Ο θάνατος μωρό | Anne Sexton


1. Όνειρα

Ήμουν ένα παιδί του πάγου.

Έγινα γαλάζιο του ουρανού.

Τα δάκρυά μου έγιναν δυο γυάλινες χάντρες.

Το στόμα μου έγινε άκαμπτο σ’ ένα βουβό ουρλιαχτό.

Λένε ότι ήταν όνειρο

όμως εγώ θυμάμαι αυτήν τη σκλήρυνση.

Η αδερφή μου στα έξι της

είδε σε όνειρο νυχτερινό το θάνατό μου:

«Το μωρό έγινε πάγος.

Κάποιος την έβαλε στο ψυγείο

κι έγινε τόσο σκληρή όσο ένα παγωτό ξυλάκι».

Θυμάμαι την απαίσια μυρωδιά του λουκάνικου από συκώτι.

Πώς κάθισα πάνω σε μια πιατέλα και ξάπλωσα

ανάμεσα στη μαγιονέζα και το μπέικον.

Η τάξη του ψυγείου

είχε διασαλευτεί.

Το μπουκάλι με το γάλα σφύριζε σαν φίδι.

Οι ντομάτες ξέρναγαν τα σωθικά τους.

Το χαβιάρι έγινε λάβα.

Τα τυριά φιλιόντουσαν σαν του έρωτα θεοί.

Κινιόμουν σαν αστακός,

ολοένα και πιο αργά και πιο νωχελικά.

Ο αέρας ήταν ψιλός.

Ο αέρας δεν μου έκανε.

*

Ήμουν στο πάρτι των σκύλων.

Ήμουν το κόκαλό τους.

Είχα πέσει αναίσθητη στο σπιτάκι τους

σαν φρέσκια γαλοπούλα.

Αυτό ήταν τ’ όνειρο της αδερφής μου

όμως εγώ θυμάμαι αυτή τη διαίρεση στα τέσσερα∙

θυμάμαι τη μυρωδιά του κρεβατιού του πόνου

του πατώματος που ’ταν γεμάτο πριονίδια, τα ροζ μάτια,

τις ροζ γλώσσες και τα δόντια, εκείνα τα νύχια.

Μ’ έσυραν σαν τον Μωυσή

και μ’ έκρυψαν απ’ τα πόδια

δέκα μπουλ-τερριέ απ’ τη Βοστόνη,

δέκα άγριων ταύρων

που αναπηδούσαν σαν τεράστιες κατσαρίδες.

Στην αρχή είχα τριφτεί,

σκληρή σαν γυαλόχαρτο.

Έγινα πολύ καθαρή.

Μετά το χέρι μου έλειπε.

Κοβόμουν σε κομμάτια.

Μ’ αγαπούσαν μέχρι

να πεθάνω.

2. Η κούκλα Dy-dee[i]

Η κούκλα μου Dy-dee

πέθανε δυο φορές.

Μια, όταν τράβηξα απότομα

το κεφάλι της

και τ’ άφησα να επιπλέει στην τουαλέτα

και μια, κάτω απ’ τη λάμπα ηλιοθεραπείας

προσπαθώντας να ζεσταθεί

έλιωσε.

Ήταν απελπιστική,

με το πρόσωπό της ν’ αγκαλιάζει

τα μικρά κυρτά χεράκια της.

Πέθανε μέσα σ’ όλη τη λαστιχένια της στωικότητα.

3. Εφτά φορές

Πέθανα εφτά φορές

μ’ εφτά τρόπους

αφήνοντας στο θάνατο να μου δώσει σημάδι,

αφήνοντας στο θάνατο ν’ αφήσει το σημάδι του στο μέτωπό μου,

σταυρωμένο, σταυρωμένο.

Κι ο θάνατος έβγαλε ρίζες σ’ αυτόν τον ύπνο.

Σε κείνο τον ύπνο κρατούσα ένα μωρό του πάγου

και το νανούριζα

και με νανούριζε.

Ω, Μαντόνα μου, κράτα με.

Είμαι μια μικρούλα χούφτα.

4. Μαντόνα

Η μητέρα μου πέθανε

χωρίς νανούρισμα, χωρίς να τη νανουρίσουν.

Βδομάδες στο νεκροκρέβατό της

κοιτάζοντας τον εαυτό της να τραντάζεται πάνω στις μεταλλικές ράβδους,

σαν ένα ψάρι που σπαρταρά στ’ αγκίστρι

κι εμένα χαμηλά όπως με κοίταγε από ψηλά,

αφήνοντας την ιέρεια να χορεύει μόνη,

θέλοντας να κλείσει το κεφάλι μου στην αγκαλιά της

ή ακόμη και να την πάρω στα χέρια μου κάπως

και να χαϊδέψω τα μπλεγμένα γκρίζα της μαλλιά.

Ωστόσο το κουνιστό της αλογάκι ήταν πόνος

μ’ εμετό ν’ αχνίζει απ’ το στόμα της.

Η κοιλιά της ήταν φουσκωμένη μ’ ένα ακόμη μωρό,

μωρό του καρκίνου, μεγάλο σαν μπάλα ποδοσφαίρου.

Ο πόνος μου αθεράπευτος.

Με κάθε εξόγκωμα και κάθε ράγισμα

η Μαντόνα όλο και λιγόστευε

μέχρι που αυτές οι παράξενες ωδίνες την πήραν.

Τότε το δωμάτιο χρεοκόπησε.

Αυτό ήταν η αποπληρωμή της.

5. Μαξ

Η Μαξ κι εγώ

δυο αδερφές έξαλλες,

δυο συγγραφείς έξαλλες,

δυο καταπονημένες,

κάναμε μια συμφωνία.

Να νικήσουμε το θάνατο μ’ ένα ξυλαράκι.

Να του επιβληθούμε.

Να χτίσουμε το θάνατό μας σαν ξυλουργοί.

Όταν έσπασε την πλάτη της,

κάθε βράδυ χτίζαμε τον ύπνο της.

Μιλώντας ακατάπαυστα στο τηλέφωνο

μέχρι που τα μάτια πέφταν σαν σκιές.

Και συμφωνήσαμε σ’ αυτά τα σιωπηλά μακρά τηλεφωνήματα

ότι όταν θα ’ρθει η στιγμή

θα μιλάμε ορθά-κοφτά,

θα εκσφενδονίζουμε λέξεις κατευθείαν απ’ το ένδον μας,

θα το πάρουμε όπως έρχεται.

Ναι,

όταν ο θάνατος έρθει με την κουκούλα του

δεν θα ’μαστε ευγενικές.

6. Μωρό

Θάνατε,

ξαπλώνεις στην αγκαλιά μου σαν χερουβείμ,

τόσο βαρύς όσο η ζύμη του ψωμιού.

Τα πάλλευκα φτερά σου είναι τόσο ακίνητα όσο το πλαστικό.

Τα μαλλιά τόσο απαλά όσο η μουσική.

Τα μαλλιά στο ηχόχρωμα της άρπας.

Και μάτια φτιαγμένα από γυαλί,

τόσο εύθραυστα όσο ο κρύσταλλος.

Κάθε φορά που σε νανουρίζω

νομίζω ότι θα σπάσεις.

Νανουρίζω. Νανουρίζω.

Μάτι γυαλί, μάτι πάγος,

αρχέγονο μάτι,

μάτι λάβα,

μάτι καρφί,

μάτι που σπάει,

πώς με καρφώνεις με τα μάτια σου!

Σαν το βλέμμα των μικρών παιδιών

ξέρεις τα πάντα για μένα.

Έχεις φορέσει τα εσώρουχά μου.

Έχεις διαβάσει την εφημερίδα μου.

Έχεις δει τον πατέρα μου να με χτυπά με καμτσίκι.

Μ’ έχεις δει να σπάω το καμτσίκι του πατέρα μου.

Νανουρίζω. Νανουρίζω.

Βυθιζόμαστε μπρος και πίσω

ο ένας μες στον άλλον.

Είμαστε πέτρα.

Είμαστε καμπυλωτοί, μια πιετά

που λικνίζεται, που λικνίζεται.

Έξω, ο κόσμος είναι ένας ψυχρός στρατός.

Έξω, η θάλασσα έχει γονατίσει.

Έξω, το Πακιστάν έχει γίνει μια χαψιά.

Νανουρίζω. Νανουρίζω.

Είσαι το πέτρινο παιδί μου

με μάτια μαρμαρωμένα.

Υπάρχει ένας θάνατος μωρό

για κάθε έναν από μας.

Μας ανήκει.

Η μυρωδιά του είναι η μυρωδιά μας.

Προσοχή. Προσοχή.

Υπάρχει μια τρυφερότητα.

Υπάρχει μια αγάπη

γι’ αυτόν τον βουβό ταξιδιώτη

που περιμένει στα ροζουλί του σκεπάσματα.

Κάποια μέρα,

βαριά απ’ τον καρκίνο και τον όλεθρο

θα κοιτάξω προς τη Μαξ

και θα πω: Ήρθε η ώρα.

Δώσ’ μου τον θάνατο μωρό

και τότε θα πληρωθεί

το έσχατο νανούρισμα.

[Μτφρ. Δημήτρης Αθηνάκης – Ευτυχία Παναγιώτου | Δημοσιεύτηκε στο 2ο τεύχος της Ποιητικής, Φθινόπωρο-Χειμώνας 2008.]


[i] Περιώνυμες κούκλες των ΗΠΑ, που έμοιαζαν πολύ με αληθινά μωρά. Εδώ η Σέξτον κάνει λογοπαίγνιο με το Dy και το die [πεθαίνω]. (Σ.τ.Μ.)

Anne Sexton – Ερωτικά ποιήματα (Love Poems)

Κατηγορία: Παγκόσμια Ποίηση
ISBN: 978-960-6781-70-4
Ημερ. Έκδοσης: 18/02/2010
Μετάφραση: Ευτυχία Παναγιώτου
Σελίδες: 112
Εισαγωγή-Επίμετρο: Ευτυχία Παναγιώτου

Η Ανν Σέξτον αποτελεί ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά παραδείγματα ποιητών που έγραφαν για να ζήσουν. Όταν έγραφε τα  Ερωτικά ποιήματα (1969) εμπνεόταν από το θάρρος μα και τη λάμψη της γυναίκας εκείνης που είχε γνωρίσει το θερμό χάδι της κοινωνικής αποδοχής: το βραβείο Πούλιτζερ. Παράλληλα ταλανιζόταν από τις φαντασιώσεις και την ερωτική επιθυμία της γυναίκας που παρέμενε ανέγγιχτη από τον ίδιο της τον άντρα. Στα ποιήματα αυτά πλάθει μια πολυδύναμη γυναικεία περσόνα που μοιάζει σχεδόν αδύνατον ν’ αποτελεί ένα και μόνο πρόσωπο. Με τη φωνή της, άλλοτε σπαρακτική κι οργισμένη, άλλοτε λυρική κι ονειρική, άλλοτε επηρεασμένη από το  κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο κι άλλοτε περιχαρακωμένη στο μικρόκοσμό της, καλύπτει ένα μεγάλο φάσμα της ερωτικής εμπειρίας σε περιόδους όπου οι κοινωνικές συνθήκες, ο ρόλος της γυναίκας και ειδικά ο πόλεμος καθιστούσαν τις  ανθρώπινες σχέσεις ιδιαίτερα δύσκολες, δίνοντας όμως άπλετο χώρο στη μνήμη να τις ανασκευάσει και στη φαντασία την ελευθερία να τις αναπλάσει. Η συλλογή περιλαμβάνει τόσο λυρικά ποιήματα, αντικατοπτρισμούς της νοσταλγίας τής ερωτικής αγάπης, που τις πιο πολλές φορές έχει ήδη χαθεί, όσο και πιο τολμηρά, που μοιάζουν με μανιφέστα σεξουαλικής  απελευθέρωσης, υπέρ του έρωτα έξω από τις συμβάσεις του γάμου.

Στο πλαίσιο της αντίληψης για τον έρωτα εντάσσεται και ένα παθιασμένο αντιπολεμικό αίσθημα, ένας αδιαπραγμάτευτος πόθος για την ειρήνη που, σαν την αποστερηθούν οι άνθρωποι, αποκτηνώνονται.

Η γυναίκα στα ερωτικά ποιήματα της Ανν Σέξτον μοιάζει με μια νέγρα του Βορρά που παλεύει για την ισότητα, την ελευθερία και την αδελφότητα και που σαν μαύρο πρόβατο ξεγλιστρά από την αγέλη. Για να βρει μαζί και τον έρωτα, που είναι δυσεύρετος, για να βρει την αληθινή αφή που είναι δύσκολο όπλο. Γράφοντας ποιήματα σωματικά, διαποτισμένα από την έξαψη και την έξαρση της ερωτικής επιθυμίας και, το πιο σπουδαίο, πλήρως απαλλαγμένα από ιδεολογήματα.

Εφόσον από νωρίς το κατάλαβε: μ’ ένα άγγιγμα ξεκινά η ζωή και μ’ ένα άγγιγμα τελειώνει. Με κάποιον τρόπο όμως κάπως συνεχίζεται.

Η ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

Η Ανν Γκρέι Χάρβεϊ, γνωστή ως Ανν Σέξτον, γεννήθηκε στις 9 Νοεμβρίου 1928 στο Νιούτον της Μασσαχουσέττης. Η σχέση  της με την ποίηση αρχίζει σε ηλικία περίπου 17 ετών, όταν δημοσιεύει ορισμένα από τα πρωτόλειά της στο ετήσιο σχολικό λεύκωμα. Η Ανν συνεχίζει τις σπουδές της στο Garland School της Βοστόνης, όπου γνωρίζει τον Άλφρεντ Μούλερ Σέξτον ΙΙ  (ψευδώνυμο: Κάγιο), με τον οποίο τελικά παντρεύεται και αποκτά δύο κόρες.

Εξαιτίας των οικονομικών τους προβλημάτων επιστρέφουν στη Μασσαχουσέττη, ο Κάγιο κατατάσσεται στο Ναυτικό και οδηγείται στην Κορέα, ενώ η Ανν εκμεταλλεύεται την εντυπωσιακή εμφάνισή της και παρακολουθεί μαθήματα για μοντέλα στο Hart Agency, εργαζόμενη μάλιστα ως μοντέλο για κάποιο διάστημα. Το 1954, έγκυος στη δεύτερη κόρη της, εμφανίζει έντονα συμπτώματα κατάθλιψης. Πρόκειται για το ξεκίνημα μιας ολέθριας σχέσης της ποιήτριας με το θάνατο, την απελπισία, αλλά και την ποιητική της τέχνη, την οποία αρχικά προσεγγίζει ως θεραπευτική μέθοδο, μετά την παρότρυνση του ψυχιάτρου της δρ Μάρτιν Ορν. Ανάμεσα σε απόπειρες αυτοκτονίας, ψυχωσικά επεισόδια και εγκλεισμούς σε ιδρύματα νοσηλείας, η Ανν Σέξτον εκδίδει το 1959 την πρώτη της ποιητική συλλογή, που τυγχάνει θερμής υποδοχής, όπως και η επόμενη, που κυκλοφορεί το 1962. Το 1965, μετά από επτά χρόνια εξαρτημένης ψυχοθεραπείας, ο δρ Μάρτιν Ορν μετακομίζει στη Φιλαδέλφεια, γεγονός που κλονίζει τις εύθραυστες, ούτως ή άλλως, βάσεις της ψυχικής της υγείας. Περίπου την ίδια περίοδο γράφει το βιβλίο της Ζήσε ή Πέθανε, για το οποίο  τιμάται το 1967 με το Βραβείο Πούλιτζερ. Παράλληλα, συνεχίζει να γράφει ποίηση και να διδάσκει Αγγλική Λογοτεχνία σε  Γυμνάσιο της Μασσαχουσέττης. Ακολουθεί ένα διάστημα αναγνώρισης του ποιητικού έργου της με διδακτορικούς τίτλους και υποτροφίες, ωστόσο η ψυχική της νόσος διαρκώς επιδεινώνεται. Το 1973 νοσηλεύεται τρεις φορές, ζητά διαζύγιο από τον σύζυγό της, ενώ η κατάστασή της απομακρύνει σταδιακά από κοντά της και τους πιο επιστήθιους φίλους της.

Στις 4 Οκτωβρίου επιστρέφει στο σπίτι της και κάνει μία ακόμη απόπειρα αυτοκτονίας, επιτυχημένη αυτή τη φορά, στο γκαράζ, μέσα στην κόκκινή της Cougar, αφήνοντας αναμμένη τη μηχανή και το ραδιόφωνο ανοιχτό.

* * *

Αυτό το βιβλίο το έζησα από πολύ κοντά, όπως και ο ποιητής Αργύρης Παλούκας. Αλλά δεν έχει τόση σημασία αυτό. Περισσότερη σημασία έχει να βλέπεις μια ποιήτρια να δουλεύει με όλο το πάθος και την προσήλωση που μπορεί ένας άνθρωπος ν’ αφιερώσει σ’ ένα έργο. Κι αυτό, όπως και να το δει κανείς, είναι σημαντικότερο απ’ οποιοδήποτε ποίημα, απ’ οποιαδήποτε μετάφραση. Ευτυχία, τα σέβη μου. Κι έχουμε ακόμη δρόμο…

“Η γλώσσα είναι ο χάρτης των αποτυχιών μας” – Adrienne Rich

Απόδοση ποιημάτων – Εισαγωγικό Σημείωμα: Δημήτρης Αθηνάκης

rich1jpeg

Εισαγωγικό Σημείωμα

The will to change begins in the body not in the mind
My politics is in my body.

Adrienne Rich

Η Αντριέν Ριτς γεννήθηκε το 1929 στη Βαλτιμόρη. Ο πατέρας της ήταν καθηγητής παθολογίας και η μητέρα της σπουδαία σολίστ του πιάνου, η οποία παράτησε τη μουσική της καριέρα για ν’ αφοσιωθεί στην οικογένειά της. Μεγαλώνοντας, η ποιήτρια γαλουχήθηκε έτσι, ώστε καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής της να πολεμά, μέσω της ποίησης αλλά και με κινηματικό τρόπο, εναντίον του ρατσισμού, του μιλιταρισμού, της ομοφοβίας, του αντισημιτισμού, όλ’ αυτά υπό τη σκοπιά πάντοτε του φεμινισμού. Η Αντριέν Ριτς και το έργο της είναι από τα λίγα στο χώρο της ποίησης που επηρέασε τόσο πολύ το σύγχρονο φεμινισμό, στο κίνημα του οποίου και αφιέρωσε σχεδόν ολόκληρο το έργο της. Έχει τιμηθεί πολλές φορές και στα βραβεία της συμπεριλαμβάνονται τα σημαντικότερα των ΗΠΑ. Η Ναντίν Γκόρντιμερ την έχει χαρακτηρίσει ως «τον Μπλέικ των αμερικανικών γραμμάτων».

Ταξίδεψε και δημιούργησε πολύ. Έχει εκδώσει πάνω από είκοσι βιβλία (δεκαέξι ποίησης και πέντε μη μυθοπλαστικής πρόζας), έχει διευθύνει περιοδικά για την ομοφυλοφιλία και το φεμινισμό, έχει διδάξει, αγωνιστεί ως ακτιβίστρια. Ανήκει στους καλλιτέχνες που συνδέουν άμεσα και ξεκάθαρα την τέχνη με τη ζωή, κάτι που επιβεβαιώνεται και από το παράθεμα στην αρχή αυτής της μικρής εισαγωγής.

Η γλώσσα τής Ριτς είναι ακριβής και διάφανη. Χωρίς φιοριτούρες και περικοκλάδες δημιουργεί μια συγκινησιακή φόρτιση, με τον όρο «συγκίνηση» να μας πηγαίνει στο έτυμό του: συν + κίνηση. Κοντολογίς, μέσα από τις λέξεις της, η αμερικανίδα ποιήτρια θέλει να ενώσει το εν με το όλον, να μετασχηματίσει το «εγώ» σε ένα «εμείς», όπου ωστόσο πάντοτε θα περιλαμβάνει όλα τα «εγώ» και τα «εσύ», διαχωρισμένα αλλά όχι χωριστά.

Η πολιτικότητα της ποίησής της διαθέτει όλο εκείνο το αστείρευτο χάρισμα να μην υποπίπτει σε στείρους διδακτισμούς και μανιφεσταρίσματα. Δίχως να παγιδεύονται σε διακηρύξεις και τυμπανοκρουσίες, τα ποιητικά της έργα είναι διάχυτα από στοχασμό που ναι μεν μπορεί να εκκινεί απ’ το μυαλό ή άλλες φορές από μεταφυσικές διαστάσεις και καταστάσεις, αλλά μεταλαμπαδεύεται στον κόσμο μέσω του σώματος, που άλλοτε βασανίζεται και άλλοτε μαζεύει τα κομμάτια του για να οδηγηθεί εκ νέου σε μιαν αλήθεια που όχι μόνο εμπεριέχει τις πνευματικές αναζητήσεις του ανθρώπου για μια ζωή ελεύθερη από πίεση και καταπίεση, αλλά πολύ περισσότερο έχει ως ασπίδα την ελεύθερη διάθεση σώματος και πνεύματος στην εκάστοτε μάχη.

Κι αυτό κατά ριπάς. Όπως ακριβώς και στην ίδια τη ζωή.

Σημείωση: Τα ποιήματα που επιλέχτηκαν, είναι ενδεικτικά όλων όσα αναφέρθηκαν στο εισαγωγικό σημείωμα. Έχουν επιλεγεί από διαφορετικές συλλογές και περιόδους της ποιήτριας και διαμέσου αυτών μπορούμε, σιγά σιγά, να εισαχθούμε στην ποίηση της Ριτς, η οποία συνδυάζει το πολιτικό, το ερωτικό και σωματικό ενωμένα αλλά όχι συγκεχυμένα μεταξύ τους.

* * *

Το Κάψιμο του Χαρτιού Αντί των Παιδιών

Κινδύνευα να
εκφράσω με λέξεις τα ηθικά μου
κίνητρα βγάζοντάς τα έξω απ’ την ύπαρξή μου.

-Daniel Berrigan, στη δίκη στη Βαλτιμόρη.

1. Ο γείτονάς μου, επιστήμων και συλλέκτης έργων τέχνης, μου τηλεφωνεί σε κατάσταση εχθρική. Μου λέει ότι ο γιος μου κι ο γιος του, έντεκα και δώδεκα ετών, έκαψαν το βιβλίο των μαθηματικών στην αυλή την τελευταία μέρα του σχολείου. Έχει απαγορέψει στο γιο μου να πατήσει το πόδι του στο σπίτι του για μια βδομάδα κι έχει απαγορέψει στον δικό του να βγει απ’ το σπίτι το ίδιο διάστημα. «Το κάψιμο ενός βιβλίου», λέει, «μου ξυπνά απαίσια συναισθήματα, θύμησες απ’ τον Χίτλερ· υπάρχουν κάποια πράγματα που με θυμώνουν υπερβολικά, όπως η ιδέα να καις ένα βιβλίο».

Πίσω στο παρελθόν: η βιβλιοθήκη, τοίχοι γεμάτοι
με πράσινες εγκυκλοπαίδειες
Αναζητώντας ξανά
στα Άπαντα του Ντύρερ
τη MELANCOLIA, τη θλιμμένη γυναίκα

τους κροκόδειλους στον Ηρόδοτο
τη Βίβλο των Νεκρών
τη Δίκη της Ζαν Ντ’ Αρκ, πολύ σκοτεινή
έχω την αίσθηση, Είναι το χρώμα της αυτό

και μου παίρνουν το βιβλίο
γιατί την ονειρεύομαι πολλές φορές

έρωτας και τρόμος μες στο σπίτι
η γνώση του δυνάστη
Ξέρω ότι πονάει να καις

2. Το να φαντάζεσαι μιαν εποχή σιωπής
ή λέξεων ελαχίστων
μιαν εποχή χημείας και μουσικής

τα βαθουλώματα πάνω απ’ τους γοφούς σου
ιχνηλατημένα απ’ τα χέρια μου
ή, τα μαλλιά είναι σαν σάρκα, είπες

μιαν εποχή μακράς σιωπής

ανακούφιση

από τούτη τη γλώσσα        αυτή την πλάκα ασβεστόλιθου
ή εμπλουτισμένου σκυροδέματος
φανατικοί και έμποροι
κηλίδωσαν αυτή την παραλία την καλυμμένη μ’ άγρια βλάστηση
που κάποτε ανάσαινε
με καπνού τολύπες
με σάρωμα τ’ ανέμου

γνώση του δυνάστη
αυτή είναι η γλώσσα του δυνάστη

αλλ’ ακόμα πρέπει να σου μιλήσω

3. Οι άνθρωποι βασανίζονται οικτρά απ’ τη φτώχεια και χρειάζεται αξιοπρέπεια κι ευφυΐα για να ξεπεράσεις αυτό το μαρτύριο. Μερικοί απ’ αυτούς που βασανίζονται είναι: ένα παιδί που δεν έφαγε βραδινό χθες· ένα παιδί που ‘κλεψε το φαΐ του γιατί δεν είχε τα λεφτά να τ’ αγοράσει· ν’ ακούς μια μάνα να λέει ότι δεν έχει λεφτά ν’ αγοράσει φαΐ για τα παιδιά της και να βλέπεις ένα παιδί χωρίς ρούχα σού φέρνει δάκρυα στα μάτια.

(η διασάλευση της τάξης
η ανανέωση του λόγου
για να υπερνικήσεις τούτο το μαρτύριο)

4. Πλαγιάζουμε κάτω απ’ το σεντόνι
μετά που κάναμε έρωτα, μιλώντας
για τη μοναξιά

ξαλαφρωμένοι μες σ’ ένα βιβλίο
ξανανιωμένοι μες σ’ ένα βιβλίο
έτσι που σ’ αυτή τη σελίδα
ο θρόμβος και η σχισμή
απ’ αυτήν ξετρυπώνουν
λέξεις ενός άντρα
που πονά
μια γυμνή λέξη
που εισβάλει στο θρόμβο
ένα χέρι που αρπάζει
μέσ’ απ’ τα κάγκελα:

απελευθέρωση

Αυτό που συμβαίνει ανάμεσά μας
συμβαίνει για αιώνες
το ξέρουμε απ’ τη λογοτεχνία

ακόμα συμβαίνει

σεξουαλικός φθόνος
χέρι που εκτινάσσεται
χτυπώντας το κρεβάτι

στόμα ξερό
μετά από λαχάνιασμα

είναι βιβλία που τα περιγράφουν όλ’ αυτά
και είναι ανώφελα βιβλία

Περπατάς μες στο δάσος πίσω από ‘να σπίτι
εκεί σ’ εκείνη τη χώρα
βρίσκεις ένα ναό
χτισμένο χίλια οχτακόσια χρόνια πριν
εισέρχεσαι χωρίς να ξέρεις
τι να ‘ν’ αυτό όπου μπαίνεις

έτσι γίνεται μ’ εμάς

κανείς δεν ξέρει τι θα γίνει
παρόλο που τα βιβλία λένε τα πάντα

κάψτε τα βιβλία    είπε ο Αρτώ

5. Γράφω στη γραφομηχανή αργά τη νύχτα, τη μέρα ετούτη αναλογιζόμενη. Πόσο καλά μιλήσαμε όλοι μας. Μια γλώσσα είναι ο χάρτης των αποτυχιών μας. Ο Φρέντερικ Ντάγκλας έγραψε αγγλικά καθαρότερα απ’ του Μίλτον. Οι άνθρωποι βασανίζονται οικτρά απ’ τη φτώχεια. Υπάρχουν λύσεις αλλά δεν τις ενεργοποιούμε. Η Τζόαν, που δεν μπορούσε να διαβάσει, μιλούσε μια χωριάτικη μορφή των γαλλικών. Μερικά απ’ τα μαρτύρια: είναι δύσκολο να πεις την αλήθεια· αυτή είναι η Αμερική· δεν μπορώ τώρα να σ’ αγγίξω. Στην Αμερική έχουμε μόνο τον ενεστώτα χρόνο. Κινδυνεύω. Κινδυνεύεις. Το κάψιμο ενός βιβλίο δε μου ξυπνά καμιάν αίσθηση. Ξέρω ότι πονάει να καις. Υπάρχουν φλόγες από ναπάλμ στο Κέιτονσβιλλ του Μαίρυλαντ. Ξέρω ότι πονάει να καις. Η γραφομηχανή έχει ανάψει, το στόμα μου καίει, δεν μπορώ να σ’ αγγίξω κι αυτή είναι η γλώσσα του δυνάστη.

1968

[The Burning of Paper Instead of Children, The Will to Change, 1971]

Τι Σόι Χρόνια Είναι Αυτά

Υπάρχει ένα μέρος ανάμεσα σε δυο συστάδες δέντρων όπου το γρασίδι μεγαλώνει
επίμονα
και ο παλιός ανυπόταχτος δρόμος κομμάτια γίνεται από σκιές
κοντά σ’ ένα σπίτι όπου γίνονταν συγκεντρώσεις, εγκαταλειμμένο απ’ τους
εκτελεσμένους
που εξαφανίστηκαν μέσα σ’ ετούτες τις σκιές.

Περπάτησα ώς εκεί μαζεύοντας μανιτάρια στις παρυφές του τρόμου, αλλά
ας μην κρυβόμαστε πίσω απ’ το δάχτυλό μας,
αυτό δεν είναι ρωσικό ποίημα, αυτό δε συμβαίνει πουθενά αλλού παρά εδώ,
η χώρα μας κινείται εγγύτερα στη δική της αλήθεια και στο δικό της τρόμο,
στους μοναδικούς της τρόπους να οδηγεί τους ανθρώπους στην εξαφάνιση.

Δε θα σου αποκαλύψω πού είναι αυτό το μέρος, το σκοτεινό σύμπλεγμα των δέντρων
συναντά την ανεπαίσθητη αχτίδα του φωτός –
σταυροδρόμια κατακλυσμένα από φαντάσματα, παράδεισος από πεσμένα φύλλα:
ξέρω ήδη έναν που θέλει να τον αγοράσει, να τον πουλήσει, να τον εξαφανίσει.

Και δε θα σου πω πού είναι, οπότε γιατί σου λέω
έστω κι αυτά; Γιατί ακόμα ακούς, γιατί σε χρόνια σαν κι αυτά
το ν’ ακούς τουλάχιστον, είν’ απαραίτητο
για να μιλήσουμε για τα δέντρα.

1991

[What Kind of Times Are These, Dark Fields of the Republic, 1995]

Το σχολείο ανάμεσα στα χαλάσματα

Βηρυτός, Βαγδάτη, Σεράγεβο, Βηθλεέμ, Καμπούλ. Όχι ασφαλώς εδώ.

1
Παραδίδοντας το πρώτο και τελευταίο μάθημα
– μέγα φως του θέρους θα κρατήσεις
περισσότερο απ’ όσο το σχολείο κρατά;
Όταν τα παιδιά ξεχύνονται
σε σειρές απ’ τις πόρτες
ΑΓΟΡΙΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ και πολυάσχολοι δασκάλοι

ανοίγουν ή κλείνουν ψηλά παράθυρα
μ’ αγκιστρωμένους σύρτες    δημιουργώντας σκουροπράσινες σκιές

ντουλάπια ξεκλείδωτα, κλειδωμένα
ερωτήσεις ανερώτητες, ερωτημένες, όταν

ο έρωτας των νεαρών ακριμάτιστων
σκληρά σχεδιασμένος        ναι
τάξη χωρίς σκληρότητα

ένας δρόμος πάνω στη γη        ούτε παράδεισος ούτε και κόλαση
γεμάτος από το εμπόριο και τη θρησκεία
με νέους δασκάλους να τραβούν για το σχολείο

φρέσκο ψωμί και πάγκοι μ’ αγαθά που άνοιξαν νωρίς

2
Κάθε που η επίθεση σείει τον ουρανό κάθε που το θάμπος της νύχτας
αναμειγνύει τη μέρα με τη νύχτα κάθε που τα κατοικημένα

δώματα της άνω πόλης
σωριάζονται διαλύοντας τους κάτω δρόμους

σωροί από παλιοκαιρίσια στολίδια        ανθρώπινα ερείπια
κάθε που ο φόβος τους δρόμους τούς κενώνει

Κάθε που ολόκληρη η πόλη σείεται
αίμα κάτω απ’ την πατούσα που σκληραίνει σαν γυαλί

Όποιος κι αν περπατά        είναι κυρτωμένος    γονατισμένος          μια ζώνη πολεμική
ξέρει γιατί κάνει αυτή την πράξη την αυτοκτονική

Το σχολείο είναι πια ανοιχτό ολημερίς
τα παιδιά κοιμούνται
στις τάξεις    οι δάσκαλοι είναι μαζεμένοι

3
Πόσο ο καλός δάσκαλος αγαπούσε
το σχολείο του        τους μαθητές
την αίθουσα του φαγητού με τα φρέσκα σάντουιτς

τις λεμονάδες και το γάλα
την τάξη    γυάλινα κλουβιά
με βρύα και χελώνες
διδάσκοντας την ευσυνειδησία

Έρχεται ένα πρωινό χωρίς ψωμί και φρέσκο γάλα
γονείς ή σχέδια μαθημάτων

διάρροια η πρώτη ερώτηση της μέρας
τα παιδιά τουρτουρίζουν    είναι Σεπτέμβρης
Ερώτηση δευτέρα: πού είναι η μητέρα μου;

4
Ο Ένα: Δεν ξέρω πού είναι
η μητέρα σου        Ο Δύο: Δεν ξέρω
γιατί προσπαθούν να μας λαβώσουν
Ο Τρία: ή και τα μήκη και τα πλάτη της γης
από το μίσος τους    Ο Τέσσερα: Δεν ξέρω αν εμείς
τους μισούμε το ίδιο    Νομίζω ότι υπάρχει κι άλλο χαρτί υγείας
στο ντουλάπι με τις προμήθειες    Πάω να το σπάσω και να τ’ ανοίξω

Σήμερα ετούτο είναι το μάθημά σας:
γράψτε όσο καθαρότερα μπορείτε
τ’ όνομά σας        τη διεύθυνσή σας    και τον αριθμό
σ’ αυτή τη σελίδα
Όχι δεν μπορείτε να πάτε σπίτια σας ακόμα
αλλά δεν έχετε χαθεί
αυτό είναι το σχολείο μας

Δεν είμαι σίγουρος τι θα φάμε
θ’ αναζητήσουμε υγιεινές ρίζες και χόρτα
ψάχνοντας για νερό παρόλο που οι σωλήνες έχουνε σπάσει

5
Μια μικρούλα γάτα βγάζει
το κεφαλάκι της ανάμεσα απ’ τα κάγκελα του παράθυρου
είναι πεινασμένη κι αυτή σαν κι εμάς
αλλά μπορεί να φάει ποντίκια
το μπακιρένιο φουντωτό της τρίχωμα
καταδεικνύει μια ζωή ήδη άγρια

τα χρυσαφένια μάτια της
δε δείχνουν έλεος    Θα μας διδάξει    Ας την ονομάσουμε
Αδερφή
όταν βρούμε γάλα θα της δώσουμε λίγο

6
Σ’ το ‘χω πει, ας δοκιμάσουμε να κοιμηθούμε σ’ αυτό το θλιβερό κατάλυμα
Όλη νύχτα ανηλεή ακαθοδήγητα αντικείμενα στριγκλίζουν
πάνω μας πετώντας κάπου

Μην αφήσετε τα πρόσωπά σας να πετρώσουν
Μην πάψετε να με ρωτάτε το γιατί
Ας επικεντρωθούμε στη γάτα μας    μας έχει ανάγκη

Ίσως αύριο οι αρτοποιοί να φτιάξουν τους φούρνους τους

7
«Τους νανουρίσαμε    τους είπαμε ιστορίες    κάναμε
στο φως ζωάκια-σκιές με τα χέρια μας

σφουγγίσαμε τ’ ανθρώπινα συντρίμμια απ’ τις μπότες και τα πανωφόρια
καθίσαμε να μάθουμε απ’ έξω τα ονόματα
κάποιοι ήταν πολύ μικροί για να γράψουν
κάποιοι είχανε ξεχάσει πώς»

2001

[The School Among the Ruins, The School Among the Ruins, 2004]

[Αρχική δημοσίευση: «Βακχικόν», Ηλεκτρονικό Περιοδικό Γραμμάτων και Τεχνών, τεύχος 4 – «Εδώ ζούμε όλοι σε μια φιλόδοξη φτώχεια», Δεκέμβριος 2008 – Φεβρουάριος 2009]

The Ayrshire Orpheus – Mick Imlah

author_imlah_mick_jpg_280x450_q851

Ο Ορφέας του Ayrshire – Mick Imlah

Και κατηφόρισε βαθιά, βυθομετρώντας τα δώματα τα μέσα
Που ο Πλούτωνας κυβέρναγε στο πλάι του έχοντας την άγρια Περσεφόνη,
Παίζοντας, ακόμη κι έτσι, τον αυλό, μέχρι που κόντεψε στις πύλες
τις διπλές τους
Και χτύπησε. Κι νά που στα μάτια του εφάνη, οικτρά καχεκτική:
Η Ευρυδίκη, με ξοδεμένο πρόσωπο,
Στα πόδια ζαρωμένη αυτού του αλαζόνος ζεύγους
Που έκπληξη καμώθηκε Σκοτσέζο σαν αντίκρισε σε μέρη σαν κι αυτά.

Αργότερα, είπε ο Ορφέας, τρυφηλός κι επίμονος συνάμα,
στον τρόμο μέσα ο μισός
Γι’ αυτό που είχε κείνη καταντήσει: «Κορίτσι μου ασθενικό –
Ε, εσύ – αγάπη μου – παρόλο που κάλλιο από νεκρή να είσαι –
Τι να συνέβη άραγε στο πρόσωπο αυτό, στα χείλη αυτά τ’ αγαπημένα;
Πού έχουνε χαθεί, ή πώς τάχα έτσι σου έχουν καταντήσει;»
Κι αυτή αποκρίθηκε: «Ησύχασε, αγαπημένε, αυτή τη στιγμή μιλιά δε γίνεται
να βγάλω –
Αλλά θ’ ακούσεις όλη την αλήθεια μιαν άλλη μέρα που θα ’ρθεί»,

Και σαν ο Πλούτωνας στη μέση μπήκε: «Ανόητη η σύντροφός σου
Το πρόσωπό της πλήγιασε, κάνοντας στέρφα έτσι την κοιλιά της,
Σε σπίτι μένοντας όπου δουλειά δεν είχε·
Έχοντας στο νου επίμονα το Μπάλαντρε και του Αρράν τη θέα,
Βρίσκει της κόλασης του μύλους αφιλόξενους και παραλλήλως ξένους·
Αν κάποιος σε θέση ήτανε να την ελευθερώσει στέλνοντάς τη στη θάλασσα του
Άυρσιρ
Καμιά αμφιβολία πως η όψη της γιατρειά θα έβρισκε, την πιο μεγάλη!»

Έτσι ο Ορφέας κάθισε μπροστά στο πλάνο ζεύγος
Και με πρωτάκουστη φωνή, τους χάρισε τραγούδι
Αφήγηση εκκινώντας, «Οι όχθες σου κι οι λόφοι» στη βασιλική αγκάλη·
Ένα θελκτικό «Ένα βαθύ φιλί», κι ένα «Πιάσε τους αμνούς»,
Και μετά «Η αγάπη μου είναι σα ρόδο κατακόκκινο»·
Μέχρι που ο Πλούτωνας στα θέλγητρα παρεδόθη, κι η ακανθώδης Περσεφόνη
Πλάγιασε το απαλό το σώμα της στη χλόη.

Οι καταχθόνιες λίμνες είχαν γεμίσει με ύδωρ από κρίνα,
Τέτοια ήταν η δύναμη η ευγενής αυτής της απαγγελίας,
Όταν ο Πλούτωνας καθάρισε το λαιμό του, είπε: «Τον Σκότο ευχαριστώ
Που έγραψε τα άσματα ετούτα, κι εσένα που τους χάρισες και σάρκα και οστά·
Ονόμασε το δώρο που αξίζεις, και πάρ’ το γι’ αμοιβή σου».
Κι ικέτεψε ο Ορφέας, «Αν είναι έτσι, άσε με τον έρωτα να πάρω
Πίσω στο μέρος κείνο που δικό μας ήτανε στον κόσμο τον επάνω».

Αυτό τον Πλούτωνα έκανε χαμόγελο να δώσει. «Είσαι θρασύς, Σκοτσέζε!
– Ωστόσο έχω την πρόθεση μια τέτοια απαίτηση χάρισμα να σου δώσω
μ’ έναν και μόνον όρο: έστω για μια φορά πίσω σου να κοιτάξεις,
Η σύντροφός σου στην κόλαση θα έρθει, σε κόλαση επαχθή!»
Τότε ο Ορφέας έσφιξε τη δρόσο της στο στέρνο,
Και για τα πάνω κίνησαν, σα σπείρα περπατώντας στην ειμαρμένη μέσα,
Μέχρι που σχεδόν σιμώσανε στην τελευταία πύλη.

Αν έχετε ποτέ αγάπη νιώσει, ονειρευτείτε τα λόγια τα γλυκά
Που το ζευγάρι αυτό αντάλλασσε, πηγαίνοντας ξανά στον κόσμο τον επάνω –
Έτσι, μπορείτε να τον κατηγορήσετε, εν μέσω τέτοιας ζώσης,
Εάν αυτός προέβαινε σ’ ολίσθημα του νου;
Αποστροφή μού φέρνει αυτό – έπεσε ένα μέτρο πίσω του –
Κι εκείνος πίσω έριξε ματιά – και μ’ αλυσίδες κείνη δέθηκε από τον κάτω κόσμο
Κι αυτές μεμιάς την τράβηξαν στου Άδη τον αιώνα.

Κακόμοιρε Ορφέα! Σα μια παμπάλαια πόλη ένιωσε
Του Γκάρρικ, στη δύση της ζωής της: Σαν το Μέυμπολ, ή το Γκίρβαν,
Όπου οι παμπ τα στόρια έκλεισαν, που τα παιδιά χλευάζουνε «τον κλόουν
Που δεν μπορούσε εμπρός του να κοιτάξει», απ’ του Ιρβάιν τις ντρόγκες·
Καθώς σκυθρωπός καθότανε στο λυκαυγές του βίου
Μόνος με όσα έλαβε, θλιμμένος χάνοντάς τη,
Το δρόμο της επιστροφής κινά, το δρόμο του σαν χήρος.

Απόδοση: Δημήτρης Αθηνάκης

Μια κατατοπιστική κριτική από τον Douglas Dunn.

Το πιο μαύρο τ’ ουρανού – Joel Rose

mauro_ouranou_exo

Εκδότης: Μοντέρνοι Καιροί

Μετάφραση: Ρένα ΧΑΤΧΟΥΤ

Απόδοση ποιημάτων: Δημήτρης ΑΘΗΝΑΚΗΣ

ISBN:  978-960-691-266-5

Σελίδες:  548

Διαστάσεις:  15Χ23

Τιμή: €19.90

* * *

Νέα Υόρκη, 1841.

Ο Έντγκαρ Άλαν Πόε περιδιαβάζει άρρωστος και ταπεινωμένος στους δρόμους της πόλης, βυθισμένος στην ανάμνηση κάποιας επιτακτικής θλίψης… «Ω Μαίρη», μονολογεί.

Ο μεγάλος Αμερικανός ποιητής τυλίγεται στην αχλή της νύχτας, ενώ πίσω του σέρνονται σκιές, βαριές και μυστήριες. Μεταξύ αυτών, η θύμηση της Μαίρης Σεσίλια Ρότζερς, της άγρια δολο φονημένης υπαλλήλου ενός καπνοπωλείου, ο αρχηγός της αστυνομίας Τζέικομπ Χέιζ, η κόρη του Όλγα, θαυμάστρια του σκοτεινού ποιητή, ο Τόμι Κόουλμαν, αρχηγός μιας από τις στυγερότερες συμμορίες της μητρόπολης, ο φιλόδοξος συγγραφέας Τζον Κολτ.

Ένα μυστηριώδες έγκλημα οδηγεί σε μια καταβύθιση στο μεγαλειώδες έργο του Έντγκαρ Άλαν Πόε, στην ανθρωπογεωγραφία της Αμερικής του 19ου αιώνα, αλλά και στην ένωση της τέχνης και της ζωής σ’ έναν κοινό σκοπό· την επιβίωση. Εδώ δεν έχει σημασία τόσο ποιος σκότωσε ποιον, αλλά ποιος, τελικά, ήταν ήδη νεκρός και, φυσικά, ποιος δε θα πεθάνει ποτέ – έστω στη μνήμη των άλλων.

Stephanie Norgate & Patience Agbabi [1 + ένα ποιήματα]

ΓΕΝΝΗΣΗ – ΣΤΕΦΑΝΙ ΝΟΡΓΚΕΪΤ

Μια ιστορία που τα παιδιά αρέσκονται ν’ ακούν
μα δεν μπορούν ποτέ να θυμηθούν.
“Γεννήθηκε στις…” ένα βιογραφικό σημείωμα
που δε λέει τίποτε απ’ τη δεκεμβριάτικη μέρα
που η δεκαεξάχρονη μητέρα σου και ο πατέρας σου
παλεύουν με το ψύχος,
βουλώνοντας τα κενά στο σοβά
με της γιαγιάς του το κουρελιασμένο μισοφόρι,
απλώνοντας κασκόλ και παλιές κάλτσες
στις κάτω ρωγμές στις πόρτες,
ανάβοντας το γκάζι που στάζει
αδιάκοπες φλόγες κατά μήκος όλων των τοίχων.

Όταν βγαίνεις στον κόσμο γλιστρώντας,
σ’ ονομάζουν Μυρτιά
για χάρη του αγροτόσπιτου που διαρρέει η φωτιά και η βροχή
την ώρα που η μητέρα σου πλένει
το σώμα της με νερό απ’ την πορσελάνινη στάμνα
και ο πατέρας σου γεμίζει την πίπα του
και ανησυχεί και βήχει
αναλογιζόμενος πόσο στ’ αλήθεια είναι άντρας
τώρα που έχει παιδί. Μα εσύ δεν μπορείς ν’ ανακαλέσεις
τίποτε απ’ όλ’ αυτά: Τη γριά Νταίζη, τη μητριά της μητέρας σου,
να φέρνει σ’ αμηχανία τη μητέρα σου
με μια τσιγγάνικη ευλογία
και μερικά αυγά απ’ τη χήνα.

Πριν απ’ τ’ άλλα έξι παιδιά,
πριν απ’ τα εξήντα-τη-μέρα τσιγάρα Senior Service,
πριν απ’ τ’ άλογα,
ήσουν εσύ κι αυτοί μόνον, και, μετά τη βροχή,
ο χειμωνιάτικος ήλιος λευκαίνει τη γενειάδα του γέρου
αυτήν που καλύπτει το χώρο απ’ την οξιά στο έλατο στην οξιά
ιχνηλατώντας όλον τον απόκρημνο λόφο, και να σου
η μητέρα σου, ματωμένη, τραγουδώντας
με τα ξέπλεκα μακριά της μαλλιά,
έτσι όπως πάντοτε ήθελες να θυμάσαι.

Μετάφραση: Δημήτρης Αθηνάκης

ΦΑΕ ΜΕ – ΠΕΪΣΕΝΣ ΑΓΚΜΠΑΜΠΙ

Όταν έκλεισα τα τριάντα, μου έφερε μια τούρτα,
τρία στρώματα κρούστας, σπιτική,
ένα κεράκι για κάθε έξι μου κιλά.

Η κρούστα ήταν λευκή μα τα γράμματα ροζ,
έλεγαν, ΦΑΕ ΜΕ. Κι εγώ έφαγα, έκανα
ό,τι μου είπε. Δεν τη γεύτηκα καν.

Μετά μου ζήτησε να σηκωθώ και να κάνω
ένα γύρο το κρεβάτι έτσι που μπορούσε να βλέπει τη μεγάλη
κοιλιά μου να πηγαίνει πέρα δώθε,  τους γοφούς μου ν’ ανεβοκατεβαίνουν σαν μεγάλο φορτηγό.

Όσο παχύτερη, τόσο το καλύτερο, θα ‘λεγε, μ’ αρέσουν
τα χοντρά κορίτσια, τ’ απαλά κορίτσια, εκείνα που μπορώ να φωλιάσω μέσα τους
με πολλές δίπλες στο πιγούνι, μ’ ένα σωρό κυτταρίτιδα
.

Ήμουν το τζακούζι του. Αλλ’ εκείνος ήταν ο μάγειράς μου,
η μοναδική μου απόλαυση η επίθεση του fast food,
η δική του, να με βλέπει να φουσκώνω σαν απαγορευμένος καρπός.

Το σαρκώδες τροπικό του φρούτο. Το έρημο νησί του μετά από ένα ναυάγιο.
Ή μια αδύναμη φάλαινα σ’ ένα τεράστιο κρεβάτι
ποθώντας ένα κύμα. Ήμουν ένα παλιρροιακό κύμα από σάρκα

πολύ χοντρή για να φύγω, πολύ χοντρή για ν’ αγοράσω ένα λίτρο ολόπαχο γάλα,
πολύ χοντρή για να χρησιμοποιήσω το λίπος σαν μια συναισθηματική ασπίδα,
πολύ χοντρή για ν’ αποκληθώ ευτραφής, γεμάτη θαλπωρή, εύσωμη.

Τη μέρα που έκλεισα τα τριάντα εννιά, τον άφησα να θωπεύσει
το γιγάντιο σαν την υδρόγειο μάγουλό μου. Η σάρκα του, η σάρκα μου έγιναν χείμαρρος.
Είπε, άνοιξε όσο μπορείς, έχυσε ελαιόλαδο στο λαιμό μου.

Σύντομα θα ‘σαι σαράντα… ψιθύρισε, και πώς
θα μπορούσα να μη γυρίσω καταπλακώνοντάς τον. Γύρισα κι εκείνος πνίγηκε
στη σάρκα μου. Έπνιξα τον ήχο της θανατικής του καταδίκης.

Τον άφησα εκεί για έξι ώρες που ένιωσα σαν μια βδομάδα.
Το στόμα του ανεπαίσθητα ανοιχτό, τα μάτια του πρησμένα απ’ την απληστία.
Δεν έμεινε τίποτ’ άλλο φαγώσιμο μες στο σπίτι.

Μετάφραση: Δημήτρης Αθηνάκης

The Ninth Symphony of Beethoven Understood at Last as a Sexual Message – Adrienne Rich

Ένας άντρας χωμένος μες στη φρίκη τής ανημπόριας
ή της αντιπαραγωγικότητας, χωρίς να γνωρίζει τη διαφορά
ένας άντρας που προσπαθεί να πει κάτι
ουρλιάζοντας απ’ την κλιμακτηριακή
μουσική τής πέρα για πέρα
απομονωμένης ψυχής
στριγκλίζοντας στη Χαρά απ’ τη βαθιά τρύπα τού εγώ
μουσική χωρίς το φάντασμα
άλλου ανθρώπου μέσα της, μουσική
που παλεύει να πει κάτι που ο άντρας
δε θέλει να ξεστομίσει, που θα παρέμενε αν ήταν στο χέρι του
φιμωμένος και φυλακισμένος και μαστιγωμένος απ’ τις χορδές της Χαράς
όπου τα πάντα είναι σιωπή και το
χτύπημα μιας ματωμένης γροθιάς πάνω
σ’ ένα κομματιασμένο τραπέζι

Μετάφραση: Δημήτρης Αθηνάκης

«Απ’ τον τάφο γράφε μου, Άννα!»

«Απ’ τον τάφο γράφε μου, Άννα!»

Ήταν μια μέρα ηλιόλουστη, που έσφυζε ζωή, και Εκείνη ήταν καλοδιάθετη. Συνάντησε την ψυχοθεραπεύτριά της Μπάρμπαρα Σουάρτζ έπειτα από εννέα μήνες, και της έδωσε να διαβάσει ένα ποίημα με τον τίτλο «Η αυτοβιογραφία ενός σχιζοφρενούς κοριτσιού», όπου εξέφραζε την ευγνωμοσύνη της για όσα η γιατρός της είχε προσφέρει μετά το διαζύγιο που πήρε από τον Κάγιο. Μετά συνάντησε την καλύτερή της φίλη Μαξίν Κούμιν για φαγητό, με την οποία ολοκλήρωσαν τη διόρθωση της τελευταίας της εν ζωή συλλογής με τον τίτλο Το Τρομερό Κωπηλάτισμα προς τον Θεό και αποχαιρετίστηκαν κανονικά. Έπειτα επέστρεψε στο σπίτι, έκανε ένα τηλεφώνημα για ν’ αλλάξει την ώρα του βραδινού της ραντεβού, φόρεσε το γούνινο παλτό της μαμάς της και κατευθύνθηκε προς το γκαράζ με ένα ακόμη ποτήρι βότκα. Τα τσιγάρα της τα είχε κρύψει ήδη στο γραφείο της Σουάρτζ, σημάδι ανησυχητικό για μια μανιώδη καπνίστρια. Κάθισε λοιπόν στην κόκκινή της Cougar, άναψε το βεντζινοκινητήρα, άνοιξε το ραδιόφωνο, και αφέθηκε τρυφερά στον άλλο κόσμο.

Δεν άφησε σημείωμα, δεν υπήρξε προειδοποίηση, καθότι ο θάνατός της, ανένδοτος σαν την αγάπη, ήταν στην ουσία ένα είδος επιστροφής στη ζωή, στην αγκαλιά της ζεστής μήτρας που τη γέννησε και την οποία είχε τιμήσει γενναία τόσο στην ποίησή της όσο και στη ζωή.

Ήταν μια ηλιόλουστη μέρα της 4ης Οκτωβρίου 1974 όταν η Ανν Σέξτον κωπηλάτησε προς τον Θεό που ατένιζε ως μια, αστεία κάπως, Γυναίκα Θεά. Σε αντίθεση με όσους ποιητές έφυγαν νωρίς, η ίδια πέτυχε κάτι το αξιομνημόνευτο: Υπέφερε αργά και γι’ αυτό αγέρωχα το σκήνωμα του θανάτου της ζώντας βυθισμένη στις ψυχωμένες της λέξεις. Γιατί είχε το χάρισμα να πιστεύει σε αυτές ή, με άλλα λόγια, ήταν η ίδια η φρεναπάτη των λέξεων να γράφουν τον εαυτό τους.

Τα Άπαντα Ποιήματά της έφτασαν στα χέρια μας κάτω από ιδιάζουσες συνθήκες και η μετάφραση πολλών ποιημάτων της εξακολουθεί να αποτελεί για μας μια συγκλονιστική εμπειρία, από εκείνες που αγαπάς και μισείς παράλληλα, καθότι σε φέρνουν αντιμέτωπο με τον πιο αδίστακτο Κριτή, τον σκοτεινό καθρέφτη του εαυτού σου. Η μετάφραση ενός ποιήματος της Ανν Σέξτον από δύο ανθρώπους περιλαμβάνει ενίοτε διαφωνίες μα και αλληλοσυμπληρώσεις, συζητήσεις και προβληματισμούς που τους καθιστούν καλύτερους αναγνώστες της ποίησης.

Βρήκαμε στο αντίτυπο με τη χρονολογία έκδοσης 1982 ένα υπογραμμισμένο με μολύβι στίχο, από το πρώτο ποίημα που μεταφράσαμε παρακάτω, της τελευταίας συλλογής που επιμελήθηκε και εξέδωσε η κόρης τής Ανν Σέξτον Λίντα Σέξτον, με τον τίτλο Τελευταία Ποιήματα.

Πρόκειται για τον εξής στίχο, που αφιερώνουμε σε σας:

Love? Be it man. Be it woman.

* * *

Νουθεσίες σε κάποιον άνθρωπο ξεχωριστό

Φυλάξου απ’ την εξουσία,

η ισχύς της μπορεί να σου ανοίξει το λάκκο,

χιόνι, χιόνι, χιόνι, σου ακινητοποιεί το βουνό.

Φυλάξου απ’ το μίσος,

μπορεί το στόμα του ν’ ανοίξει και να σε εκτινάξει

να φας το πόδι σου, λεπρός της μιας στιγμής.

Φυλάξου απ’ τους φίλους,

γιατί σαν τους προδώσεις,

όπως και θα κάνεις,

θα θάψουν το κεφάλι τους στην τουαλέτα

και θα χαθούν τραβώντας το καζανάκι.

Φυλάξου απ’ το πνεύμα,

γιατί ξέρει τόσα που δεν ξέρει τίποτα

και σε αφήνει ανάποδο εκκρεμές,

εκστομίζοντας γνώση, ενόσω η καρδιά σου

καταρρέει απ’ το στόμα σου.

Φυλάξου απ’ τα παιχνίδια, το κομμάτι του ηθοποιού,

το λόγο που σχεδιάζεται, μαθαίνεται, δίδεται,

καθώς θα σε δώσουν

και θα στέκεσαι σαν απογυμνωμένο αγοράκι

που κατουρά το ίδιο του το παιδικό κρεβάτι.

Φυλάξου απ’ την αγάπη

(εκτός κι αν είναι αληθινή,

και κάθε σημείο του σώματός σου λέει ναι, και τα δάχτυλα ακόμη),

θα σε τυλίξει σαν μούμια,

και η κραυγή σου δεν θα εισακουστεί

και από τα ζωτικά σου όργανα δεν θα λειτουργεί κανένα.

Αγάπη; Κάνε την άντρα. Κάνε τη γυναίκα.

Πρέπει να είναι ένα κύμα μες στο οποίο να θες να γλιστρήσεις,

στο οποίο θα δώσεις το σώμα σου, στο οποίο το γέλιο σου θα δώσεις,

δώσε, σαν η χαλικώδης άμμος σε παρασύρει,

τα δάκρυά σου στη γη. Το να αγαπάς κάποιον είναι κάτι

σαν προσευχή που δεν τη σχεδιάζεις, απλώς πέφτεις

στην αγκαλιά της, αφού η πίστη σου τη δυσπιστία σου ξεκάνει.

Άνθρωπε ξεχωριστέ,

αν ήμουν στη θέση σου, σημασία δεν θα ‘δινα

στις νουθεσίες μου,

μισές φτιαγμένες από δικές σου λέξεις

και κομματάκι δικές μου.

Μια σύμπραξη.

Δεν πιστεύω λέξη απ’ όσα είπα,

αν εξαιρέσεις μερικές, αν εξαιρέσεις ότι σε σκέφτομαι σαν κάποιο νέο δέντρο

με κολλημένα τα φύλλα του επάνω, και ξέρω πως θα ριζώσεις

ώστε η αληθινή πρασινάδα να φανεί.

Αφέσου. Αφέσου.

Ω, άνθρωπε ξεχωριστέ,

φύλλα εν δυνάμει,

αυτή η γραφομηχανή στο διάβα της προς αυτά σε βρίσκει καλό,

μα θέλει κρυστάλλινα ποτήρια να διαλύσει

ως ένδειξη τιμής,

για σένα,

όταν ο σκοτεινός φλοιός ξεπεταχτεί

και θα αεροπορείς ανάλαφρα

σαν ένα φουσκωμένο μπαλόνι.

24 Μαρτίου 1974

(δημοσιευμένο μετά θάνατον – το πρώτο της συλλογής)

* * *

Ερωτικό γράμμα γραμμένο μέσα σ’ ένα φλεγόμενο κτίριο

Αγαπημένε μου Φόξυ,

Είμαι μέσα σ’ ένα ξύλινο καφάσι,

το καφάσι που ήταν κάποτε δικό μας,

γεμάτο άσπρα πουκάμισα και σαλατικά,

το ψυγείο χτυπά με τ’ απολαυστικά μας χτυπήματα,

και φόρεσα ταινίες στα μάτια μου,

και συ φορούσες αυγά στην τρύπα σου,

και κυλιστήκαμε στα πατώματα, στα πατώματα, στα πατώματα

όλη μέρα, ακόμη και στο μπάνιο σαν σεληνιασμένοι.

Μα σήμερα έβαλα φωτιά στο κρεβάτι

κι ο καπνός πνίγει το δωμάτιο,

αρχίζει και γίνεται αρκετή ζέστη εδώ μέσα ώστε να λιώσουν οι τοίχοι,

και το ψυγείο, ένα γλιτσιασμένο άσπρο δόντι.

Φορώ μια μάσκα για να γράψω τις τελευταίες μου λέξεις,

κι είναι μόνον για σένα, και θα τις βάλω

στο ψυγείο φυλάγοντάς τες για τη βότκα και τις ντομάτες,

κι ίσως να κρατήσουν έτσι.

Η σκύλα όμως όχι. Τα στίγματά της θα λιγοστέψουν.

Τα παλιά γράμματα θα λιώσουν μέσα σε μια μαύρη μέλισσα.

Τα νυχτικά ήδη κομματιάζονται

χάρτινα θαρρείς, το κίτρινο, το κόκκινο, το μοβ.

Το κρεβάτι -εδώ που τα λέμε, τα σεντόνια έχουν γίνει χρυσαφένια-

βαρύ, βαρύ χρυσάφι, και το στρώμα

φιλιέται μες σε μια πέτρα.

Όσο για μένα, αγαπημένε μου Φόξυ,

τα ποιήματά μου για σένα μπορεί, μπορεί και όχι, να φτάσουν το ψυγείο

και τη φερέλπιδα αιωνιότητά του,

για σένα αυτό δεν φτάνει;

Αυτό όπου ονοματίζεις

τ’ όνομά μου ακριβώς έξω δίπλα στη θέση του παραλήπτη;

Αν τα δάχτυλα των ποδιών μου δεν ήταν σαν αρπακτικού

θα ‘λεγα όλη την ιστορία –

όχι μόνον την ιστορία για τα σεντόνια

αλλά την ιστορία για τον αφαλό,

την ιστορία με τα βλέφαρα που ήταν δύσκολο ν’ ανοίξουν,

την ιστορία της-πικρής-απ’-το-ουίσκι-θηλής –

και θα φτυάριζα την αγάπη μας πίσω εκεί όπου ανήκε.

Παρ’ όλα τα γάντια μου από αμίαντο,

ο βήχας με πνίγει μ’ απελπισία,

και μια κόκκινη σκόνη κυλά μέσ’ απ’ τις φλέβες μου,

το μικρό μας σκελετωμένο σπίτι συντρίβεται τόσο ανοιχτά

και χωρίς να το θέλει, βλέπεις,

σημαίνει μια μοναχική πράξη,

την αποτέφρωση μιας αγάπης,

αλλά αντίθετα μοιάζουμε να καταρρέουμε

ακριβώς στη μέση του Ρωσικού δρόμου,

οι φλόγες κάνουν τον ήχο τού

αλόγου που το χτυπάς και το χτυπάς,

το μαστίγιο λατρεύει τον ανθρώπινό του θρίαμβο

την ώρα που οι μύγες περιμένουν, τίναγμα το τίναγμα,

ακριβώς κατευθείαν απ’ την εταιρεία United Fruit[i].

27 Σεπτεμβρίου 1974

(δημοσιευμένο μετά θάνατον – το τελευταίο της συλλογής)

Απ’ τον τάφο γράφε μου, Άννα!

Δεν είσαι τίποτα άλλο από στάχτη, όμως, όπως και να ‘χει

πάρε τον Parker που σου χάρισα.

Γράφε μου.

Γράφε[ii].

* * *

Δημήτρης Αθηνάκης & Ευτυχία Παναγιώτου


[i] Τεράστια και υπερ-αποδοτική εταιρεία των ΗΠΑ που ιδρύθηκε το 1945 και εμπορευόταν τροπικά φρούτα που εισήγαγε ή καλλιεργούσε στον Τρίτο Κόσμο. Η United Fruit, Inc. Λέγεται ότι συνέβαλε στην οικονομική άνθιση της Λατινικής Αμερικής. Ωστόσο, κατηγορήθηκε για κακό εργασιακό περιβάλλον, για εκμετάλλευση των εργατών, για κυβερνητικές βοήθειες και παράνομες φοροαπαλλαγές με ανταλλάγματα κ.λπ. Εδώ, η Σέξτον φαίνεται να θέλει να εντάξει στο όλο ποίημα και αυτή τη φθορά και διαφθορά. Η μαγεία των ερωτικών ποιημάτων να υπερβαίνουν το προφανές. (Σ.τ.Μ.)

[ii] «Anna Who Was Mad» («Άννα – που ήταν τρελή»), Book Of Folly, 1972.

Emptying Town – Nick Flynn

Θέλω να σβήσω τα ίχνη σου
απ’ τους τοίχους μου. Κάθε μαξιλάρι
είναι γεμάτο απ’ τις δικαιολογίες σου. Οι οιωνοί

πλημμυρίζουν το πεζοδρόμιο κάτω απ’ το παράθυρό μου: μια γυναίκα
φορώντας καπέλο από πάρτι, κρατώντας σφιχτά
ένα ελαστικό μπαλόνι. Σκιές

σέρνονται αργά μέσα στην άσφαλτο, κάποιος ουρλιάζει “Σταματήστε!”
κι εγώ κλείνω τα μάτια μου. Δεν μπορώ να κοιτάζω

αυτή την πόλη ν’ αδειάζει αργά, αφήνοντάς με
κρεμασμένο ανάμεσα στα “καλό ταξίδι”, σαν πάμπολλα ρούχα
απλωμένα, με τ’ άσπρο μαντίλι

κολλημένο στο λαιμό μου. Θυμάσαι πώς ο Χριστός

ξεσκίζει ανοίγοντας το πουκάμισό του
για να μας δείξει την καρδιά του, ολόκληρη φλεγόμενη κι αγκαθωτή,
θυμάσαι τον τρόπο που τη δείχνει. Φοβάμαι ότι ο τρόπος που θα μου λείψεις

θα ‘ναι αυτός ο προφανής.

Έχω ένα φίλο που όλοι με προειδοποιούν
ότι είναι επικίνδυνος, κρύβει
ματωμένες εικόνες του Χριστού
γύρω γύρω στο σπίτι μου, για να τις βρίσκω εγώ

όταν επιστρέφω· ο Χριστός
πίσω απ’ την πόρτα του ερμάριου, ο Χριστός κολλημένος

στον καθρέφτη. Θέλει να με σώσει
αλλά διαφωνούμε από τι. Η δική μου κόλαση
είναι κάποιος που ξεσκίζει ανοίγοντας το πουκάμισό του

και λέει, Κοίτα τι έχω κάνει εγώ για σένα…

Μετάφραση: Δημήτρης Αθηνάκης

Invitation to Miss Marianne Moore – Elizabeth Bishop

Αυτό το ποίημα διαβάζεται με το “δίδυμό” του… Μ’ αυτό δηλαδή.

Από το Μπρούκλυν, πάνω απ’ τη Γέφυρα του Μπρούκλυν, αυτό το υπέροχο πρωινό,
ελάτε, σας παρακαλώ, πετώντας.
Μες σ’ ένα σύννεφο από εύφλεκτα ωχρά χημικά,
ελάτε, σας παρακαλώ, πετώντας,
στ’ αστραπιαίο στριφογύρισμα των χιλιάδων μικρών γαλάζιων τυμπάνων
βυθιζόμενη έξω απ’ το συννεφιασμένο ουρανό
πάνω απ’ τη θαμποβόλα αποβάθρα του υδάτινου καταφυγίου,
ελάτε, σας παρακαλώ, πετώντας.

Σφυρίχτρες, εμβλήματα και καπνός ξεσπούν. Τα πλοία
κάνουν σινιάλο εγκάρδια με χιλιάδες σημαίες
που ανυψώνονται και πέφτουν σαν πουλιά ολόγυρα απ’ το λιμάνι.
Εισαγωγή: δυο ποτάμια με σεβασμό κουβαλούν
αμέτρητες μικρές διάφανες μέδουσες
σε βιτρώ κατασκευές που σέρνονται σ’ ασημένιες αλυσίδες.
Η μάχη είναι ακίνδυνη· ο καιρός είναι κανονισμένος.
Τα κύματα τρέχουν κατά στοίχους αυτό το υπέροχο πρωινό.
Ελάτε, σας παρακαλώ, πετώντας.

Ελάτε με τη μυτερή άκρη καθενός απ’ τα μαύρα παπούτσια
αφήνοντας πίσω ένα ζαφειρένιο ισχυρό φως,
με μια μαύρη κάπα γεμάτη φτερά πεταλούδων κι ευφυολογήματα,
μ’ ένας θεός ξέρει πόσους αγγέλους όλους να πετούν
πάνω στο φαρδύ μαύρο γείσο του καπέλου σας,
ελάτε, σας παρακαλώ, πετώντας.

Κουβαλώντας ένα μουσικό ανήκουστο άβακα,
μιαν αμυδρά επικριτική συνοφρύωση, και μπλε κορδέλες,
ελάτε, σας παρακαλώ, πετώντας.
Εγκλήματα κι ουρανοξύστες αχνοφέγγουν στην παλίρροια· το Μανχάταν
είναι ολόκληρο πλημμυρισμένο με ηθική αυτό το υπέροχο πρωινό,
οπότε ελάτε, σας παρακαλώ, πετώντας.

Καβαλικεύοντας τον ουρανό μ’ έμφυτο ηρωισμό,
πάνω απ’ τ’ ατυχήματα, πάνω απ’ τις μοχθηρές ταινίες,
τα ταξί και τις αδικίες γενικά,
την ώρα που οι κόρνες αντηχούν στα όμορφα αυτιά σας
που ταυτόχρονα ακούν
μιαν απαλή πρωτάκουστη μουσική, που εναρμονίζεται με το ελάφι,
ελάτε, σας παρακαλώ, πετώντας.

Γι’ αυτόν που τ’ άγρια μουσεία θα υποταχτούν
σαν καλότροπα αρσενικά πουλιά του παραδείσου,
γι’ αυτόν που τα ευάρεστα λιοντάρια κείτονται εν αναμονή
στα σκαλιά της Δημόσιας Βιβλιοθήκης,
ανυπόμονα να σηκωθούν και ν’ ακολουθήσουν μέσ’ απ’ τις πύλες
μέχρι πάνω στ’ αναγνωστήρια,
ελάτε, σας παρακαλώ, πετώντας.
Μπορούμε να καθίσουμε και να κλάψουμε· μπορούμε να πάμε για ψώνια,
ή να παίξουμε με μισή καρδιά ένα παιχνίδι που θα ‘μαστε για πάντα λάθος
μ’ έναν ανεκτίμητο σωρό από γλωσσάρια,
ή μπορούμε γενναία να θρηνήσουμε, αλλά σας παρακαλώ,
ελάτε, σας παρακαλώ, πετώντας.

Με αυστηρά συστήματα από αρνητικές συγκρίσεις
που σκοτεινιάζουν και πεθαίνουν γύρω σας,
με γραμματική που ξάφνου γυρνά και φέγγει
σαν σμήνη από θαλασσοπούλια που πετούν,
ελάτε, σας παρακαλώ, πετώντας.

Ελάτε σαν φως στον άσπρο συννεφιασμένο ουρανό,
ελάτε σαν της μιας ημέρας τον κομήτη
μ’ ένα μακρύ ανέφελο συρμό από λέξεις,
από το Μπρούκλυν, πάνω απ’ τη Γέφυρα του Μπρούκλυν, αυτό το υπέροχο πρωινό,
ελάτε, σας παρακαλώ, πετώντας.

Μετάφραση: Δημήτρης Αθηνάκης

Laura (Riding) Jackson – 4 ποιήματα & μια εισαγωγή

Incarnations

Μην αρνείσαι,
Μην αρνείσαι, το πράγμα μέσ’ απ’ το πράγμα.
Μην αρνείσαι μες στην καινούργια έπαρση
Την παλιά, αυθεντική σκόνη.

Από ποιον τάφο, από ποιο παρελθόν σάρκας και κόκαλου
Ονειρεύομαι, Ονειρεύομαι ότι ξαπλώνω
Κάτω απ’ την τυχερή κατάρα,
Μαγεμένη, ζωντανή, λησμονώντας τα πρώτα…
Ο θάνατος δε δίνει ούτε μια στιγμή θύμησης λες

Από φόβο, σαν τ’ άγαλμα που είναι καλά μετασχηματισμένη πέτρα,
Εγώ κόκκο τον κόκκο ανακαλώ την αυθεντική τη σκόνη
Και, κοιτάζοντας πίσω την κλίμακα της μνήμης, μένω να λέω:
Αυτό δεν ήμουνα ποτέ εγώ.

Life-size is too large

Στο μικροσκόπιο της ελάχιστης σκέψης
(Για να ‘χω χώρο αρκετό να σκέφτομαι)
Είπα, “Καθρέφτη-μέγκενη, πιστό σφίξιμο,
Σπάσε, γίνε μεγάλος όπως εγώ”.

Μετά άκουσα μικρά φυλλαράκια να θροΐζουν μες στ’ αυτιά μου
Κι έναν μικρό άνεμο σαν θρόισμα των φύλλων
Το μυαλό μου χωμένο σε μιαν άκρη του μυαλού μου,
Όπου ο άνεμος πάνω από χώμα άδειο έγινε ρεύμα
Κι ένας τεράστιος νάνος πετάχτηκε και τίποτα δεν πήρε.

Grace

Αυτή η στάση και αυτός ο τρόπος έκφρασης
Όχι ότι αισθανόμουν καλόβολα μέσα τους
Αλλά ότι έχω έναν τρόμο
Κι έτσι στέκομαι αρκετά ευθυτενής –
Από φόβο, πρέπει να καθίσω και, συνομιλώντας με τη σάρκα μου, να φάω,
Πνίγομαι μ’ ένα κομμάτι της δικής μου γλώσσας.

And I

Κι εγώ,
Κι εγώ ρωτώ,
Πόσον καιρό κρατά αυτή η τιμωρία;
Μήπως δε δείχνω τον εαυτό μου με κάθε τρόπο
Για να ‘μαι χαρούμενη σ’ όλ’ αυτά που οι πιο πολλοί ρημάζουν;

Όταν έχω μεγαλώσει μέσα σ’ όλες αυτές τις ηδονές,
Τότε η συνήθεια και η διακριτικότητα
Μπορούν να μοιάζουν αγνωμοσύνη.

Όμως τώρα, σε τι είμαι αμελής;
Μέσα σε τι προκρίνω
Το βέλτιον απ’ το χείρον;

Θα σου πω.
Είναι ένα επιπόλαιο λάθος μ’ αυτήν:
Το να ‘ναι ήπια μες στην αλλοφροσύνη μου.
Και “Αγαπημένη” τη λένε,
Και την τιμωρία κυνηγώ μόνη μου
Καθώς εκείνη τεντώνεται πίσω για να χαμογελάσει,
Αφήνοντας την κολακεία να την κατακλύσει –
Θαρρείς και κυνηγούσα την ατίμωση κι όχι την αληθινή αγάπη.

Μα τώρα πώς μπορεί να είμαι μισητή
Μιας κι η αληθινή αγάπη είναι όλο μου το είναι;
Θα σου πω.
Η μανία θα φυτρώσει μες στην ηρεμία
Όπως εγώ φυτρώνω μέσα της
Και, χαμογελώντας πάντα,
Μοιάζει ακύμαντη στο θανατερό τους πάλεμα,
Έχοντας πρώτα φανεί ακύμαντη στο δικό μου.

Μετάφραση: Δημήτρης Αθηνάκης

*  *  *  *  *  *  *  *  *  *  *  *  *  *

Η «άλλη» Λώρα

Του Χρήστου ΧΡΥΣΟΠΟΥΛΟΥ

(απόσπασμα από την επικείμενη έκδοση της “Λονδρέζικης μέρας της Λώρας Τζάκσον”  του Χρήστου Χρυσόπουλου από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην “Αυγή” της 10/08/08 στο ένθετο “Αναγνώσεις“)

Το 1994 κυκλοφόρησε ένας τόμος με τα ποιήματα μιας μάλλον αποσιωπημένης Αμερικανίδας ποιήτριας που λεγόταν Λώρα Τζάκσον. Στην εισαγωγή του βιβλίου, ο συγγραφέας Ρόμπερτ Νάυ έγραψε: «Όταν καταλήξουμε στην οριστική ιστορία της αγγλικής ποίησης του εικοστού αιώνα, τα ποιήματα της Λώρας Τζάκσον –μαζί με την ιστορία που τα συνοδεύει– θα αποδειχτούν πολυτιμότερα από οτιδήποτε άλλο».

Όταν γράφτηκαν αυτά τα λόγια, η Λώρα είχε πεθάνει ήδη από το 1991 σε ηλικία ενενήντα ετών. Τη μέρα του θανάτου της οι “Τάιμς” του Λονδίνου δημοσίευσαν το παρακάτω σημείωμα: «Η Λώρα Ράιντινγκ Τζάκσον ήταν μια τραγική φιγούρα και από τις πιο προικισμένες γυναίκες αυτού του αιώνα. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η λογοτεχνική κριτική και η ιστορία θα πρέπει να αναμετρηθούν με το μοναδικό της επίτευγμα».

Η Λώρα έφυγε σιωπηλά, αφήνοντας πίσω της μια πολύτιμη παρακαταθήκη, γνωστή σε λίγους εκλεκτούς. Ο Τζων Άσμπερυ έλεγε εμφατικά ότι το βιβλίο της “Πρόοδος των ιστοριών” είναι «ένα από τα σπουδαιότερα έργα πεζογραφίας του εικοστού αιώνα». Κι όμως, το έργο της Λώρας παρέμεινε σχεδόν απόκρυφο, διατηρώντας ανέπαφο τον μυητικό χαρακτήρα που έχουν τα έργα της υψηλής λογοτεχνίας.

Η ζωή της ήταν μια σειρά από ρήξεις που κομμάτιασαν βάναυσα τη βιογραφία της, θαρρείς, με απανωτές μαχαιριές. Η πρώτη μαχαιριά δόθηκε όταν αποφάσισε να φύγει από τη Νέα Υόρκη. Έζησε έναν μακροχρόνιο, παράνομο, ερωτικό δεσμό με τον Άγγλο ποιητή Ρόμπερτ Γκρέηβς, που όμως έληξε δραματικά με μια σκανδαλώδη, διπλή απόπειρα αυτοκτονίας στο Λονδίνο του Μεσοπολέμου.

Η επόμενη μαχαιριά ήρθε με το ξέσπασμα του πολέμου. Το 1941 η Λώρα Τζάκσον απαρνήθηκε την τέχνη της. Δημοσίευσε την πιο διάσημη αποκήρυξη στην ιστορία της αμερικανικής ποίησης και αποσύρθηκε στη σιωπή για τριάντα ολόκληρα χρόνια. Βρήκε καταφύγιο σε ένα ράντσο της Φλόριντα και για το υπόλοιπο της ζωής της αφιερώθηκε σε ένα ογκώδες φιλοσοφικό δοκίμιο για την ποίηση.

Το “Λογικό Νόημα” (Rational Meaning) έμεινε ημιτελές. Εκδόθηκε δύο χρόνια μετά τον θάνατό της. Ως εκείνη τη στιγμή είχε έκταση εξακοσίων σελίδων. Όταν ο κόσμος είδε για πρώτη φορά το κείμενο που κράτησε τη Λώρα Τζάκσον ζωντανή ως τα βαθιά γεράματα, αντίκρισε ένα “Tractatus” για την ποίηση. Ο Τσαρλς Μπερνστάιν έγραψε: «Κανείς άλλος Αμερικανός ή Ευρωπαίος ποιητής αυτού του αιώνα δεν έχει αποτυπώσει με τόση εμβρίθεια τον βαθύτερο ανταγωνισμό ανάμεσα στην αλήθεια και στην ποίηση».

Η Λώρα ζούσε κάθε στιγμή με κάποια διαφορετική εκδοχή του εαυτού της. Λες και φοβόταν να αντικρίσει το οριστικό πρόσωπο της ύπαρξής της. Έλεγε ότι όλες οι παγίδες ξεκινούν με τη λέξη «εσύ». Η διαρκής αγωνία της Λώρας Τζάκσον ήταν απέναντι σ’ αυτή την «άλλη» Λώρα.

“Οι άνθρωποι πρέπει να διαθέτουν ελεύθερο πνεύμα και σώμα, και για να είναι ελεύθεροι στο πνεύμα, πρέπει να διαθέτουν κάθε φορά τη δυνατότητα να πηγαίνουν με τη θέλησή τους πέρα από αυτό που θεωρούν κατακτημένο δικαίωμα. Η επιτυχία κρίνεται πάντοτε απέναντι στα υψηλότερα εμπόδια. Όμως η ελευθερία, που είναι ταυτόχρονα και μια μορφή τρέλας, που δεν γνωρίζει τη γαλήνη, αλλά μόνο τη διαρκή αναταραχή της σκέψης, δεν είναι παρά απελπισία. Ακολουθήστε τον δρόμο που έχετε πάρει μέχρι τέλους.”

Αυτή είναι μία από τις ιστορίες της «άλλης» Λώρας.

*  *  *  *  *  *  *  *

And Ut Pictura Poesis Is Her Name – John Ashbery

Δεν μπορείς να το ξαναπείς έτσι πια.
Αν σκοτίζεσαι για την ομορφιά πρέπει να
Βγεις στην ανοιχτή θέα, στο σαφές,
Και να ξαποστάσεις εκεί. Βέβαια ό,τι παράξενο κι αν σου συμβεί
Είναι στο παιχνίδι. Το ν’ απαιτείς περισσότερα απ’ αυτό θα ’ταν παράξενο
Εκ μέρους σου, εσένα που ’χεις τόσο πολλούς θιασώτες,
Ανθρώπους που σε θαυμάζουν κι επιθυμούν
Να κάνουν πράματα για σένα, αλλά σκέφτεσαι
Ότι δεν είναι σωστό, που αν στ’ αλήθεια ήξεραν ποιος είσαι…
Αρκετά πια με την αυτοανάλυση. Τώρα,
Σχετικά με το τι να βάλεις στη ζωγραφική τού ποιήματός σου:
Τα λουλούδια είναι πάντοτε όμορφα, ειδικά τ’ αγριοστάφυλα.
Ονόματα αγοριών που κάποτε γνώρισες καθώς και τα έλκηθρά τους,
Οι φωτοβολίδες είναι μια χαρά – υπάρχουν ακόμα;
Υπάρχουν ένα σωρό άλλα πράματα της ίδιας συνομοταξίας
Όπως όλ’ αυτά που ανέφερα. Τώρα πρέπει κανείς
Να βρει μερικές σημαντικές λέξεις, και πολλές χαμηλών τόνων,
Μερικές που ν’ ακούγονται νωθρές. Με πλησίασε
Για ν’ αγοράσει το γραφείο της. Ξαφνικά ο δρόμος γέμισε
Μπανάνες και δαιμονιώδεις θορύβους από γιαπωνέζικα όργανα.
Μονότονες μαρτυρίες σκορπίστηκαν ένα γύρω. Το κεφάλι του
Κλειδώθηκε στο δικό μου. Γίναμε τραμπάλα. Κάτι
Θα πρέπει να γραφτεί για το πόσο αυτό σ’ επηρεάζει
Όταν γράφεις ποίηση:
Η υπέρτατη απλότητα ενός σχεδόν άδειου μυαλού
Που συγκρούεται με τις οργιαστικές, σαν του Ρουσσώ περικοκλάδες απ’ τον πόθο του να μεταδώσει
Κάτι ανάμεσα στις ανάσες, έστω και μόνο για χάρη
Των άλλων και του πόθου τους να σε καταλάβουν και να σ’ εγκαταλείψουν
Γι’ άλλα κέντρα μετάδοσης, έτσι που η κατανόηση
Μπορεί να ξεκινήσει, και κάνοντάς το αυτό ν’ ακυρωθεί.

Μετάφραση: Δημήτρης Αθηνάκης

Με μια προσεκτική διόρθωση απ’ τη Μαρία και μ’ ένα ευχαριστώ.

[Η υπογράμμιση στο ποίημα …δική μου]

Death & Co. – Sylvia Plath

 

Θάνατος & Σια

Δύο, και βέβαια είναι δύο.
Μοιάζει απόλυτα φυσικό τώρα –
Ο ένας που ποτέ δε σηκώνει το βλέμμα του, που ’χει βαριά βλέφαρα στα μάτια
Και ίδιες μπίλιες, σαν του Μπλέικ,
Αυτός που επιδεικνύει

Τα σημάδια του της γέννησης που ’ναι το χαρακτηριστικό του –
Την καυτή ουλή του νερού,
Τη γυμνή
Χάλκινη πατίνα του κόνδορα.
Είμαι κόκκινο κρέας. Το ράμφος του

Πλαταγίζει στο πλάι: δε μ’ έχει κάνει δική του ακόμα.
Μου λέει πόσο άσχημη δείχνω.
Μου λέει πόσο γλυκά
Δείχνουν τα μωρά στου νοσοκομείου
Το ψυγείο, μια καθαρή

Χαραγματιά στο λαιμό,
Μετά, οι πτυχώσεις των ιωνικών
Μανδυών του θανάτου,
Μετά, δυο μικρά ποδαράκια.
Δε χαμογελά κι ούτε καπνίζει.

Ο άλλος το κάνει αυτό,
Τα μαλλιά του μακριά και σαν αληθινά.
Ο μπάσταρδος
Χύνοντας αυνανιζόμενος μια λάμψη,
Θέλει ν’ αγαπηθεί.

Δεν ταράζομαι.
Ο πάγος γεννά ένα λουλούδι,
Η δρόσος γεννά έν’ αστέρι,
Οι νεκροί κουδουνίζουν,
Οι νεκροί κουδουνίζουν.

Κάποιος έχει φέρει το θάνατο εδώ.

 

Μετάφραση: Δημήτρης Αθηνάκης

Day – Α. Λ. Κέννεντυ

 

Μετάφραση:  ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΘΗΝΑΚΗΣ
Σελίδες:        472
ISBN:            978-960-518-335-6
Τιμή:            24,00€

Εκδόσεις Ίνδικτος
 
Ο Άλφρεντ Ντέι ήθελε το δικό του πόλεμο. Στη δίνη του βρήκε το σκοπό της ζωής του ως πυροβολητής σʼ ένα βομβαρδιστικό Lancaster∙ ανακάλυψε την άγρια, σκοτεινή όψη της φιλίας στο πλήρωμά του και, πάνω απʼ όλα, ανακάλυψε την Τζόις, τη γυναίκα που αγάπησε. Όμως όλα τούτα έχουν πια τελειώσει – ο πόλεμος τα ρούφηξε όλα. Ίσως ρούφηξε κι αυτόν. Τώρα, στα 1949, δουλεύοντας ως κομπάρσος σε πολεμική ταινία που αντηχεί τις αληθινές του εμπειρίες, ο Ντέι αρχίζει να θυμάται αυτά που θα προτιμούσε να ξεχάσει…

«Μια γυναίκα που γεννήθηκε το 1965 και γράφει μυθιστόρημα για έναν πυροβολητή της Βασιλικής Πολεμικής Αεροπορίας κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, χρειάζεται ταλέντο για να δώσει σάρκα και οστά στην ιστορία, όπως και ψυχική δύναμη και παλικαριά. Η οπτική της για το τι προκαλεί ο πόλεμος στον άνθρωπο, βρίσκεται στην ίδια μοίρα με τη θηριώδη οργή […] η αφηγηματική της δεινότητα είναι εκπληκτική».

[GUARDIAN]

«Το Day είναι κάτι παραπάνω από μυθιστόρημα, είναι μια καταβύθιση στη δυσκολία τού να ζεις».

[IRISH TIMES]

«Ένα συγκλονιστικό ανάγνωσμα».

[DAILY MAIL]

 

Μεταφραστικά  Ύστερα

«Οι ευχές είναι τα όνειρα που κάνουμε όταν είμαστε ξύπνιοι».

Ο Άλφρεντ Ντέι είναι μόνος. Περπατά, περπατά εις το δάσος όταν η Τζόις δεν είναι κει κι όταν το πλήρωμά του έχει αποδεκατιστεί∙ πριν να ολοκληρώσει τις τριάντα αποστολές που του είχαν ανατεθεί. Βρετανική Αεροπορία. Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Έχει τελειώσει προ πολλού, αλλά ο Άλφρεντ επιμένει να επαναφέρει στη μνήμη του όλα όσα βίωσε στο πετσί του –στην κυριολεξία. Παραληρηματικά. Ειδικά τώρα που επιστρέφει στο στρατόπεδο συγκέντρωσης, όπου είχε πιαστεί αιχμάλωτος πολέμου, τώρα πια ως κομπάρσος σε μια ταινία που αναβιώνει εκείνες τις στιγμές. Και είναι πια άλλος.

Ο Άλφρεντ είχε βάλει μερικούς σκοπούς στη διάρκεια της ζωής του∙ να καταταγεί στην Αεροπορία, να μείνει για πάντα ένα με το πλήρωμά του, να κατακτήσει την Τζόις -που γνώρισε εν τω μεταξύ-, και να σκοτώσει τον πατέρα του που ασκούσε βία στη μητέρα του. Τελικά, κατάφερε μόνον το πρώτο και το τελευταίο∙ μόνον το θανατικό κομμάτι της ζωής του.

Ο Άλφρεντ Ντέι κουβαλούσε το θάνατο από γεννησιμιού του.

Ο Μόλλοϋ, ο Πλάκροουζ, ο Μπάσταρδος Χάνσον, ο Μάιλς, ο Τόρρινγκτον, ο Κυβερνήτης – και μετά ο Παρκς, όταν ο Πλάκροουζ φεύγει γι’ άλλους κόσμους. Το πλήρωμά του. Η οικογένεια που ο Άλφρεντ ποτέ δεν είχε. Και που ποτέ -μάλλον- δεν απέκτησε. Είχε και τον Άιβορ ως alter ego. Η Τζόις ήταν το ego τού κόσμου. Του δικού του κόσμου.

Ο Άλφρεντ Nτέι κουβαλούσε το ego των άλλων από γεννησιμιού του.

Αυτά.

*  *  *

Η Άλισον Λουίζ Κέννεντυ δεν είναι εύκολη συγγραφέας. Είναι σίγουρα η σημαντικότερη σύγχρονη Σκοτσέζα και μια απ’ τις σπουδαιότερες Βρετανίδες τής εποχής μας. Έχει μεταφραστεί άλλες τρεις φορές στα ελληνικά: από την Μαρία Καμπύλη (Αρχέγονη Ευτυχία – εκδ. Οδυσσέας) και απ’ την Αλεξάνδρα Κονταξάκη (Ανεξίτηλες πράξεις & Παράδεισος, εκδ. Εστία).

Και τώρα απ’ τον υποφαινόμενο.

Και παραφράζοντας αυτά που διαβάζαμε στο «Μετάξι» του Αλεσσάντρο Μπαρίκκο:
«Ίσως είναι καλό να διευκρινίσουμε πως πρόκειται για μια ιστορία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, για να μην περιμένει κανείς κινητά, πλυντήρια και ψυχαναλυτές. Δεν υπάρχουν. Μια άλλη φορά ίσως…»

 

Δημήτρης Αθηνάκης

 

Απόσπασμα απ’ το μυθιστόρημα που δημοσιεύτηκε στη Lifo

 στο φύλλο τής 10/07/08

 

Προσγειώνεσαι μ’ έναν τρόπο που δεν πολυνιώθεις και τ’ αλεξίπτωτο σ’ ακολουθεί σαν ένα υγρό δέρμα, σαν το σάβανό σου, και καταπίνεις νερό, αλλά όλα είναι αλλόκοτα – τα πόδια σου δε λειτουργούν, δεν καταλαβαίνουν τίποτε απ’ το νερό που βρίσκεσαι μέσα του – και τα χέρια σου πιάστηκαν για μια στιγμή σ’ ετούτο το μαλακό πράμα, το ζεστό – πριν να καταλάβεις καλά σε τι κατάσταση βρίσκεσαι και πού βρίσκεσαι κι ότι έχεις την Τζόις για να ’σαι ακόμα ζωντανός, ίσως και τίποτε άλλο, αλλά αυτή αρκεί – κι εσύ σέρνεις και σέρνεις και σέρνεις τ’ αλεξίπτωτο απ’ την πλάτη σου, το κεφάλι σου, αλλά συνάμα στέκεσαι, τα δάχτυλα των ποδιών σου έχουν βυθιστεί σε μια κρεμώδη λάσπη –σχεδόν– μια και το νερό εδώ σε φτάνει μέχρι το στέρνο και τώρα είσαι λεύτερος, ανοιχτός, και βρέχει – μια κρύα κι όμορφα λεπτή βροχή πέφτει πάνω σου, αποκαθαίρει το πρόσωπό σου, κι αυτό το χλιαρό νερό που ’σαι μέσα του κλεισμένος, που μπορείς να το διαπεράσεις –ζωντανός– ένας άντρας ζωντανός που ’χει πέσει από ’να αεροπλάνο και δεν έχει πεθάνει – σπρώχνεις προς τα κάτω τ’ αλεξίπτωτο, το βυθίζεις όσο περισσότερο μπορείς – και παλεύεις να βγεις στη στεριά απ’ αυτή τη λιμνοθάλασσα που ’ναι ολόλαμπρη με τις ριπές του ήλιου, π’ αστράφτει καθώς βουλιάζει στους μηρούς σου και μετά στα γόνατά σου.

Δεν είναι και τόσο δύσκολο να συνεχίσεις να διασχίζεις με τα πόδια κατά μήκος αυτό το κανάλι – μικρά πουλιά που κελαηδούν φεύγοντας μακριά από σένα, αλλά καμιά άλλη ταραχή, καμιά φωνή, κανένας συναγερμός. Σε κάποιο σημείο το κανάλι ξεραίνεται και γίνεται κάτι σαν λαστιχένιο χώμα και μετά υπάρχουν θάμνοι και δέντρα, μυρίζουν πεύκο – τόσο σποραδικά για να σε κρύψουν. 

Συνεχίζεις να περπατάς και να σου ένας μικρός δρόμος να περάσεις απέναντι και να τρέξεις προς την άλλη πλευρά μέχρι που βρέθηκες σε χορτάρι – απαίσια σκληρό πράμα που σε πονά στα πόδια, κι έτσι, προχωράς σ’ ένα μονοπάτι και γίνεται όλο και πιο φωτεινή η μέρα – καθόλου σπίτια, καμιά ένδειξη καταφυγίου, αλλά αυτό ίσως και να ’ναι καλό – κανένας ένα γύρω, σιωπηλή ακινησία, ωστόσο υπάρχει μια αργυρένια λάμψη παντού που κάνει το κεφάλι σου να πονά – πονάς πολύ – αλλά εξακολουθείς να προχωράς – άμμος τώρα, φιλικότερη – και συνεχίζεις, βρίσκεσαι σ’ αμμόλοφους – ήχος απ’ τον ωκεανό σε πλησιάζει καθώς και ριπές τ’ ανέμου, τα υπολείμματα της καταιγίδας σ’ εγκαταλείπουν καθώς η βροχή σβήνει σιγά-σιγά και να ετούτη η υπέροχη μυρωδιά τριαντάφυλλων και τίποτε άλλο, κι αυτό σε πονά, ωστόσο πέφτεις με τα μούτρα σ’ αυτήν – κι η μαυρίλα που ’ρχεται όταν κοιτάς και τώρα πρέπει να κοιμηθείς, στ’ αλήθεια έχεις την ανάγκη να κοιμηθείς.

Κι όταν ξυπνάς εμφανίζεται κάτι σαν ο ίδιος ο παράδεισος εκεί μαζί σου.

Ανέφελος ουρανός και ζέστη κι η μυρουδιά απ’ της μητέρας σου τον κήπο –τόσο πολλά τριαντάφυλλα– και μια ήσυχη φουσκοθαλασσιά έρχεται και φεύγει κάπου στην άκρη της πάλλευκης άμμου που πάνω της ξαπλώνεις.

Αγριοτριανταφυλλιές.

Κι ένα μικρό μπλε λουλουδάκι δίπλα στο πρόσωπό σου, αναρριγεί.

Είναι τόσο άνετα εδώ.

Εκτός για τον ώμο και τα πόδια σου.

Και θα ’χουν καταλάβει πια, πίσω στο στρατόπεδο – ότι έχεις αργήσει τόσο πολύ για να ’σαι κάτι άλλο από νεκρός.

Και συνειδητοποιείς ότι είσαι διψασμένος, γεύση χώματος κι αλατιού στο στόμα σου.

Και στριφογυρνάς έτσι, που σου προκαλεί αυτόν το μακρύ, τραβηγμένο πόνο και σηκώνεις τα μάτια σου κι αντικρίζεις τρία πρόσωπα, τρεις άντρες να στέκονται από πάνω σου, με πηλήκια κυριλέ βαλμένα και μουστάκια-αλφάδι – σου φέρνει στο μυαλό μια ταινία, μια κωμική όπερα ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων – φανταχτερές μπότες και κομψά βαριά πανωφόρια.

Γαμημένοι Γερμαναράδες, βεβαίως-βεβαίως.

Καταλαβαίνεις. Ό,τι κι αν κάνουν, δεν μπορούν να σ’ αιφνιδιάσουν: πάντα θα το ξέρεις.

Dulag Luft: αυτό πρέπει να ’ναι το μέρος που σ’ οδηγήσανε, αλλά δε νομίζεις ότι είσαι κει. Αυτό δε θα γινόταν σ’ ένα τέτοιο μέρος. Δε σου λένε πού είσαι και δεν μπορείς να καταλάβεις. Υπάρχει μόνο αυτό το δωμάτιο κι ακόμη ένα.

Δεν έχεις πει σε κανέναν ότι έχεις χάσει το σκουφάκι σου, εκείνο που σου ’χε κάνει η Τζόις και δεν υπάρχει χρόνος να το κλάψεις. Υπάρχει μόνο αυτό το δωμάτιο κι ακόμη ένα.

Λένε ότι δεν είσαι τρομοκράτης αεροπόρος – γιατί κανείς δεν άκουσε τ’ αεροπλάνο σου – γιατί κανείς δεν το ’δε – γιατί κανείς δε βρήκε τ’ αλεξίπτωτό σου – γιατί δε φοράς ολόκληρη τη στολή σου – γιατί περίμεναν κάποιον που δεν είναι τρομοκράτης αεροπόρος κι αυτό που περιμένουν πρέπει να ’ναι το σωστό. Κάτι που σημαίνει απλώς ότι είναι ηλίθιοι, αλλά δεν μπορείς να τους το πεις κατάμουτρα. Δε σκέφτονται ότι είσαι στ’ αλήθεια αεροπόρος και δεν πιστεύουν τ’ όνομά σου ή τον αριθμό μητρώου σου ή το βαθμό σου. Τους τα λες και τα τρία, για καλό και για κακό. Όποτε κι αν σε ρωτούν. Ό,τι κι αν σε ρωτούν. Αλλά δεν τους κάνεις να σταματήσουν να πιστεύουν ότι είσαι κάτι άλλο, κάτι λάθος.

Πήρε πολύ καιρό να βρεθείς εδώ κι οι άνθρωποι δεν ήταν ευγενικοί και ποτέ δε σε πίστεψαν, κι έτσι, μένεις εδώ – πίσω σ’ αυτό που καταλαβαίνεις. Υπάρχει μόνο αυτό το δωμάτιο κι ακόμη ένα.

Πάντα έπεφτα έξω. Και τίποτε περισσότερο δεν άρεσε στον πατέρα μου απ’ τους τρόπους που θα μπορούσα να πέσω έξω: να λέω πράματα που δεν έπρεπε, να φαίνομαι αστείος, να κάνω σαν χαζός, να κάνω σαν βλάκας – έγινα από τέτοια υλικά, ώστε να πέφτω συνέχεια έξω. Και το βγάζεις αυτό, και το βγάζεις από ’να παιδί, γαμώτο, το μειώνεις μέχρι να το νιώσει ώς τα μπούνια και το χτυπάς στο δόξα πατρί.

The Dream Songs – John Berryman

Όταν πήρα στα χέρια μου τα Dream Songs του John Berryman βεβαιώθηκα για ένα πράγμα: οι ποιητές στους οποίους επανέρχομαι εμμονοληπτικά, που τείνουν στατιστικά να ξεπεράσουν σε ποσοστό άλλους της ίδιας συνομοταξίας των «αγαπημένων», είναι αυτοί της «μεγαλόχαρης θανατομανίας» (όπως υπέροχα είπε η Ε.Π.). Anne Sexton, Sylvia Plath, Hart Crane, John Berryman.

Δεν ξέρω, πόσω μάλλον μ’ ενδιαφέρει, να μάθω με ψυχαναλυτικούρες και τα ρέστα για ποιο λόγο μπορεί αυτό να συμβαίνει. Έχω την υποψία, όμως, ότι επιβεβαιώνομαι (έστω και για μένα μόνο) ότι η ποίηση είναι καταρχήν θρηνωδία, είναι η ρυμούλκηση όλου του πόνου του κόσμου, είναι η κατάποση του θανάτου και το ξέρασμα της ζωής. Δασκάλους έχουμε τους poètes maudit, πάρτε γι’ αρχή τον Rimbaud και τον Baudelaire – τους κλασικούς πια…

*   *  *

Παρακάτω υπάρχει ένα μεταφρασμένο ποίημα του John Berryman απ’ τον υπογράφοντα, γιατί, όπως είπε και μια φίλη αγαπημένη, η μετάφραση είναι μαθητεία στην ποίηση. Κατά τ’ άλλα, εδώ είμαστε, έτσι ή αλλιώς, και τα λέμε.

Ο Τζον Μπέρυμαν (1914-1972) είναι ένας από τους ποιητές που ανακάλυψα τον τελευταίο χρόνο, εξαιτίας του ποιητή Γιάννη Αντιόχου. Είχα μέχρι τότε διαβάσει διάσπαρτα διάφορα ποιήματά του, αλλά ποτέ δεν τον είχα μελετήσει όπως του αξίζει. Θεωρείται, μεταξύ άλλων, κι ένας απ’ τους πρωτεργάτες ποιητές της εξομολογητικής ποίησης, μαζί με τον Robert Lowell. Ο Μπέρυμαν χαρακτηρίζεται, στα Dream Songs τουλάχιστον, ως ισάξιος των Cantos τού Πάουντ, όσον αφορά τα δύσβατα μονοπάτια της ερμηνείας των ποιημάτων τους! Τα 385 ποιήματα που περιλαμβάνονται σ’ αυτή τη συλλογή αποτελούν ημερολογιακά σπαράγματα του αμερικανού ποιητή. Ο Μπέρυμαν παραδίδει έναν άλλον τρόπο χτισίματος του μεγάλου ποιήματος (στροφή που παρατηρείται και στη σύγχρονη ελληνική ποίηση) που, όπως διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο, έχει καταφέρει να δημιουργήσει σε αντίθεση με τον T.S. Eliot στα Four Quartets ή τον Hart Crane στο Bridge.

 

274.

Είν’ όμορφα ακριβώς εδώ, τώρα εν τω μέσω της νυκτός:
δροσερά. Ανακαλώ μερικές απ’ τις κατάρες μου,
μερικές. Κλείνω τον ανεμιστήρα.
Οι τέσσερις χιλιάδες άνθρωποι που βασίζονται σε μένα για την επαύριον
μάλλον θα ικανοποιηθούν. Ίσως κι εγώ.
Το καλοκαίρι ήταν δύσκολο,

έκλεισα εισιτήρια για μας για ένα πιο πράσινο τοπίο
κι εκεί η ψυχή μου βρίσκει ανταπόδοση. Το προσβλημένο μου κορμί
αν και ακίνητο βρίσκει ανταπόδοση.
Το υπερφορτωμένο μου μυαλό, μες στις πτυχές του, κρεμιέται ανάμεσα.
Μέχρι που διατηρεί και μιαν ώρα για το κοινό, μια άγνωστη κυρία
πήρε τηλέφωνο σήμερα για να μάθει το πότε.

Θα κάνουμε ό,τι περνά απ’ το χέρι μας για την κυρία και τους εκατοντάδες άλλους
και θα κάνουμε ό,τι περνά απ’  το χέρι μας για τον αγώνα του μυαλού
παρόλο που τα θαλασσαφρισμένα ρυμουλκά
παίρνουν την καρδιά μου ανατολικά, τα χειρόγραφά μου είν’ έτοιμα
να ταξιδέψουν, και ξάφνου όλα μοιάζουν πολύ λογικά
σ’ έναν άντρα που τα χει μαζέψει.

Μετάφραση: Δημήτρης Αθηνάκης

La voix de Robert Desnos – Robert Desnos

στον Marcel Duchamp

Τόσο σαν ένα άνθος κι ένα ρεύμα τ’ ανέμου
το χείμαρρο του νερού τις φευγαλέες σκιές
το χαμόγελο που ’ριξε φευγαλέα ματιά στο μεσονύχτι αυτήν την υπέροχη βραδιά
τόσο σαν κάθε χαρά και κάθε λύπη
είναι περασμένα μεσάνυχτα π’ ανασηκώνουν το γυμνό τους κορμί
 πάνω απ’ τα καμπαναριά και απ’ τις λεύκες πάνω
Καλώ να έρθουν εκείνοι που χαθήκαν στα πεδία της μάχης
πανάρχαιους σκελετούς νέες δρύες κομμένες
κομματάκια ύφασμα που σαπίζουν στο χώμα και λινάρι
 που ξεραίνεται στους αγρούς
Καλώ ανεμοστρόβιλους και θύελλες
καταιγίδες τυφώνες κυκλώνες
κύματα της παλίρροιας
σεισμούς
Καλώ τον καπνό των ηφαιστείων και τον καπνό των τσιγάρων
τα δαχτυλίδια του καπνού των πανάκριβων πούρων
Καλώ τους εραστές και τους ερωμένους
Καλώ τους ζώντες και τους τεθνεώτες
Καλώ τυμβωρύχους και φονιάδες
Καλώ δήμιους πιλότους χτίστες αρχιτέκτονες
φονιάδες
Καλώ τη σάρκα
Καλώ αυτήν που αγαπώ
Καλώ αυτήν που αγαπώ
Καλώ αυτήν που αγαπώ
το θριαμβευτικό μεσονύχτι ξετυλίγει τα σατινένια του φτερά
 και κουρνιάζει στο κρεβάτι μου
τα καμπαναριά κι οι λεύκες υποκλίνονται στην επιθυμία μου
τ’ αλλοτινά συντρίβονται τα υστερινά υποκύπτουν
κείνοι που χαθήκαν στα πεδία της μάχης βρέθηκαν στην αναζήτησή μου
οι πανάρχαιοι σκελετοί ξαναγεννιούνται απ’ τη φωνή μου
οι νέες δρύες που κείτονται κομμένες καλύπτονται με φυλλώματα
τα κομματάκια ύφασμα που σαπίζουν στο χώμα και στη γη
 κλείνονται απότομα στον ήχο της φωνής μου σα σημαία ανταρσίας
το λινάρι που ξεραίνεται στους αγρούς ντύνει γυναίκες λατρεμένες
 αυτές που εγώ δε λατρεύω
που έρχονται σε μένα
υποτάσσονται στη φωνή μου, λατρεύοντάς με
οι ανεμοστρόβιλοι περιστρέφονται στο στόμα μου
οι θύελλες αν είναι μπορετό κοκκινίζουν τα χείλη μου
οι καταιγίδες βρυχώνται στα πόδια μου
οι τυφώνες αν είναι μπορετό μ’ αναστατώνουν
παίρνω μεθυσμένα φιλιά απ’ τους κυκλώνες
τα παλιρροιακά κύματα σε θάνατο οδηγούνται μπρος στα πόδια μου
οι σεισμοί δε με ταρακουνούν αλλ’ ολότελα σβήνουν
 στη διαταγή μου
ο καπνός των ηφαιστείων με τυλίγει με τις αναθυμιάσεις του
κι ο καπνός των τσιγάρων μ’ αρωματίζει
και τα δαχτυλίδια του καπνού των πούρων στέμμα μου φοριούνται
έρωτες κι αγάπη τόσον καιρόν κυνηγημένα βρίσκουν καταφύγιο μέσα μου
οι εραστές τη φωνή μου αφουγκράζονται
οι ζώντες κι οι τεθνεώτες μού υποτάσσονται και με χαιρετίζουν
 οι παλιοί παγερά κι οι καινούργιοι με ζέση
οι τυμβωρύχοι εγκαταλείπουν τους τάφους που με κόπο σκάψαν
 και διακηρύσσουν ότι εγώ, μόνο, τη νυχτερινή δουλειά τους θα ορίζω
οι δολοφόνοι μού δίνουν το χέρι
οι δήμιοι επιζητούν την επανάσταση
επιζητούν τη φωνή μου
επιζητούν το όνομά μου
οι πιλότοι απ’ τα μάτια μου καθοδηγούνται
οι χτίστες ακούγοντάς με σε σκοτοδίνη πέφτουν
οι αρχιτέκτονες φεύγουν για την έρημο
οι φονιάδες με μακαρίζουν
η σάρκα τρέμει όταν αναφωνώ

αυτή που αγαπώ δε μ’ ακούει
αυτή που αγαπώ δε μου δίνει σημασία 
αυτή που αγαπώ δεν απαντά.

 

Μετάφραση: Δημήτρης Αθηνάκης

Conversation Among the Ruins – Sylvia Plath

 

Μέσ’ απ’ τα προπύλαια του πολυτελούς μου οίκου περνάς αγέρωχα
με την άγρια μανία σου, αναστατώνοντας τα στεφάνια των καρπών
και τα υπέροχα λαούτα και τα παγόνια, σπαράζοντας το δίχτυ
όλης της ευπρέπειας που κρατά καθηλωμένο τον ανεμοστρόβιλο.
Τώρα, η πλούσια διάταξη των τοίχων έχει εκπέσει’ τα κοράκια κραυγάζουν βραχνά
πάνω στα φοβερά συντρίμμια’ στο ψυχρό φως
του θυελλώδους σου ματιού, η μαγεία τρέπεται σε φυγή
σαν τρομαγμένη μάγισσα, εγκαταλείποντας το κάστρο όταν οι μέρες εξουσίας καταρρέουν.

Κομματιασμένοι στύλοι περιορίζουν τη θέα του βράχου’
καθώς ίστασαι ηρωικός με το πανωφόρι και τη γραβάτα σου, εγώ κάθομαι
ήρεμη μες στον ελληνικό μου μανδύα και με την ψυχή μου μια μάζα μπερδεμένη,
ριζωμένη στο σκοτεινό σου βλέμμα, το έργο μοιάζει τώρα τραγωδία:
ποια καταστροφή σφυρηλατήθηκε στο διαλυμένο μας έχειν,
ποια ιεροτελεστία λέξεων μπορεί να ιάσει τον όλεθρο;

Μετάφραση: Δημήτρης Αθηνάκης

Ιστορίες Ψυχοθεραπείας

 

ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ:  P. Collier, M. Mcphee, F. Prose, J. Baumbach, C. Baxter, J. Gorman, B. Lawrence, S. Barthelme

ΕΠΙΛΟΓΗ / ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ:  ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΘΗΝΑΚΗΣ

ISBN:   978-960-6781-26-1
ΣΧΗΜΑ:   20,5 x 13,2 εκ.
ΣΕΛΙΔΕΣ:  204
ΤΙΜΗ:   14,50 €
ΠΡΩΤΗ ΕΚΔΟΣΗ: ΙΟΥΝΙΟΣ 2008

Εκδόσεις Μελάνι

 

Peter Collier, Μεταβίβαση  Martha McPhee, Ο ευγενής κύριος  Francine Prose, Φανταστικά προβλήματα   *  Jonathan Baumbach, Η ψυχοπαθολογία της καθημερινής ζωής   Charles Baxter, Το σοκ της ευτυχίας *  James Gorman, Τρελός για σένα Barbara Lawrence, Ο ασθενής  Steven Barthelme, Ο καλός Σαμαρείτης

Εισαγωγή του Μεταφραστή

Οι περισσότεροι άνθρωποι είναι άρρωστοι.
Ωστόσο, λίγοι μόνο γνωρίζουν ότι αυτό είναι κάτι
για το οποίο θα έπρεπε να είναι περήφανοι.
Αυτοί είναι οι ψυχαναλυτές.
Karl Kraus (1874-1936)

Πώς μπορεί ο θάνατος ενός χάμστερ, ενός πατέρα ή ενός παιδιού να οδηγήσουν στο “ντιβάνι” ακριβώς με την ίδια ένταση; Πώς γίνεται οι “ασθενείς” να πάρουν τη θέση των γιατρών ή οι γιατροί να ξαπλώσουν στο “ντιβάνι”; Επιτρέπεται ένας “ψυχοθεραπευτής” να κρύβει ένα ρεβόλβερ στο συρτάρι του; Κι αν ναι, πότε θα το χρησιμοποιήσει; Μπορεί ένας ψυχοθεραπευτής να γίνει “θεός” στα μάτια τριών μικρών κοριτσιών;

Η ψυχανάλυση πριν από λίγα χρόνια γιόρτασε τα εκατοστά της γενέθλια με έναν ωραιότατο επιστημονικό καυγά μεταξύ αυτών που την υπηρετούν. Το 2006, λοιπόν, εκδόθηκε στην ελληνική γλώσσα, σχεδόν ταυτόχρονα με τη γαλλική έκδοση, η Μαύρη Βίβλος της Ψυχανάλυσης με τον χαρακτηριστικό υπότιτλο “Ζώντας καλύτερα χωρίς τον Φρόιντ” (εκδ. Ελληνικά Γράμματα, μτφ. Δροσούλα Τσαρμακλή), ένα συλλογικό έργο σαράντα ειδικών διαφόρων εθνικοτήτων, που δημιούργησε πολύ θόρυβο και δίχασε σε όλη την Ευρώπη τους ψυχιάτρους και τους ψυχολόγους.

Λίγα χρόνια πριν, όμως, κάποιοι Αμερικανοί συγγραφείς είχαν αποφασίσει να ξεκινήσουν δειλά δειλά μία κριτική έναντι της όψιμης μόδας του “καναπέ”. Έτσι, κάθισαν κι έγραψαν,  ξεχωριστά ο ένας απ’ τον άλλο, μικρές ιστορίες που δημοσιεύτηκαν διάσπαρτα σε έντυπα ή σε συλλογές. Μερικές από αυτές, λοιπόν, έχουν συγκεντρωθεί στο βιβλίο που κρατάτε στα χέρια σας.

Οι Ιστορίες Ψυχοθεραπείας αναψηλαφούν και ανασύρουν στην επιφάνεια το πρόσωπο του ψυχαναλυτή και του ψυχαναλυόμενου, όπως αυτό διαγράφεται σε διάφορες εκφάνσεις του. Το πρόσωπό αυτό δεν είναι απαραίτητα αυτό που έχουμε όλοι ως εικόνα σχηματίσει στο μυαλό μας. Και εδώ κρύβεται το μυστικό των Ιστοριών Ψυχοθεραπείας.

Ψυχαναλυτές με προβλήματα ψυχικά, ψυχαναλυτές-σχιζοφρενείς, ψυχαλυτές-δολοφόνοι, ψυχαναλυτές-ψυχαναλυτές. Απ’ την άλλη, ψυχαναλυόμενοι σε ανάγκη, ψυχαναλυόμενοι από συνήθεια, ψυχαναλυόμενοι από περιέργεια, ψυχαναλυόμενοι από βαριεστιμάρα. Όλοι αυτοί παρελαύνουν περιπαθώς απ’ τα διηγήματα που έχουν συγκεντρωθεί σ’ αυτό το βιβλίο και προσπαθούν να βγουν στην επιφάνεια και να μιλήσουν στον αναγνώστη όχι γι’ αυτά που έχουν “πάθει”, αλλά για όλα εκείνα που νομίζουν ότι έχουν πάθει. Και οι ψυχαναλυτές βρίσκονται στο δρόμο των ψυχαναλυόμενων όχι μόνο για να τους βοηθήσουν, αλλά -παράλληλα- για να βοηθηθούν. Παντί τρόπω.

Έτσι, το πρόσωπο του ψυχαναλυτή μπαίνει στο μικροσκόπιο των συγγραφέων των Ιστοριών Ψυχοθεραπείας. Το είδος αυτού του “μικροσκοπίου” αποτέλεσε και το βασικό κριτήριο επιλογής των διηγημάτων που ακολουθούν, που δεν είναι τίποτε περισσότερο από μια διάθεση να δούμε και κάποιες σαρκαστικές, χιουμοριστικές, σοβαροφανείς ή σοβαρές εικόνες απ’ τη σχέση των ψυχαναλυόμενων με τους ψυχοθεραπευτές τους αλλά και του καθενός από αυτούς με τον εαυτό του. Όπως, επίσης, ένα ακόμη κριτήριο επιλογής είναι και ότι οι ήρωες όλων αυτών των ιστοριών, αν τελικά δεν είναι το ίδιο πρόσωπο, σίγουρα, τότε, κάποτε θα έχουν συναντηθεί. Μέσα τους ή έξω τους…

Οι ιστορίες δεν αποτελούν κριτική στη ψυχοθεραπευτική διαδικασία. Αποτελούν, ίσως, ένα μικρό σχόλιο απέναντι στην αναζήτηση του νοήματος της ζωής, με οποιονδήποτε τρόπο, έχοντας κυρίως ένα πράγμα στο κέντρο αυτής της αναζήτησης: μπορεί να φτάνουμε στο κατώφλι ενός “ντιβανιού” αλλά μήπως, τελικά, εκτός από την αλήθεια που κρύβεται κάπου εκεί έξω, υπάρχει και η αλήθεια που κρύβεται “εκεί μέσα”; Αυτό είναι οι Ιστορίες Ψυχοθεραπείας: η αναζήτηση αυτού του “μέσα” έστω κι αν το μυστικό του κρύβεται σε ένα άδειο κουτάκι γιαουρτιού με φρούτα ή στη διαρκή εσωτερική και εξωτερική διερεύνηση της μύτης μας που μεγαλώνει ή της αντίληψής μας που μικραίνει.

 

Δημήτρης Αθηνάκης

Ιανουάριος 2008

[…] Υπέροχα! Αλλά ξέρετε τι νομίζω; Ότι ο μικρός Άνταμ είναι ένας μεγάλος βραχνάς με το να παρεμβάλλεται στη διασκέδαση του μπαμπά και της μαμάς κατ’ αυτό τον τρόπο. Για όνομα του Θεού! Και επανέρχεται αυτό σήμερα μ’ αυτές τις επαναλήψεις αυτολύπησης. Προσπαθώντας ακόμα να χρησιμοποιήσετε άσχημα όνειρα ως δικαιολογία για να μπείτε στο κρεβάτι με τους γονείς σας και να αγκαλιαστείτε με θαλπωρή μέσα σε όλο αυτό το ερωτικό ξάναμμα, όπου μπορεί να τους κάνετε να πεταχτούν πάνω με τα παγωμένα σας πόδια. Σωστός διαολάκος!»
 «Δεν σας καταλαβαίνω». Ο Άνταμ ένιωθε να τον κατακλύζει ο θυμός. «Είστε ηθοποιός ή κάτι τέτοιο; Είναι όλο αυτό κάτι σαν stand-up comedy; Η φωτογραφία του Φρόιντ εκεί έξω είναι κάτι σαν αστείο;» Ο Φουέντες έγειρε μπροστά. «Θα ήμουν χαρούμενος να καθίσω αναπαυτικά, να κοιτάξω βαθύτερα, να μη βγάλω άχνα, να είμαι συλλογισμένος και να το παίζω Φρόιντ, αν είχατε περίπου δεκαπέντε χιλιάδες δολάρια και δυο χρόνια να χαραμίσετε. Σκέφτηκα, κοιτάζοντάς σας, ότι είσαστε ένας φτωχός φοιτητής. Ωστόσο, αν έχετε κρυφούς πόρους παρακαλώ να μου το πείτε. Τίποτε δεν θα μου άρεσε περισσότερο απ’ αυτές τις μακροχρόνιες σχέσεις γιατρού-ασθενούς. Όπως λέει και το παλιό ρητό: έχεις τα λεφτά, έχω το χρόνο, γλυκιά μου. Θα ήμουν χαρούμενος να κάνω λίγη αληθινή ψυχανάλυση αν είστε έτοιμος. Διαθέτω ακριβώς ό,τι χρειάζεστε»
. […]

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ ΜΕΤΑΒΙΒΑΣΗ
ΤΟΥ PETER COLLIER

 

*  *  *

 

Ευχαριστίες στους: Πόπη Γκανά, Θεόδωρο Γρηγοριάδη, Σοφία Γρηγοριάδου, Εύα Στάμου, Σώτη Τριανταφύλλου

έρως – helmut krausser

 

Μετάφραση: ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΤΟΜΠΟΡΗ

Επιμέλεια Μετάφρασης: ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΘΗΝΑΚΗΣ

Σελίδες: 448

ISBN: 978-960-518-333-2

Τιμή: 19,00€

Εκδόσεις Ίνδικτος
 

Ο Αλεξάντερ Φον Μπρύκεν, τις νύχτες των βομβαρδισμών κατά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, γνωρίζει τη Σόφι. Αυτός είναι γόνος μιας οικογένειας εργοστασιαρχών, ο πατέρας του συναναστρέφεται τους μεγάλους του ναζιστικού καθεστώτος. Οι γονείς τής Σόφι εργάζονται στα εργοστάσιά του. Αρχικά, τα παιδιά ένωσε η στενότητα του καταφυγίου των αεροπορικών επιδρομών. Ωστόσο, ένα φιλί από τη Σόφι δίνεται μόνο έναντι χρημάτων. Απʼ την άλλη, ο Αλεξάντερ Φον Μπρύκεν είναι πλούσιος και του έχει μείνει μια ολόκληρη ζωή μπροστά του. Και σʼ ολόκληρη τη ζωή του παρέμεινε απόλυτα παθιασμένος με τη Σόφι.

Το Έρως αφηγείται την ιστορία ενός ανεκπλήρωτου πάθους: Πού τελειώνει η παντοδυναμία, όταν μετατρέπεται σε αδυναμία; Ο Αλεξάντερ Φον Μπρύκεν μπορεί να εκπληρώσει κάθε του επιθυμία, εκτός από μία. Χρησιμοποιεί την περιουσία του για να δημιουργήσει μια άλλη ζωή, – να συντροφεύει και να επηρεάζει. Το Έρως ακολουθεί δύο ανθρώπους σʼ ένα παιχνίδι κρυφτό, διασχίζοντας τη Γερμανία κατά τη μεταπολεμική περίοδο – κι εξιστορεί μία δεκαετή συναρπαστική ιστορία ενός κυνηγού και του αξιολάτρευτου θηράματός του: ένα μυθιστόρημα για την αγάπη και το θάνατο.

 

«Ένα μυθιστόρημα για τα λεπτά όρια μεταξύ αγάπης, πάθους και ψευδαίσθησης, για την ανατομία των εμμονών και, συνάμα, για τον καταστροφικό εικοστό αιώνα. Με το Eros, ο Helmut Krausser έχει γράψει ταυτόχρονα το πιο δυνατό, το πιο ευαίσθητο και το πιο ποιητικό του μυθιστόρημα: Ένα σπουδαίο βιβλίο».
Daniel Kehlmann
Συγγραφέας της Μέτρησης του Κόσμου

«Δεν μπορούμε να περιμένουμε τίποτε περισσότερο από τη λογοτεχνία».
Frankfurter Rundschau
 

For John, Who Begs Me Not To Enquire Further – Anne Sexton

 

Όχι ότι ήταν όμορφο,
αλλ’ ότι, στο τέλος, υπήρχε
μια συγκεκριμένη αίσθηση τάξης εκεί•
κάτι που ν’ αξίζει να μάθω
σ’ αυτό το στενόχωρο ημερολόγιο του μυαλού μου,
στους κοινόχρηστους χώρους του ασύλου
όπου ο ραγισμένος καθρέφτης
ή ο ίδιος ο εγωιστής μου θάνατος
μ’ ανάγκασαν να υποκύψω.
Κι αν δοκίμαζα
κάτι άλλο να σου δώσω,
κάτι έξω από μένα,
δε θα καταλάβαινες
ότι το χειρότερο κομμάτι καθενός
μπορεί, στο τέλος, να ’ναι
μια σύμπτωση ελπίδας.
Χτύπησα το ίδιο μου το κεφάλι•
ήταν γυαλί, γυάλα ανεστραμμένη.
Ένα ελάχιστο πραγματάκι,
όσος είσαι, να ’ναι μια γυάλα όλο κι όλο.
Στην αρχή, ήταν ολόδικό μου.
Μετά, ήταν κάτι πέρα από μένα•
ήταν εσύ, ή το σπίτι σου
ή η κουζίνα σου.
Κι αν γυρίσεις να φύγεις μακριά
γιατί δεν υπάρχει τίποτε εδώ να μάθεις
θα κρατήσω την άτεχνή μου γυάλα,
μ’ όλα τα σπασμέν’ αστέρια της να λάμπουν
σαν ένα μπερδεμένο ψέμα,
και θα δέσω ένα καινούργιο δέρμα γύρω της
θαρρείς πορτοκάλι να ’ντυνα
ή έναν ήλιο παράξενο.
Όχι ότι ήταν όμορφο,
αλλά ότι βρήκα μια κάποια τάξη εκεί.
Εκεί θα πρέπει να υπάρχει κάτι μοναδικό
για κάποιον
σ’ αυτού του είδους την ελπίδα.
Αυτό ’ναι κάτι που ποτέ δε θα ’βρισκα
σε μέρος ομορφότερο, αγαπητέ μου,
παρόλο που ο φόβος σου είναι σαν του καθενός το φόβο,
σαν ένα αόρατο πέπλο σ’ όλους μας ανάμεσα…
και κάποιες φορές μοναχικά,
στην κουζίνα μου, στην κουζίνα σου,
μες στο πρόσωπό μου, μες στο πρόσωπό σου.

Μετάφραση: Δημήτρης Αθηνάκης

Said the Poet to the Analyst – Anne Sexton

 

Δουλειά μου είν’ οι λέξεις. Οι λέξεις είναι σαν εμβλήματα,
ή κέρματα, ή μάλλον σα σμήνος μελισσών.
Ομολογώ ότι έχω καταρρεύσει απ’ των πραγμάτων το βάθος’
θαρρείς κι οι λέξεις να ‘ταν μέλισσες νεκρές σε μια σοφίτα,
αποκομμένες από τα κίτρινα μάτια και τ’ άνυδρα φτερά τους.
Πρέπει πάντα να ξεχνώ πώς μια λέξη μπορεί να ξεδιαλέγει
μία άλλη, πώς τη χειρίζεται, μέχρι που έχω μπροστά μου
κάτι που θα ‘ναι σα να ‘χω πει…
αλλά δεν είπα.

Δουλειά σου είναι να παρακολουθείς τις λέξεις μου. Κι όμως καμιά μου
πόρτα δεν ανοίγω. Δουλεύω με τις δυνάμεις μου όλες, να ένα παράδειγμα,
όταν μπορώ να γράψω την ωδή μου σ’ ένα παιγνίδι τύχης,
εκείνη τη νύχτα στη Νεβάδα: λέγοντας πώς το μαγικό τζακ-ποτ
μου ‘ρθε καμπάνες κουδουνίζοντας, τρεις τον αριθμό, πάνω στην τυχερή οθόνη.
Αλλά αν θα ‘πρεπε να πεις ότι αυτό ‘ναι κάτι που δεν είναι,
τότε φυτρώνω ασθενική, ανακαλώντας πώς τα χέρια μου αστεία τα ‘νιωσα
και γελοία συνάμα και μαζί πιεστικά γεμάτα μ’ όλα
τα πιστευτά νομίσματα.

Απόδοση: Δημήτρης Αθηνάκης

Forgetfulness – Hart Crane

 

Η λησμονιά είναι σαν ένα τραγούδι
που, ελεύθερο απ’ το ρυθμό κι από το μέτρο ελεύθερο, σαν πλάνητας γυρίζει.
Η λησμονιά είναι σαν ένα πουλί που τα φτερά του αρμονικά σαν να ‘ναι μεταξύ τους,
απλωμένα και ακίνητα, –
ένα πουλί που μες στον άνεμο ορμά ακαταπόνητα.

Η λησμονιά είναι της νύχτας η βροχή,
ή ένα σπίτι παλιό στο δάσος, – ή ένα παιδί.
Η λησμονιά είν’ άχρωμη, – άχρωμη σα δέντρο με κατάρα κυκλωμένο,
κι ίσως ετούτη την κατάρα σε προφητεία θεϊκή ν’ αλλάξει,
ή και τους ίδιους τους θεούς σε τάφο να τους κρύψει.

Η μνήμη μου ν’ ανακαλέσει ξέρει λησμονιά πολλή.

 

Απόδοση: Δημήτρης Αθηνάκης

Anonymous Poet – Stanley Moss

stanley_moss

Φορές-φορές την έβλεπα με τους εραστές της
να διασχίζει το Χωριό, με τον άνεμο
να δένει, ίδιο λουρί, τους αστραγάλους της.
Ύπαρξη απλή, πολέμαγε
ενάντια σ’ αυτούς που την αγάπη και την ποίηση μισούσαν
σαν άλλος οργισμένος Αχιλλέας.
Η γλώσσα της δεν ήτανε μια λίμνη,
αλλά ξεσήκωνε τους εραστές της
με την ευγενική τη δύναμη μιας λίμνης
που κλείνει μια αγκαλιά νούφαρα –
τα γαλάζια της μάτια, ο ουράνιος θόλος πάνω τους –
μέχρι να πέσει η νύχτα και τα μυστήρια να βγουν στον έξω κόσμο.
Φίλη μου που σ’ αγαπώ, ποιήτριά μου,
αν δε διαβάζεις ή δε γράφεις τη νύχτα ετούτη
στην Underwood γραφομηχανή σου,
αν κανείς φιλιά δε σου χαρίζει, ο θάνατος αλήθεια είναι.

Απόδοση: Δημήτρης Αθηνάκης

Late Love – Jackie Kay

τζάκι κ�ι - late love

Πώς περπατούν αγέρωχα, οι ερωτευμένοι,
Πόσο ψηλά ανεβαίνουν, ευτυχισμένοι εαυτοί,
Με τα μαλλιά τους λαμπερά και με το σώμα τους να καίει απ’ το φως.
Λησμονημένο έχουν πια αυτό που πρότερα υπήρξαν.

Πόσο μοιάζουν προστατευμένοι μόνο για τούτη τη στιγμή.
Πόσο σπουδαίοι έχουν γίνει -κρυφές ζωές, πέρα
Απ’ την τάξη των πραγμάτων, τα ζοφερά του κόσμου τούτου.
Κάθε καμπάνα, πια, βροντοχτυπά έναν καινούριον ήχο.

Σκοτεινιασμένοι, πόσο, οι πιο πολλοί που έρωτα δε ζούνε.
Κουρέλια ρούχα που φορούν, το σώμα τους θαμπό που είναι’
Πόσο κουβάρια μοιάζουν μ’ ανάκατα μαλλιά’ πόσο βαριοσέρνονται
Πέρα δώθε στους δρόμους και με βροχή ακόμα,

Φέρνοντας μια θύμηση εμπρός τους, ενός φιλιού σε σκοτεινό σοκάκι,
Ενός αγγίγματος σε κάποιο αποδυτήριο, αν τυχεροί υπήρξαν, μιας ευτυχούς αναμονής
Του χτύπου τηλεφώνου, ίσως, μικρή μου.
Το παρελθόν με τη βελούδινη ορμή, τη μυστική σιωπή του

Μίλια μακριά, σκοτεινιάζει πια, μες στη μέρα που αργοσβήνει.

Απόδοση: Δημήτρης Αθηνάκης

Επιμέλεια Μετάφρασης: Εύα Εξάρχου

(στην οποία και είναι αφιερωμένο γιατί με βοήθησε να δω και να διορθώσω…)

One Day – Grace Paley

grace paley

Μια μέρα
κάποιος από μας
θα χαθεί
μέσα στον άλλο

αυτό άκουσα
να λένε αλλά
αδιάφορα           αποστρέφοντας
το βλέμμα         ντροπή          αυτή
η αποστολή να
σταθείς απέναντι στην
επιλογή να ζήσεις

η μητέρα μου είπε       τα
παιδιά μεγάλωσαν     εμείς
είμαστε τόσο άρρωστοι κι οι δυο       άσε μας
να πεθάνουμε αγκαλιά      ο πατέρας μου
απάντησε    όχι όχι μια
χαρά θα τα καταφέρεις      είπε ψέματα

και βέβαια
σε θέλω μέσα στον κόσμο ετούτο
είμαι δεν είμαι εγώ μέσα
σ’ αυτόν        η ψυχή σου
μάλλον σ’ αυτήν απευθύνομαι

υπάρχει πάντα
κάτι να πεις      στο τέλος     μιλώντας
χωρίς ανάσα      κάποιος
από μας θα χαθεί
μέσα στον άλλο

Απόδοση: Δημήτρης Αθηνάκης

 

Ancient Egyptian Couples – Ruth Fainlight

ruth fainlight

Ταίρια απ’ την αρχαία Αίγυπτο
όρθια ή καθισμένα δίπλα-δίπλα.
Φενάκες με πλεξούδες και μανδύες με πιέτες
με προστήθια και αλυσίδες στολισμένα
με λωτούς και πάπυρου βλαστούς
από ξύλο, από πέτρα, από πηλό,
σχολαστικά επεξεργασμένα και χαραγμένα.

Φανερώνοντας ξεχωριστούς κόσμους,
το δέρμα τού άντρα είναι βαμμένο
γήινο κόκκινο, της γυναίκας αχνολάμπει
κι είναι χρυσό του ουρανού.

Κάπου-κάπου, αυτή έχει περασμένο το χέρι της
γύρω απ’ τον ώμο του.
Κοιτούν επίμονα εμάς, ποτέ δεν κοιτιούνται μεταξύ τους,
με τα τεράστια, βαμμένα με τη γνώριμη σκιά, μάτια τους.

Αυτό το κύμα της πλήρους αφοσίωσης
μέσα απ’ τους αιώνες, σαν
την ξαφνική επιστροφή του πόθου
που κατακλύζει το μυαλό, το σώμα
όλο, με τον ένα να βεβαιώνεται συνέχεια
ως έρωτας στον άλλο, τους ενώνει
όπως εσένα και μένα.

Απόδοση: Δημήτρης Αθηνάκης

στον George Le Nonce που του θύμισα την Anne και μου θύμισε τη Ruth…

A Story for Rose on the Midnight Flight to Boston – Anne Sexton

sexton.jpg

Μέχρι τη νύχτα ετούτη τις έλεγες ξέχωρες ομορφιές,
ιστορίες άλλες, υπέροχες μες στον πόνο τους.
Μέσα στην καυτή καμπίνα μου επιστρέφοντας, θυμάμαι
το γέλιο της Μπέτσι• γέλαγε όπως εσύ, Ρόουζ, στην πρώτη
ιστορία. Κάποια μέρα, της το υποσχέθηκα, θα γίνω κάποια
που κάπου θα πηγαίνει, μαζί το είχαμε ονειρευτεί στο βαρετό μέχρι θανάτου
σχολείο για κορίτσια καθωσπρέπει. Τον επόμενο Απρίλη τ’ αεροπλάνο
με πέταξε σαν άλογο, η σέλα μου έγειρε
κι ο φόβος φύσηξε μέσα μου βαθιά, η τελευταία βέβηλη ένδειξη
από ’να στομάχι που ανέβαινε. Κι αργότερα, πίσω πάλι
στη στεριά εγώ, τόσο απαίσια νιώθοντας όσο κάθε ναύτης που η θάλασσα ναυτία του χαρίζει,
ακριβώς στα δεκαοχτώ μου• η πρώτη μου εμπειρία, η αστεία αποτυχία μου.
Ίσως, Ρόουζ, υπάρχει πάντα και μια ακόμα ιστορία,
καλύτερα ανείπωτη, ίσως βασανιστική ίσως αβαθής ίσως σαν αρπαχτικό.

Μισό μίλι κάτω από μένα τα φώτα των ανάμεσα πόλεων
γυρίζουν τα μάτια τους επάνω μου. Και θυμάμαι την ιστορία της Μπέτσι,
εκείνης της απριλιάτικης νύχτας τον εναέριο χαμό των ανθρώπων
και τ’ αναπάντεχο τ’ όνομά της ανορθόγραφο στη φυλλάδα
το βάθος του κλονισμού και το πεταμένο στ’ άχρηστα χαρτί
δέκα χρόνια τώρα. Εξαργύρωσε το εισιτήριο μ’ επιστροφή που της έδωσα.
Αυτός ήταν ο άτιμος ο πεθαμός της• δύο αεροπλάνα
να συγκρούονται στη μέση των αιθέρων πάνω απ’ την Ουάσιγκτον, θαρρείς αόμματα πουλιά.
Και μετά νεκρούς ν’ ανασύρουν, οι νεκροθάφτες να βάζουν τα πτώματα
στις νεκροφόρες και να τα ενώνουν σαν παζλ
για να συγκολλήσουν ένα πόδι ή ένα πρόσωπο. Μια φωτογραφία ταυτότητας
απέμεινε απ’ αυτήν, χαμένος τόσο μες στο χρόνο πια ο φόβος.
Ξεχωριστή τη νύχτα αυτή που ιστορία την έπλασα
που μεγαλώνοντας συνήθισα, να ξέρω και να σώζω.

Λόγος ταραχής είναι,

Ρόουζ, όταν αναπλάθεις ένα θάνατο παλιό,
κι επιζώντας έξω απ’ τον κύκλο της επιρροής, για να μάθεις ότι προσποιείσαι.
Πετάμε πάνω απ’ τη Βοστόνη. Είμαι σώα. Φοράω το καπέλο μου.
Είμαι σαν κάποια που επέστρεψε. Η ιστορία τέλειωσε.

Απόδοση: Δημήτρης Αθηνάκης

Sound of Sleat* – Jackie Kay

sleat

Οι πολλές κουβέντες, οι μέρες οι ίδιες που περνούν και κάτι αφήνουν και μαζί κάτι παίρνουν, πάντα οδηγούν στην ποίηση: ένα σχόλιο της Εύας Εξάρχου, ένα δικό της κείμενο εμπνευσμένο από δυο λέξεις που με τη σειρά τους ήρθαν απ’ την Τζάκι Κέι. Και να που πάλεψα λίγο την ποίησή της και σας την αφήνω εδώ… Έτσι, μόνη κι αυτή όπως και τόσα άλλα.

Πάντοτε ατένιζα τον κόσμο
Κι αναρωτιόμουν αν το ‘κανε κι αυτός για μένα,
Ακίνητη σ’ αόριστο μεταίχμιο,
Στο πρόσωπό μου, της παγωμένης θάλασσας ο άνεμος.

Στην αντίπερα όχθη καθρέφτες ν’ ανακλούν
Πρόσωπα που μου μοιάζαν,
Ανθρώπους που έμειναν στη μέση,
Που τα νερά διασχίζαν.

Κι έμοιαζε, κοιτώντας απ’ το υποστατικό μου –
Με τις γέρικες πέτρες και το πρόβατο,
Κι εκείνο τον ήχο τραγουδιών που μ’ επισκέπτεται στον ύπνο μου –
Ο ρυθμός του κόσμου κάπου να σμίγει

Με την κόψη του κόσμου μας που κατοικούμε.
Πέρασα δύσκολα κι εγώ.
Το πρόσωπό μου χαραγμένο’ ερείπιο το κορμί μου.
Κάποτε σκεφτόμουν ότι θα ‘χα την ευλογία –

Όταν ο ποταμός θα ‘τρεχε τη θάλασσα ν’ ανταμώσει
Όταν ήλιος και φεγγάρι θα μοιράζονταν το θόλο –
Τα πέρατα της γης στα μάτια μου να κλείσω,
Και στην υγειά να πιω του κοριτσιού που μ’ είδε μες στα μάτια.

Απόδοση: Δημήτρης Αθηνάκης

 

*Τον παράδεισο του Sleat μπορείτε να τον βρείτε εδώ.