Ο θάνατος μωρό | Anne Sexton


1. Όνειρα

Ήμουν ένα παιδί του πάγου.

Έγινα γαλάζιο του ουρανού.

Τα δάκρυά μου έγιναν δυο γυάλινες χάντρες.

Το στόμα μου έγινε άκαμπτο σ’ ένα βουβό ουρλιαχτό.

Λένε ότι ήταν όνειρο

όμως εγώ θυμάμαι αυτήν τη σκλήρυνση.

Η αδερφή μου στα έξι της

είδε σε όνειρο νυχτερινό το θάνατό μου:

«Το μωρό έγινε πάγος.

Κάποιος την έβαλε στο ψυγείο

κι έγινε τόσο σκληρή όσο ένα παγωτό ξυλάκι».

Θυμάμαι την απαίσια μυρωδιά του λουκάνικου από συκώτι.

Πώς κάθισα πάνω σε μια πιατέλα και ξάπλωσα

ανάμεσα στη μαγιονέζα και το μπέικον.

Η τάξη του ψυγείου

είχε διασαλευτεί.

Το μπουκάλι με το γάλα σφύριζε σαν φίδι.

Οι ντομάτες ξέρναγαν τα σωθικά τους.

Το χαβιάρι έγινε λάβα.

Τα τυριά φιλιόντουσαν σαν του έρωτα θεοί.

Κινιόμουν σαν αστακός,

ολοένα και πιο αργά και πιο νωχελικά.

Ο αέρας ήταν ψιλός.

Ο αέρας δεν μου έκανε.

*

Ήμουν στο πάρτι των σκύλων.

Ήμουν το κόκαλό τους.

Είχα πέσει αναίσθητη στο σπιτάκι τους

σαν φρέσκια γαλοπούλα.

Αυτό ήταν τ’ όνειρο της αδερφής μου

όμως εγώ θυμάμαι αυτή τη διαίρεση στα τέσσερα∙

θυμάμαι τη μυρωδιά του κρεβατιού του πόνου

του πατώματος που ’ταν γεμάτο πριονίδια, τα ροζ μάτια,

τις ροζ γλώσσες και τα δόντια, εκείνα τα νύχια.

Μ’ έσυραν σαν τον Μωυσή

και μ’ έκρυψαν απ’ τα πόδια

δέκα μπουλ-τερριέ απ’ τη Βοστόνη,

δέκα άγριων ταύρων

που αναπηδούσαν σαν τεράστιες κατσαρίδες.

Στην αρχή είχα τριφτεί,

σκληρή σαν γυαλόχαρτο.

Έγινα πολύ καθαρή.

Μετά το χέρι μου έλειπε.

Κοβόμουν σε κομμάτια.

Μ’ αγαπούσαν μέχρι

να πεθάνω.

2. Η κούκλα Dy-dee[i]

Η κούκλα μου Dy-dee

πέθανε δυο φορές.

Μια, όταν τράβηξα απότομα

το κεφάλι της

και τ’ άφησα να επιπλέει στην τουαλέτα

και μια, κάτω απ’ τη λάμπα ηλιοθεραπείας

προσπαθώντας να ζεσταθεί

έλιωσε.

Ήταν απελπιστική,

με το πρόσωπό της ν’ αγκαλιάζει

τα μικρά κυρτά χεράκια της.

Πέθανε μέσα σ’ όλη τη λαστιχένια της στωικότητα.

3. Εφτά φορές

Πέθανα εφτά φορές

μ’ εφτά τρόπους

αφήνοντας στο θάνατο να μου δώσει σημάδι,

αφήνοντας στο θάνατο ν’ αφήσει το σημάδι του στο μέτωπό μου,

σταυρωμένο, σταυρωμένο.

Κι ο θάνατος έβγαλε ρίζες σ’ αυτόν τον ύπνο.

Σε κείνο τον ύπνο κρατούσα ένα μωρό του πάγου

και το νανούριζα

και με νανούριζε.

Ω, Μαντόνα μου, κράτα με.

Είμαι μια μικρούλα χούφτα.

4. Μαντόνα

Η μητέρα μου πέθανε

χωρίς νανούρισμα, χωρίς να τη νανουρίσουν.

Βδομάδες στο νεκροκρέβατό της

κοιτάζοντας τον εαυτό της να τραντάζεται πάνω στις μεταλλικές ράβδους,

σαν ένα ψάρι που σπαρταρά στ’ αγκίστρι

κι εμένα χαμηλά όπως με κοίταγε από ψηλά,

αφήνοντας την ιέρεια να χορεύει μόνη,

θέλοντας να κλείσει το κεφάλι μου στην αγκαλιά της

ή ακόμη και να την πάρω στα χέρια μου κάπως

και να χαϊδέψω τα μπλεγμένα γκρίζα της μαλλιά.

Ωστόσο το κουνιστό της αλογάκι ήταν πόνος

μ’ εμετό ν’ αχνίζει απ’ το στόμα της.

Η κοιλιά της ήταν φουσκωμένη μ’ ένα ακόμη μωρό,

μωρό του καρκίνου, μεγάλο σαν μπάλα ποδοσφαίρου.

Ο πόνος μου αθεράπευτος.

Με κάθε εξόγκωμα και κάθε ράγισμα

η Μαντόνα όλο και λιγόστευε

μέχρι που αυτές οι παράξενες ωδίνες την πήραν.

Τότε το δωμάτιο χρεοκόπησε.

Αυτό ήταν η αποπληρωμή της.

5. Μαξ

Η Μαξ κι εγώ

δυο αδερφές έξαλλες,

δυο συγγραφείς έξαλλες,

δυο καταπονημένες,

κάναμε μια συμφωνία.

Να νικήσουμε το θάνατο μ’ ένα ξυλαράκι.

Να του επιβληθούμε.

Να χτίσουμε το θάνατό μας σαν ξυλουργοί.

Όταν έσπασε την πλάτη της,

κάθε βράδυ χτίζαμε τον ύπνο της.

Μιλώντας ακατάπαυστα στο τηλέφωνο

μέχρι που τα μάτια πέφταν σαν σκιές.

Και συμφωνήσαμε σ’ αυτά τα σιωπηλά μακρά τηλεφωνήματα

ότι όταν θα ’ρθει η στιγμή

θα μιλάμε ορθά-κοφτά,

θα εκσφενδονίζουμε λέξεις κατευθείαν απ’ το ένδον μας,

θα το πάρουμε όπως έρχεται.

Ναι,

όταν ο θάνατος έρθει με την κουκούλα του

δεν θα ’μαστε ευγενικές.

6. Μωρό

Θάνατε,

ξαπλώνεις στην αγκαλιά μου σαν χερουβείμ,

τόσο βαρύς όσο η ζύμη του ψωμιού.

Τα πάλλευκα φτερά σου είναι τόσο ακίνητα όσο το πλαστικό.

Τα μαλλιά τόσο απαλά όσο η μουσική.

Τα μαλλιά στο ηχόχρωμα της άρπας.

Και μάτια φτιαγμένα από γυαλί,

τόσο εύθραυστα όσο ο κρύσταλλος.

Κάθε φορά που σε νανουρίζω

νομίζω ότι θα σπάσεις.

Νανουρίζω. Νανουρίζω.

Μάτι γυαλί, μάτι πάγος,

αρχέγονο μάτι,

μάτι λάβα,

μάτι καρφί,

μάτι που σπάει,

πώς με καρφώνεις με τα μάτια σου!

Σαν το βλέμμα των μικρών παιδιών

ξέρεις τα πάντα για μένα.

Έχεις φορέσει τα εσώρουχά μου.

Έχεις διαβάσει την εφημερίδα μου.

Έχεις δει τον πατέρα μου να με χτυπά με καμτσίκι.

Μ’ έχεις δει να σπάω το καμτσίκι του πατέρα μου.

Νανουρίζω. Νανουρίζω.

Βυθιζόμαστε μπρος και πίσω

ο ένας μες στον άλλον.

Είμαστε πέτρα.

Είμαστε καμπυλωτοί, μια πιετά

που λικνίζεται, που λικνίζεται.

Έξω, ο κόσμος είναι ένας ψυχρός στρατός.

Έξω, η θάλασσα έχει γονατίσει.

Έξω, το Πακιστάν έχει γίνει μια χαψιά.

Νανουρίζω. Νανουρίζω.

Είσαι το πέτρινο παιδί μου

με μάτια μαρμαρωμένα.

Υπάρχει ένας θάνατος μωρό

για κάθε έναν από μας.

Μας ανήκει.

Η μυρωδιά του είναι η μυρωδιά μας.

Προσοχή. Προσοχή.

Υπάρχει μια τρυφερότητα.

Υπάρχει μια αγάπη

γι’ αυτόν τον βουβό ταξιδιώτη

που περιμένει στα ροζουλί του σκεπάσματα.

Κάποια μέρα,

βαριά απ’ τον καρκίνο και τον όλεθρο

θα κοιτάξω προς τη Μαξ

και θα πω: Ήρθε η ώρα.

Δώσ’ μου τον θάνατο μωρό

και τότε θα πληρωθεί

το έσχατο νανούρισμα.

[Μτφρ. Δημήτρης Αθηνάκης – Ευτυχία Παναγιώτου | Δημοσιεύτηκε στο 2ο τεύχος της Ποιητικής, Φθινόπωρο-Χειμώνας 2008.]


[i] Περιώνυμες κούκλες των ΗΠΑ, που έμοιαζαν πολύ με αληθινά μωρά. Εδώ η Σέξτον κάνει λογοπαίγνιο με το Dy και το die [πεθαίνω]. (Σ.τ.Μ.)

Advertisements

Anne Sexton – Ερωτικά ποιήματα (Love Poems)

Κατηγορία: Παγκόσμια Ποίηση
ISBN: 978-960-6781-70-4
Ημερ. Έκδοσης: 18/02/2010
Μετάφραση: Ευτυχία Παναγιώτου
Σελίδες: 112
Εισαγωγή-Επίμετρο: Ευτυχία Παναγιώτου

Η Ανν Σέξτον αποτελεί ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά παραδείγματα ποιητών που έγραφαν για να ζήσουν. Όταν έγραφε τα  Ερωτικά ποιήματα (1969) εμπνεόταν από το θάρρος μα και τη λάμψη της γυναίκας εκείνης που είχε γνωρίσει το θερμό χάδι της κοινωνικής αποδοχής: το βραβείο Πούλιτζερ. Παράλληλα ταλανιζόταν από τις φαντασιώσεις και την ερωτική επιθυμία της γυναίκας που παρέμενε ανέγγιχτη από τον ίδιο της τον άντρα. Στα ποιήματα αυτά πλάθει μια πολυδύναμη γυναικεία περσόνα που μοιάζει σχεδόν αδύνατον ν’ αποτελεί ένα και μόνο πρόσωπο. Με τη φωνή της, άλλοτε σπαρακτική κι οργισμένη, άλλοτε λυρική κι ονειρική, άλλοτε επηρεασμένη από το  κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο κι άλλοτε περιχαρακωμένη στο μικρόκοσμό της, καλύπτει ένα μεγάλο φάσμα της ερωτικής εμπειρίας σε περιόδους όπου οι κοινωνικές συνθήκες, ο ρόλος της γυναίκας και ειδικά ο πόλεμος καθιστούσαν τις  ανθρώπινες σχέσεις ιδιαίτερα δύσκολες, δίνοντας όμως άπλετο χώρο στη μνήμη να τις ανασκευάσει και στη φαντασία την ελευθερία να τις αναπλάσει. Η συλλογή περιλαμβάνει τόσο λυρικά ποιήματα, αντικατοπτρισμούς της νοσταλγίας τής ερωτικής αγάπης, που τις πιο πολλές φορές έχει ήδη χαθεί, όσο και πιο τολμηρά, που μοιάζουν με μανιφέστα σεξουαλικής  απελευθέρωσης, υπέρ του έρωτα έξω από τις συμβάσεις του γάμου.

Στο πλαίσιο της αντίληψης για τον έρωτα εντάσσεται και ένα παθιασμένο αντιπολεμικό αίσθημα, ένας αδιαπραγμάτευτος πόθος για την ειρήνη που, σαν την αποστερηθούν οι άνθρωποι, αποκτηνώνονται.

Η γυναίκα στα ερωτικά ποιήματα της Ανν Σέξτον μοιάζει με μια νέγρα του Βορρά που παλεύει για την ισότητα, την ελευθερία και την αδελφότητα και που σαν μαύρο πρόβατο ξεγλιστρά από την αγέλη. Για να βρει μαζί και τον έρωτα, που είναι δυσεύρετος, για να βρει την αληθινή αφή που είναι δύσκολο όπλο. Γράφοντας ποιήματα σωματικά, διαποτισμένα από την έξαψη και την έξαρση της ερωτικής επιθυμίας και, το πιο σπουδαίο, πλήρως απαλλαγμένα από ιδεολογήματα.

Εφόσον από νωρίς το κατάλαβε: μ’ ένα άγγιγμα ξεκινά η ζωή και μ’ ένα άγγιγμα τελειώνει. Με κάποιον τρόπο όμως κάπως συνεχίζεται.

Η ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

Η Ανν Γκρέι Χάρβεϊ, γνωστή ως Ανν Σέξτον, γεννήθηκε στις 9 Νοεμβρίου 1928 στο Νιούτον της Μασσαχουσέττης. Η σχέση  της με την ποίηση αρχίζει σε ηλικία περίπου 17 ετών, όταν δημοσιεύει ορισμένα από τα πρωτόλειά της στο ετήσιο σχολικό λεύκωμα. Η Ανν συνεχίζει τις σπουδές της στο Garland School της Βοστόνης, όπου γνωρίζει τον Άλφρεντ Μούλερ Σέξτον ΙΙ  (ψευδώνυμο: Κάγιο), με τον οποίο τελικά παντρεύεται και αποκτά δύο κόρες.

Εξαιτίας των οικονομικών τους προβλημάτων επιστρέφουν στη Μασσαχουσέττη, ο Κάγιο κατατάσσεται στο Ναυτικό και οδηγείται στην Κορέα, ενώ η Ανν εκμεταλλεύεται την εντυπωσιακή εμφάνισή της και παρακολουθεί μαθήματα για μοντέλα στο Hart Agency, εργαζόμενη μάλιστα ως μοντέλο για κάποιο διάστημα. Το 1954, έγκυος στη δεύτερη κόρη της, εμφανίζει έντονα συμπτώματα κατάθλιψης. Πρόκειται για το ξεκίνημα μιας ολέθριας σχέσης της ποιήτριας με το θάνατο, την απελπισία, αλλά και την ποιητική της τέχνη, την οποία αρχικά προσεγγίζει ως θεραπευτική μέθοδο, μετά την παρότρυνση του ψυχιάτρου της δρ Μάρτιν Ορν. Ανάμεσα σε απόπειρες αυτοκτονίας, ψυχωσικά επεισόδια και εγκλεισμούς σε ιδρύματα νοσηλείας, η Ανν Σέξτον εκδίδει το 1959 την πρώτη της ποιητική συλλογή, που τυγχάνει θερμής υποδοχής, όπως και η επόμενη, που κυκλοφορεί το 1962. Το 1965, μετά από επτά χρόνια εξαρτημένης ψυχοθεραπείας, ο δρ Μάρτιν Ορν μετακομίζει στη Φιλαδέλφεια, γεγονός που κλονίζει τις εύθραυστες, ούτως ή άλλως, βάσεις της ψυχικής της υγείας. Περίπου την ίδια περίοδο γράφει το βιβλίο της Ζήσε ή Πέθανε, για το οποίο  τιμάται το 1967 με το Βραβείο Πούλιτζερ. Παράλληλα, συνεχίζει να γράφει ποίηση και να διδάσκει Αγγλική Λογοτεχνία σε  Γυμνάσιο της Μασσαχουσέττης. Ακολουθεί ένα διάστημα αναγνώρισης του ποιητικού έργου της με διδακτορικούς τίτλους και υποτροφίες, ωστόσο η ψυχική της νόσος διαρκώς επιδεινώνεται. Το 1973 νοσηλεύεται τρεις φορές, ζητά διαζύγιο από τον σύζυγό της, ενώ η κατάστασή της απομακρύνει σταδιακά από κοντά της και τους πιο επιστήθιους φίλους της.

Στις 4 Οκτωβρίου επιστρέφει στο σπίτι της και κάνει μία ακόμη απόπειρα αυτοκτονίας, επιτυχημένη αυτή τη φορά, στο γκαράζ, μέσα στην κόκκινή της Cougar, αφήνοντας αναμμένη τη μηχανή και το ραδιόφωνο ανοιχτό.

* * *

Αυτό το βιβλίο το έζησα από πολύ κοντά, όπως και ο ποιητής Αργύρης Παλούκας. Αλλά δεν έχει τόση σημασία αυτό. Περισσότερη σημασία έχει να βλέπεις μια ποιήτρια να δουλεύει με όλο το πάθος και την προσήλωση που μπορεί ένας άνθρωπος ν’ αφιερώσει σ’ ένα έργο. Κι αυτό, όπως και να το δει κανείς, είναι σημαντικότερο απ’ οποιοδήποτε ποίημα, απ’ οποιαδήποτε μετάφραση. Ευτυχία, τα σέβη μου. Κι έχουμε ακόμη δρόμο…

“Η γλώσσα είναι ο χάρτης των αποτυχιών μας” – Adrienne Rich

Απόδοση ποιημάτων – Εισαγωγικό Σημείωμα: Δημήτρης Αθηνάκης

rich1jpeg

Εισαγωγικό Σημείωμα

The will to change begins in the body not in the mind
My politics is in my body.

Adrienne Rich

Η Αντριέν Ριτς γεννήθηκε το 1929 στη Βαλτιμόρη. Ο πατέρας της ήταν καθηγητής παθολογίας και η μητέρα της σπουδαία σολίστ του πιάνου, η οποία παράτησε τη μουσική της καριέρα για ν’ αφοσιωθεί στην οικογένειά της. Μεγαλώνοντας, η ποιήτρια γαλουχήθηκε έτσι, ώστε καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής της να πολεμά, μέσω της ποίησης αλλά και με κινηματικό τρόπο, εναντίον του ρατσισμού, του μιλιταρισμού, της ομοφοβίας, του αντισημιτισμού, όλ’ αυτά υπό τη σκοπιά πάντοτε του φεμινισμού. Η Αντριέν Ριτς και το έργο της είναι από τα λίγα στο χώρο της ποίησης που επηρέασε τόσο πολύ το σύγχρονο φεμινισμό, στο κίνημα του οποίου και αφιέρωσε σχεδόν ολόκληρο το έργο της. Έχει τιμηθεί πολλές φορές και στα βραβεία της συμπεριλαμβάνονται τα σημαντικότερα των ΗΠΑ. Η Ναντίν Γκόρντιμερ την έχει χαρακτηρίσει ως «τον Μπλέικ των αμερικανικών γραμμάτων».

Ταξίδεψε και δημιούργησε πολύ. Έχει εκδώσει πάνω από είκοσι βιβλία (δεκαέξι ποίησης και πέντε μη μυθοπλαστικής πρόζας), έχει διευθύνει περιοδικά για την ομοφυλοφιλία και το φεμινισμό, έχει διδάξει, αγωνιστεί ως ακτιβίστρια. Ανήκει στους καλλιτέχνες που συνδέουν άμεσα και ξεκάθαρα την τέχνη με τη ζωή, κάτι που επιβεβαιώνεται και από το παράθεμα στην αρχή αυτής της μικρής εισαγωγής.

Η γλώσσα τής Ριτς είναι ακριβής και διάφανη. Χωρίς φιοριτούρες και περικοκλάδες δημιουργεί μια συγκινησιακή φόρτιση, με τον όρο «συγκίνηση» να μας πηγαίνει στο έτυμό του: συν + κίνηση. Κοντολογίς, μέσα από τις λέξεις της, η αμερικανίδα ποιήτρια θέλει να ενώσει το εν με το όλον, να μετασχηματίσει το «εγώ» σε ένα «εμείς», όπου ωστόσο πάντοτε θα περιλαμβάνει όλα τα «εγώ» και τα «εσύ», διαχωρισμένα αλλά όχι χωριστά.

Η πολιτικότητα της ποίησής της διαθέτει όλο εκείνο το αστείρευτο χάρισμα να μην υποπίπτει σε στείρους διδακτισμούς και μανιφεσταρίσματα. Δίχως να παγιδεύονται σε διακηρύξεις και τυμπανοκρουσίες, τα ποιητικά της έργα είναι διάχυτα από στοχασμό που ναι μεν μπορεί να εκκινεί απ’ το μυαλό ή άλλες φορές από μεταφυσικές διαστάσεις και καταστάσεις, αλλά μεταλαμπαδεύεται στον κόσμο μέσω του σώματος, που άλλοτε βασανίζεται και άλλοτε μαζεύει τα κομμάτια του για να οδηγηθεί εκ νέου σε μιαν αλήθεια που όχι μόνο εμπεριέχει τις πνευματικές αναζητήσεις του ανθρώπου για μια ζωή ελεύθερη από πίεση και καταπίεση, αλλά πολύ περισσότερο έχει ως ασπίδα την ελεύθερη διάθεση σώματος και πνεύματος στην εκάστοτε μάχη.

Κι αυτό κατά ριπάς. Όπως ακριβώς και στην ίδια τη ζωή.

Σημείωση: Τα ποιήματα που επιλέχτηκαν, είναι ενδεικτικά όλων όσα αναφέρθηκαν στο εισαγωγικό σημείωμα. Έχουν επιλεγεί από διαφορετικές συλλογές και περιόδους της ποιήτριας και διαμέσου αυτών μπορούμε, σιγά σιγά, να εισαχθούμε στην ποίηση της Ριτς, η οποία συνδυάζει το πολιτικό, το ερωτικό και σωματικό ενωμένα αλλά όχι συγκεχυμένα μεταξύ τους.

* * *

Το Κάψιμο του Χαρτιού Αντί των Παιδιών

Κινδύνευα να
εκφράσω με λέξεις τα ηθικά μου
κίνητρα βγάζοντάς τα έξω απ’ την ύπαρξή μου.

-Daniel Berrigan, στη δίκη στη Βαλτιμόρη.

1. Ο γείτονάς μου, επιστήμων και συλλέκτης έργων τέχνης, μου τηλεφωνεί σε κατάσταση εχθρική. Μου λέει ότι ο γιος μου κι ο γιος του, έντεκα και δώδεκα ετών, έκαψαν το βιβλίο των μαθηματικών στην αυλή την τελευταία μέρα του σχολείου. Έχει απαγορέψει στο γιο μου να πατήσει το πόδι του στο σπίτι του για μια βδομάδα κι έχει απαγορέψει στον δικό του να βγει απ’ το σπίτι το ίδιο διάστημα. «Το κάψιμο ενός βιβλίου», λέει, «μου ξυπνά απαίσια συναισθήματα, θύμησες απ’ τον Χίτλερ· υπάρχουν κάποια πράγματα που με θυμώνουν υπερβολικά, όπως η ιδέα να καις ένα βιβλίο».

Πίσω στο παρελθόν: η βιβλιοθήκη, τοίχοι γεμάτοι
με πράσινες εγκυκλοπαίδειες
Αναζητώντας ξανά
στα Άπαντα του Ντύρερ
τη MELANCOLIA, τη θλιμμένη γυναίκα

τους κροκόδειλους στον Ηρόδοτο
τη Βίβλο των Νεκρών
τη Δίκη της Ζαν Ντ’ Αρκ, πολύ σκοτεινή
έχω την αίσθηση, Είναι το χρώμα της αυτό

και μου παίρνουν το βιβλίο
γιατί την ονειρεύομαι πολλές φορές

έρωτας και τρόμος μες στο σπίτι
η γνώση του δυνάστη
Ξέρω ότι πονάει να καις

2. Το να φαντάζεσαι μιαν εποχή σιωπής
ή λέξεων ελαχίστων
μιαν εποχή χημείας και μουσικής

τα βαθουλώματα πάνω απ’ τους γοφούς σου
ιχνηλατημένα απ’ τα χέρια μου
ή, τα μαλλιά είναι σαν σάρκα, είπες

μιαν εποχή μακράς σιωπής

ανακούφιση

από τούτη τη γλώσσα        αυτή την πλάκα ασβεστόλιθου
ή εμπλουτισμένου σκυροδέματος
φανατικοί και έμποροι
κηλίδωσαν αυτή την παραλία την καλυμμένη μ’ άγρια βλάστηση
που κάποτε ανάσαινε
με καπνού τολύπες
με σάρωμα τ’ ανέμου

γνώση του δυνάστη
αυτή είναι η γλώσσα του δυνάστη

αλλ’ ακόμα πρέπει να σου μιλήσω

3. Οι άνθρωποι βασανίζονται οικτρά απ’ τη φτώχεια και χρειάζεται αξιοπρέπεια κι ευφυΐα για να ξεπεράσεις αυτό το μαρτύριο. Μερικοί απ’ αυτούς που βασανίζονται είναι: ένα παιδί που δεν έφαγε βραδινό χθες· ένα παιδί που ‘κλεψε το φαΐ του γιατί δεν είχε τα λεφτά να τ’ αγοράσει· ν’ ακούς μια μάνα να λέει ότι δεν έχει λεφτά ν’ αγοράσει φαΐ για τα παιδιά της και να βλέπεις ένα παιδί χωρίς ρούχα σού φέρνει δάκρυα στα μάτια.

(η διασάλευση της τάξης
η ανανέωση του λόγου
για να υπερνικήσεις τούτο το μαρτύριο)

4. Πλαγιάζουμε κάτω απ’ το σεντόνι
μετά που κάναμε έρωτα, μιλώντας
για τη μοναξιά

ξαλαφρωμένοι μες σ’ ένα βιβλίο
ξανανιωμένοι μες σ’ ένα βιβλίο
έτσι που σ’ αυτή τη σελίδα
ο θρόμβος και η σχισμή
απ’ αυτήν ξετρυπώνουν
λέξεις ενός άντρα
που πονά
μια γυμνή λέξη
που εισβάλει στο θρόμβο
ένα χέρι που αρπάζει
μέσ’ απ’ τα κάγκελα:

απελευθέρωση

Αυτό που συμβαίνει ανάμεσά μας
συμβαίνει για αιώνες
το ξέρουμε απ’ τη λογοτεχνία

ακόμα συμβαίνει

σεξουαλικός φθόνος
χέρι που εκτινάσσεται
χτυπώντας το κρεβάτι

στόμα ξερό
μετά από λαχάνιασμα

είναι βιβλία που τα περιγράφουν όλ’ αυτά
και είναι ανώφελα βιβλία

Περπατάς μες στο δάσος πίσω από ‘να σπίτι
εκεί σ’ εκείνη τη χώρα
βρίσκεις ένα ναό
χτισμένο χίλια οχτακόσια χρόνια πριν
εισέρχεσαι χωρίς να ξέρεις
τι να ‘ν’ αυτό όπου μπαίνεις

έτσι γίνεται μ’ εμάς

κανείς δεν ξέρει τι θα γίνει
παρόλο που τα βιβλία λένε τα πάντα

κάψτε τα βιβλία    είπε ο Αρτώ

5. Γράφω στη γραφομηχανή αργά τη νύχτα, τη μέρα ετούτη αναλογιζόμενη. Πόσο καλά μιλήσαμε όλοι μας. Μια γλώσσα είναι ο χάρτης των αποτυχιών μας. Ο Φρέντερικ Ντάγκλας έγραψε αγγλικά καθαρότερα απ’ του Μίλτον. Οι άνθρωποι βασανίζονται οικτρά απ’ τη φτώχεια. Υπάρχουν λύσεις αλλά δεν τις ενεργοποιούμε. Η Τζόαν, που δεν μπορούσε να διαβάσει, μιλούσε μια χωριάτικη μορφή των γαλλικών. Μερικά απ’ τα μαρτύρια: είναι δύσκολο να πεις την αλήθεια· αυτή είναι η Αμερική· δεν μπορώ τώρα να σ’ αγγίξω. Στην Αμερική έχουμε μόνο τον ενεστώτα χρόνο. Κινδυνεύω. Κινδυνεύεις. Το κάψιμο ενός βιβλίο δε μου ξυπνά καμιάν αίσθηση. Ξέρω ότι πονάει να καις. Υπάρχουν φλόγες από ναπάλμ στο Κέιτονσβιλλ του Μαίρυλαντ. Ξέρω ότι πονάει να καις. Η γραφομηχανή έχει ανάψει, το στόμα μου καίει, δεν μπορώ να σ’ αγγίξω κι αυτή είναι η γλώσσα του δυνάστη.

1968

[The Burning of Paper Instead of Children, The Will to Change, 1971]

Τι Σόι Χρόνια Είναι Αυτά

Υπάρχει ένα μέρος ανάμεσα σε δυο συστάδες δέντρων όπου το γρασίδι μεγαλώνει
επίμονα
και ο παλιός ανυπόταχτος δρόμος κομμάτια γίνεται από σκιές
κοντά σ’ ένα σπίτι όπου γίνονταν συγκεντρώσεις, εγκαταλειμμένο απ’ τους
εκτελεσμένους
που εξαφανίστηκαν μέσα σ’ ετούτες τις σκιές.

Περπάτησα ώς εκεί μαζεύοντας μανιτάρια στις παρυφές του τρόμου, αλλά
ας μην κρυβόμαστε πίσω απ’ το δάχτυλό μας,
αυτό δεν είναι ρωσικό ποίημα, αυτό δε συμβαίνει πουθενά αλλού παρά εδώ,
η χώρα μας κινείται εγγύτερα στη δική της αλήθεια και στο δικό της τρόμο,
στους μοναδικούς της τρόπους να οδηγεί τους ανθρώπους στην εξαφάνιση.

Δε θα σου αποκαλύψω πού είναι αυτό το μέρος, το σκοτεινό σύμπλεγμα των δέντρων
συναντά την ανεπαίσθητη αχτίδα του φωτός –
σταυροδρόμια κατακλυσμένα από φαντάσματα, παράδεισος από πεσμένα φύλλα:
ξέρω ήδη έναν που θέλει να τον αγοράσει, να τον πουλήσει, να τον εξαφανίσει.

Και δε θα σου πω πού είναι, οπότε γιατί σου λέω
έστω κι αυτά; Γιατί ακόμα ακούς, γιατί σε χρόνια σαν κι αυτά
το ν’ ακούς τουλάχιστον, είν’ απαραίτητο
για να μιλήσουμε για τα δέντρα.

1991

[What Kind of Times Are These, Dark Fields of the Republic, 1995]

Το σχολείο ανάμεσα στα χαλάσματα

Βηρυτός, Βαγδάτη, Σεράγεβο, Βηθλεέμ, Καμπούλ. Όχι ασφαλώς εδώ.

1
Παραδίδοντας το πρώτο και τελευταίο μάθημα
– μέγα φως του θέρους θα κρατήσεις
περισσότερο απ’ όσο το σχολείο κρατά;
Όταν τα παιδιά ξεχύνονται
σε σειρές απ’ τις πόρτες
ΑΓΟΡΙΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ και πολυάσχολοι δασκάλοι

ανοίγουν ή κλείνουν ψηλά παράθυρα
μ’ αγκιστρωμένους σύρτες    δημιουργώντας σκουροπράσινες σκιές

ντουλάπια ξεκλείδωτα, κλειδωμένα
ερωτήσεις ανερώτητες, ερωτημένες, όταν

ο έρωτας των νεαρών ακριμάτιστων
σκληρά σχεδιασμένος        ναι
τάξη χωρίς σκληρότητα

ένας δρόμος πάνω στη γη        ούτε παράδεισος ούτε και κόλαση
γεμάτος από το εμπόριο και τη θρησκεία
με νέους δασκάλους να τραβούν για το σχολείο

φρέσκο ψωμί και πάγκοι μ’ αγαθά που άνοιξαν νωρίς

2
Κάθε που η επίθεση σείει τον ουρανό κάθε που το θάμπος της νύχτας
αναμειγνύει τη μέρα με τη νύχτα κάθε που τα κατοικημένα

δώματα της άνω πόλης
σωριάζονται διαλύοντας τους κάτω δρόμους

σωροί από παλιοκαιρίσια στολίδια        ανθρώπινα ερείπια
κάθε που ο φόβος τους δρόμους τούς κενώνει

Κάθε που ολόκληρη η πόλη σείεται
αίμα κάτω απ’ την πατούσα που σκληραίνει σαν γυαλί

Όποιος κι αν περπατά        είναι κυρτωμένος    γονατισμένος          μια ζώνη πολεμική
ξέρει γιατί κάνει αυτή την πράξη την αυτοκτονική

Το σχολείο είναι πια ανοιχτό ολημερίς
τα παιδιά κοιμούνται
στις τάξεις    οι δάσκαλοι είναι μαζεμένοι

3
Πόσο ο καλός δάσκαλος αγαπούσε
το σχολείο του        τους μαθητές
την αίθουσα του φαγητού με τα φρέσκα σάντουιτς

τις λεμονάδες και το γάλα
την τάξη    γυάλινα κλουβιά
με βρύα και χελώνες
διδάσκοντας την ευσυνειδησία

Έρχεται ένα πρωινό χωρίς ψωμί και φρέσκο γάλα
γονείς ή σχέδια μαθημάτων

διάρροια η πρώτη ερώτηση της μέρας
τα παιδιά τουρτουρίζουν    είναι Σεπτέμβρης
Ερώτηση δευτέρα: πού είναι η μητέρα μου;

4
Ο Ένα: Δεν ξέρω πού είναι
η μητέρα σου        Ο Δύο: Δεν ξέρω
γιατί προσπαθούν να μας λαβώσουν
Ο Τρία: ή και τα μήκη και τα πλάτη της γης
από το μίσος τους    Ο Τέσσερα: Δεν ξέρω αν εμείς
τους μισούμε το ίδιο    Νομίζω ότι υπάρχει κι άλλο χαρτί υγείας
στο ντουλάπι με τις προμήθειες    Πάω να το σπάσω και να τ’ ανοίξω

Σήμερα ετούτο είναι το μάθημά σας:
γράψτε όσο καθαρότερα μπορείτε
τ’ όνομά σας        τη διεύθυνσή σας    και τον αριθμό
σ’ αυτή τη σελίδα
Όχι δεν μπορείτε να πάτε σπίτια σας ακόμα
αλλά δεν έχετε χαθεί
αυτό είναι το σχολείο μας

Δεν είμαι σίγουρος τι θα φάμε
θ’ αναζητήσουμε υγιεινές ρίζες και χόρτα
ψάχνοντας για νερό παρόλο που οι σωλήνες έχουνε σπάσει

5
Μια μικρούλα γάτα βγάζει
το κεφαλάκι της ανάμεσα απ’ τα κάγκελα του παράθυρου
είναι πεινασμένη κι αυτή σαν κι εμάς
αλλά μπορεί να φάει ποντίκια
το μπακιρένιο φουντωτό της τρίχωμα
καταδεικνύει μια ζωή ήδη άγρια

τα χρυσαφένια μάτια της
δε δείχνουν έλεος    Θα μας διδάξει    Ας την ονομάσουμε
Αδερφή
όταν βρούμε γάλα θα της δώσουμε λίγο

6
Σ’ το ‘χω πει, ας δοκιμάσουμε να κοιμηθούμε σ’ αυτό το θλιβερό κατάλυμα
Όλη νύχτα ανηλεή ακαθοδήγητα αντικείμενα στριγκλίζουν
πάνω μας πετώντας κάπου

Μην αφήσετε τα πρόσωπά σας να πετρώσουν
Μην πάψετε να με ρωτάτε το γιατί
Ας επικεντρωθούμε στη γάτα μας    μας έχει ανάγκη

Ίσως αύριο οι αρτοποιοί να φτιάξουν τους φούρνους τους

7
«Τους νανουρίσαμε    τους είπαμε ιστορίες    κάναμε
στο φως ζωάκια-σκιές με τα χέρια μας

σφουγγίσαμε τ’ ανθρώπινα συντρίμμια απ’ τις μπότες και τα πανωφόρια
καθίσαμε να μάθουμε απ’ έξω τα ονόματα
κάποιοι ήταν πολύ μικροί για να γράψουν
κάποιοι είχανε ξεχάσει πώς»

2001

[The School Among the Ruins, The School Among the Ruins, 2004]

[Αρχική δημοσίευση: «Βακχικόν», Ηλεκτρονικό Περιοδικό Γραμμάτων και Τεχνών, τεύχος 4 – «Εδώ ζούμε όλοι σε μια φιλόδοξη φτώχεια», Δεκέμβριος 2008 – Φεβρουάριος 2009]

The Ayrshire Orpheus – Mick Imlah

author_imlah_mick_jpg_280x450_q851

Ο Ορφέας του Ayrshire – Mick Imlah

Και κατηφόρισε βαθιά, βυθομετρώντας τα δώματα τα μέσα
Που ο Πλούτωνας κυβέρναγε στο πλάι του έχοντας την άγρια Περσεφόνη,
Παίζοντας, ακόμη κι έτσι, τον αυλό, μέχρι που κόντεψε στις πύλες
τις διπλές τους
Και χτύπησε. Κι νά που στα μάτια του εφάνη, οικτρά καχεκτική:
Η Ευρυδίκη, με ξοδεμένο πρόσωπο,
Στα πόδια ζαρωμένη αυτού του αλαζόνος ζεύγους
Που έκπληξη καμώθηκε Σκοτσέζο σαν αντίκρισε σε μέρη σαν κι αυτά.

Αργότερα, είπε ο Ορφέας, τρυφηλός κι επίμονος συνάμα,
στον τρόμο μέσα ο μισός
Γι’ αυτό που είχε κείνη καταντήσει: «Κορίτσι μου ασθενικό –
Ε, εσύ – αγάπη μου – παρόλο που κάλλιο από νεκρή να είσαι –
Τι να συνέβη άραγε στο πρόσωπο αυτό, στα χείλη αυτά τ’ αγαπημένα;
Πού έχουνε χαθεί, ή πώς τάχα έτσι σου έχουν καταντήσει;»
Κι αυτή αποκρίθηκε: «Ησύχασε, αγαπημένε, αυτή τη στιγμή μιλιά δε γίνεται
να βγάλω –
Αλλά θ’ ακούσεις όλη την αλήθεια μιαν άλλη μέρα που θα ’ρθεί»,

Και σαν ο Πλούτωνας στη μέση μπήκε: «Ανόητη η σύντροφός σου
Το πρόσωπό της πλήγιασε, κάνοντας στέρφα έτσι την κοιλιά της,
Σε σπίτι μένοντας όπου δουλειά δεν είχε·
Έχοντας στο νου επίμονα το Μπάλαντρε και του Αρράν τη θέα,
Βρίσκει της κόλασης του μύλους αφιλόξενους και παραλλήλως ξένους·
Αν κάποιος σε θέση ήτανε να την ελευθερώσει στέλνοντάς τη στη θάλασσα του
Άυρσιρ
Καμιά αμφιβολία πως η όψη της γιατρειά θα έβρισκε, την πιο μεγάλη!»

Έτσι ο Ορφέας κάθισε μπροστά στο πλάνο ζεύγος
Και με πρωτάκουστη φωνή, τους χάρισε τραγούδι
Αφήγηση εκκινώντας, «Οι όχθες σου κι οι λόφοι» στη βασιλική αγκάλη·
Ένα θελκτικό «Ένα βαθύ φιλί», κι ένα «Πιάσε τους αμνούς»,
Και μετά «Η αγάπη μου είναι σα ρόδο κατακόκκινο»·
Μέχρι που ο Πλούτωνας στα θέλγητρα παρεδόθη, κι η ακανθώδης Περσεφόνη
Πλάγιασε το απαλό το σώμα της στη χλόη.

Οι καταχθόνιες λίμνες είχαν γεμίσει με ύδωρ από κρίνα,
Τέτοια ήταν η δύναμη η ευγενής αυτής της απαγγελίας,
Όταν ο Πλούτωνας καθάρισε το λαιμό του, είπε: «Τον Σκότο ευχαριστώ
Που έγραψε τα άσματα ετούτα, κι εσένα που τους χάρισες και σάρκα και οστά·
Ονόμασε το δώρο που αξίζεις, και πάρ’ το γι’ αμοιβή σου».
Κι ικέτεψε ο Ορφέας, «Αν είναι έτσι, άσε με τον έρωτα να πάρω
Πίσω στο μέρος κείνο που δικό μας ήτανε στον κόσμο τον επάνω».

Αυτό τον Πλούτωνα έκανε χαμόγελο να δώσει. «Είσαι θρασύς, Σκοτσέζε!
– Ωστόσο έχω την πρόθεση μια τέτοια απαίτηση χάρισμα να σου δώσω
μ’ έναν και μόνον όρο: έστω για μια φορά πίσω σου να κοιτάξεις,
Η σύντροφός σου στην κόλαση θα έρθει, σε κόλαση επαχθή!»
Τότε ο Ορφέας έσφιξε τη δρόσο της στο στέρνο,
Και για τα πάνω κίνησαν, σα σπείρα περπατώντας στην ειμαρμένη μέσα,
Μέχρι που σχεδόν σιμώσανε στην τελευταία πύλη.

Αν έχετε ποτέ αγάπη νιώσει, ονειρευτείτε τα λόγια τα γλυκά
Που το ζευγάρι αυτό αντάλλασσε, πηγαίνοντας ξανά στον κόσμο τον επάνω –
Έτσι, μπορείτε να τον κατηγορήσετε, εν μέσω τέτοιας ζώσης,
Εάν αυτός προέβαινε σ’ ολίσθημα του νου;
Αποστροφή μού φέρνει αυτό – έπεσε ένα μέτρο πίσω του –
Κι εκείνος πίσω έριξε ματιά – και μ’ αλυσίδες κείνη δέθηκε από τον κάτω κόσμο
Κι αυτές μεμιάς την τράβηξαν στου Άδη τον αιώνα.

Κακόμοιρε Ορφέα! Σα μια παμπάλαια πόλη ένιωσε
Του Γκάρρικ, στη δύση της ζωής της: Σαν το Μέυμπολ, ή το Γκίρβαν,
Όπου οι παμπ τα στόρια έκλεισαν, που τα παιδιά χλευάζουνε «τον κλόουν
Που δεν μπορούσε εμπρός του να κοιτάξει», απ’ του Ιρβάιν τις ντρόγκες·
Καθώς σκυθρωπός καθότανε στο λυκαυγές του βίου
Μόνος με όσα έλαβε, θλιμμένος χάνοντάς τη,
Το δρόμο της επιστροφής κινά, το δρόμο του σαν χήρος.

Απόδοση: Δημήτρης Αθηνάκης

Μια κατατοπιστική κριτική από τον Douglas Dunn.

Το πιο μαύρο τ’ ουρανού – Joel Rose

mauro_ouranou_exo

Εκδότης: Μοντέρνοι Καιροί

Μετάφραση: Ρένα ΧΑΤΧΟΥΤ

Απόδοση ποιημάτων: Δημήτρης ΑΘΗΝΑΚΗΣ

ISBN:  978-960-691-266-5

Σελίδες:  548

Διαστάσεις:  15Χ23

Τιμή: €19.90

* * *

Νέα Υόρκη, 1841.

Ο Έντγκαρ Άλαν Πόε περιδιαβάζει άρρωστος και ταπεινωμένος στους δρόμους της πόλης, βυθισμένος στην ανάμνηση κάποιας επιτακτικής θλίψης… «Ω Μαίρη», μονολογεί.

Ο μεγάλος Αμερικανός ποιητής τυλίγεται στην αχλή της νύχτας, ενώ πίσω του σέρνονται σκιές, βαριές και μυστήριες. Μεταξύ αυτών, η θύμηση της Μαίρης Σεσίλια Ρότζερς, της άγρια δολο φονημένης υπαλλήλου ενός καπνοπωλείου, ο αρχηγός της αστυνομίας Τζέικομπ Χέιζ, η κόρη του Όλγα, θαυμάστρια του σκοτεινού ποιητή, ο Τόμι Κόουλμαν, αρχηγός μιας από τις στυγερότερες συμμορίες της μητρόπολης, ο φιλόδοξος συγγραφέας Τζον Κολτ.

Ένα μυστηριώδες έγκλημα οδηγεί σε μια καταβύθιση στο μεγαλειώδες έργο του Έντγκαρ Άλαν Πόε, στην ανθρωπογεωγραφία της Αμερικής του 19ου αιώνα, αλλά και στην ένωση της τέχνης και της ζωής σ’ έναν κοινό σκοπό· την επιβίωση. Εδώ δεν έχει σημασία τόσο ποιος σκότωσε ποιον, αλλά ποιος, τελικά, ήταν ήδη νεκρός και, φυσικά, ποιος δε θα πεθάνει ποτέ – έστω στη μνήμη των άλλων.

Stephanie Norgate & Patience Agbabi [1 + ένα ποιήματα]

ΓΕΝΝΗΣΗ – ΣΤΕΦΑΝΙ ΝΟΡΓΚΕΪΤ

Μια ιστορία που τα παιδιά αρέσκονται ν’ ακούν
μα δεν μπορούν ποτέ να θυμηθούν.
“Γεννήθηκε στις…” ένα βιογραφικό σημείωμα
που δε λέει τίποτε απ’ τη δεκεμβριάτικη μέρα
που η δεκαεξάχρονη μητέρα σου και ο πατέρας σου
παλεύουν με το ψύχος,
βουλώνοντας τα κενά στο σοβά
με της γιαγιάς του το κουρελιασμένο μισοφόρι,
απλώνοντας κασκόλ και παλιές κάλτσες
στις κάτω ρωγμές στις πόρτες,
ανάβοντας το γκάζι που στάζει
αδιάκοπες φλόγες κατά μήκος όλων των τοίχων.

Όταν βγαίνεις στον κόσμο γλιστρώντας,
σ’ ονομάζουν Μυρτιά
για χάρη του αγροτόσπιτου που διαρρέει η φωτιά και η βροχή
την ώρα που η μητέρα σου πλένει
το σώμα της με νερό απ’ την πορσελάνινη στάμνα
και ο πατέρας σου γεμίζει την πίπα του
και ανησυχεί και βήχει
αναλογιζόμενος πόσο στ’ αλήθεια είναι άντρας
τώρα που έχει παιδί. Μα εσύ δεν μπορείς ν’ ανακαλέσεις
τίποτε απ’ όλ’ αυτά: Τη γριά Νταίζη, τη μητριά της μητέρας σου,
να φέρνει σ’ αμηχανία τη μητέρα σου
με μια τσιγγάνικη ευλογία
και μερικά αυγά απ’ τη χήνα.

Πριν απ’ τ’ άλλα έξι παιδιά,
πριν απ’ τα εξήντα-τη-μέρα τσιγάρα Senior Service,
πριν απ’ τ’ άλογα,
ήσουν εσύ κι αυτοί μόνον, και, μετά τη βροχή,
ο χειμωνιάτικος ήλιος λευκαίνει τη γενειάδα του γέρου
αυτήν που καλύπτει το χώρο απ’ την οξιά στο έλατο στην οξιά
ιχνηλατώντας όλον τον απόκρημνο λόφο, και να σου
η μητέρα σου, ματωμένη, τραγουδώντας
με τα ξέπλεκα μακριά της μαλλιά,
έτσι όπως πάντοτε ήθελες να θυμάσαι.

Μετάφραση: Δημήτρης Αθηνάκης

ΦΑΕ ΜΕ – ΠΕΪΣΕΝΣ ΑΓΚΜΠΑΜΠΙ

Όταν έκλεισα τα τριάντα, μου έφερε μια τούρτα,
τρία στρώματα κρούστας, σπιτική,
ένα κεράκι για κάθε έξι μου κιλά.

Η κρούστα ήταν λευκή μα τα γράμματα ροζ,
έλεγαν, ΦΑΕ ΜΕ. Κι εγώ έφαγα, έκανα
ό,τι μου είπε. Δεν τη γεύτηκα καν.

Μετά μου ζήτησε να σηκωθώ και να κάνω
ένα γύρο το κρεβάτι έτσι που μπορούσε να βλέπει τη μεγάλη
κοιλιά μου να πηγαίνει πέρα δώθε,  τους γοφούς μου ν’ ανεβοκατεβαίνουν σαν μεγάλο φορτηγό.

Όσο παχύτερη, τόσο το καλύτερο, θα ‘λεγε, μ’ αρέσουν
τα χοντρά κορίτσια, τ’ απαλά κορίτσια, εκείνα που μπορώ να φωλιάσω μέσα τους
με πολλές δίπλες στο πιγούνι, μ’ ένα σωρό κυτταρίτιδα
.

Ήμουν το τζακούζι του. Αλλ’ εκείνος ήταν ο μάγειράς μου,
η μοναδική μου απόλαυση η επίθεση του fast food,
η δική του, να με βλέπει να φουσκώνω σαν απαγορευμένος καρπός.

Το σαρκώδες τροπικό του φρούτο. Το έρημο νησί του μετά από ένα ναυάγιο.
Ή μια αδύναμη φάλαινα σ’ ένα τεράστιο κρεβάτι
ποθώντας ένα κύμα. Ήμουν ένα παλιρροιακό κύμα από σάρκα

πολύ χοντρή για να φύγω, πολύ χοντρή για ν’ αγοράσω ένα λίτρο ολόπαχο γάλα,
πολύ χοντρή για να χρησιμοποιήσω το λίπος σαν μια συναισθηματική ασπίδα,
πολύ χοντρή για ν’ αποκληθώ ευτραφής, γεμάτη θαλπωρή, εύσωμη.

Τη μέρα που έκλεισα τα τριάντα εννιά, τον άφησα να θωπεύσει
το γιγάντιο σαν την υδρόγειο μάγουλό μου. Η σάρκα του, η σάρκα μου έγιναν χείμαρρος.
Είπε, άνοιξε όσο μπορείς, έχυσε ελαιόλαδο στο λαιμό μου.

Σύντομα θα ‘σαι σαράντα… ψιθύρισε, και πώς
θα μπορούσα να μη γυρίσω καταπλακώνοντάς τον. Γύρισα κι εκείνος πνίγηκε
στη σάρκα μου. Έπνιξα τον ήχο της θανατικής του καταδίκης.

Τον άφησα εκεί για έξι ώρες που ένιωσα σαν μια βδομάδα.
Το στόμα του ανεπαίσθητα ανοιχτό, τα μάτια του πρησμένα απ’ την απληστία.
Δεν έμεινε τίποτ’ άλλο φαγώσιμο μες στο σπίτι.

Μετάφραση: Δημήτρης Αθηνάκης

The Ninth Symphony of Beethoven Understood at Last as a Sexual Message – Adrienne Rich

Ένας άντρας χωμένος μες στη φρίκη τής ανημπόριας
ή της αντιπαραγωγικότητας, χωρίς να γνωρίζει τη διαφορά
ένας άντρας που προσπαθεί να πει κάτι
ουρλιάζοντας απ’ την κλιμακτηριακή
μουσική τής πέρα για πέρα
απομονωμένης ψυχής
στριγκλίζοντας στη Χαρά απ’ τη βαθιά τρύπα τού εγώ
μουσική χωρίς το φάντασμα
άλλου ανθρώπου μέσα της, μουσική
που παλεύει να πει κάτι που ο άντρας
δε θέλει να ξεστομίσει, που θα παρέμενε αν ήταν στο χέρι του
φιμωμένος και φυλακισμένος και μαστιγωμένος απ’ τις χορδές της Χαράς
όπου τα πάντα είναι σιωπή και το
χτύπημα μιας ματωμένης γροθιάς πάνω
σ’ ένα κομματιασμένο τραπέζι

Μετάφραση: Δημήτρης Αθηνάκης