Pitchfork (Killers, M83), Jumping Fish x 2 (The Boy, Κυριακίλα) και Trentemøller «Lost»: Τι άκουσα σήμερα, πώς την άκουσα και πώς θα κλείσω τ’ αυτιά μου για αύριο

1. Listen: The Killers and M83: «Shot at the Night» (click)

2.

3. Ακούστε το νέο άλμπουμ του THE BOY «Meet the angels» (click)

4.

και
5. Στην αναμονή γι’ αυτό:

1229816_10201875608552782_1668741364_n

πού πάει η μουσική όταν καίγεται, μπαμπά;

[ πού πάει η μουσική όταν καίγεται, μπαμπά; η μουσική· τσαφ· οχτώ χρόνια συλλογής και περισυλλογής, μετατροπών και μετατροπών σ’ ένα άγνωστο σύμπαν· βγήκε το νέο άλμπουμ; λίκαρε; το πρόλαβες; πού θα το βρω; να περιμένω στην ουρά; σ’ αρέσει; να σ’ το κατεβάσω; οχτώ χρόνια απόλυτα ψηφιακής μουσικής· η μουσική για το πρωί, το μεσημέρι, το απόγευμα, η μουσική για το βράδυ· η μουσική για κείνο το πάρτι (που δεν πήγες), για το άλλο (που δεν σε κάλεσε), για το τρίτο (που σε παρακαλούσε να κάνεις)· η λίστα για ένα-τσιγάρο-δρόμος και για το δρόμο τον λιγότερο ταξιδεμένο· το podcast της μουσικής που ήθελες ν’ αφιερώσεις σ’ εκείνη την εκπομπή σου, η κακή ποιότητα από το YouTube, αλλά πού να τρέχεις τελευταία στιγμή ν’ αγοράζεις, να κατεβάζεις; οχτώ χρόνια απόλυτα ψηφιακής μουσικής συλλογής· οι Radiohead που πέρασαν από τα cd στα λίγα mbs των χαμηλότερης ποιότητας mp3, και τα b-sides τους (που ποτέ δεν θυμόσουν απέξω)· οι Arcade Fire που, όταν τους πρωτοάκουσες, έβαλες τα δυνατά σου να μην καπνίσεις για όσο κρατούσε το άλμπουμ· η Patti Smith που ήθελες να ξεπεράσεις και οι Smiths που δεν ξεπέρασες ποτέ· ο Elvis που στεκόταν ανήκουστος, αμόλυντος και άχραντος για χρόνια· οι λίστες που έκανες για να ξενερώσει («οι Arctic Monkeys είναι αμήχανοι», έλεγε), και οι λίστες που δεν έκανες για τον ίδιο λόγο· ο Aphex Twin, αλλά και η trash pop της ζωής σου· οι λίστες που ήθελες να μην ξενερώσει («the_night_is_still_niel_young»), και που ξενέρωνε· οι λίστες που σ’ ερωτευόταν· οι λίστες για το αυτοκίνητο, το χειμώνα και το καλοκαίρι· η άνοιξη της λίστας, κι ένας χειμώνας της Πράγας· τα mp3 του Βερολίνου, και τα soundtrack από ταινίες που δεν είχες δει, αλλά είχες φανταστεί από τη μουσική τους· οι φάκελοι με τα ωραιότερα εξώφυλλα των δίσκων κάθε χρονιάς· η κλασική μουσική που σου είχε χαρίσει ―άλλη περίπτωση εκείνη― και δεν άκουγες, γιατί το πιάνο σε ανατρίχιαζε και το τσέλο σ’ έκανε να βλαστημάς την ομορφιά· η Βίσση και ο Ρουβάς, ο Θηβαίος και οι Τερμίτες· η new wave των 80s («άκου South of No North, ρε»)· οι λίστες της ντροπής, οι λίστες του Σίντλερ και οι λίστες για να εντυπωσιάσεις (ήθελες σώνει και καλά· τα κατάφερες)· οχτώ χρόνια απόλυτα ψηφιακής μουσικής· ο φάκελος με όλες τις βερσιόν του «House of the rising sun» (οι Bon Jovi για κλάματα σ’ αυτό το κομμάτι) και με τα 100 καλύτερα των 90s· εκείνος ο φάκελος με τα ομορφότερα λαϊκά (η Καίτη Ντάλη πρώτη πρώτη) και με τα θεατρικά του Γιώργου Μαρίνου· ο Χατζιδάκις όλος, και ο Σαββόπουλος· λίγος Λοΐζος και πολύς, αν όχι όλος, Κραουνάκης· το 2010 της ντροπής και το 2000 της αγάπης· ο «dose_pono» και ο «jazz_for_a_lazy_day» (που τον άκουσες μισή φορά)· «μαλάκα, κατεβαίνει η Björk πιο σιγά κι από το δείκτη ανεργίας»· «ρε συ, βάλε στο dropbox κάτι, πώς θα περάσω το βράδυ στο ΚΤΕΛ;»· «λύσσαξες με τον Talabot, βάλε και κάτι άλλο»· «ο Jaar είναι λίγο καλύτερος από τον Fout Tet, αλλά ο Burial αντιστέκεται»· η λίστα για να ’ρθω σε βρω, ο φάκελος για τον τσάμπα κόπο· τα ρεμπέτικα με το κρίτσι κρίτσι, τα ερωτικά για το πίτσι πίτσι και ένα podcast του θυμού· εσύ, αυτός, αυτοί, αυτές, αυτά· εκείνος και εκείνος· και τα μυστήρια· «δεν μου αρέσουν οι νέοι National, είναι ό,τι τα tweets για τον Γιώργο Βέλτσο»· «να πάμε να δούμε το ντοκιμαντέρ των Efterklang στο Hub»· «κάτσε να σου στείλω ένα κομμάτι να κλαις για δώδεκα μέρες» (και λίγο περισσότερο)· «η PJ φοράει τις ωραιότερες γόβες»· η λίστα για τη μετάφραση του Everett, η λίστα για την επιμέλεια ενός γιαπωνέζικου αστυνομικού (τι ωραίοι οι Mono)· ο φάκελος «the_airport_is_just_the_beginning» με πρώτους τους Air (πόσος προβλέψιμος, θε μου) και ο φάκελος «im_gonna_find_you» δίχως One Direction· τα κατεβατά της ηλεκτρονικής, ο Βήτα και οι Στέρεο Νόβα, το ταξίδι μιας φάλαινας και το μικρό παιδί με τις πρίζες στα χέρια· η nu-disco και κάτι ανελέητα πριονίδια για τις μέρες που θα τέλειωνε το γάλα· η indie σου στην indie μου και τ’ άστρο πάνωθέ μου, αχ, να μην τέλειωνε ποτέ η ώρα ετούτη, θε μου· να μην τέλειωνε· τέλειωσε· μ’ ένα τσαφ, τέλειωσε· πάει· πού πάει η μουσική όταν καίγεται, μπαμπά; πού πάει τόση μουσική όταν τη χάνεις; πού πάνε τα 160 giga όταν εξαφανίζονται, μωρό μου; οχτώ χρόνια απόλυτα ψηφιακής μουσικής· και κάτι cd δανεικά κι αγύριστα· πες μου, πού πάει η μουσική όταν καίγεται ―

A 2012 proposed list of indie rock tunes

Battleship ― In Retrospect
Jonquil ― Run
Nite Jewel ― In The Dark
Funeral Suits ― All Those Friendly People
Summer Camp ― Losing My Mind (St.Etienne Remix)
Bear In Heaven ― The Reflection of You
Damien Jurado ― Museum Of Flight
Los Campesinos! ― Hello Sadness
Gemini Club ― By Suprise
Youth Lagoon ― Montana
The Jezebels ― Endless Summer
KO KO ― Float
Tanlines ― All of Me
Tennis ― Origins
The Maccabees ― Go
Labyrinth Ear ― Humble Bones
Of Monsters And Men ― Lakehouse
Arrange ― Sun Showers
Active Child ― Johnny Belinda (White Arrows Remix)
Last Dinosuars ― Zoom

Οι αγαπημένοι δίσκοι των… (από το “Quietus”)

Diamanda Galás Discusses Her 13 Favourite Albums

Bakers Dozen: Portishead Choose Their Favourite 13 Albums

Alan Wilder Of Recoil & Depeche Mode’s 13 Favourite LPs

Morrissey Reveals His Favourite LPs Of All Time

Bakers Dozen: Joy Division & New Order’s Stephen Morris On His Top 13 Albums

Beautiful, Beautiful Music: Beth Orton’s Favourite Albums | The Quietus

Earlier this month, Beth Orton returned with her first album in six years, Sugaring Season. The folk/electronica sound is no longer the focal point – electronics only line one track on the album – and instead, the LP is a set of perfectly formed folk songs, rendered with deft musicality, the end result of the assembled group of session aces – including Marc Ribot on guitar, Sebastian Steinberg on bass and drummer Brian Blade – that make up Orton’s band. Rather than sticking in one mode, however, Orton places a fleeting piano-led waltz (‘See Through Blue’) that barely reaches the two-minute mark in the centre of the LP, and closes proceedings with ‘Mystery’, where her finger-picked guitar and sweetly-toned vocals build on an underlying drone.

The sonic imprint of Nick Drake and John Martyn lingers in the airy vocal melodies and jazzy inflections of songs like ‘Dawn Chorus’ and ‘Poison Tree’, two artists who, after much deliberation, made it into Orton’s Baker’s Dozen. At numerous points during our conversation, Orton outlines, and re-outlines, her ethos for choosing them, explaining: “I just picked these records because I wanted to talk about records that have directly affected my writing, I suppose, and how I approach what I do.” Was it easy cutting your choices down to 13? “It’s horrible! No-one should be made to do it!”

Grinning and bearing it, Orton did make her choices, and in time for her upcoming UK tour, beginning on November 25 at The Assembly in Leamington Spa – click on her picture below to begin scrolling through the albums.

Διαβάστε τη συνέχεια…

Οι υποψήφιοι βουλευτές της ΔΗΜΑΡ στη Δράμα

Δημήτρης Αθηνάκης

 

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Ο Δημήτρης Αθηνάκης γεννήθηκε το 1981 στη Δράμα, όπου ολοκλήρωσε το Δημοτικό, το Γυμνάσιο και το Λύκειο. Σπούδασε Κοινωνική Θεολογία στην Αθήνα, Φιλοσοφία στη Θεσσαλονίκη και Φιλοσοφία της Επιστήμης στο Άμστερνταμ. Σήμερα, ζει μεταξύ Δράμας και Αθήνας και εργάζεται στον χώρο του βιβλίου ως μεταφραστής και επιμελητής εκδόσεων αλλά και ως κριτικός λογοτεχνίας, δημοσιεύοντας κείμενα στον καθημερινό και περιοδικό τύπο (ΚαθημερινήΑυγήΔιαβάζωPoetix κ.ά.). Έχει εκδώσει μία ποιητική συλλογή με τον τίτλο χωρίσεμεις.

Από τα σχολικά του χρόνια, οργανώθηκε στην ΚΝΕ, ενώ αργότερα εντάχθηκε στη Νεολαία του ΣΥΝ. Με την ίδρυση της Δημοκρατικής Αριστεράς, προσχώρησε στις τάξεις της. Είναι μέλος της Κεντρικής Επιτροπής, όπου εκλέχτηκε στο 1ο Συνέδριο του κόμματος, συμμετέχει στον Τομέα Πολιτισμού και στον Τομέα Δικαιωμάτων, ενώ έχει διατελέσει μέλος της πρώτης Γραμματείας της Νεολαίας της ΔΗΜΑΡ.

Όσα κι αν μαθαίνει από καιρού εις καιρόν επιβεβαιώνουν αδιαλείπτως την πίστη του στον άνθρωπο ως συνάνθρωπο, καθώς και την εντύπωση πως το μέλλον βρίσκεται πρώτα δίπλα μας κι ύστερα μπροστά μας. Το μόνο που μένει είναι ν’ απλώσουμε το χέρι μας ― όπως και να ’χει, πάντα κάποιος άνθρωπος θα υπάρχει.

Κατερίνα Ανδρεάδου

 

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ 

Γεννήθηκε από αγρότες γονείς στους Σιταγρούς Δράμας το 1963. Αποφοίτησε από το Λύκειο το 1981 και ξεκίνησε τις σπουδές της στην Ιταλία. Συνέχισε στη Νομική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, από όπου και αποφοίτησε. Ασκεί Δικηγορία στη Δράμα από το 1994. Είναι παντρεμένη με τον Θεολόγο Βαρούδογλου, εκπαιδευτικό, και κατοικούν στο Δοξάτο Δράμας.

Ήταν πάντοτε κομματικά ανένταχτη θεωρώντας πως ανήκει στον ευρύτερο αριστερό προοδευτικό χώρο και πως οι πολιτικές της ανησυχίες και στοχεύσεις μπορούσαν να εκφρασθούν από τον χώρο του ΠΑΣΟΚ. Μετά την ίδρυση της ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ, διαπίστωσε ότι ο πολιτικός λόγος του Φώτη Κουβέλη και της ΔΗΜΑΡ συνταιριάζουν με τις πολιτικές της θέσεις,  αποφάσισε να ενεργοποιηθεί και με την ιδιότητα του μέλους και ως υποψήφια Βουλευτής.

Σταύρος Κουρσακλής

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Γεννήθηκε στον Καλό Αγρό Δράμας στις 17/2/1979. Έχει τελειώσει το Πανεπιστήμιο Αιγαίου και συγκεκριμένα την Επιστήμη της Ανθρωπογεωγραφίας. Συνέχισε της σπουδές του στο Ε.Μ.Π., όπου τελείωσε με άριστα το μεταπτυχιακό πρόγραμμα «Χωροταξία-Πολεοδομία».

Κατοικεί στη Δράμα μαζί με τη γυναίκα του και το μικρό κοριτσάκι τους, ενώ  εργάζεται στην Καβάλα ως ιδιωτικός υπάλληλος στον χώρο της Υγείας. Παράλληλα, είχε αναπτύξει συνδικαλιστική δράση από τα φοιτητικά του χρόνια. Συγκεκριμένα, το 1999 διατέλεσε Αντιπρόεδρος των φοιτητών στη σχολή της Ανθρωπογεωγραφίας, το 2001 Πρόεδρος του επαγγελματικού σωματείου «Ένωση Γεωγράφων Ελλάδας», ενώ το 2010 συμμετείχε στις δημοτικές εκλογές με την ανεξάρτητη παράταξη «Μαζί για τη Δράμα».

Παναγιώτης Χατζηγεωργίου

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Κατάγεται από αγροτική οικογένεια. Γεννήθηκε το 1961 στα Κουδούνια Δράμας, όπου και έζησε έως τα 18 του χρόνια. Αποφοίτησε από το Γυμνάσιο Αρρένων Δράμας το 1979 και από τη Νομική Σχολή Θεσσαλονίκης το 1985. Ασκεί Δικηγορία στη Δράμα από το 1988 και έχει διατελέσει μέλος του Δ.Σ. του Δικηγορικού Συλλόγου Δράμας επί τρεις θητείες.

Ως φοιτητής, συμμετείχε ενεργά στο φοιτητικό κίνημα. Υπήρξε μέλος και στέλεχος του ΣΥΝ Δράμας και Γραμματέας της Ν.Ε. Δράμας από το 2003 έως το 2008, οπότε και  παραιτήθηκε κάνοντας πράξη τις απόψεις του για ανανέωση. Ως μέλος και εκπρόσωπος του Κοινωνικού Φόρουμ Δράμας, συμμετείχε σε όλες τις δραστηριότητες του. Ιδρυτικό μέλος της Δημοκρατικής Αριστεράς και εδώ και δύο χρόνια Γραμματέας της Ν.Ε. Δράμας.

Αρθρογραφεί τακτικά στον τοπικό τύπο για επίκαιρα θέματα νομικά, κοινωνικά, πολιτικά, τοπικού αλλά και γενικότερου ενδιαφέροντος.

Είναι παντρεμένος με την Καλλιρρόη Παππά, λογίστρια, και έχουν μία κόρη.

Αναμένεται να ανακοινωθεί άλλη μία υποψήφια.

περί βιβλίων, λιστών και άλλων δεινών [part 2]

Σ’ ένα ποστ σ’ αυτό εδώ το blog πριν από 13 μήνες (22 Σεπτεμβρίου 2007) είχα αναφερθεί σ’ ένα θέμα “περί βιβλίων, λιστών και άλλων δεινών”. Έλεγα μεταξύ άλλων:

“Περιφερόμενος στο διαδίκτυο και αναζητώντας την παγκόσμια κίνηση του βιβλίου, έπεσε το μάτι μου σε ένα άρθρο των New York Times Book Review σχετικά με τα ευπώλητα, τις λίστες και πώς δημιουργούνται αυτές. Το κεντρικό θέμα του άρθρου είχε να κάνει με μια πρωτοβουλία της εφημερίδας να καταρτίσει μία λίστα με βιβλία, έξω από τους γίγαντες των best sellers. Αυτή η λίστα, σκέφτηκαν, ότι θα περιλαμβάνει είτε βιβλία που δεν πούλησαν εξαιρετικά αλλά είναι αξιολογότατα, είτε εκδόσεις μικρών οίκων.

(Να ξεκαθαρίσω εξ αρχής βεβαίως ότι δεν πιστεύω σε καμμία περίπτωση ότι όσα βιβλία πουλούν πολλά αντίτυπα δεν είναι άξια λόγου και ανάγνωσης ή δεν αποτελούν συγκλονιστικά λογοτεχνικά αποτελέσματα. Κάποιες φορές η ποιότητα συμβαδίζει με την ποσότητα και αυτό δεν είναι τίποτε άλλο παρά ευτυχές.)

[Διευκρίνηση: η διάκριση μεταξύ μυθιστορήματος και λογοτεχνικού μυθιστορήματος έχει, για παράδειγμα, να κάνει με τη διαφορά μεταξύ ενός βιβλίου της Εύας Ομηρόλη (ή της Λένας Μαντά) και της Μαρίας Μήτσορα (ή της Ιωάννας Μπουραζοπούλου). Ακόμη ένα παράδειγμα: Σκεφτείτε τη διαφορά μεταξύ ενός μυθιστορήματος του Γιώργου Πολυράκη και ενός του Χρήστου Χωμενίδη (ή του Νίκου Παναγιωτόπουλου)]

Για να επανέλθω στις λίστες. Ο διαχωρισμός αυτός ή η σχετική αναφορά σε “διαφορετικά”, “πρωτοποριακά”, “προχωρημένα”, “εναλλακτικά” ή εν γένει εξαιρετικότατα μυθιστορήματα, βοηθά στην ανακάλυψη βιβλίων που, για κάποιους προφανείς ή όχι λόγους, παραμένουν σε μια κάποια αφάνεια. Έτσι, αφενός οι νέες αυτές λίστες παίρνονται από βιβλιοπωλεία που δεν είναι αλυσίδες αλλά από αυτά που έχουν άλλη φιλοσοφία ή ζητούν από τις αλυσίδες τις πωλήσεις χαμηλότερης κλίμακας, αφετέρου προωθούν έναν κύκλο βιβλίων που οι νόμοι του marketing έχουν καταπιεί και ήδη χωνέψει…

Οι μεγάλες αλυσίδες, ασφαλώς όχι όλες αδιακρίτως, διαμορφωμένες πλήρως μέσα στις νέες συνθήκες της παγκόσμιας αγοράς, λογικά διαφημίζουν και πουλούν μυθιστορήματα που εξ αρχής είναι προορισμένα για best sellers για λόγους μάλλον αυτονόητους. Είμαι σίγουρος πως άλλη είναι η λίστα των ευπώλητων του Fnac, άλλη της Πρωτοπορίας, άλλη του Λεμονιού (Θησείο) ή του Ναυτίλου (Χαρ. Τρικούπη).”

* * *

Μετά από όλους αυτούς τους μήνες, έρχεται το θέμα στην επιφάνεια με ένα άρθρο του κριτικού και δοκιμιογράφου κ. Νίκου Μπακουνάκη στο “Βήμα της Κυριακής” (ένθετο “Βιβλία”) – με του οποίου χαρακτηρισμούς και αναφορές διαφωνώ σε σημεία. Σταχυολογώ:

Οι λίστες ευπωλήτων τού «New York Times Book Review» έχουν διαφοροποιηθεί τον τελευταίο καιρό, προφανώς για να μην μπαίνουν στον ίδιο «στάβλο» οι αμνοί και τα ερίφια. Έτσι δημιουργήθηκαν δύο νέες κατηγορίες, η «Trade Fiction» και η «Mass Market Fiction», που σε ελεύθερη μετάφραση θα μπορούσαν να αποδοθούν ως «εμπορική μυθοπλασία» και «μαζική μυθοπλασία». Το κριτήριο που επικρατεί για αυτή τη νέα κατάταξη έρχεται από την αγορά. Δεν έχει όμως σχέση τόσο με τις πωλήσεις όσο με την κατασκευή, δηλαδή μια μυθοπλασία που φτιάχνεται ακολουθώντας κανόνες οι οποίοι υπακούουν σε ένα εκδοτικό μάρκετινγκ. Για να χρησιμοποιήσω μια λέξη της μόδας που μας έρχεται από το χρεοκοπημένο εν τέλει νεοφιλελεύθερο (δηλαδή νεοσυντηρητικό) λεξιλόγιο, έχουμε μια αυτορρύθμιση, η οποία δεν θα μπορούσε να προέλθει παρά από τη χώρα του εκδοτικού μάρκετινγκ και της εκδοτικής βιομηχανίας.

Στην Ελλάδα κάτω από τις λίστες ευπωλήτων, που τα «Βιβλία» του «Βήματος» καθιέρωσαν, κατατάσσουμε πλέον δικαίους και αδίκους, υψηλή λογοτεχνία και ερωτικά μαντζούνια. Καθώς όμως η «μυθοπλασία κομμωτηρίου», όπως θα μπορούσαμε να μεταφέρουμε στα καθ’ ημάς τον όρο «mass market fiction», μεγαλώνει και ανδρώνεται (καλύτερα: γυναικώνεται) είναι καιρός να σκεφτούμε τη διαφοροποίηση.

[…]

Τα μίντια είναι σήμερα ένας άλλος παράγοντας που επηρεάζει το εκδοτικό μάρκετινγκ. Το βιβλίο για να παρουσιαστεί πρέπει να έχει να μας πει μια ιστορία. Μια ιστορία που να είναι όμως έξω από το βιβλίο ή παρά-το-βιβλίο. Αν είναι γραμμένο από μια 29χρονη ταμία σε σουπερμάρκετ μπορεί να έχει μεγαλύτερη τύχη για να προβληθεί σε σχέση με ένα άλλο που είναι γραμμένο από έναν «κανονικό» συγγραφέα. Το περιεχόμενο του βιβλίου, η ποιότητά του δεν μετρούν. Εκείνο που μετράει είναι η δυνατότητα για ένα καλό μιντιακό πακετάρισμα.

[…]

Στην Ελλάδα μπορεί να μην έχουμε αυτούς τους μιντιακούς συγγραφείς έτσι όπως τους περιγράφει ο Λακλαβτίν. Τηρουμένων των αναλογιών έχουμε όμως και εμείς τους μαϊντανούς μας, αυτούς δηλαδή που δημιουργούν με την παρουσία τους την ψευδαίσθηση της αντιπροσωπευτικότητας στα τηλεοπτικά πάνελ όπου οι μόνιμοι πανελίστες μοιάζουν σαν ενεργούμενα ενός αυτιστικού θιάσου”.

* * *

Χαίρομαι ιδιαιτέρως που αναφύεται το θέμα αυτό και σε ένα έντυπο όπως είναι τα “Βιβλία” του “Βήματος” με τα οποία μεγάλωσαν γενιές βιβλιόφιλων, και από έναν “αυστηρό” κριτικό λογοτεχνίας, όπως είναι ο κ. Νίκος Μπακουνάκης.

Χαίρομαι και για έναν ακόμη λόγο: Γιατί παρ’ όλες περί του αντιθέτου κρίσεις κι επικρίσεις, στα blogs, γενικά στο διαδικτυακό λόγο στην Ελλάδα του φτωχού εν πολλοίς διαδικτύου, τ’ ανακλαστικά είναι γρήγορα και, πολλές φορές, right-to-the-point.

Αλλά ας μη μείνουμε μόνο σ’ αυτό. Σημαντικό είναι το γεγονός ότι εμφανίζονται στο προσκήνιο λογοτεχνικά ζητήματα που θα μας απασχολήσουν εν καιρώ.

Και το θέμα των λιστών είναι πάντοτε εδώ.
Και ίσως το ζήτημα της αναδιοργάνωσης ή κατάργησής τους!
Ένα ζήτημα σίγουρα πιο βαθύ.
Οι λίστες είναι το πρώτο επίπεδο…

2007 – Τα αγαπημένα

Μέσα σε όλον τον εκδοτικό και αναγνωστικό χαμό τού 2007, προσπάθησα να ξεχωρίσω δώδεκα βιβλία ελληνικής και δώδεκα παγκόσμιας λογοτεχνίας που απόλαυσα. Θα μπορούσα να κάνω πολύ μεγαλύτερη λίστα, αλλά νομίζω ότι έπρεπε να αυτοπεριοριστώ σε έναν αριθμό. Το δώδεκα είναι απλώς ένας αριθμός στην τύχη. Επίσης,  επισημαίνω ότι δεν είναι απαραίτητα βιβλία που εκδόθηκαν μέσα στο 2007. Άλλωστε, τι σημασία έχει πότε εκδόθηκε ένα βιβλίο’ σημασία έχει η ηδονή και η βουτιά…

Σας τα παραθέτω, λοιπόν, με αλφαβητικά σειρά σύμφωνα με το επίθετο του/της συγγραφέα (όσα σημειώνονται με αστεράκι μπορείτε να τα βρείτε εδώ):

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

1. Ακρίβος Κώστας, Πανδαιμόνιο, εκδ. Μεταίχμιο*

2. Γρηγοριάδης Θεόδωρος, Χάρτες, εκδ. Πατάκη *

3. Δάνδολος Στέφανος, Το αγόρι στην αποβάθρα, εκδ. Καστανιώτη *

4. Κατσουλάρης Κώστας, Μικρός Δακτύλιος, εκδ. Ελληνικά Γράμματα*

5. Κολλιάκου Δήμητρα, Θερμοκρασία Δωματίου, εκδ. Πατάκη *

6. Κορτώ Αύγουστος, Δαιμονιστής, εκδ. Καστανιώτη *

7. Μαμαλούκας Δημήτρης, Η χαμένη βιβλιοθήκη του Δημήτριου Μόστρα, εκδ. Καστανιώτη 

8. Μαντόγλου Αργυρώ, Bodyland – Χωρασωμάτων, εκδ. Κέδρος *

9. Ματσούκας Κωνσταντίνος, Ημερολόγια Χρήσης, εκδ. Μελάνι *

10. Μπουραζοπούλου Ιωάννα, Τι είδε η γυναίκα του Λωτ;, εκδ. Καστανιώτη *

11. Τριανταφύλλου Σώτη – Νικόλτσος Πέτρος, Λος Άντζελες, εκδ. Μελάνι

12. Χιόνης Αργύρης, Περί αγγέλων και δαιμόνων, εκδ. Γαβριηλίδης

ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

1. Άπνταϊκ Τζων, Τρομοκράτης, εκδ. Καστανιώτη (μτφ. Αύγουστος Κορτώ)

2. Γκοϊτισόλο Χουάν, Στοιχεία Ταυτότητας, εκδ. Κέδρος (μτφ. Μαρία Ρούφου)

3. Ζέγκερς Άννα, Τράνζιτο, εκδ. Άγρα (μτφ. Γιώργος Δεπάστας)

4. Καζάν Ελίας, Ο Συμβιβασμός, εκδ. Μελάνι (μτφ. Ηλίας Μαγκλίνης)

5. Κέι Τζάκι, Τρομπέτα, εκδ. Μελάνι (μτφ. Κωνσταντίνος Ματσούκας)

6. Κούνζρου Χάρι, Μετάδοση, εκδ. Πατάκη (μτφ. Γιώργος Καλαμαντής)

7. Λιόσα Μάριο-Βάργκας, Το Παλιοκόριτσο, εκδ. Καστανιώτη (μτφ. Μαργαρίτα Μπονάτσου)

8. Μουρακάμι Χαρούκι, Νορβηγικό Δάσος, εκδ. Ωκεανίδα (μτφ. Μαρία Αγγελίδου)

9. Ογκάουα Γιόκο, Ξενοδοχείο Ίρις, εκδ. Άγρα (μτφ. Παναγιώτης Ευαγγελίδης)

10. Παμούκ Ορχάν, Χιόνι, εκδ. Ωκεανίδα (μτφ. Στέλλα Βρετού)

11. Σομόθα Χοσέ-Κάρλος, Η Κλάρα στο μισοσκόταδο, εκδ. Πατάκη (μτφ. Χριστίνα Θεοδωροπούλου)

12. Φορντ Τζάσπερ, Η υπόθεση Τζέην Έυρ, εκδ. Πόλις (μτφ. Αγγελική Παπαδοπούλου)

Και καλή μας χρονιά…

περί ΒΙΒΛΙΩΝ, ΛΙΣΤΩΝ και άλλων ΔΕΙΝΩΝ! (και μια πρόταση)

Περιφερόμενος στο διαδίκτυο και αναζητώντας την παγκόσμια κίνηση του βιβλίου, έπεσε το μάτι μου σε ένα άρθρο των New York Times Book Review σχετικά με τα ευπώλητα, τις λίστες και πώς δημιουργούνται αυτές. Το κεντρικό θέμα του άρθρου είχε να κάνει με μια πρωτοβουλία της εφημερίδας να καταρτίσει μία λίστα με βιβλία, έξω από τους γίγαντες των best sellers. Αυτή η λίστα, σκέφτηκαν, ότι θα περιλαμβάνει είτε βιβλία που δεν πούλησαν εξαιρετικά αλλά είναι αξιολογότατα, είτε εκδόσεις μικρών οίκων.

(Να ξεκαθαρίσω εξ αρχής βεβαίως ότι δεν πιστεύω σε καμμία περίπτωση ότι όσα βιβλία πουλούν πολλά αντίτυπα δεν είναι άξια λόγου και ανάγνωσης ή δεν αποτελούν συγκλονιστικά λογοτεχνικά αποτελέσματα. Κάποιες φορές η ποιότητα συμβαδίζει με την ποσότητα και αυτό δεν είναι τίποτε άλλο παρά ευτυχές.)

Αμέσως το μυαλό μου πήγε σε βιβλιοπωλεία του Λονδίνου και του Άμστερνταμ (που τα γνωρίζω από πρώτο χέρι) και θυμήθηκα ότι οι προθήκες τους χωρίζονται, κατά κανόνα, σε μυθιστορήματα, λογοτεχνικά μυθιστορήματα κλπ. Το ίδιο περίπου συμβαίνει και στον “Ελευθερουδάκη” όπου είναι δομημένος όπως τα βιβλιοπωλεία των πόλεων που ανέφερα προηγούμενα.

[Διευκρίνηση: η διάκριση μεταξύ μυθιστορήματος και λογοτεχνικού μυθιστορήματος έχει, για παράδειγμα, να κάνει με τη διαφορά μεταξύ ενός βιβλίου της Εύας Ομηρόλη (ή της Λένας Μαντά) και της Μαρίας Μήτσορα (ή της Ιωάννας Μπουραζοπούλου). Ακόμα ένα παράδειγμα: Σκεφτείτε τη διαφορά μεταξύ ενός μυθιστορήματος του Γιώργου Πολυράκη και ενός του Χρήστου Χωμενίδη (ή του Νίκου Παναγιωτόπουλου)]

Για να επανέλθω στις λίστες. Ο διαχωρισμός αυτός ή η σχετική αναφορά σε “διαφορετικά”, “πρωτοποριακά”, “προχωρημένα”, “εναλλακτικά” ή εν γένει εξαιρετικότατα μυθιστορήματα, βοηθά στην ανακάλυψη βιβλίων που, για κάποιους προφανείς ή όχι λόγους, παραμένουν σε μια κάποια αφάνεια. Έτσι, αφενός οι νέες αυτές λίστες παίρνονται από βιβλιοπωλεία που δεν είναι αλυσίδες αλλά από αυτά που έχουν άλλη φιλοσοφία ή ζητούν από τις αλυσίδες τις πωλήσεις χαμηλότερης κλίμακας, αφετέρου προωθούν έναν κύκλο βιβλίων που οι νόμοι του marketing έχουν καταπιεί και ήδη χωνέψει…

Οι μεγάλες αλυσίδες, ασφαλώς όχι όλες αδιακρίτως, διαμορφωμένες πλήρως μέσα στις νέες συνθήκες της παγκόσμιας αγοράς, λογικά διαφημίζουν και πουλούν μυθιστορήματα που εξ αρχής είναι προορισμένα για best sellers για λόγους μάλλον αυτονόητους. Είμαι σίγουρος πως άλλη είναι η λίστα των ευπώλητων του Fnac, άλλη της Πρωτοπορίας, άλλη του Λεμονιού (Θησείο) ή του Ναυτίλου (Χαρ. Τρικούπη).

Σημαντικό ρόλο παίζουν εδώ και οι εφημερίδες ή τα λογοτεχνικά περιοδικά, δεδομένης της επιρροής τους στην κοινή γνώμη. Όταν ζητούν τέτοιες λίστες σχεδόν αποκλειστικά από μεγάλα βιβλιοπωλεία, επόμενο είναι να αποτελούνται οι λίστες αυτές από συγκεκριμένα μυθιστορήματα. Αυτό βεβαίως και ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, κανείς δεν το αμφισβητεί. Κανείς δεν αμφιβάλλει ότι αυτά τα βιβλία είναι όντως ευπώλητα. Αλλού είναι το ζήτημα, προφανώς.

Εάν, λοιπόν, καταρτιζόταν μια λίστα είτε από μικρά βιβλιοπωλεία είτε απλώς από διαφορετικού είδους μυθιστορήματα με ευθύνη των δημοσιογράφων και των κριτικών, τότε οι αναγνώστες θα είχαμε ευρύτερη πρόσβαση σε λογοτεχνικά κείμενα. Φυσικά, μέσα στην τρέλλα της ημέρας, δύσκολα ο σημερινός άνθρωπος περνά ώρες στα βιβλιοπωλεία αναζητώντας ως ποντικός. Οι περισσότεροι πηγαίνουμε με έτοιμες λίστες. ‘Οπως ακριβώς πηγαίνουμε με έτοιμα ψηφοδέλτια στις εκλογές!

Συνεπώς, εγώ έχω να προτείνω στις εφημερίδες και τα λογοτεχικά περιοδικά να ακολουθήσουν αυτό το παράδειγμα των αμερικανών συναδέλφων τους και να ξεκινήσουν μια προσπάθεια να βγουν στην επιφάνεια κείμενα που δυστυχώς δεν έτυχαν της προώθησης της αγοράς και που αποτελούν, φυσικά, αναγνώσματα που είναι σημαντικό να γνωρίσει κανείς τον κόσμο τους.

Και ένα τελευταίο ζήτημα. Θα αναρωτιόταν πολύ λογικά κανείς ποια είναι τα κριτήρια για να χαρακτηρίσουμε ένα μυθιστόρημα λογοτεχνικό ή τέλος πάντων σημαντικό, πρωτοποριακό κλπ. Εδώ θα πω μόνο, γιατί είναι πολύ μεγάλη αυτή η κουβέντα, πως είναι διαφορετική η γραμμική αφήγηση, για παράδειγμα, της καθημερινότητας από την ίδια αφήγηση της καθημερινότητας που, εντούτοις, διαθέτει εκείνα τα στοιχεία που κάνουν το νου τα τρέχει ένα βήμα μπροστά από αυτήν.

Καιρός δείξεται…

σύγχρονες ελληνίδες συγγραφείς [εισαγωγικές σκέψεις]

Σύγχρονες ελληνίδες συγγραφείς

«Γυναικεία», «έμφυλη» και «ροζ» λογοτεχνία – εισαγωγικές σκέψεις

Αντί εισαγωγής

Εκ των προτέρων αναφέρω μόνο ότι το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί απλώς ένα πλαίσιο εισαγωγικών σκέψεων, χωρίς περαιτέρω εμβαθύνσεις και αναλύσεις.

Η ιδέα γι’ αυτή τη δημοσίευση γεννήθηκε όταν, συνειδητοποιώντας τη σύγχρονη παραγωγή στον χώρο της πεζογραφίας εκ μέρους των γυναικών, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι μετά τα ονειρεμένα βιβλία της Μέλπως Αξιώτη υπάρχει εν πολλοίς ένα χάος απύθμενο στο πεδίο της δυναμικής και υψηλής λογοτεχνικής γραφής βιβλίων από γυναίκες, με εξαίρεση, κυρίως, την παρουσία της Μάρως Δούκα, της Ζυράννας Ζατέλη και της Ρέας Γαλανάκη, και σε άλλον βαθμό τής Μαργαρίτας Καραπάνου ή της Ευγενίας Φακίνου.

Το κενό ωστόσο έρχεται να καλύψει μια άτυπη ομάδα γυναικών που προκαλεί, προτείνει, παρεμβαίνει και παλεύει, όχι πάντα με τα προσδοκώμενα αποτελέσματα, ν’ αλλάξει εκ θεμελίων το λογοτεχνικό τοπίο της χώρας μας. Είναι αυτή η «κάστα» ελληνίδων συγγραφέων που γράφει, διαβάζει, κονιορτοποιεί και ξαναχτίζει την παραγωγή εξαιρετικών έργων από γυναίκες προς όλους. Άρα, καταργείται το φύλο προέλευσης του/της συγγραφέα, όχι γιατί δεν έχει σημασία, αλλά γιατί δεν επιβάλλεται στο σύμπαν της αφήγησής του.

Βέβαια, ο πολυσυζητημένος όρος «έμφυλη λογοτεχνία», για να το πούμε έτσι, δεν είναι εξ αρχής αρνητικός. Όταν χρησιμοποιείται, ωστόσο, κατά τον τρόπο που βλέπουμε κάθε τόσο στην ελληνική λογοτεχνία, τότε ίσως θα πρέπει να κοιτάξουμε και λίγο το κοινωνιολογικό υπόβαθρο ή το ευρύτερο πλαίσιο όλων αυτών των φαινομένων. Όσο για τη λεγόμενη «γυναικεία λογοτεχνία», μάλλον μιλούμε περί αφηγηματικής τεχνικής, παρά περί τέχνης καθαυτήν.

Οι συγγραφείς

Έχει γίνει πολύ μεγάλη κουβέντα σχετικά με τη λογοτεχνική παραγωγή εκ μέρους των γυναικών. Αν ρίξει κανείς έστω και μια μικρή ματιά στις λίστες με τα ευπώλητα βιβλία, θα αντιληφθεί αυτόχρημα τι βιβλία διαβάζουν οι περισσότεροι Έλληνες και οι Ελληνίδες. Αν βέβαια λάβουμε υπ’ όψιν μας την απόλυτη κυριαρχία της τηλεόρασης, με τα μεσημεριανά, τις σαχλές τηλεοπτικές σειρές και τα ριάλιτι σόου, δεν θα μας φανεί και τόσο απρόσμενο το γεγονός των αναγνωστικών προτιμήσεων των συμπατριωτών μας.

Έτσι λοιπόν, τα βιβλία που κυριαρχούν σήμερα στην αγορά αποτελούν απότοκα μιας παρωχημένης, αν όχι υπερβολικά κιτς, τηλεόρασης. Μ’ αυτό κατά νου, κάποιοι εκδότες, καθώς και πολλές συγγραφείς, έχουν καταφέρει να κατακλύσουν την αγορά για την οποία κάνουμε λόγο.

Θα αποπειραθώ να κατηγοριοποιήσω κάποιες, όλες θα ήταν αδύνατον εν προκειμένω, σημαντικές νεοελληνίδες συγγραφείς, περί ων βέβαια ο λόγος, σε τέσσερις ενδεικτικές κατηγορίες (σε παρένθεση τίθενται τα τελευταία βιβλία της καθεμιάς συγγραφέως):

1) Οι Μοντέρνες: Εδώ εντάσσονται αναμφισβήτητα η Σώτη Τριανταφύλλου («Ο χρόνος πάλι», εκδ. Πατάκη), η Μαρία Μήτσορα («Με λένε λέξη», εκδ. Πατάκη), η Μαριάννα Κορομηλά («Η Μαρία των Μογγόλων», εκδ. Πατάκη), η Ασημένια Σαράφη («Φεγγαράδα στο δέρμα», εκδ. Πατάκη) και η Βασιλική Ηλιοπούλου («Σμιθ», εκδ. Πόλις) έχοντας δώσει σημαντικά γραπτά κείμενα με τεράστιο βεληνεκές και άλλο τόσο μεγάλο βάθος.

2) Οι Μεταμοντέρνες: Ο κατάλογος είναι κατά τι μακρύτερος αλλά εκ των ων ουκ άνευ πολιτογραφούνται η Ιωάννα Μπουραζοπούλου («Τι είδε η γυναίκα του Λωτ;», εκδ. Καστανιώτη – Athens Prize for Literature 2007), η Αργυρώ Μαντόγλου («Όλα στο μηδέν», εκδ. Ελληνικά Γράμματα), η Άντζελα Δημητρακάκη («Μέσα σ’ ένα κορίτσι σαν κι εσένα», εκδ. Εστία), η Δήμητρα Κολλιάκου («Θερμοκρασία δωματίου», εκδ. Πατάκη – Athens Prize for Literature 2006, η «Η ασθένεια των βουνών», εκδ. Πατάκη), η Κατερίνα Χρυσανθοπούλου («Το κινέζικο δωμάτιο», εκδ. Τόπος) και η Ελένη Γιαννακάκη («Τα χερουβείμ στη μοκέτα», εκδ. Εστία). Πανέμορφος σωρός από κείμενα και αφηγήσεις που ο αναγνώστης έρχεται αντιμέτωπος σε μια πρόκληση που τον βρίσκει προ τετελεσμένου και που αποφασίζει να βουτήξει με μιαν ανάσα στο σύμπαν τους.

3) Οι Σύγχρονες: Εδώ εντάσσονται ανυπερθέτως η Μαρία Κουγιουμτζή («Άγριο βελούδο», εκδ. Καστανιώτη), η Λένα Διβάνη («Τι θα γίνω άμα δεν μεγαλώσω», εκδ. Καστανιώτη), η Έρση Σωτηροπούλου («Ζιγκ-ζαγκ στις νεραντζιές», εκδ. Κέδρος), η Λίλυ Εξαρχοπούλου («Μια αγάπη σαν Κέρκυρα», εκδ. Κέδρος), η Μαρία Γαβαλά («Τα κορίτσια της πλατείας», εκδ. Πόλις), η Εύη Λαμπροπούλου («Όλα τα μήλα – lust story», εκδ. Κέδρος), η Εύα Στάμου («Μεσημβρινές συνευρέσεις», εκδ. Μελάνι), η Έλενα Μαρούτσου («Μεταξύ συρμού και αποβάθρας», εκδ. Καστανιώτη – Athens Prize for Literature 2008) και η Σοφία Νικολαΐδου («Ο μωβ μαέστρος», εκδ. Κέδρος). Γεμάτες φωνές αστείρευτης εκφραστικής ατμόσφαιρας, με στοιχεία αυτοαναφορικότητας που δεν προσβάλλουν και δεν υποτιμούν τη νοημοσύνη του αναγνώστη.

4) Οι Καινούργιες και Υποσχόμενες: Ενδιαφέροντα δείγματα γραφής έχουν δώσει οι πρωτοεμφανιζόμενες Σταυρούλα Σκαλίδη («Προδοσία και εγκατάλειψη», εκδ. Πόλις), Μαρία Μαρκουλή («Ντράιβ Ιν», εκδ. Κέδρος), Λένα Κιτσοπούλου («Μ.Α.Ι.Ρ.Ο.Υ.Λ.Α.», εκδ. Κέδρος), Μαρία Σούμπερτ («Η Ρόζα στη μέση», εκδ. Μελάνι), Ντορίνα Παπαλιού («Γκάτερ», εκδ. Κέδρος), Κάλλια Παπαδάκη («Ο ήχος του ακάλυπτου», εκδ. Πόλις), Στυλιάνα Γκαλινίκη («Όλα πάνε ρολόι [ή σχεδόν]», εκδ. Μελάνι) και Μαρία Φακίνου («Το καπρίτσιο της κυρίας Ν.», εκδ. Καστανιώτη), με μια γραφή που υπερπηδά τον μέσο όρο της σύγχρονης παραγωγής εκ μέρους των γυναικών και προχωρά πέρα απ’ την πασίγνωστη γκρίνια (με ή χωρίς εισαγωγικά) που χαρακτηρίζει διάφορες συναδέλφους τους.

Και τελικά τι;

Το ζήτημα της σύγχρονης γυναικείας λογοτεχνικής παραγωγής… καίει τους αναγνώστες που αναζητούν νέα γραφή, χωρίς προκαταλήψεις, χωρίς προαπαιτούμενα και κυρίως χωρίς χιλιοειπωμένα κλισέ (κάτι που δεν αποφεύγεται πάντοτε, για να ’μαστε και ακριβοδίκαιοι) που απλώς αναπαράγουν τη θέσμιση μιας ερωτικής, αναδρομικής ή έναντι, καρικατούρας.

Όταν η αυτοκαταστροφικότητα (από πλευράς προϋποθέσεων που γίνονται σαφείς) κάποιων –εξαιρετικών κατά τα άλλα– εκδοτών (που μοιραία οδηγεί στην αλλαγή προσανατολισμού της νεοελληνικής λογοτεχνικής παράδοσης) τοποθετεί τα ρέστα της γυναικείας παραγωγής μεταξύ αρώματος και σουτιέν, ανάμεσα στο τάδε κραγιόν και τη δείνα μάσκαρα, οι ως άνω γυναίκες συγγραφείς αλλάζουν τον ρου της εγχώριας λογοτεχνικής παράδοσης, μεταφράζουν, αναλύουν, σπουδάζουν και επαναστατούν έναντι, ενδεικτικά και μόνο, της αντιμετώπισης της λογοτεχνίας με τον τρόπο της ερώτησης υπέροχης κορασίδος στο βιβλιοπωλείο της «Πρωτοπορίας»: «Έχετε κάτι σε ευχάριστο;» με τον τόνο αναζήτησης στο Hondos Center του τύπου: «Υπάρχει αυτό το μπλουζάκι σε πράσινο;»

Βέβαια, τα πράγματα ίσως και να μην είναι τόσο απλά για το υπό πραγμάτευση θέμα. Ο φαύλος κύκλος που έχει ανοίξει δεν μοιάζει να διαγράφεται στο εγγύς μέλλον. Κοντολογίς, όσο η αγοραστική δύναμη στον χώρο του βιβλίου θα καθορίζεται, τύποις ή κρυφίως, από αναγνώστες που αναζητούν στην ανάγνωση τη συνέχεια της τηλεόρασης, τόσο περισσότερο θα προμηθεύεται η αγορά με έργα τής μιας χρήσης, αλλά και τόσο θα δημιουργείται η ανάγκη για περισσότερη αντίστοιχη παραγωγή. Χαρακτηριστικό, δε, είναι και το παράδειγμα, ας πούμε, ανδρών συγγραφέων, όπως ο Άρης Μαραγκόπουλος, ο Βασίλης Αλεξάκης, ο Δημήτρης Μπουραντάς ή ο Άρης Σφακιανάκης, που προσπάθησαν να διεμβολίσουν το γυναικείο κοινό, αποπειρώμενοι ν’ αναπαραγάγουν αντίστοιχα κείμενα με έντονο, εν προκειμένω, το ερωτικό στοιχείο.

Και αναρωτιέμαι, με προβοκατόρικη διάθεση, γιατί ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης («Δεύτερη γέννα», εκδ. Πατάκη) χρειάζεται μόλις ενενήντα σελίδες για να περιγράψει τον ψυχισμό μιας γυναίκας καθ’ ολοκληρίαν, ενώ διάφορες κυρίες αναλώνονται σε χιλιάδες σελίδες για να μην πουν στο τέλος απολύτως τίποτα, παρά μόνο δημιουργούν χαρακτήρες ανέξοδους και πληκτικούς.

Τελικά, την ίδια στιγμή που αλλού παράγονται και συζητιόνται βιβλία γυναικών του βεληνεκούς της Μάργκαρετ Άτγουντ, της Έλσα Μοράντε, της Άννα Ζέγκερς και της εξαιρετικής Γιόκο Ουγκάουα ή ακόμη και της Άννυ Πρου, της Τζόις Κάρολ Όουτς, της Α.Λ. Κέννεντυ, της Τζάκι Κέι, της Άλι Σμιθ ή της Ελφρίντε Γιέλινεκ σε άλλο βαθμό –και πάλι οι αναφορές είναι αποκλειστικά ενδεικτικές–, εδώ επιμένουμε να διαβάζουμε ανιαρά μυθιστορήματα γι’ αλυσίδες γενεών από γυναίκες, με μιαν οικογενειακή σάγκα αναδημιουργούμενη απ’ τις στάχτες της και μ’ έναν ιστορικό αντικατοπτρισμό ν’ ανασυνθέτει τις αλύτρωτες πατρίδες (κυρίως αυτές!), δημιουργώντας έτσι έναν ιδιότυπο μετα-μεταμοντέρνο φεμινισμό που προτάσσει την επιστροφή των γυναικών στον μουσακά∙ ή έστω στο αιώνιο κομμωτήριο…