινωνία, και η επιθυμία αυτή ακυρώθηκε με την απέλαση της οικογένειας, που δίκαια ξεσήκωσε διαμαρτυρίες. Η μικρή Μαρία πιθανότατα δεν θα φοιτούσε ποτέ σε σχολείο, θα την πάντρευαν στα δώδεκα ή δεκατρία της και θα αράδιαζε στη συνέχεια κουτσούβελα, δικά της ή αγορασμένα, για να εισπράττει επιδόματα που θα συμπλήρωναν το εισόδημά της από τη ζητιανιά. Αυτή τη μοίρα τής επιφύλασσε ο σεβασμός της «διαφορετικότητας».

Θα έφταιγε γι’ αυτή τη μοίρα η κουλτούρα των Ρομά ή η δυσανεξία της ελληνικής κοινωνίας απέναντί τους; Οι πολιτικά ορθοί είναι σίγουροι για το δεύτερο, αλλά ζητούν και τον σεβασμό του πρώτου. Διπλός ο παραλογισμός τους, γιατί όχι μόνο ζητούν δύο πράγματα που το ένα αποκλείει το άλλο αλλά και κάνουν ό, τι ακριβώς αποδοκιμάζουν οι αρχές τους: βλέπουν μια κοινότητα ως αδιαφοροποίητο σύνολο. Στον ισοπεδωτισμό του φοβικού και μισαλλόδοξου Ελληνα («Ολοι οι Τσιγγάνοι είναι βρώμικοι και κλέφτες») αντιπαραθέτουν τον δικό τους ισοπεδωτισμό («Ολοι οι Ρομά λαχταρούν να ενσωματωθούν στην ελληνική κοινωνία, αυτή όμως δεν τους δέχεται»). Ούτε οι μεν ούτε οι δε ενδιαφέρονται για τη μικρή Μαρία και για την κάθε μικρή Μαρία ως ανθρώπινο υποκείμενο. Ενδιαφέρονται για την επιβεβαίωση των ιδεολογημάτων τους.

Η «αρπαγή» της μικρής Μαρίας μού φέρνει στον νου ένα επεισόδιο από το γνωστό μυθιστόρημα του Ιουλίου Βερν «Ο γύρος του κόσμου σε 80 ημέρες». Διασχίζοντας την Ινδία, ο Φιλέας Φογκ φτάνει με τη συνοδεία του σε ένα χωριό όπου οι κάτοικοι ετοιμάζονται να κάψουν μια χήρα μαζί με τη σορό του άνδρα της, όπως επιτάσσει το τοπικό έθιμο. Ο άγγλος ταξιδιώτης επεμβαίνει βίαια και σώζει τη χήρα. Καθόλου δεν σεβάστηκε τη «διαφορετικότητα». Για έναν πολιτικά ορθό, έδρασε ως αποικιοκράτης και ιμπεριαλιστής, επιβάλλοντας τις αξίες του δικού του πολιτισμού σε έναν ξένο λαό.

Πολύ καλά έκανε. Γιατί ορισμένες αξίες πρέπει να είναι κοινές και οικουμενικές, ανεξάρτητα από το ποιος πολιτισμός τις αναγνώρισε και τις κατοχύρωσε πρώτος ως θεμελιώδεις.

Κραυγές και Ψίθυροι | Δημήτρης Αθηνάκης, Αποστόλης Αρτινός

Το συμβάν της χρεοκοπίας μιας χώρας έχει κάποιο νόημα στο βαθμό που επανοηματοδοτεί τα πράγματα. Μια ρηξιγενής διαφορά που αποκαλύπτει έναν άλλο ορίζοντα, ένα καινοφανές πεδίο ζωής, όπου τίποτε από τα παρελθόντα δεν μπορεί πλέον να μείνει το ίδιο. Οι πολιτικές, οι ριζοσπαστικές πολιτικές, στην καινοτόμο αυτή αλήθεια δοκιμάζουν και τις αντοχές τους.

Ριζοσπαστικό θεωρούνταν πάντοτε αυτό που διατίθεται στην προσδοκία του νέου, στον ανησυχαστικό του ορίζοντα. Μια καινοτόμος χειρονομία μέσα στον κόσμο, μια πρωτοποριακή κίνηση, δηλαδή μια περιθωριακή κίνηση, που δεν συντονίζεται τόσο με τη συνισταμένη των συμφερόντων μιας κοινωνίας, όσο με μια λανθάνουσα, ασυνείδητη, λαϊκή προσδοκία.

Οι σημερινές ιδεοληπτικές αγκυλώσεις της κομμουνιστογενούς αριστεράς, οι λαϊκιστικές εξάρσεις της, οι μεροληπτικές καθηλώσεις του πολιτικού της λόγου διαγράφουν ένα ζοφερό, ασφυκτικό και αδιέξοδο περιβάλλον, που αδυνατεί να εντοπίσει τα ζητήματα των καιρών, να τα διαγνώσει και να αναζητήσει τις λύσεις τους.

Στο πολιτισμικό περιβάλλον της Αριστεράς, η ιδεολογική οπτική ήταν και η μόνη οπτική θέασης του κόσμου. Η πραγματικότητα των πραγμάτων εντοπιζόταν έτσι μόνο στην εκκεντρικότητα του ιδεολογικού λόγου. Ακόμη και καταστάσεις εξόχως πραγματικές, όπως η χρηματοδοτική αδυναμία μιας χώρας, για παράδειγμα, δεν γίνεται αντιληπτή παρά μόνο στο καθεστώς μιας ιδεολογικής εξάρνησης. Η εκτακτικότητα, έτσι, της κατάστασης δεν μπορεί να γίνει αντιληπτή, όπως κι αυτό το αριθμητικό μέγεθος του χρέους. Ο Μαρξ μετρούσε αριθμούς, αλλά εδώ δεν αναγνωρίζεται η πραγματικότητά τους. Μια αντιεπιστημονική λοιπόν, απόλυτα αντιμαρξική, μυθολογική διαστροφή, που αδυνατεί να αναγνώσει τους συμπτωματολογικούς θριάμβους των ημερών μας, παραδομένη σε μια μετασοβιετική, ιδεολογική ειδωλολατρεία. Μια γλώσσα αυτιστική, καθηλωμένη στις ιστορικές της απολήξεις, που έχει αποστερηθεί κάθε δυνατότητα ποιητικής αποτελεσματικότητας. Γιατί περί αυτού πρόκειται.

Μέσα στην αιχμηρότητα αυτή, η σύγχρονη ριζοσπαστικότητα οφείλει να είναι η ριζοσπαστικότητα της μετριοπάθειας και του διαλόγου. Μια πολιτική που θα διανοίγει ένα χώρο δεξίωσης και όχι αποκλεισμού και κατακερματισμού. Η καθαρότητα, σ’ αυτό το μεταιχμιακό στάδιο της Ιστορίας,  δεν εντοπίζεται τόσο σε ιδεολογικές δοξασίες, όσο στην καθαρότητα μιας επιθυμίας, μιας διπλής μάλιστα επιθυμίας κατανόησης, αυτής του παρόντος και των επερχόμενων. Ένας ριζοσπαστισμός που οφείλει να εντοπίζεται στην τοπική του διαλόγου και όχι, όπως πολύ εύστοχα επισημαίνει και σε ένα πρόσφατο κείμενο του ο Σεβαστάκης («Ενθέματα», εφ. «Αυγή», 27/10/2013), σε μια κενή πόζα ριζοσπαστισμού. Η μετριοπάθεια αυτή δεν είναι, σε καμιά περίπτωση, μια αποϊδελογικοποιημένη, εκπτωτική συνθήκη, αλλά μια εσωστρεφής κίνηση κατανόησης ενός αδιανόητου που σήμερα υπερέχει. Μια κίνηση δηλαδή απόλυτα μαρξική.

Οι ρεαλιστικές προσεγγίσεις της σύγχρονης σοσιαλδημοκρατίας, δάνειο αυτές της φιλελεύθερης κουλτούρας, διασώζουν, έτσι, μια μοναδική δυνατότητα για την πολιτική, τη δυνατότητα της ποιητικής της δράσης μέσα στο απονεκρωμένο σώμα του κοινωνικού. Η κίνηση αναγκαστικά θα διαγράψει τα πρώτα της βήματα στο περιθώριο του κατεστημένου λόγου, μια και θα είναι μια κίνηση ανάνηψης και εγρήγορσης, καταστάσεις δηλαδή απωθητικές σʼ ένα ήδη δοκιμαζόμενο σώμα.

Από τη μέρα, έτσι, που οι 58 δημοσίευσαν την έκκλησή τους για τη σύγκλιση της Δημοκρατικής παράταξης, οι (αρνητικές) αντιδράσεις δεν έπαψαν να εντάσσονται στο γνωστό γαϊτανάκι των τελευταίων ετών: λαϊκίστικα αντανακλαστικά, απώθηση κάθε εκσυγχρονιστικού εγχειρήματος και ιδεοληψίες μιας μετασοβιετικής μελαγχολίας. Οι όροι της πολιτικής κουβέντας σε οριακές εποχές, όπως αυτή που διανύουμε, εξακολουθούν να μπλέκουν το συναίσθημα με τις πραγματικές ανάγκες, τους πραγματικούς αριθμούς και, φυσικά, τις πραγματικές συνθήκες. Το πραγματικό, για άλλη μια φορά, θα μείνει αδιάγνωστο.

Είναι μάλλον προφανές ότι οι αριθμοί, αν και λένε συνήθως την αλήθεια ή μια κάποια, εν πάση περιπτώσει, αλήθεια, δεν είναι πάντοτε και ο οδοδείκτης των λύσεων. Το αντεπιχείρημα εδώ είναι το ευτελισμένο ―πολλάκις και πανταχόθεν― ευφυολόγημα το «με κέντρο τον άνθρωπο». Ο προσανατολισμός του σωτηριολογικού πολιτικού λόγου καταντά μονότονος ωστόσο εδώ: κέντρο ο άνθρωπος, απροϋπόθετα, χωρίς να συζητώνται τα ερωτήματα: ποιος άνθρωπος, σε ποιο κέντρο, σε ποιες συνθήκες, σε ποιο μέλλον. Η Αριστερά, για άλλη μια φορά, αδυνατεί να αντιληφθεί το παρόν της.

Βέβαια, όλοι οι σωτήρες του κόσμου επικαλούνταν μονίμως το συναίσθημα ή το βαθύ ένστικτο εκείνων που ήθελαν να φέρουν με το μέρος τους. Οι λέξεις που χρησιμοποιούσαν έκρυβαν πάντοτε το στόχο ενός καλά κρυμμένου θυμικού που, εντωμεταξύ, είχε ξεχαστεί και βαθιά θαφτεί στην πρότερη, εύκολη εν πολλοίς, καθημερινότητα. Ακόμη και οι αναφορές στην πραγματικότητα (συνθήκες, ανάγκες, αριθμούς) είχαν πάντοτε μέσα τους μια συναισθηματική επίκληση και ένα επιφανειακό επίπεδο αντιμετώπισης των καταστάσεων μέσα από ένα ψευδεπίγραφο «εμείς σας αγαπάμε». Μια επίκληση συναισθήματος, που μάλλον δεν φτάνει από μόνο του.

Κι όμως, η σωτηρία, σ’ αυτές τις περιπτώσεις, πάντοτε ερχόταν είτε ως μάννα εξ ουρανού είτε ως πολλαπλασιασμένα ψάρια ή ως περαιτέρω καταστροφή. Ειδικά σε εποχές όπου η απελπισία βρισκόταν στο ζενίθ της, ο στοχευμένος στο συναίσθημα λόγος ήταν μια διέξοδος από το ανυπέρβλητα δύσκολο σήμερα. Οι φωνές της λογικής, σε κάθε τέτοια περίπτωση, θάβονταν βαθιά, περιθωριοποιούνταν ή ακούγονταν ως γραφικότητες, τη στιγμή που, υπό άλλες συνθήκες, γραφικοί χαρακτηρίζονταν όσοι δραπέτευαν από το λογικό (με εισαγωγικά ή χωρίς).

Το «λογικό» ήταν, κατά κανόνα, η κυριαρχία των πολλών, το γενικό «ναι» ή το γενικό «όχι». Σε κάθε περίπτωση, λοιπόν, το λογικό (πάλι: σε εισαγωγικά ή χωρίς) το βαφτίζει η πλειονότητα, ο μέσος όρος. Άρα, πρέπει να ξαναδούμε τους όρους από την αρχή, να ξαναβαφτίσουμε το λόγο μας, να δούμε και πάλι τις συνθήκες ερμηνεύοντάς τες. Η ερμηνεία δεν μπορεί να είναι απόλυτη, αλλά μπορεί να είναι κοντά στην πραγματικότητα. Κοντά στα απτά δεδομένα.

Σήμερα, ο κυρίαρχος λόγος είναι κατά βάση συναισθηματικός και μάλιστα μιας ιδεοληπτικής εκφοράς. Προφανώς, η πρώτη αντίδραση σε κάτι που φαντάζει αναπόδραστο θα είναι τέτοια, κανείς δεν αμφιβάλλει. Η πολιτική απάντηση όμως ποια πρέπει να είναι; Ένα σχέδιο εναλλακτικής πολιτικής ή μία θολή καταδίκη τού κατά βούλησιν τέρατος; Κι ενώ λοιπόν έχουμε παντού γύρω μας να παλεύει ο Γιάννης το θεριό και το θεριό τον Γιάννη, δεν βρέθηκε κανείς, σ’ αυτό τον πυρετό των ημερών, να συγκεράσει το ένα άκρο (λογική) με το άλλο (συναίσθημα).

Αυτό εμείς το βρήκαμε ―επιτέλους!― στο φρέσκο κείμενο των 58. Μια προσπάθεια να βρεθεί η μέση λύση μεταξύ του άγριου πραγματικού και της άγριας αντιμετώπισής του. Το βλέπουμε σαν μια προσπάθεια να έρθει πιο κοντά η λογική με το συναίσθημα και να ξαναϊδωθεί η πραγματικότητα ως εσωτερική ανθρώπινη ολότητα: λογική και ευαισθησία.

Είναι μια προσπάθεια να εντοπιστεί και να ξεπεραστεί το μείζον: εκεί που η πολιτική στόχευσε την καρδιά του αμήχανου, εξαιτίας της γενικευμένης κρίσης, συλλογικού φαντασιακού, προσπαθώντας να το φέρει στο δρόμο της ιδεολογικοποίησης του συναισθήματος, και ωθώντας το στην πλήρη απονέκρωση της πολιτικής και ρεαλιστικής κριτικής του ικανότητας, εκεί ακριβώς έρχεται το καινούργιο: στην αντιμανιφεστοποίηση της πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής πραγματικότητας, μέσα από ένα λόγο που αποτελεί μείγμα ρεαλιστικού οράματος και παγιωμένου πραγματισμού. Να τελειώνουμε, δηλαδή, με τις κραυγές και να περάσουμε στους ψιθύρους· εκείνους που συναλλάσσονται και συνδιαλέγονται ψύχραιμα με το παρόν και το μέλλον.

Όσο ο ΣΥΡΙΖΑ, οι Ανεξάρτητοι Έλληνες, η Ν.Δ. και κομμάτια του ΠΑΣΟΚ και της ΔΗΜΑΡ εξαντλούνται σε συναισθηματική συνθηματολογία και ιδεόληπτα πυροτεχνήματα, τόσο η ανάγκη για έναν σύγχρονο, καινοτόμο πολιτικό λόγο, με γερά κρατήματα στο κέντρο της λογικής και της ευαισθησίας, θα εμφανίζεται. Κι αν θέλουμε να το περιορίσουμε ακόμη περισσότερο: όσο ο ΣΥΡΙΖΑ σηκώνει γροθιά στο κατεστημένο (ποιο απ’ όλα; και του δικού του;) και η Ν.Δ. τείνει χείρα ζητιανιάς στας Ευρώπας ―με το λαϊκισμό υπό μάλης και οι δύο―, τόσο ο ενδιάμεσος χώρος θα φαντάζει μια όαση.

Τέλος, όσο δεν αντιλαμβάνεται η ―κατά τα άλλα ουμανιστική― Αριστερά ότι ο άνθρωπος, μέσα σε μια κοινωνία, όσο κατακερματισμένη κι αν είναι, (πρέπει να) κινείται με βάση τους θεσμούς, ως το αυτονόητο της δημοκρατίας, όσο απαξιώνει τους θεσμούς, ασχολείται με τα επουσιώδη και όχι με το όλον και αναζητά τη λύση μέσω της μετακύλισης των αρμοδιοτήτων στις λαϊκές μάζες ―γεγονός βαθύτατα αντιδημοκρατικό, αλλά που προφανώς εξυπηρετεί τη χρονική συγκυρία για λαϊκισμούς―, τόσο θα αναδύεται η αναγκαιότητα του εκσυγχρονιστικού εγχειρήματος: ενεργοποίηση και μετέπειτα ανανέωση των θεσμών.

Το κείμενο των 58, αν μπορούσαμε, θα το υπογράφαμε ξανά και ξανά. Πάει αρκετός καιρός από τότε που η λέξη και η πράξη «Δημοκρατική (συμ)παράταξη» μοιάζουν τόσο παράφορα αναγκαίες, τόσο αδυσώπητα αληθινές και τόσο αφόρητα επείγουσες.

Θα είμαστε μαζί τους.

 

*Ο Αποστόλης Αρτινός και ο Δημήτρης Αθηνάκης είναι συγγραφείς

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΣΕ ΙΔΡΥΤΙΚΗ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ ΓΙΑ ΜΙΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΠΡΟΟΔΕΥΤΙΚΗ ΠΑΡΑΤΑΞΗ

1. Έκκληση – πρόσκληση

Αυτό δεν είναι Διακήρυξη δημιουργίας νέου κόμματος.

Είναι έκκληση και πρόσκληση.

Απευθύνεται στους πολίτες, στα κόμματα, στις συλλογικότητες, στα πολιτικά πρόσωπα, στις συνδικαλιστικές, τις αυτοδιοικητικές και τις πνευματικές δυνάμεις που κινούνται στον χώρο της σοσιαλδημοκρατίας, της δημοκρατικής αριστεράς, του φιλελεύθερου κέντρου, της πολιτικής οικολογίας, του προοδευτικού ευρωπαϊσμού.

Προσκαλεί όλους να συνεργαστούν για την ανασυγκρότηση του χώρου. Χωρίς αποκλεισμούς. Χωρίς ηγεμονισμούς.

Υπάρχουν στιγμές στην πορεία ενός έθνους που οι ιστορικές πολιτικές παρατάξεις είναι υποχρεωμένες να επαναθεμελιωθούν, να ορίσουν ξανά την παρουσία τους στην πολιτική ζωή του τόπου. Αλλιώς παρακμάζουν και εξαφανίζονται.

Η επαναθεμελίωση δεν γίνεται μόνο με προτάσεις, τεχνοκρατική επάρκεια, στόχους και εργαλεία. Χρειάζεται μια στρατηγική που να προβάλει τους εαυτούς μας στο μέλλον. Σε έναν Κόσμο που μεταβάλλεται, σε έναν χαοτικό καπιταλισμό και μιαν Ευρώπη που αναζητά την προοπτική της.  Χρειάζεται μια εικόνα της Ελλάδας στο μέλλον, βγαλμένη από την ιστορία της, που θα προσανατολίζει και θα συνθέτει όσες κοινωνικές και πνευματικές δυνάμεις κινούνται σε αυτή την κατεύθυνση.

 

2. Στην εποχή της εθνικής ανασυγκρότησης

Η Ελλάδα βρίσκεται σε μια τέτοια στιγμή. Η κρίση εξακολουθεί να είναι βαθιά, όμως αλλάζει φάση και χαρακτήρα. Οι οικονομικοί κίνδυνοι παραμένουν, αλλά οι πολιτικοί παράγοντες από τους οποίους εξαρτάται η υπέρβαση της κρίσης έρχονται σε πρώτο πλάνο.

Η εποχή των μνημονίων φαίνεται να φτάνει στο τέλος της. Το τραύμα της εθνικής πόλωσης δεν θα σβήσει εύκολα, θα χρειαστεί μάλιστα πολύ κουράγιο και συμφιλιωτική επιμονή απ’ όλες τις πλευρές για να ξεπεραστεί. Όμως, η πολιτική δραστηριότητα δεν θα περιορίζεται στην αντίθεση μνημόνιο-αντιμνημόνιο.

Μετά από μια καταστροφή, η Ελλάδα ξαναποκτά τη δυνατότητα και τα μέσα να σχεδιάσει το μέλλον της. Να ορίσει ρεαλιστικά τη μελλοντική θέση που θέλει να καταλάβει στον παγκόσμιο ανταγωνισμό και να κινηθεί δυναμικά για να την κατακτήσει. Η Εθνική Ανασυγκρότηση είναι το ζητούμενο της νέας φάσης στην οποία έχουμε ήδη μπει. Και είναι ένα πρόβλημα πολιτικό, παραγωγικό και πολιτισμικό.

3. Ποιά ανάπτυξη θέλουμε; Δικαιούμαστε να αποφασίσουμε

Μετά έξι χρόνια συνεχούς ύφεσης οι πολίτες με το δίκιο τους ελπίζουν και ζητούν να δουν την απαρχή της ανάκαμψης, να βεβαιωθούν ότι ξεκολλάμε από τον πάτο. Η κρίση όμως μας έμαθε με τραγικό τρόπο ότι οι άμεσες οικονομικές προσδοκίες εξαρτώνται από κεντρικότερες στρατηγικές επιλογές.

Τι ανάπτυξη θα έχουμε την προσεχή δεκαετία;

Θα είναι μια ανάπτυξη ρηχή, ασθενική; Θα βασίζεται  στη φτηνή εργατική δύναμη, στην άγρια ανασφάλεια και στην κυνική αποδοχή των μεγάλων ανισοτήτων; Θα αδιαφορεί για τις υποδομές και θα περιφρονεί το περιβάλλον; Θα είναι η επανάληψη ενός κρατισμού και μιας προσοδοθηρίας για φτωχούς;

Ή θα σταθούμε ικανοί να αλλάξουμε ριζικά το κράτος και το παραγωγικό μοντέλο ώστε η Ελλάδα να πετύχει μια δυναμική και βιώσιμη ανάπτυξη που θα δώσει πολλές και καλές θέσεις εργασίας; Που θα δώσει ευκαιρίες για όλους χωρίς μεσάζοντες, παρέες και τον ραγιαδισμό του ρουσφετιού; Που θα αναβαθμίσει το κράτος δικαίου και θα αναδιοργανώσει εκ βάθρων τη δημόσια διοίκηση; Και αν το πετύχουμε, ποιος θα διαχειριστεί την κατανομή των πόρων ώστε να ενισχύεται σταθερά η κοινωνική συνοχή και η κοινωνική δικαιοσύνη; Το πολιτικό σύστημα με βάση παλαιές εξαρτήσεις και νέες υποσχέσεις; Ή μια κοινωνική συμφωνία των πολιτών που θα στηρίζει τους πραγματικά αδύναμους και όχι μόνον εκείνους που έχουν πιο δυνατή φωνή;

Η αλλαγή του κράτους και του παραγωγικού μοντέλου απαιτεί τη μέγιστη διανοητική και συναισθηματική προσπάθεια σε συνδυασμό με την τεχνοκρατική και διοικητική γνώση. Πρωτίστως όμως χρειάζεται να γίνει έργο και κτήμα ευρύτερων κοινωνικών δυνάμεων, στις οποίες θα έχουν κεντρικό ρόλο η μισθωτή εργασία του ιδιωτικού τομέα ώστε να ενισχυθεί ξανά η διαπραγματευτική της δύναμη. Τα δικαιώματα των σημερινών παιδιών αφού αυτά προπάντων θα βιώσουν τις ωδίνες της ανασυγκρότησης. Η εξωστρεφής και καινοτόμος επιχειρηματικότητα. Η νέα προηγμένη αγροτική παραγωγή. Ο δημόσιος υπάλληλος που θέλει να αποκαταστήσει την αξιοπρέπεια της εργασίας του μέσα από τη ριζική μεταρρύθμιση του κράτους. Η μεσαία τάξη που θα θελήσει να ανασυνταχθεί σεβόμενη τις υποχρεώσεις προς την κοινωνία, δηλαδή πληρώνοντας τους φόρους που της αναλογούν. Η ανασύσταση του κράτους πρόνοιας ως συμμαχία των λαϊκών και των μεσαίων στρωμάτων, έτσι ώστε να ανταποκριθεί στις νέες ανάγκες που γέννησαν η ανεργία, η περιθωριοποίηση  και η ανασφάλεια. Η καθιέρωση ενός ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος.

 

4.  Χωρίς ντροπή γι αυτό που είμαστε

Η κρίση μπορεί να οδηγήσει σε μια νέα εθνική αυτογνωσία και σε μια νέα πατριωτική υπερηφάνεια. Χωρίς την κομπλεξική εθνικιστική αλαζονεία γι’ αυτό που νομίζουμε ότι είμαστε ενώ δεν είμαστε. Χωρίς ντροπή γι αυτό που είμαστε.

Στην κρίση οι Έλληνες δεν είναι ούτε αμαρτωλοί ούτε θύματα. Είναι υπεύθυνοι και άτυχοι. Υπεύθυνοι για τις εθνικές ολιγωρίες, άτυχοι γιατί στη δύσκολη στιγμή βρήκαν απέναντι τους μια Ευρωπαϊκή Ένωση αιφνιδιασμένη, μυωπική, συντηρητική, διαιρεμένη και αναδιπλωμένη στους εθνικισμούς της.

Την ίδια όμως στιγμή, οι Έλληνες κράτησαν όρθιο το φρόνημα του πολίτη, αντέχοντας μέχρι σήμερα τις ασφυκτικές πιέσεις από πολλά μέτωπα. Από την ίδια την κρίση, τα λάθη της συνταγής που δόθηκε για τη θεραπεία, την κοινωνική περιθωριοποίηση, την ευρωπαϊκή αμφισημία, την επιθετικότητα των διεθνών κερδοσκόπων, τους διάσημους «προφήτες» της καταστροφής μας. Από τα λάθη και τη μετριότητα των κυβερνητικών χειρισμών, την ιδιοτελή ολιγωρία του πολιτικού συστήματος, τη διχαστική ατμόσφαιρα, τους δεξιούς και αριστερούς κήρυκες μιας νέας αλλά εξίσου απεχθούς εθνικοφροσύνης που αμφισβητούσε την ελληνικότητα του αντίπαλου. Από την ακραία δημαγωγική στάση των ποικίλων αντιπολιτεύσεων, τη χυδαία λαϊκιστική δημοσιογραφία, τον κυνισμό και την λοιδορία των διεθνών ΜΜΕ, τους συνωμοσιολόγους και τους ψευδολόγους που μοίραζαν φρούδες ελπίδες και μαγικές λύσεις.

Είμαστε ως λαός ανθεκτικοί και θυμωμένοι, θυμωμένοι  και στοχαστικοί, στοχαστικοί και όχι ηττημένοι. Μέσα στο καμίνι της κρίσης, μπορεί να κατακτηθεί μια νέα εθνική αυτογνωσία, να χτιστεί και πάλι ένα αίσθημα λαϊκής υπερηφάνειας, που η σεμνότητά της θα την απομακρύνει από τον λαϊκισμό και η πατριωτική της ρίζα από τον εθνικισμό. Για να βγει η Ελλάδα από τη θέση του κράτους-παρία, να επανακτήσει τη διεθνή της αξιοπρέπεια και να διεκδικήσει ρόλο στις διαδικασίες της ευρωπαϊκής ενοποίησης που θα επιταχυνθούν. Για μια Ενωμένη Ευρώπη που δεν θα είναι, γιατί δεν μπορεί πια να είναι, πολιτικό σχέδιο των ελίτ, αφού η κρίση πολιτικοποίησε στο έπακρο τη διαδικασία ενοποίησης. Για έναν ευρωπαϊσμό, όχι μόνο προοδευτικό αλλά και λαϊκό. Μόνο έτσι θα μπορέσουμε να περιορίσουμε στην αρχή και να αντιστρέψουμε αργότερα τον διαχεόμενο ευρωσκεπτικισμό.

5. Ούτε δεξιά ούτε νεοκομμουνιστική αριστερά

Αυτός είναι ο νέος ρόλος της ιστορικής παράταξης της σοσιαλδημοκρατίας, της δημοκρατικής αριστεράς, του φιλελεύθερου κέντρου, όλου του κεντροαριστερού χώρου: Εθνική Ανασυγκρότηση – αλλαγή του κράτους και του παραγωγικού μοντέλου – νέα συμπόρευση της εθνικής αυτογνωσίας με τον προοδευτικό λαϊκό ευρωπαϊσμό.

Όρος για την εκπλήρωσή του είναι η σύγκλιση και η συνεργασία όλων εκείνων των συλλογικών μορφών και των πολιτών που δεν αναγνωρίζονται ούτε στη δεξιά ούτε στη νεοκομμουνιστική-εθνολαϊκιστική αριστερά.

Η σύγκλιση πρέπει να γίνει με τρόπο που να διασφαλίζει την πολιτική σταθερότητα από την οποία πρωτίστως πλέον εξαρτάται η ανάκαμψη της οικονομίας, η διασφάλιση του ευρωπαϊκού προσανατολισμού της χώρας και η ανακούφιση των λαϊκών στρωμάτων.

Η συγκρότηση της νέας προοδευτικής δημοκρατικής παράταξης θα συμβάλλει στη σταθερότητα και την πολιτική ανανέωση. Η κατάρρευση του μεταπολιτευτικού κομματικού συστήματος έχει οδηγήσει σε ένα ασταθές ακόμα κομματικό σκηνικό, με ανησυχητικά χαρακτηριστικά. Ο μικρός δικομματισμός ΝΔ-ΣΥΡΙΖΑ είναι πολιτικά στείρος, προγραμματικά οπισθοδρομικός και ιδεολογικά συντηρητικός. Εγκλωβίζει, δεν απελευθερώνει τις δυνάμεις της χώρας, δεν οδηγεί σε βιώσιμη ανάπτυξη. Η τερατογένεση της νεοναζιστικής Χρυσής Αυγής εξελίχτηκε σε σαράκι της δημοκρατίας. Η αποτρόπαιη δολοφονία του Παύλου Φύσσα στο Κερατσίνι έκρουσε τον κώδωνα ενός κινδύνου που ήταν εδώ και καιρό προφανής. Η άμυνα της Πολιτείας έναντι της εγκληματικής οργάνωσης είναι  επιβεβλημένη.

Η ισχυροποίηση της ευρύτερης κεντροαριστερής παράταξης θα αποσυμπιέσει τη σημερινή αίσθηση της εμφύλιας αντιπαράθεσης. Θα συμβάλει στην αποκατάσταση μιας ελάχιστης εθνικής συναίνεσης ώστε ο πολιτικός αντίπαλος να μην γίνει πάλι εσωτερικός εχθρός. Θα επαναφέρει την πολιτική και κοινωνική δυναμική στον αστερισμό της δημοκρατίας και του πλουραλισμού. Θα συνδέσει την εθνική ανασυγκρότηση με ένα προοδευτικό και ρεαλιστικό πρόγραμμα αλλαγών στην Ελλάδα και στην Ευρώπη. Θα ενισχύσει τις φιλελεύθερες εκσυγχρονιστικές φωνές στη ΝΔ και τις δημοκρατικές φιλοευρωπαϊκές δυνάμεις στον ΣΥΡΙΖΑ.

Η κοινωνία αρχίζει να αισθάνεται το κενό. Γι’ αυτό υπάρχει μια ρητή αλλά και μια σιωπηλή ζήτηση των πολιτών για κάτι καινούργιο στον ευρύτερο δημοκρατικό προοδευτικό χώρο. Γι’ αυτό δημιουργείται η κοινή συνείδηση ότι κάτι μπορεί να γίνει τώρα, σύντομα.

6. Πρόσκληση για Ιδρυτική Συνέλευση

Με αυτή την αγωνία απευθύνουμε έκκληση στις δυνάμεις της ευρύτερης δημοκρατικής προοδευτικής παράταξης, στο ΠΑΣΟΚ, τη ΔΗΜΑΡ, τις δυνάμεις της οικολογίας, της αυτοδιοίκησης, τις πολιτικές και κοινωνικές  συλλογικότητες και  προσωπικότητες, να συνεργαστούν για την ανασυγκρότηση του χώρου.

Η ανασυγκρότηση δεν θα είναι μόνο οργανωτική, αλλά βαθιά πολιτική. Θα είναι αυτοκριτική για την ως τώρα πορεία, προγραμματική για το μέλλον, και κυρίως θα στοχεύσει στην ανάδειξη νέων ανθρώπων που θα ανανεώσουν την πολιτική ηγεσία της παράταξης και της χώρας.

Προτείνουμε τη δημιουργία ενός κοινού πολιτικού φορέα που θα συστεγάσει όλους, χωρίς να απαιτήσει τη διάλυση των υπαρχόντων κομμάτων και συλλογικοτήτων. Ο φορέας μπορεί να συσταθεί τους προσεχείς μήνες μέσα από μια Ιδρυτική Συνέλευση, με συμφωνημένες διαδικασίες και να εξελιχθεί στο κέντρο των κοινών επεξεργασιών για το σχέδιο εθνικής ανασυγκρότησης, με προτεραιότητα στο πρόγραμμα για τις ευρωεκλογές και τις αυτοδιοικητικές εκλογές.

Παρακολουθούμε με ενδιαφέρον τις κινήσεις που κάνουν ξεχωριστά το ΠΑΣΟΚ και η ΔΗΜΑΡ, θεωρώντας όμως ότι αυτές πρέπει να συγκλίνουν και να συναντηθούν στο άμεσο μέλλον. Η κοινή αναφορά στο Κόμμα των Ευρωπαίων Σοσιαλιστών και Δημοκρατών, η ανταπόκριση στο ενωτικό τους κάλεσμα, διευκολύνει τη διαδικασία.

Χαιρετίζουμε την πρωτοβουλία των «5 Δημάρχων» και άλλων αυτοδιοικητικών φορέων του ίδιου χώρου, που δείχνουν ένα δρόμο συνεργασίας στη βάση αξιών που συμμεριζόμαστε.

Δεν είναι δικιά μας δουλειά να προκαταλάβουμε τους τρόπους και τις διαδικασίες της ανασυγκρότησης. Υπάρχουν πολλές διεθνείς και ελληνικές εμπειρίες και υπάρχουν πολλοί που τις ξέρουν καλύτερα από εμάς. Το μόνο που θέλουμε είναι να καλέσουμε τους ενδιαφερόμενους επιτέλους να προχωρήσουν. Προτάσσοντας την κοινή μοίρα, όχι την ιδιοτέλεια. Αναλαμβάνοντας  αποφασιστικά την ευθύνη, όχι απαριθμώντας τις δυσκολίες του εγχειρήματος.

Και υπογράφουμε την πρόσκληση αυτή, πολίτες με διαφορετικές εμπειρίες και αφετηρίες αλλά με κοινές αγωνίες, με μόνο το  δικαίωμα που μας δίνει η πολύχρονη παρουσία και έγνοια μας για αυτόν τον ευρύτερο πολιτικό χώρο και αυτόν τον τόπο.

 

* * * *

 

Το κείμενο υπογράφουν, με αλφαβητική σειρά οι: Αγανίδης Πασχάληςοικονομολόγος, Αγριαντώνη Χριστίνα καθηγήτρια πανεπιστημίου Θεσσαλίας,Αλιβιζάτος Νίκος καθηγητής πανεπιστημίου Αθηνών, Αντωνίου Γιάννηςεκπαιδευτικός, Ασημακόπουλος Δημήτρης επιχειρηματίας  τ.πρόεδρος ΓΣΕΒΕ, Αυγερινός Παρασκευάς, Βαμβακάς Βασίλης λέκτορας ΑΠΘ, Βασιλάκη Μαρία καθηγήτρια πανεπιστημίου Θεσσαλίας, Βερνίκος Γιώργος επιχειρηματίας,Βλαχάκης Ηλίας, επιχειρηματίας, γ.γ. ΕΣΕΕ, Βούλγαρης Γιάννης καθηγητής Παντείου Πανεπιστημίου, Γεωργάτος Γεράσιμος εκπαιδευτικός, Γκορίτσας Σωτήρης κινηματογραφιστής, Γκουρτσογιάννη Μελίττα αρχιτέκτονας,  Γραβάνης Αχιλλέας καθηγητής πανεπιστημίου Κρήτης, Γραμματικάκης Γιώργος ομότιμος καθηγητής πανεπιστημίου Κρήτης, Δέλκος Κώστας ηλεκτρολόγος μηχανικός, Δερβένης Χρήστος γιατρός, Δοξιάδης Αρίστος οικονομολόγος, Δρέττα Αθηνά οδοντογιατρός, Ευθυμιόπουλος Ηλίας περιβαλλοντολόγος,Θεοδωρόπουλος Κώστας κίνημα τυφλών, Καλογήρου Γιάννης καθηγητής Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου, Καλοκαιρινός Αλέξης καθηγητής πανεπιστημίου Κρήτης, Καούνης Γιάννης δικηγόρος, Καρακωστάκη Χαριτίνη κοινωνιολόγος,Καστανάς Λεωνίδας εκπαιδευτικός  μπλόγκερ, Καστρινάκη Αγγέλα πεζογράφος καθηγήτρια πανεπιστημίου Κρήτης, Κουρουζίδης Σάκης δρ. σεισμολόγος,Λιβαδάς Σταύρος μηχανολόγος – ηλεκτρολόγος, Μάρκαρης Πέτρος συγγραφέας, Ματσαγγάνης Μάνος καθηγητής οικονομικού πανεπιστημίου Αθηνών,  Μεϊμάρογλου Γιάννης, εκδότης του περιοδικού «Μεταρρύθμιση», Μήτρου Λίλιαν καθηγήτρια πανεπιστημίου Αιγαίου, Μητσός Αχιλλέας, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου, Μουζέλης Νίκος ομότιμος καθηγητής London School of Economics, Μπέζος Γιάννης ηθοποιός, Μπένος Σταύρος πρόεδρος σωματείου ΔΙΑΖΩΜΑ, Μπίστης Νίκος δικηγόρος,Παγουλάτος Γιώργος καθηγητής οικονομικού πανεπιστημίου Αθηνών, Παναγιωτόπουλος Παναγής καθηγητής πανεπιστημίου Αθηνών, Πανταζόπουλος Ανδρέας επ.καθηγητής ΑΠΘ, Παπαδάκη Ελίζαοικονομική αναλύτρια, Παπαδημητρίου – Τσάτσου Άννα, Παππάς Φίλιππος, δρ. φιλολογίας, μπλόγκερ, Παυλίδου Νιόβη καθηγήτρια ΑΠΘ, Πολίτης Αλέξης ομότιμος καθηγητής πανεπιστημίου Κρήτης, Πορτοκάλογλου Νίκος μουσικός,Ράπτης Νίκος εκπαιδευτικός  μπλόγκερ, Ρεσβάνης Κώστας, δημοσιογράφος, Ροζάκης Χρήστοςομότιμος καθηγητής πανεπιστημίου Αθηνών, Σαββάκης Μπάμπης,καθηγητής,πρόεδρος του ερευνητικού Κέντρου Φλεμινγκ, Σκάλκος Δημήτρης πολιτικός επιστήμονας – διεθνολόγος, Σαμαντάς Τέλης κριτικός κινηματογράφου, Τριανταφύλλου Σώτη συγγραφέας, Τσικαρδάνη Δώρα δικηγόρος, Χατζημπίρος Κίμων καθηγητής Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου,Χειμωνάς Θανάσης συγγραφέας, Χριστοδουλάκης Νίκος καθηγητής οικονομικού πανεπιστημίου Αθηνών.

Η Κεντροαριστερά είναι δική μας υπόθεση. Θέλεις να συμβάλεις;

logo_kentroaristera5-300x268

κλικ εδώ

 

Η συγκρότηση ενός τρίτου πόλου πέρα από το δίπολο ΝΔ- και ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί ένα στοίχημα αλλά και μια ανάγκη της κοινωνίας όπως αυτή διαμορφώνεται που απαιτεί την ένωση των δυνάμεων της κεντροαριστεράς και την απαιτεί τώρα. Η κοινωνία μετά την κρίση απαιτεί καθαρό, ουσιαστικό αλλά ταυτόχρονα οραματικό λόγο. Ένα λόγο που θα αντιλαμβάνεται τα προβλήματα και θα επεξεργάζεται ρεαλιστικές λύσεις. Σε ένα τέτοιο λόγο δεν υπάρχει η πολυτέλεια των ηγεμονισμών, των αποκλεισμών και των “ναι μεν αλλά” που μεταθέτουν ευθύνες και ουσιαστικά οδηγούν σε ατελέσφορες συζητήσεις που επαναλαμβάνονται ατέρμονα. Ο λόγος αυτός είναι ο λόγος όλων μας, με αναγνώριση της θετικής προσφοράς όλων και με ανεκτικότητα στις διαφορετικές επι μέρους απόψεις. Θα πρέπει να καταβληθεί προσπάθεια να προσελκύσουμε το ενδιαφέρον των νέων που είτε αντιμετωπίζουν απαξιωτικά το πολιτικό σύστημα ευρύτερα ή δεν εκφράζονται από τις πρακτικές και τη ρητορική των κυρίαρχων πολιτικών σχηματισμών.

Η ανασυγκρότηση της κεντροαριστεράς πρέπει να έχει ως προϋπόθεση τις ανοιχτές διαδικασίες, με οριζόντια συνεργατική λογική και με ταυτόχρονο σεβασμό στην αυτονομία των δυνάμεων και τη συλλογικότητα κάθε ομάδας. Είναι μια μεγάλη προσπάθεια που θα πετύχει αν κάθε ενδιαφερόμενος αναλάβει ένα μικρό της μέρος που μπορεί και θέλει να φέρει εις πέρας. Η συλλογική παραγωγή πολιτικής, η εξειδίκευση του προγραμματικού πλαισίου που θέτει το Ευρωπαϊκό Σοσιαλιστικό Κόμμα για τις ευρωεκλογές, συζητήσεις στο Διαδίκτυο, ακτιβισμός σε τοπικό και θεματικό επίπεδο είναι οι δράσεις στις οποίες πρέπει άμεσα να προσανατολιστούμε μέσα από τη δημιουργία και συμμετοχή σε Επιτροπές Πρωτοβουλίας σε κάθε Δήμο. Με τη καθημερινή μας δράση οφείλουμε να ανακτήσουμε το ηθικό πλεονέκτημα που χάσαμε και να υποβάλλουμε το εγωιστικό ΕΓΩ στο συλλογικό ΕΜΕΙΣ.

Κάνε τη ανασυγκρότηση της κεντροαριστεράς δική σου υπόθεση. Πάρε μέρος απ´ την αρχή στη νέα κεντροαριστερά απαντώντας σε λίγες βασικές ερωτήσεις.

Το ερωτηματολόγιο το συμπληρώνετε σε περίπου έξι λεπτά, είναι διαθέσιμο στο http://goo.gl/Jsjsk0

Αισθητική και Πολιτική: Κι άλλοι λόγοι για την ανάγκη της συγκρότησης της νέας Κεντροαριστεράς ― του Δημήτρη Αθηνάκη

Ο δημόσιος λόγος και η εμπράγματη πολιτική είχαν ανέκαθεν να κάνουν με τον τρόπο εκφοράς και εφαρμογής τους αντίστοιχα. Ποτέ στην ανθρώπινη Ιστορία δεν υπήρξε διάσταση μεταξύ θεωρίας και πράξης αναφορικά με την αισθητική παρουσία τους. Μπορεί να φαίνεται λιγάκι πολυτέλεια να συζητάμε σήμερα για αισθητική λόγων και πράξεων, αλλά θα ξεκαθαρίσουμε παρακάτω τι ακριβώς θέλουμε να πούμε.

 

Στην Ελλάδα, σήμερα, υπάρχουν μερικές αδυσώπητες ―αν όχι αδηφάγες― υποχρεωτικές πραγματικότητες: η πραγματικότητα του Μνημονίου ως γεγονότος και βασικού εργαλείου χάραξης οικονομικής πολιτικής και η πραγματικότητα της εφαρμογής του ως αιτίας επιρροής της κοινωνικής πολιτικής. Είναι σαφές ότι τίποτα δεν πάει καλά. Είναι επίσης σαφές ότι κάτι πρέπει να πάει καλά. Είναι ακόμη πιο σαφές ότι πρέπει να πιέσουμε προς αυτή την κατεύθυνση όσοι εντασσόμαστε στο χώρο της Κεντροαριστεράς και του σοσιαλφιλελεύθερου Κέντρου ― αλλά όχι μόνον εμείς. Και μολονότι οι μνημονιακές υποχρεώσεις της χώρας είναι σκληρές και άκαρδες, ο τρόπος που εκείνες θα εξυπηρετηθούν είναι βαρύνουσας σημασίας. Για να το πάμε και λίγο παρακάτω: ο τρόπος που η κυβέρνηση θα μετέλθει για να πείσει την κοινωνία για την αναγκαιότητα και τη χρησιμότητα εντέλει της εξυπηρέτησης των υποχρεώσεών μας ως κράτους είναι ζήτημα πολιτικής αισθητικής. Αριστεροδέξιος λαϊκισμός και δημοκρατία είναι έννοιες ασύμβατες.

 

Μερικές ακόμη αλήθειες είναι οι δαιμονοποιημένες ―σχεδόν πανταχόθεν― μεταρρυθμίσεις, οι αλλαγές (άλλη αρνητικά φορτισμένη λέξη) που είναι αναπόφευκτες. Προφανώς, όλα αυτά δεν είναι δίχως ιδεολογικοπολιτικό πρόσημο, αλλά παραμένουν μεταρρυθμίσεις και αλλαγές. Προς τα πού; Ας πάρουμε δύο παραδείγματα: τον «Ξένιο Δία», καθώς και τα κέντρα κράτησης μεταναστών, και την ΕΡΤ. Θα συμφωνήσουμε, φαντάζομαι, ότι, στη βάση τους, οι πολιτικές που επέλεξε η κυβέρνηση είναι σωστές, ότι ήταν αναγκαίο να ληφθούν μέτρα για τους παράνομους μετανάστες και ότι ήταν υποχρεωτικό να αναδιαρθρωθεί η ΕΡΤ. Κρατούμενα δύο. Τι έγινε όμως στην πράξη; Στην πράξη, η κυβέρνηση (Σαμαρά) επέλεξε τον αισθητικά και ανθρωπιστικά βίαιο τρόπο να εφαρμόσει αυτές τις δύο αναγκαιότητες σχεδόν δίχως έλεος και σίγουρα δίχως αποτελεσματικό στρατηγικό σχεδιασμό. Εξάλλου, το άγχος που δημιουργεί η πίεση της τρόικας εξανεμίζει κάθε στάλα ψυχραιμίας αυτής της κυβέρνησης.

 

Κι αν λοιπόν στη βάση τους αυτά τα δύο παραδείγματα (μεταναστευτικό και δημόσια τηλεόραση) είναι σωστά, τι άλλο θα έπρεπε να γίνει; Αυτό που, κατά τη γνώμη μου, προβάλλει ως ανάγκη είναι ο τρόπος, και ο τρόπος δεν είναι ασύνδετος με αυτόν που πραγματώνει καθετί. Ο τρόπος περισσότερο ήταν που προκάλεσε το θυμό της κοινωνίας και όχι η ουσία. Διυλίζουμε τον κώνωπα, το ξέρω, κι ίσως η κάμηλος δεν θα καταποθεί ποτέ ― ή, τουλάχιστον, όχι ακόμα. Κι εδώ είναι που έρχεται να παίξει το ρόλο της η Κεντροαριστερά, το Κέντρο, ό,τι επιθετικό πρόσημο κι αν του δώσουμε.

 

Η πολιτική είναι ζήτημα αισθητικής. Η αισθητική είναι ηθική. Nulla ethica sine aesthetica, όπως έγραψε στον πίνακα του αμφιθεάτρου ο ισπανός ποιητής, δοκιμιογράφος και ιστορικός των ιδεών José María Valverde Pacheco προτού συλληφθεί και σταλεί στην εξορία από το καθεστώς του Φράνκο. Και η εφαρμογή της πολιτικής είναι και παραείναι αναπόσπαστα και αναπόδραστα δεμένη με τον τρόπο. Ο ρόλος της νέας, μεγάλης Κεντροαριστεράς, του νέου, μεγάλου Κέντρου είναι ακριβώς αυτός: να βρει τον καινούργιο τρόπο (με τρώει να πω «την καινούργια αφήγηση») να γεννήσει πολιτική, να εκφέρει δημόσιο λόγο και να τον κάνει πραγματικότητα.

 

Για να επιστρέψουμε στα δύο παραδείγματα που χρησιμοποιήσαμε ως όχημα. Μάλλον δικαίως θα ρωτήσει κάποιος πώς θα λάμβαναν χώρα αλλιώς αυτές οι δύο κυβερνητικές αποφάσεις. Το Κέντρο και η Αριστερά (ειδικά ο συνδυασμός τους) δεν ξεχνά (σχεδόν) ποτέ ―και το έχει αποδείξει όπου συνθετικά έχει αναλάβει την εξουσία― τον παράγοντα «άτομο» και τον παράγοντα «δημοκρατία». Κούφιες κουβέντες, θεωρητικές, θα πει ο κουρασμένος σοσιαλδημοκράτης και ο βιαστικός φιλελεύθερος ― και μπορεί να είναι. Σήμερα όμως, εδώ, πρέπει να επανέλθουμε σ’ αυτό το πεδίο άσκησης της πολιτικής, μ’ αυτόν τον τρόπο. Ειδάλλως, μπορούμε να βάλουμε τη χώρα στον διόλου ψύχραιμο αυτόματο πιλότο της εφαρμογής του Μνημονίου και των απαιτήσεων της τρόικας, και ν’ αφήσουμε να φαίνονται όλα αυτά αναγκαία κακά, μπερδεύοντας τη δημοκρατία και τον πολιτικό φιλελευθερισμό με την απροϋπόθετη στήριξη της όποιας νομιμότητας και της όποιας πλειοψηφίας ― κάπου εδώ ελλοχεύει ο αντίστροφος λαϊκισμός. Κι ίσως εδώ ανοίγει μια μεγάλη κουβέντα, την οποία όμως δεν θα θίξουμε προσώρας.

 

Η νέα, μεγάλη Κεντροαριστερά, το νέο, μεγάλο Κέντρο οφείλει στον εαυτό του να δημιουργήσει εκ νέου τη νέα αισθητική, το νέο ήθος εφαρμογής της πολιτικής, τον νέο στρατηγικό ρεαλισμό, όπως λέγαμε σε προηγούμενο άρθρο («Μεταρρύθμιση», 23.08.2013, στη στήλη «Παρεμβάσεις»). Η αισθητική είναι η ηθική μας: στην πολιτική, στην οικονομία, στην ίδια τη δημοκρατία εν πάση περιπτώσει. Να τη βγάλουμε μπροστά, να τη δούμε να εφαρμόζεται, να προσπαθήσουμε να την επικαιροποιούμε διαρκώς. Αυτό κάποιοι το λένε οπορτουνισμό, εμείς ας το πούμε νέο ρεαλισμό. Για όλους μας.

 

«Ποιοι;» είναι το ερώτημα που συνεχώς προβάλλει. «Με ποιες πολιτικές;» Ας μην κρυβόμαστε πίσω από το κουλτουριάρικο δάχτυλό μας: οι πολιτικές υπάρχουν σ’ αυτόν το χώρο, από προτάσεις και προγράμματα άλλο τίποτα. Να βρεθούν εκείνοι που ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ θα τις εφαρμόσουν, βρίσκοντας τη χρυσή τομή. Και για να μην αρχίσουμε τα κλισέ, ας είμαστε ρεαλιστές και συγκεκριμένοι: το εναπομείναν ΠΑΣΟΚ, απαλλαγμένο πια από τα λαϊκιστικά του τμήματα που έχουν εισρεύσει (ω του θαύματος!) στο ΣΥΡΙΖΑ, το πρόθυμο κομμάτι της ΔΗΜΑΡ, ένα τμήμα της ΔΡΑΣΗΣ, κινήσεις και κόμματα του χώρου, ανένταχτοι και ασκεπείς. Γνωριζόμαστε πάνω-κάτω μεταξύ μας. Αυτοί είμαστε ― ας δούμε τι μπορούμε κι ας καλέσουμε και τους καινούργιους αν διστάζουν να έρθουν μόνοι τους, είτε είναι νέοι είτε όχι. Τους καινούργιους ― τώρα.

 

Δημοσιεύτηκε αρχικά εδώ.

Λίγο ακόμη μπλαμπλά περί Κεντροαριστεράς και σύγχρονων (αλλά απαραίτητων) δαιμονίων ― του Δημήτρη Αθηνάκη

[Με αφορμή το κείμενο του Ηλία Κανέλλη, με τον τίτλο «Κεντροαριστερά», στα «Νέα» (21.08.2013)]

Ας εστιάσουμε σε μερικά, ας πούμε, δεδομένα ή/και αυτονόητα· στο αυτονόητο ότι χρειάζεται η Κεντροαριστερά (ΚΑ) (μπλαμπλά), ότι, τώρα που η ΔΗΜΑΡ χάνει (ή έχει χάσει ήδη) το παιχνίδι, μόνο το ΠΑΣΟΚ έχει μείνει ως μαγιά, όσο κι αν το βδελυσσόμαστε, και οι πέριξ αυτού, πέραν της ΔΗΜΑΡ, δυνάμεις (Λοβέρδος, Ραγκούσης, Διαμαντοπούλου, Μόσιαλος, Δράση, εκσυγχρονιστές κ.λπ.), ότι, αν δεν υπάρχει υπολογίσιμη ΚΑ, θα έχουμε ένα ΣΥΡΙΖΑ στα ύψη (ενδεχομένως και πρώτο, είναι κι ένας Δένδιας ―συμβολικά το λέω― που χαλάει τη σούπα στις ΚΑ ψυχές) κι έναν Σαμαρά να μην έχει κάποιον να συνεργαστεί (είναι και τα κουκιά στη μέση, τι να κάνουμε;) και κάποιον να τον συγκρατεί ―κι εδώ είναι το σημαντικότερο― όσο μπορεί.

Αν στις εκλογές είναι πρώτος ο Σαμαράς (και με το μπαίνει-δεν-μπαίνει-η-ΔΗΜΑΡ, που αποτελεί πια αμφίβολη δύναμη σταθερότητας), πού θ’ αποταθεί; Αν είναι πρώτος ο Τσίπρας… ας μην το συζητήσουμε καλύτερα. Ή ας το συζητήσουμε. Να είμαστε όμως έτοιμοι να πούμε αλήθειες στον εαυτό μας και μεταξύ μας. Να πούμε ποιος θα συνεργαζόταν ―και πώς ή γιατί― μαζί του. Αλήθειες όμως. Η δική μου; Με ό,τι έχω σήμερα κατά νου, ούτε για πλάκα· δεν σκάω ούτε μισό χειλάκι.

Βάζω, όπως βλέπετε, λιγάκι σε δεύτερη μοίρα τα ιδεολογικοπολιτικά· η «κουλτουριάρα» ΚΑ (παίρνω τον όρο από σχετικό κείμενο του Πάνου Θεοδωρίδη για την Αριστερά), που συζητά μονίμως και πουθενά δεν καταλήγει, πρέπει ν’ αναπτύξει στρατηγική επιτέλους· έχω πειστεί ότι κυρίως, σ’ αυτήν τη φάση, με ΣΥΡΙΖΑ και Χρυσή Αυγή σ’ αυτά τα ποσοστά (δεν συμψηφίζω, δεν ενώνω, δεν ταυτίζω· απλώς εντοπίζω), πρέπει να βγούμε μπροστά με παγιωμένη στρατηγική άποψη και με μεταρρυθμιστική πρεμούρα (με κεντρώο, κεντροαριστερό, φιλελεύθερο ή φιλελέφτ πρόσημο; Όλα μαζί; Ό,τι αποφασίσουμε· γρήγορα όμως).

Θα μου πείτε: Καλά, θα κάνουμε ένα καινούργιο σχήμα για όλα τα παραπάνω και μόνο; Με τα δεδομένα της περιόδου, η απάντησή μου είναι (σχεδόν) καθαρά «ναι». Καμιά φορά, ο ορθολογικός (ωμός και κυνικός ίσως) στρατηγικός ρεαλισμός χρειάζεται για να σωθεί μια κατάσταση· το μέλλον της ΚΑ, ως ιδεολογικοπολιτικού φορέα ιδεών (μπλαμπλά) και διαρκών μεταρρυθμίσεων (μπλαμπλά, αλλά πιο ωραίο), μπορεί να περιμένει λίγο· έτσι κι αλλιώς, όλοι και όλες ξέρουμε, φαντάζομαι, ότι, αν δεν κερδηθεί η παρτίδα, μεταρρυθμίσεις (έστω και με τα χίλια ζόρια και χίλια δυο προσκόμματα) και νέα, ορμητική ΚΑ δεν θα δούμε στον αιώνα τον άπαντα.

Και θα με ρωτήσετε: Θα κάνουμε τα πάντα για να σώσουμε το ΠΑΣΟΚ ―και ό,τι αυτό έκανε τόσα και τόσα χρόνια― από την κατάρρευση; Εδώ, να σας πω την αμαρτία μου, δεν έχω άλλη απάντηση πάλι από το «ναι»· αλλά δεν θα σώσουμε, νομίζω, το ίδιο το ΠΑΣΟΚ και τα συμπαρομαρτούντα του τού παρελθόντος· θα σώσουμε, κατά την άποψή μου, το χώρο αυτόν και το μέλλον του· και ίσως την ψυχραιμία μας.

Το δοκίμασα, φεύγοντας από τη ΔΗΜΑΡ, με τη Δράση. Δεν μας (μου) βγήκε, αν κρίνω απ’ ό,τι συνέβη στο πρόσφατο συνέδριό της· δεν ξέρω και τι νόημα έχει τελικά αυτό το εγχείρημα της Δράσης, που καταλήγει σε ένα τίποτα, σε μια έντονη αδράνεια, όσον αφορά το λεγόμενο Ριζοσπαστικό Κέντρο που είχαν ευαγγελιστεί και ευχηθεί ―και πολύ σωστά― διάφορα στελέχη του χώρου (Αρίστος Δοξιάδης, Αντύπας Καρίπογλου κ.ά.)· μπορεί απλώς να την πάτησα· το σίγουρο είναι, θεωρώ, ότι πρέπει αυτός ο αναβρασμός να βγει προς τα έξω, να τον κάνουμε κάτι.

Το θέμα είναι άλλο: Προλαβαίνουμε;

Δημοσιεύτηκε αρχικά εδώ.