Ζωή χωρίς δουλειά

 

Δημήτρης Αθηνάκης

Ετών: 30

Επάγγελμα: μεταφραστής, επιμελητής εκδόσεων, ποιητής

2007. Η χρονιά των μεγάλων αλλαγών για μένα. Η χώρα συνέχιζε να προχωρά, οι τράπεζες μαζί της. Και όλοι εμείς, θύματα και μαζί θύτες. Θυμάμαι, μου είχε πάρει περίπου τρεις ολόκληρες εβδομάδες ν’ ανοίξω «βιβλία». Απ’ το Επιμελητήριο στην Εφορία και από κει στο ΤΕΒΕ. Όταν είδα το πρώτο μου μπλοκάκι τρυπημένο, ένιωσα τρομερή περηφάνια. Αισθάνθηκα «σαν έτοιμος από καιρό, σαν θαρραλέος» να κατακτήσω τον κόσμο της ελεύθερης αγοράς. Κανείς δεν μου ’χε πει ότι ετοιμαζόμουν για τον κόσμο της ελεύθερης πώλησης.

Έκτοτε, έχουν περάσει πάνω-κάτω τέσσερα χρόνια. Στο μεταξύ, έχω γεμίσει το εργογραφικό μου σημείωμα τόσο, που, καμιά φορά, λέω πως μερικά απ’ όσα έκανα τα ‘χω φανταστεί. Κι όμως, δεν τα ‘χω φανταστεί. Τα ‘χω σκυλοδουλέψει. Έχω φτύσει αίμα για να κάνω ό,τι έκανα, τίποτα δεν μου χαρίστηκε, εκτός από μερικές, ανεπαίσθητες ευκολίες που βρέθηκαν, λόγω τύχης αλλά και γνωριμιών, στον δρόμο μου. Έχω δουλέψει όμως. Έχω μεταφράσει, έχω επιμεληθεί βιβλία και ανθολογίες, έχω διορθώσει – κι αν δεν έχω διορθώσει… Άλλες φορές καλά, άλλες, πάλι, όχι τόσο. Σάμπως όλα τα μοντέλα μιας αυτοκινητοβιομηχανίας, ας πούμε, είναι καλά; Δεν είναι.

Έχω συνεργαστεί με πολλούς εκδοτικούς οίκους, με καλούς εκδοτικούς οίκους, με καλοπληρωτές εκδοτικούς οίκους, μ’ εκδοτικούς οίκους που είχα ήδη διαβάσει βιβλία τους και ήμουν περήφανος να δουλεύω γι’ αυτούς. Παρόλες τις ενδιάμεσες γκρίνιες, εντάσεις, διαφωνίες -σε σημείο, από καιρού εις καιρόν, σκληρές και ανυποχώρητες-, με απογοητεύσεις, αυτά τα χρόνια κύλησαν νεράκι. Και ήταν ωραία χρόνια. Ήταν τέσσερα χρόνια που δουλεύαμε γιατί, αφενός, μπορούσαμε και, αφετέρου, γιατί ο ορίζοντας ήταν ανοιχτός, μπορούσαμε να ονειρευτούμε ότι θα κάνουμε καριέρα. Αμ δε! The party, ladies and gents, is over. Απότομα.

Όταν το 2010 παρουσιάστηκα στο Πολεμικό Ναυτικό δεν φαντάστηκα ότι όσα θα συνέβαιναν θα ‘ταν οι νόμοι του Μέρφι. «Όταν κάτι είναι να πάει στραβά, θα πάει». Και πήγε. Μέσα σ’ έναν χρόνο, χάσαμε τ’ αυγά, τα καλάθια, τα δάνεια και τις πιστωτικές. Η γενιά μου, όσοι γεννηθήκαμε εκεί γύρω στις αρχές του ‘80, δεν προλάβαμε να χαρούμε και να δημιουργήσουμε καμιά ευκαιρία. Δεν είχαμε την ευκαιρία να πάρουμε τη ζωή στα σοβαρά. Δεν μας άφησαν και δεν είχαμε την ευφυΐα και τ’ ανακλαστικά να δούμε αυτό που ερχόταν κατά πάνω μας ή που τρέχαμε εμείς προς αυτό. Όταν, όμως, σε ταΐζει ο μπαμπάς σου ως τα 25 -«το παιδί πρέπει να κοιτάξει τις σπουδές του!»-, πώς, δηλαδή, ν’ αποκτήσεις, μέσα σε λίγα αλλά ξέφρενα χρόνια, όλ’ αυτά τα εφόδια; Για πείτε μου.

Η ζωή, απ’ ό,τι φαίνεται εκ των υστέρων, δεν ήταν ποτέ πάρτι, ώστε τώρα να τελειώσει. Δεν ήταν ποτέ -μα ποτέ- μια αρένα όπου οι ταύροι ήμασταν εμείς. Εμείς, πάντοτε, τελικά, ήμασταν το κοινό. Άρτος και θεάματα, και τω θεώ δόξα. Η αλυσίδα της αγοράς χτυπάει με μανία, κάνει θόρυβο, έτοιμη να μας επιτεθεί. Οι εκδότες φοβούνται, δεν βγάζουν βιβλία, δεν εμπιστεύονται τους νέους, οι νέοι δεν ξέρουν πού ν’ αποταθούν, απολύονται οι υπάρχοντες, κόβονται οι διαφημίσεις, κλείνουν τα ένθετα, δεν πληρώνουν τα βιβλιοπωλεία, δεν πληρώνει κανένας – ακόμα κι αυτοί που θεωρούνταν συνεπέστεροι κι απ’ τον χρόνο. Ο κόσμος πάει κι έρχεται. Φοβάται…

Τα φώτα σβήνουν. Μας έχει τελειώσει και η λίγη δύναμη που προλάβαμε ν’ αποθηκεύσουμε. Αλλά, που να πάρει ο διάολος, γιατί θα πρέπει να είμαι σφιγμένος και προσεκτικός «Ελβετός» στα 25 μου, στα 27 μου, στα 29 μου; Αυτό θα μπορούσε να είναι και η φράση της χώρας μας, τ’ αντίστοιχα χρόνια μετά τη Μεταπολίτευση. Χτίσαμε μια Μεταπολίτευση με τους λάθος λόγους.

Ο φόβος είναι το μεγαλύτερο τέρας που μας χτυπά την πόρτα. Τον κοιτάμε απ’ το «ματάκι». Ξέρουμε, βέβαια, ότι είναι εκεί. Η απόγνωση, το δεύτερο. Το τρίτο; Δεν ξέρω. Αναρωτιέμαι συνεχώς εάν το φευγιό απ’ την πόλη, απ’ τη χώρα, είναι το αποτέλεσμα των προβλημάτων ή η λύση τους. Αναρωτιέμαι γιατί μπορεί, με τόση ευκολία, η ανεργία και ο κωλόκοσμος όπου ζούμε να έχει τόση δύναμη, ώστε να μας σπρώχνει μακριά, να μας διαλύει, να μας κάνει να διαλύουμε, να μας αφήνει να αιωρούμαστε σ’ ένα σκοινί. Η μοναξιά του σχοινοβάτη; Μπααα. Η μοναξιά αυτού που καθημερινά αναγκάζεται γενικώς και αορίστως.

 

* * * *

Δημοσιεύτηκε στη LiFo.  Click: http://www.lifo.gr/mag/features/2892

Τζένη Μαστοράκη: «Είμαι ένα όχημα σταθερής τροχιάς»


Η ποιήτρια και μεταφράστρια Τζένη Μαστοράκη μιλάει για τη διαδικασία

της μετάφρασης, τα χόμπι, τις εμμονές, τις συλλογές της

Συνέντευξη στην Όλγα Σελλά, Καθημερινή, Κυριακή 22/11/2009

Την ακολουθεί -μάλλον ερήμην της- η εικόνα ενός απόμακρου και απομονωμένου ανθρώπου. Και εξ αυτού ένας μύθος. Η ποιήτρια και μεταφράστρια Τζένη Μαστοράκη εμφανίζεται ελάχιστα ως καθόλου σε δημόσιες εκδηλώσεις, δεν απασχολεί ποτέ τα ΜΜΕ. Γνωρίζουμε ότι ως ποιήτρια η Τζένη Μαστοράκη είχε κάνει αίσθηση τη δεκαετία του ’70 και τα μόνα δείγματα γραφής της που είχαμε τα τελευταία χρόνια ήταν οι μεταφράσεις της. Θεατρικές και λογοτεχνικές. Την ερχόμενη Τρίτη 24 Νοεμβρίου, στις 7 μ.μ., θα έχει τη δική της βραδιά στο Μέγαρο Μουσικής, στο πλαίσιο των εκδηλώσεων του Megaron Plus για την ποιητική γενιά του ’70, με οικοδεσπότη τον διευθυντή της «Νέας Εστίας» Σταύρο Ζουμπουλάκη.

Η Τζένη Μαστοράκη είναι μια ζεστή, εκδηλωτική, τρυφερή γυναίκα, που μιλάει για ό,τι υπάρχει γύρω της και κάνει τον συνομιλητή της να παρακολουθεί όχι μόνο τη σκέψη της, αλλά, κυρίως, τον τρόπο που χρησιμοποιεί τις λέξεις, τη γλώσσα: με άνεση, με σοφό δισταγμό, με διαρκές ζύγισμα. Είτε μιλάει για τη διαδικασία της μετάφρασης, είτε μιλάει για τα χόμπι της, τις εμμονές της ή τις συλλογές της. Οπως είναι τα λουλούδια που έχει στο μπαλκόνι του σπιτιού της, τα χρώματα που της αρέσουν, τα παιδικά κεντήματα που απεχθάνεται ή η συλλογή με διάφορες εκδοχές θρησκευτικού κιτς που συλλέγει: «Μ’ αρέσουν οι ρώσικες εικόνες, γιατί είναι ένα μικρό πανηγύρι. Είναι σαν ολόκληρα σπίτια, στολισμένα, κλεισμένα μέσα σε τζάμι. Μ’ αρέσει το θρησκευτικό κιτς, όπως μ’ αρέσουν κι άλλα πράγματα που είναι οριακά κιτς».

Η συνάντηση τα είχε όλα. Καφέ, κέικ, κουλουράκια, ξενάγηση στα φυτά στο μπαλκόνι αλλά και στις οικογενειακές φωτογραφίες, στα παλιά αγαπημένα της βιβλία -κόμικς και θρίλερ της δεκαετίας του ’60- και στη διαδρομή της τελευταίας της θεατρικής μετάφρασης («Το ύστατο σήμερα» του Χάουαρντ Μπάρκερ που παρουσιάζεται στη Νέα Σκηνή του Λευτέρη Βογιατζή). Τι δεν αντέχει; Τα χρονοδιαγράμματα, ακριβώς επειδή δεν αντέχει να μην είναι συνεπής. Κι όταν γράφει ένα κείμενο, οποιοδήποτε, το «φυσάει να κρυώσει» αρκετές μέρες.

Τα συστατικά μιας γενιάς

– Παρότι έχετε πολλά χρόνια να δημοσιεύσετε ποιητική συλλογή, έχετε μια εμβληματική θέση στη λεγόμενη «γενιά του ’70». Ποια ήταν τα συγγραφικά «συστατικά» εκείνης της γενιάς, τι συνεχίζεται και τι έχει τελειώσει;

– Τα μόνα «συστατικά» που μπορώ να σκεφτώ, αφορούν την κοινή καταγωγή μας: Γεννηθήκαμε από ανθρώπους της Κατοχής και του Εμφύλιου. Βρεθήκαμε φορτωμένοι με κληρονομικά τραύματα, πολιτικά και κοινωνικά, που δεν πολυξέραμε τι να τα κάνουμε. Διανύσαμε σχεδόν συνειδητά (στις διάφορες ηλικίες μας) δύο ανεπανάληπτες δεκαετίες, του ’60 και του ’70. Γνωρίσαμε παράλογες απαγορεύσεις κάθε είδους. Μεθύσαμε με όλα τα απαγορευμένα: βιβλία, μουσικές, ταινίες, ιδέες. Νιώσαμε από τις ίδιες τις συνθήκες την ανάγκη να μιλήσουμε δυνατά, δημοσιεύοντας, άλλοι μέσα σε μια στρατιωτική δικτατορία (σπρωγμένοι από τον άνεμο της «Συνέχειας» και των «Δεκαοχτώ Κειμένων»), άλλοι στο χάος μιας μεταπολίτευσης που ήταν και απελπισμένη και κοσμογονική. Προλάβαμε να ζήσουμε, τότε παλιά, μια εποχή όπου τα ποιήματα μπορούσαν ν’ αλλάξουν τον κόσμο.

Ολ’ αυτά τα κοινά συστατικά καθένας μας τα διαχειρίστηκε με τον δικό του τρόπο και μίλησε με μια εντελώς δική του φωνή. Αλλά τι εννοείτε «έχει τελειώσει»; Τελειώνει ποτέ η ποίηση;

– Μετάφραση και ποίηση. Ποιο από τα δύο συναντήσατε πρώτα στη συγγραφική σας διαδρομή;

– Τα ποιήματα «τα πέρασα» πολύ νωρίς. Τα πέρασα σαν παιδική αρρώστια, που ήρθε, κι έπρεπε να φύγει, και έφυγε, αλλά κάθε τόσο ξαναγύριζε. Υπεύθυνοι για τις απανωτές υποτροπές της είναι οι δάσκαλοί μου πρώτα πρώτα, άνθρωποι σπάνιοι μέσα στα αυστηρά και αλύγιστα σχολεία της εποχής: η κυρία Κουρή στου Ζωγράφου, ο Μανόλης Μαρκουλάκης στον Υμηττό, κι αργότερα στο Τρίτο Θηλέων η πολυαγαπημένη μου Βούλα Μπούντη και ο Ευάγγελος Ξενικάκης. Με εντελώς άλλον τρόπο ευθύνεται και η μαμά μου: που γελούσε στην αρχή, και το ’βρισκε γουστόζικο και της άρεσε, κι έπειτα έπαψε να το βρίσκει γουστόζικο, και στο τέλος άρχισε να μην της αρέσει καθόλου, γιατί ονειρευόταν να με δει μικροβιολόγο. (Αυτό έπαιξε σημαντικό ρόλο στις υποτροπές μου.) Τέλος, υπεύθυνος είναι και ο αδερφός μου, που από την αρχή το θεώρησε εντελώς φυσιολογικό, αφού ήμουν αδερφή του. Εχει κι άλλα ονόματα αυτός ο κατάλογος, αλλά ας σταματήσω εδώ.

– Και η μετάφραση;

– Από τα εφηβικά μου χρόνια, χωρίς να ξέρω καλά καλά ποιοι ήταν, είχα μια τεράστια αδυναμία στον Κοσμά Πολίτη και στον Αρη Αλεξάνδρου. Κυνηγούσα το όνομά τους στα μεταφρασμένα βιβλία της εποχής, και ήξερα απέξω ολόκληρα κατεβατά, μόνο και μόνο για τα δικά τους ελληνικά. Ποτέ όμως δεν είχα σκεφτεί να τους «μοιάσω».

Η μετάφραση ήρθε λίγο αργότερα, μια παρόρμηση ήταν: ήθελα να μοιραστώ με δυο φίλους ένα βιβλίο (τη «Φονταμάρα» του Ινιάτσιο Σιλόνε, που τη διαβάζαμε τότε κομμάτι κομμάτι στο Ιταλικό Ινστιτούτο). Δεν την είδαν ποτέ. Κάθε κομμάτι που μετέφραζα, το διάβαζα, απελπιζόμουν και το ’σκιζα επιτόπου. Απ’ όλη αυτή την ιστορία έμεινε η ανάγκη να μοιραστώ, που κράτησε χρόνια, αλλά δεν υπάρχει πια. Την έχει αντικαταστήσει η σπάνια πια, αλλά πολύ πιο ισχυρή επιθυμία να μπω βαθιά μέσα στο κείμενο ενός άλλου.

Μεταφράζω κυρίως πεζογραφία και θέατρο. Λίγο από το ένα και λίγο από το άλλο. Αυτά τα δυο μ’ αφήνουν να ανασαίνω πιο βαθιά, που θα πει: να ισοζυγίζω κέρδη και απώλειες.

Σταθερή

– Πρόσφατα αλλάξατε τόπο κατοικίας, έπειτα από πολλά χρόνια. Πώς αισθάνεσθε όταν μετακινείστε (κυριολεκτικά και μεταφορικά); Ποια είναι για σας τα σταθερά σημεία αναφοράς (άνθρωποι, αντικείμενα, ιδέες…).

– Είμαι «όχημα σταθερής τροχιάς». Ξέρετε, απ’ αυτά που κινούνται μόνο πάνω σε ράγες, και που έξω απ’ τις ράγες τους δεν έχουν πού να πάνε. Θέλω πάντα να επιστρέφω στο Αργοστόλι και στο Λονδίνο. Κάνω πάντα τις ίδιες βόλτες στο κέντρο (συνήθως με τσιγάρο στο χέρι). Δένομαι υπερβολικά με χώρους και με αντικείμενα. Αγαπάω αμετακίνητα τους δικούς μου ανθρώπους, ακόμα κι αν δεν τους βλέπω συχνά. Με τις ιδέες τα πράγματα είναι λίγο πιο περίπλοκα: άλλες τις υπερασπίζομαι με πείσμα, κι άλλες, τώρα πια, μόνο από πείσμα.

Μετακόμισα πρώτη (σχεδόν) φορά σε μισό αιώνα. Η καινούργια μου γειτονιά είναι φιλόξενη και γλυκιά, το μπαλκόνι μου έχει κοτσύφια, αλλά η ζωή μου έχει μείνει στην άλλη άκρη της Αθήνας. Είμαι μια προσωρινά εκπατρισμένη δημότις Υμηττού, που επιστρέφει στο μισοάδειο της σπίτι πέντε φορές τη βδομάδα.

«Μια διαδικασία που έχει μεγάλη αιμορραγία»

«Είμαι δύστοκη, γράφω πάρα πολύ δύσκολα» λέει η Τζένη Μαστοράκη. «Αν είναι να γράψω κάτι δικό μου, αναβάλλω από μέρα σε μέρα κι ωστόσο το σκέφτομαι όλη μέρα. Οταν δουλεύω μεταφραστικά όμως, είμαι ένας εργάτης που δουλεύει χιλιάδες εργατοώρες την ημέρα, είναι κλεισμένος, την καταβρίσκει, και βέβαια είναι μια διαδικασία που έχει μεγάλη αιμορραγία. Ρωτάς, και ξαναρωτάς, και ξαναρωτάς το κείμενο: “Τι θες μωρέ;” Και πάντα υπάρχει απάντηση. Αυτή είναι η σοφία των κειμένων και κυρίως των καλών κειμένων. Για να φτάσω στη μετάφραση του τίτλου «Το ύστατο σήμερα» (σ.σ. ο πρωτότυπος τίτλος είναι The dying of today) έπαιζα με διάφορα πράγματα και τον έδωσα στον Λευτέρη δύο μήνες μετά το έργο, το οποίο σημειωτέον είναι ένα κρύσταλλο και δεν έχεις καμιά απορία. Ο Μπάρκερ είναι ποιητής. Οικοδομεί τον λόγο του ποιητικά με τον καλύτερο τρόπο και με μονάδα τη λέξη. Τακ, τακ, τακ. Ο τίτλος είναι πάντα το πιο δύσκολο κι είναι κάτι που κάνεις τελευταίο. Περιπλανήθηκα σε πολλά: από το «θνήσκων σήμερα», μέχρι διάφορα άλλα.

Πάντα μ’ ένα πράγμα στο μυαλό μου: ότι αν ήθελε ο συγγραφέας κάτι πιο φαντασμαγορικό θα το είχε κάνει. Αυτό το dying of today -κι ακούς και το καμπάνισμά του- έχει μια ησυχία πάρα πολύ περίεργη. Και κάποια στιγμή σκέφτηκα το εξής απλό: η dying breath που λένε οι Αγγλοσάξονες είναι η ύστατη πνοή. Και το βρήκα. Το τύπωσα σ’ ένα φύλλο Α4, πήγα στην πρόβα και λέω του Λευτέρη: ”Κλείσε τα μάτια σου και κοίτα”».

εύη λαμπροπούλου – "η generation x μπήκε ήδη στο δημόσιο"

Όταν οι κάφροι επελαύνουν, παίρνουν μαζί τους…Τον καθαρό αέρα, τον πολιτισμό, την αισθητική στη μουσική, στο διάβασμα, στην καθημερινή ζωή. Παίρνουν παραμάζωμα το δικαίωμά σου να είσαι υπεράνω και να μην χρειάζεται να αποκαλείς κάποιον κάφρο. Διότι ο κάφρος σε αναγκάζει να ασχοληθείς μαζί του, παραβιάζει τον εναέριο χώρο σου, αναβοσβήνει στα μούτρα σου σαν πινακίδα από νέον. Δε μπορείς να τον αγνοήσεις.

Η μουσική στο “Χάπι Λου” επέλεξες να είναι παντού γιατί…

Δεν το επέλεξα εγώ. Η Χάπι Λου ξέρεις είναι αθεράπευτα προσκολλημένη στη μουσική, επηρεάζεται και ζει μέσα από τραγούδια, εφόσον είναι καθηλωμένη σε μια μετεφηβική φάση παράτασης της ξενοιασιάς, της ανευθυνότητας και καθυστέρησης της ένταξης σ’ έναν συγκεκριμένο, προκατασκευασμένο, βαρετό τρόπο ζωής. Άσε που δεν ταυτίζονται τα μουσικά μας γούστα.

Η περίφημη generation-x φοβάται να φάει το φαΐ της γιατί…

Θα μεγαλώσει και θα πρέπει να παντρευτεί και να κάνει παιδιά/ λεφτά/ δουλειά. Φοβάμαι όμως ότι μπήκε ήδη στο δημόσιο και έχει ήδη αρχίσει να χοντραίνει. Και όσοι δε μπήκαν πολιορκούνται από τους υπόλοιπους που μπήκαν. Ο Μπρετ Ίστον Ελις έκοψε τα ναρκωτικά, ο Ιρβιν Γουέλς είναι πια λίγο αστείος με τα μπλουζάκια με τις trance στάμπες και η Ελίζαμπεθ Βέρτζελ δεν αισθάνεται πολύ καλά. Όσο για την Χ. παντρεύτηκε και έκανε μωρό. Ο Ντάγκλας Κάπλαντ πάντως κρατάει ακόμα.


Το Λονδίνο κάνει τον κόσμο ομορφότερο. Ή μήπως όχι;

Ω ναι. Ας μην ξεχνάμε την υπέροχη βρετανική προφορά και το Camden.Πάντα αγαπώ το Λονδινάκι, αλλά τελευταία μου φαίνεται (από μακριά, εφόσον έχω καιρό να πάω) πολύ στυλιζαρισμένο και, ας το παραδεχτούμε επιτέλους, οι βρετανοί ήταν πάντα λίγο ξινοί. Η Νέα Υόρκη από την άλλη, κάνει τον κόσμο ομορφότερο, ακόμη και μόνο για την ένδοξη γειτονιά Williamsburg του Μπρούκλιν. Το Βερολίνο τώρα, που το σκέφτομαι με αυξανόμενο ενδιαφέρον, είναι πολιπολυτισμικό, έχει πράσινο, καλλιτέχνες, χαμηλούς τόνους, υψηλή ενέργεια, φτηνά νοίκια. Ίσως πρέπει να μάθω γερμανικά.


Το ημερολόγιο της Εύης Λαμπροπούλου λέει σίγουρα κάθε μέρα:

Να μετακομίσω στην Αθήνα ή μήπως στη Θεσσαλονίκη? Να βγω ή καλά είμαι κι έτσι;



Το “Σχεδόν Σούπερ” χρωστά δύο κουβέντες ακόμα…

Το Σχεδόν Σούπερ δείχνει κατανόηση στους σούπερ ανθρώπους. Οι σούπερ είναι σχεδόν τρομακτικοί, αντιπαθητικοί. Αλλά τελικά είναι άνθρωποι. Το Σχεδόν Σούπερ τους ξεσκεπάζει, τους αγαπάει, τους θυμίζει πώς ήταν παιδιά. Το Σχεδόν Σούπερ δεν έχει καταλάβει ακόμα γιατί έχει σχετικά διαφορετικό κοινό από το Χάπι Λου. Ούτε γιατί το όνομά του δεν είναι ΜΙΣ ΛΑΠΤΟΠ, όπως είχε σχεδιαστεί αρχικά.


Ο Δημήτρης Σωτάκης δήλωσε ότι “η Εύη Λαμπροπούλου είναι υπαρκτό πρόσωπο”.

Υπήρχαν αμφιβολίες σχετικά. Αλλά υπάρχω, το έγραψε και ο Σωτάκης στο site του, επειδή ακριβώς κανείς δεν ξέρει πού βρίσκομαι αν πάσα στιγμή. Ούτε κι εγώ. Ειδικά δεν ξέρω πού θα βρίσκομαι την επόμενη στιγμή. Πράγμα που εκνευρίζει πολλούς ανθρώπους που με συναναστρέφονται. Όπως τη μαμά μου. Ένας διάλογος:- Θα φύγεις αύριο παιδάκι μου;- Δεν ξέρω. – Ποιος ξέρει;- Άγνωστο.- Μα πρέπει να βγάλεις εισιτήριο σήμερα. – Θα βγάλω αύριο. – Κι αν δεν βρεις;- Αν δε βρω δε θα φύγω. – Κι εγώ πώς θα το ξέρω; Να πάω σε χαρτορίχτρα; – Καλή ιδέα.


Ο λόγος που ξυπνά η Εύη το πρωί με ξυπνητήρι…

[Δεν μπορώ να μιλάω για τον εαυτό μου στο τρίτο πρόσωπο.] Ξυπνάω για να πληρώσω λογαριασμούς και για τράπεζες, για έλευση επερχόμενου πυρηνικού πολέμου, μεγάλου σεισμού ή για κηδεία αγαπημένου προσώπου. Ξυπνάω μόνο για άσχημα πράγματα δηλαδή. Έχω ξυπνήσει και για συνεντεύξεις που πήγαν χάλια. Έχασα και μια υποτροφία με αυτόν τον τρόπο διότι το πρωί δεν λειτουργώ, είμαι ασυνάρτητη, τα εγκεφαλικά μου κύτταρα απεργούν. Άρα, ίσως είναι καλύτερα να μην ξυπνάω το πρωί.


Τελευταίες λέξεις…

Θέλω/ πρέπει /θέλω να παραδώσω την καινούρια μου νουβέλα. Δεν είναι πια τόσο καινούρια διότι γράφτηκε πρόπερσι, αλλά δεν προχωράω την έκδοσή της διότι αισθάνομαι ότι δεν είναι έτοιμη. Αυτό μου συμβαίνει πάντα με τα βιβλία. Μου αρέσει και να τα αφήνω να κάθονται κανένα χρόνο πριν τα ξανακοιτάξω. Αλλά η συγκεκριμένη απαιτεί κάποια δραστική επέμβαση που με παραλύει. Το θέμα της είναι: αν γνωρίζεις ποιο τραγούδι τραγουδούσε ο Σέιλορ στη Λούλα στο ‘Wild At Heart’ και αν στο γεγονός ότι το γνωρίζεις αυτό μπορείς να βασίσεις μια σχέση. Λέγεται ΟΛΑ ΤΑ ΜΗΛΑ, είναι ερωτική και ήταν προγραμματισμένη να κυκλοφορήσει τον Μάιο που μας πέρασε.

And the very last one…

Βρέχει καρεκλοπόδαρα σήμερα. Άρα ίσως καταφέρω να ξαναδιορθώσω την καινούρια μου νουβέλα.



Ιάσων Αθανασιάδης-Fowden: Ανταπόκριση από τη Μέση Ανατολή

Afghanistan.September2005 1211L
Είναι συγκλονιστικό να υπάρχουν άνθρωποι που, σε ηλικία μικρότερη των τριάντα, έχουν καταφέρει να κάνουν τόσα πολλά πράγματα. Είναι κάποιοι άνθρωποι, λοιπόν, που έχουν στο ενεργητικό τους επαγγελματικές δάφνες που -εδώ είναι το σημαντικότερο- συνδυάζονται με απόλυτη κοινωνική προέκταση και βάθος που σε κάνει να μένεις άφωνος με το αδιάκοπο πάθος για τη δουλειά τους.

Ο πρόλογος έχει να κάνει με τον Ιάσονα Αθανασιάδη-Fowden, ένα νέο 28 ετών (γεννήθηκε το ’79 στην Αθήνα), ελληνοβρετανικής καταγωγής και ευρωπαϊκής – αραβικής μόρφωσης και κουλτούρας. Ο Ιάσονας, μέχρι τη στιγμή που μιλάμε, έχει καταφέρει να συνεργαστεί, μεταξύ χιλιάδων άλλων, με το BBC, το Al-Jazeera, τους Times, τον Guardian, τους Washington Times, τα δικά μας ΝΕΤ και ΣΚΑΪ, με διάφορα καναδικά, ελληνικά και άλλα αραβικά μέσα ενημέρωσης, ως ανταποκριτής, παραγωγός ντοκυμαντέρ και ερευνητής (σε συνδυασμό πάντα με τα χαρακτηριστικά του προλόγου) απ’ το Λίβανο, το Ιράν, το Ιράκ, τη Γαλλία, την Αγγλία, την Ελλάδα, τη Συρία, την Κύπρο, την Αίγυπτο, την Τουρκία, το Κατάρ, το Αφγανιστάν, την Κούβα και την Υεμένη.
Αυτός ο κοσμογυρισμένος ρεπόρτερ, επαναλαμβάνω, είναι μόλις 28 ετών. Μιλά 5 γλώσσες συν τα τουρκικά που μαθαίνει σήμερα στην Κωνσταντινούπολη, έχει κάνει τέσσερις εκθέσεις φωτογραφίας στην Τεχεράνη, την Αθήνα και το Λονδίνο και έχει εκπαιδευτεί με υποτροφίες από το BBC, το Oxford University και αυτήν την εποχή βρίσκεται στο Harvard όπου έτυχε μιας υποτροφίας (Nieman Fellowship) για δημοσιογράφους, όντας ο δεύτερος Έλληνας που τυγχάνει αυτής της υποτροφίας και ένας από τους νεότερους υποτρόφους, μιας και η υποτροφία προορίζεται για mid-career journalists… Θέλετε κι άλλα;
Δε θα πω άλλα εγώ. Ας αφήσουμε τον ίδιο να μιλήσει μέσα από τις ερωτήσεις που κατάφερα να του θέσω μέσω email, μιας και δεν είχα χρόνο να ταξιδεύω από τόπου εις τόπον για να τον βρω…!

– Ιάσονα, η πρώτη -αυτονόητη- ερώτηση είναι πώς ένας νέος 28 ετών έχει μέχρι τώρα καταφέρει όλα αυτά τα πράγματα;

Απλώς επειδή το ήθελα, αλήθεια. Όταν ήμουν στο ελληνικό σχολείο, ένιωθα ότι πνιγόμουν από την επανάληψη της συνηθισμένης γνώσης και της «παπαγαλίας», όπως συνηθίζαμε να την αποκαλούμε. Η ανεξάρτητη σκέψη δεν ενθαρρυνόταν. Ακόμα και οι επαναστάτες είχαν τη δική τους γωνιά –ονομαζόταν «Τζούρα Club» το μέρος που πήγαιναν να καπνίσουν, το οποίο βρισκόταν στις τουαλέτες, και κάποιοι ευφυείς είχαν τη φαεινή ιδέα να αναρτήσουν ένα αυτοκόλλητο από το Jurassic Park (ένα σύμβολο του σύγχρονου american dream παρότι επαναστάτες…) πάνω στην πόρτα και να σβήσουν το «-ssic».

Όταν μετακομίσαμε στην Αγγλία, οι γονείς μου με έγραψαν σε ένα σχολείο όπου την πρώτη μέρα ο δάσκαλος μας είπε να μελετήσουμε τα 14 Σημεία του Προέδρου των ΗΠΑ Woodrow Wilson για το μάθημα της ημέρας. Σαν καλός Έλληνας μαθητής, τα αποστήθισα. Την επόμενη μέρα στην τάξη, σε μια ερώτησή του σχετικά με το πώς τα 14 σημεία είχαν επηρεάσει τον κόσμο μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, επίμονα σήκωσα το χέρι μου και τα είπα όλα με μια ανάσα. Η τάξη σχεδόν ξέσπασε σε γέλια εναντίον μου και ο δάσκαλος προσπάθησε με δυσκολία να καλύψει την έκφραση γελοιότητας απ’ το πρόσωπό προς τη διαδικασία σκέψης που παρακίνησε την πράξη μου. Αυτή ήταν η πρώτη γνωριμία μου με ένα Πρωτοκοσμικό εκπαιδευτικό σύστημα.

Από τη καλλιέργεια του σπόρου της ανεξάρτητης σκέψης, υπήρξε ένα εύκολο βήμα στο ξεκίνημά μου να βλέπω τον κόσμο γύρω μου έξω από τη γυάλα μου. Αναδρομικά, αναλογιζόμενος την παιδική μου ηλικία μεγαλώνοντας στην Ελλάδα, συνειδητοποίησα ότι είχαμε χειραγωγηθεί στις γιορτές, που ήταν κάτι παραπάνω από τις συγκεντρωτικές εξάρσεις της εθνικιστικής προπαγάνδας ή από τότε που χάσαμε μια μέρα μάθημα για να πάμε και να φωνάξουμε συνθήματα ότι «η Μακεδονία είναι ελληνική». Έζησα το μουδιασμένο συναίσθημα κάποιου που συνειδητοποιεί ότι τον κορόιδεψαν. Τώρα που έχω ζήσει επίσης και στη Μέση Ανατολή, αντιλαμβάνομαι ότι το εκπαιδευτικό μας σύστημα στην Ελλάδα δεν είναι και τόσο μακριά από τα αυστηρά, καθοδηγούμενα από την κυβέρνηση, εθνικιστικά δομημένα συστήματα της Μέσης Ανατολής.

Πήρα τη συμβουλή της μητέρας μου και σπούδασα μια δύσκολη γλώσσα στο πανεπιστήμιο (αραβικά). Και έχοντας ελευθερώσει τον εαυτό μου από τους περιορισμούς του ακαδημαϊκού τρόπου σκέψης, το απαραίτητο πνευματικό άλμα για να διαλέξω να πάω να ζήσω στη Μέση Ανατολή –μία από τις πιο δαιμονοποιημένες περιοχές του κόσμου, αλλά, στην πραγματικότητα, από τις πιο ασφαλείς- ήταν εύκολο. Τώρα, όταν επιστρέφω στην Ελλάδα και βλέπω τους παλιούς συμμαθητές μου, νιώθω περισσότερο αποστασιοποιημένος από αυτούς. Την τελευταία φορά που ήμουν στην Αθήνα συναντήθηκα με μία φίλη με την οποία δεν είχαμε βρεθεί για περίπου 15 χρόνια και η οποία με βρήκε μέσα από την ιστοσελίδα μου. Επρόκειτο να παντρευτεί και ακόμα πιστεύει στην Πατρίδα και την Εκκλησία. Έχω την αίσθηση ότι η απόπειρα εκ μέρους της να ανοίξουμε συζήτηση ήταν κάπως αμήχανη…

– Πώς ξεκίνησε όλο αυτό το ενδιαφέρον (το πάθος ίσως) για τον ευρύτερο αραβικό πολιτισμό;

Μη συγχέεις το ενδιαφέρον με το πάθος. Όταν μελετάμε τη Μέση Ανατολή, είναι καλό να έχουμε κατά νου αυτό που είπε ο εξαιρετικός Σύριος ποιητής, Άδωνις: «εμείς οι Άραβες έχουμε εκλείψει». Αυτό που καλύπτω όταν είμαι στη Μέση Ανατολή δεν είναι ο αραβικός πολιτισμός αλλά η αραβική δυσλειτουργία, δυστυχώς. Ποτέ ξανά δεν έχει το αραβικό έθνος γίνει πιο ανίκανο. Ένα ακόμα απόσπασμα απ’ τον Άδωνι που καλά θα κάνουν οι Έλληνες να ρίξουν μια ματιά:«Έχουμε τις μάζες του λαού, αλλά ένας λαός εκλείπει όταν δεν έχει πια δημιουργική ικανότητα και την ικανότητα να αλλάξει τον κόσμο του… Οι μεγάλοι Σουμέριοι εξέλιπαν, οι μεγάλοι Έλληνες εξέλιπαν και οι Φαραώ
εξέλιπαν».

Εξαιτίας της υπογεννητικότητας, σε αντίθεση με τους Άραβες, εμείς οι Έλληνες δεν έχουμε καν «τις μάζες του λαού».

Προσκολλήθηκα στη Μέση Ανατολή το 1996 ιδιαίτερα όταν ταξίδεψα με τον πατέρα μου στη Βηρυτό. Περπατώντας μέσα στο μεταπολεμικό τοπίο της ανοικοδόμησης, δεν μπορούσα παρά να ανακαλέσω την Αθήνα –το ίδιο αρχιτεκτονικό χάος, ολόκληρα οικοδομικά τετράγωνα από άναρχες άσπρες πολυκατοικίες με χρωματιστές τέντες. Η μόνη διαφορά με του Ζωγράφου, τη γειτονιά στην Αθήνα όπου μεγάλωσα, ήταν ότι οι τέντες στη Βηρυτό ήταν σημαδεμένες από οβίδες και κομμένες σε μαύρα κομματάκια από τις εκρήξεις. Και όσο για τον καλπάζοντα καταναλωτισμό, τον ανεξέλεγκτο οικονομικό νεοφιλελευθερισμό, το διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα και τις επιχειρηματικές ελίτ, ο Λίβανος μπορεί να δώσει ακόμα μερικά μαθήματα στην Ελλάδα, παρόλο που προχωράμε γρηγορότερα από αυτούς.

– Πόσο απέχει και σε τι, σε γενικές γραμμές, ο σύγχρονος αραβικός πολιτισμός απ’ την Ευρώπη των ημερών μας;

Η απόσταση μεταξύ Ευρώπης και σύγχρονου αραβικού πολιτισμού είναι τόσο μεγάλη όσο και οι ουρές των Αράβων που αιτούνται visa και που περικυκλώνουν με αυτές τις ευρωπαϊκές πρεσβείες στη Δαμασκό, το Κάιρο, το Αμμάν και το Ραμπάτ, κάθε μέρα. Αυτό είναι για τον αστικό αραβικό κόσμο που έδωσε ώθηση στην αραβική κουλτούρα της ανατολικής Μεσογείου και της Βόρειας Αφρικής. Όσο για τις ακτινοβολούσες από τους ουρανοξύστες πόλεις της Αραβικής Χερσονήσου, ένα πολύ ενδιαφέρον πείραμα στο νεοφιλευθερισμό, που συνέβη μέσα στο τυποποιημένο ταξικό σύστημα, λαμβάνει χώρα εκεί όπου οι χτυπημένοι από τη φτώχεια Πακιστανοί και άλλοι νοτιοανατολικοί Ασιάτες εργάτες μοχθούν σε συνθήκες 45 βαθμών Κελσίου και 100% υγρασίας να οικοδομήσουν δίκτυα γραφείων μέσα στα οποία Λιβανέζοι, Γάλλοι και Βρετανοί εργάτες με άσπρα κολάρα κάθονται μπροστά από υπολογιστές και αγοράζουν ή πωλούν μετοχές και ομόλογα. Δεν είμαι πολύ σίγουρος για το ποια από τις δύο «Μέσες Ανατολές» είναι πιο καταθλιπτική. Μάλλον, καμία δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι ενθαρρυντική.

– Οι Έλληνες τι καταλαβαίνουν λάθος απ’ την κατάσταση στη Μέση Ανατολή; Ή, ακόμα, απ’ τη σύνολη κατάσταση στο Ιράν και στο Ιράκ πιο συγκεκριμένα;

Εξαιτίας του κοινού παρελθόντος, κάποιοι Έλληνες μπερδεύουν το Ιράν με το Ιράκ (παρόλο που αυτό θα σε εκπλήξει). Οι Έλληνες μοιάζουν να παραείναι απορροφημένοι στα reality shows και στις τηλεοπτικές σειρές για να ενδιαφέρονται για το τι συμβαίνει στην περιοχή, εκτός και όταν ένας καινούριος πόλεμος τους επιτρέψει να ασκήσουν τον ενστικτώδη αντιαμερικανισμό και αντισημιτισμό τους. Τη στιγμή που μπορεί να έχουν δίκιο να ασκούν κριτική στην Ουάσινγκτον και το Τελ Αβίβ για τις επιθέσεις τους στο Ιράκ και στο Λίβανο αντίστοιχα, επιδεικνύουν πολύ λίγα σημάδια κατανόησης της δυναμικής της περιοχής. Δυστυχώς, δεν έχουμε απεκδυθεί, ακόμα και τώρα, την άποψη ότι Μέση Ανατολή = Ισλάμ = Τούρκοι = κακό.

Εν τω μεταξύ, η Ελλάδα διατηρεί ακόμα τη θέση του διπλωματικού μεσολαβητή μεταξύ Ανατολής και Δύσης που διατηρείται από τα χρόνια του Βυζαντίου και τους Οθωμανούς Φαναριώτες, παρόλο που αυτόν το ρόλο όλο και περισσότερο σφετερίζεται η Άγκυρα, της οποίας οι διπλωμάτες αντιλαμβάνονται κατά πολύ περισσότερο από εμάς τη Μέση Ανατολή. Και πάλι, αυτό είναι δικό μας σφάλμα. Έχουμε την τύχη να υπάρχει μία ασυνήθιστη ομάδα μεσανατολιτών Ελλήνων, ειδικά οι Αιγυπτιώτες, πολλοί από τους οποίους μιλούσαν εξαιρετικά αραβικά και δεν ήταν απομονωμένοι στα Πρωτοκοσμικά γκέτο που πολλοί μεταξύ αυτών δημιούργησαν για να αφήσουν έξω την αραβική πραγματικότητα γύρω τους. Αλλά εξαιτίας της δυτικοποιημένης μας πορείας –η ίδια πορεία που οδήγησε στο να κοπούν οι φοίνικες της Ομόνοιας επειδή απεικόνιζαν «σημάδια της ανατολίτικης οπισθοδρομικότητας», αυτοί οι άντρες και οι γυναίκες (αυτοί που κλείστηκαν στα Πρωτοκοσμικά γκέτο) ξέχασαν τα αραβικά τους, δεν τα δίδαξαν στους γιους και τις κόρες τους και άφησαν αυτήν την κληρονομιά να λησμονηθεί. Σήμερα, υπάρχουν ακόμα πολύ λίγοι εκπρόσωποι αυτής της παλιάς τάξης στο διπλωματικό μας σώμα. Ο σημαντικότερος από αυτούς είναι ο Κωνσταντίνος Μακρής, ένας αραβολόγος που υπηρέτησε πρόσφατα ως πρεσβευτής μας στη Βαγδάτη και που αποφασιστικά έζησε στην Κόκκινη Ζώνη.

Etemad-e Melli_resized

– Η επέμβαση των Αμερικανών στην περιοχή είναι -δικαίως και ευτυχώς- καταδικαστέα απ’ το σύνολο σχεδόν του παγκόσμιου πληθυσμού. Θα μπορούσε άραγε κανείς να διακρίνει θετικά στοιχεία που οι ντόπιοι πληθυσμοί αντιλαμβάνονται, που δεν γίνονται κατανοητά απ’ το “γυμνό” μάτι των υπόλοιπων λαών;

Οι Άραβες μηδενιστές υποδέχονται τις αμερικανικές στρατιωτικές και διπλωματικές εισβολές ως μάταιες ασκήσεις που καταλήγουν να υπονομεύουν τις λύσεις της Ουάσινγκτον, φθίνοντας το ανθρώπινο και οικονομικό κεφάλαιο της αμερικανικής αυτοκρατορίας και επιταχύνοντας προς το τέλος της. Οι Άραβες εθνικιστές και οι Ισλαμιστές ενώνονται για να καταδικάσουν την επέμβαση. Και υπάρχει και μια μαζική αμερικανοποιημένη γενιά, που ζει σε κλιματιζόμενα εμπορικά κέντρα και μοντέρνα διαμερίσματα παντού, από το Αμπού Ντάμπι και το Κουβέιτ έως τα μοντέρνα προάστια του Καΐρου και της Βηρυτού, που κλείνουν τις ειδήσεις και βλέπουν Rotana, το αραβικό MTV, για να ακούσουν τα τελευταία μουσικά χιτ. Ξαπλώνουν φαρδιά-πλατιά στους καναπέδες έξω από σικάτα καφέ και παρακολουθούν τους εργάτες από τις Φιλιππίνες και τη Βεγγάλη, που εισήχθησαν από τους γονείς τους, να τρέχουν από εδώ και από κει ως πλανόδιοι. Σπουδάζουν σε δευτεροκλασάτα δυτικά πανεπιστήμια και ξοδεύουν όλο τον ελεύθερο χρόνο τους μόνο με Άραβες, μη κάνοντας έστω μια προσπάθεια να κοινωνικοποιηθούν με ανθρώπους του πολιτισμού που τους φιλοξενεί. Επιστρέφουν στην πατρίδα τους για να παντρευτούν κάποιον από την τάξη τους, να βρουν μια δουλειά στα οικονομικά και σπάνε την μονοτονία σπίτι-δουλειά-σπίτι με εκδρομές το σαββατοκύριακο όπου παρακολουθούν τη χώρα τους ως τουρίστες μέσα από τα πεντάστερα μέσα μεταφοράς τους. Σου θυμίζει αυτό μια άλλη γενιά, λίγο πιο κοντά στην πατρίδα;


– Τι συμβαίνει στην πραγματικότητα στην περιοχή μετά την πτώση του Saddam;

Το Ιράκ, όπως και η Γιουγκοσλαβία, δεν υπάρχει ως χώρα πια, τώρα που ο ισχυρός του άντρας έχει χαθεί. Αν δεχτούμε την αμερικανική επέμβαση στο Ιράκ σε ονομαστική αξία ως «άσκηση επαναφοράς της δημοκρατίας», τότε ήταν ένα τέλειο παράδειγμα πολιτικών προσπαθειών να προωθήσουν τον Iyad Allawi, έναν ισχυρό άνδρα σαν τον Saddam. Έχουμε αναδρομικά συνειδητοποιήσει, όπως καταδεικνύουν οι προσπάθειες για να αναδειχθεί ο Iyad Allawi (ένας ηγέτης σαν τον Saddam), ότι ο Saddam ήταν καλός, ωστόσο ελαττωματικός αρχηγός για το Ιράκ. Μπορεί να μην ήταν ικανός να αναρριχηθεί στην κορυφή της Σουηδίας ή του Καναδά, εντούτοις διέθετε κάποια χαρακτηριστικά που τον έκαναν εξαιρετικά δημοφιλή στο εσωτερικό της χώρας του, όπως το πένθος του θανάτου του μέσα στον αραβικό κόσμο απέδειξε. Σημαντικό επίσης είναι το ότι του επετράπη να διατηρήσει τη χώρα του ενωμένη παρόλα τα ρεύματα στις διάφορες περιοχές που την σφυροκοπούσαν στο παρελθόν.

Στη θέση του Saddam, έχει ξεσπάσει ένας φαύλος συγκεκαλυμμένος πόλεμος μεταξύ των σουνιτικών και των σιιτικών δυνάμεων, υποβοηθούμενος από κρυφά κονδύλια και από πολιτοφύλακες που τους στηρίζουν, ανταλλαγές πυρών και στοχευμένες πολιτικές δολοφονίες. Ο θάνατός του επέτρεψε να μεταφερθεί το κέντρο βαρύτητας της Μέσης Ανατολής ανατολικότερα, από το Κάιρο και την Ανατολική Μεσόγειο στον Περσικό Κόλπο.

Σύμφωνος με την παράδοση των Αράβων απολυταρχών, ο Saddam προστάτεψε τις μειονότητες. Κατά την απουσία του, οι κάποτε ακμάζουσες κοινότητες των Χαλκηδονίων Χριστιανών του Ιράκ έχουν απογυμνωθεί από τον πληθυσμό τους, δεδομένου ότι μια σειρά στοχευμένων δολοφονιών, εκρήξεων και άλλων τρομοκρατικών ενεργειών από φρουρές Ισλαμιστών τους έστειλαν τρέχοντας αναστατωμένοι στη Συρία, την Ιορδανία και τη Δύση. Το ράκ έχει χωριστεί μεταξύ εμπόλεμων σεχταριστικών φραξιών –αρκετά όμοιων με του Λιβάνου κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’80- και κανονικών ανθρώπων που δεν τολμούν να αφήσουν τα σπίτια τους. Αυτή είναι η μετα-Saddam πραγματικότητα.

– Τι νομίζεις ότι χρειάζεται άμεσα η περιοχή αυτή;

Έναν αιώνα απόλυτης μη-εμπλοκής εξωτερικών δυνάμεων για να αφήσουν στην περιοχή το χρόνο να βρει τον εαυτό της (πιθανώς μέσω ελεγμένης δια-σεχταριστικής αφαίμαξης όπως στους θρησκευτικούς πολέμους της Ευρώπης του Μεσαίωνα, πιθανώς όχι). Σε κάθε περίπτωση, στο σύγχρονο παγκοσμιοποιημένο κόσμο, αυτό είναι ένα όραμα και εξαιρετικά μη-πραγματοποιήσιμο.

– Πόσο σ’ έχει βοηθήσει προσωπικά η πολυετής παραμονή σου σε χώρες αυτής της ευαίσθητης περιοχής;

Μου επιτρέπεται να σκέφτομαι ανεξάρτητα, να μαθαίνω χιλιάδες πράγματα από τις επιτόπου εμπειρίες μου και συνεχώς να προκαλώ τον εαυτό μου καθημερινά. Μου έχει δοθεί η πολυτέλεια να διαμορφώνω μόνος μου τη σκέψη μου σχετικά με το τι σκέφτομαι για τα σημαντικά ζητήματα της μέρας. Τελικά, με απελευθέρωσε από μια δουλειά ενός γραφιά αγκυλωμένου σε ένα γραφείο.

– Τι θα ήθελες να πεις ανοιχτά; Τι σκέφτεσαι για τον κόσμο και την κατάστασή του σήμερα;

Κατευθυνόμαστε όλο και περισσότερο προς ένα παγκόσμιο πολυεπίπεδο σύστημα στην κορυφή του οποίου θα βρίσκονται οι διεθνείς ελίτ. Η Δύση θα κλειδώνει όλο και περισσότερο τον εαυτό της, συλλέγοντας τους καλύτερους και τους πιο μορφωμένους του Τρίτου Κόσμου να περάσουν τις πύλες της. Το έχουμε ήδη δει από το πόσο δύσκολο είναι να πάρει κανείς αμερικανική, καναδική ή της Schengen visa και από τις αυξανόμενες μεταναστευτικές φρουρές στις περιοχές γύρω από την Ευρώπη. Ένα από τα βραβεία του World Press Photo της χρονιάς πρόσφατα δόθηκε σε μια σειρά φωτογραφιών που απεικόνιζαν εξαντλημένους Αφρικανούς φυγάδες περικυκλωμένους από πανέμορφες Ισπανίδες με μπικίνι μετά τον καθαρισμό μιας από τις παραλίες αυτής της χώρας μετά την επικίνδυνη διάσχιση από το Μαρόκο. Η σουρεαλιστική σύγκρουση μεταξύ του Πρώτου και του Τρίτου Κόσμου. Οι αποκλειστικές κοινότητες ανθίζουν γύρω από την περιοχή της Μέσης Ανατολής. Είναι η Ντουμπαϊοποίηση του Τρίτου κόσμου. Η Emaar, η προεξάρχουσα κατασκευαστική εταιρεία των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων έχει δημιουργήσει πανάκριβα πρότζεκτ κατοικιών με ονομασίες όπως Eighth Gate, Damascus Hills, Dubai Towers Istanbul, Canyon Views και Crescent Bay σε μέρη όπως το Karachi, το Κάιρο, η Λαχώρη, η Κωνσταντινούπολη, το Μαρόκο και αλλού. Οι προαναφερθείσες διεθνείς ελίτ καταφεύγουν πίσω από τα τείχη αυτών των περιβόλων (των προστατευμένων από ιδιωτικούς φρουρούς), οδηγώντας τις Land Rovers τους στα κοντινά επιχειρηματικά κέντρα που εργάζονται. Για το φτωχό λαό του Τρίτου Κόσμου το μέλλον έχει χαρτογραφηθεί από τον 76χρονο Samir Amin στο έργο του «The Liberal Virus: Permanent War and the Americanization of the World». Σε αυτή τη σύντομη ανάλυση, προβλέπει ότι τρία δισεκατομμύρια αγρότες θα εκδιωχθούν από τη γη τους και θα οδηγηθούν στις φτωχογειτονιές που αυξάνονται μέρα τη μέρα σε γωνιές όπως της Πόλης, του Karachi, της Δαμασκού και του Καΐρου. Αυτό, εξηγεί, θα είναι το αποτέλεσμα της υλοποίησης μιας εντολής του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου του 2001 όπου όλες οι αγροτικές αγορές θα ανοιχτούν προς επέκταση των οικονομικών παραγωγών της αγροτοβιομηχανίας. Χωρίς την ικανότητα να δημιουργήσει μια βιώσιμη ζωή από τη δική του γη, ο μισός από τον πληθυσμό του κόσμου θα αναγκαστεί να μεταναστεύσει στα αστικά κέντρα όπου δε θα υπάρξει δουλειά γι’ αυτούς. Έτσι, συνοψίζει ο Amin, θα παγιδευτούν σε ένα «οργανωμένο σύστημα apartheid» σε παγκόσμια κλίμακα.

Αυτό δεν είναι σενάριο επιστημονικής φαντασίας. Συμβαίνει αυτή τη στιγμή που μιλάμε. Οδηγεί στη δημιουργία υπερ-πόλεων όπως η Τεχεράνη, η Πόλη του Μεξικού και το Ρίο ντε Τζανέιρο. Καθώς γράφω αυτές τις λέξεις, κάθομαι σε μια φτωχογειτονιά της Κωνσταντινούπολης γεμάτη από Κούρδους χωρικούς της νότιας Τουρκίας και της βόρειας Συρίας. Είναι ο λόγος επίσης που το Πεντάγωνο ασκεί πίεση όλο και περισσότερο στα παιχνίδια πολέμου μέσα στα πολύπλοκα αστικά περιβάλλοντα. Η Βαγδάτη ήταν μόνο η αρχή.

***

σημ.: περισσότερες πληροφορίες για τον Ιάσονα Αθανασιάδη-Fowden μπορείτε να βρείτε στα:

http://www.payvand.com/news/06/jan/1071.html

http://www.worldpoliticsreview.com/author.aspx?id=86

http://www.bjr.org.uk/data/2006/no4_athanasiadis.htm

ΔΗΜΗΤΡΑ ΚΟΛΛΙΑΚΟΥ – Είναι κρυμμένη η ευτυχία;


Η αλήθεια…Μ’ αρέσει η μεταφορά του σπασμένου καθρέφτη. Μαζεύεις ένα θρύψαλο προσέχοντας μην κοπείς και βλέπεις μέσα ένα μικρό τμήμα του εαυτού σου ή του χώρου στον οποίο βρίσκεσαι. Η αλήθεια είναι υποκειμενική, υπάρχουν πολλές αλήθειες, έχει σημασία όχι μόνο τι γυαλί κρατάς αλλά και ποιος είσαι. (Ποιος είσαι ως συγγραφέας, ποιος είσαι ως αναγνώστης.) Έχει σημασία πού διαλέγεις στρέψεις το θρύψαλο. Όσον αφορά την αφηγηματική αλήθεια, ποια θρύψαλα θα δείξεις. Οι λεπτομέρειες είναι που δίνουν αληθοφάνεια στο τεχνητό κατασκεύασμα. Είναι όπως τα κομμάτια ενός παζλ: κάποια κομμάτια σε βοηθάνε να συμπληρώσεις την εικόνα, άλλα λιγότερο. Τα πρώτα είναι απαραίτητα, τα δεύτερα μπορούν (ή πρέπει) να παραλειφθούν, τα συμπληρώνει ο αναγνώστης από μόνος του.

Το σώμα και η γλώσσα

Το σώμα υφίσταται περιορισμούς για να μπορέσει να βρει τη γλώσσα. (Όλο αυτό το καθισιό μπροστά στην ίδια οθόνη, η ίδια θέα απ’ το παράθυρο, οι ίδιοι αρχινισμένοι χαρακτήρες που για καιρό δεν ξέρεις τι πρόκειται να τους συμβεί.) Κι όμως, το σώμα δεν είναι αμέτοχο. Γράφοντας μεταφέρεις και εμπειρίες σώματος. Πολλές φορές, ξένων σωμάτων που κάπως πρέπει να τα οικειοποιηθείς.Όταν ολοκλήρωνα αυτό το χειρόγραφο ήμουν οκτώ μηνών έγκυος. Δύο σώματα, αλλά αυτό ήταν άσχετο. Έπρεπε να υποδύομαι ένα άλλο σώμα.

Το δωμάτιο και η θερμοκρασία του

Το δωμάτιο είναι ο κλειστός χώρος, αλλά και ο οικείος και εντελώς προσωπικός χώρος. Η θερμοκρασία δωματίου είναι όμως θερμοκρασία συντήρησης. Σε τέτοια «δωμάτια» ζουν πρόσωπα που τους αφαίρεσαν τα αισθήματα (θραύσμα ενός στίχου του Ελύτη), που τα αισθήματα τους υπόκεινται σ’ έναν διαρκή εργαστηριακό έλεγχο, εκτοπισμένα και αποσυνδεδεμένα απ’ τους ίδιους, έλεγχο στον οποίο όμως τα υποβάλλουν αυτοί οι ίδιοι.

Tις Κυριακές στην Αγγλία

(και οπουδήποτε αλλού) τις περνάμε με τα παιδιά. Έχουμε δύο κόρες πολύ απαιτητικές (και καλά κάνουν). Παιδικά πάρτι, χειροτεχνίες, κανένα μουσείο, καμιά εκδρομή. Δεν μπορώ να πω πάντως πως δε μ’ αρέσουν οι Δευτέρες.

Το Πανεπιστήμιο και η λογοτεχνία

είναι δυο εντελώς ξεχωριστά πράγματα, με βασικά κοινά σημεία την καθιστική ζωή, την πειθαρχία που απαιτεί αυτού του είδους η καθιστική ζωή, και το ντελίριο που ενίοτε προκαλεί αυτού του είδους η πειθαρχία.

Τα λόγια και οι καταστάσεις σ’ ένα βιβλίο

πρέπει να σε κάνουν να βλέπεις τη ζωή των άλλων (των χαρακτήρων του βιβλίου) σαν να ήταν η δική σου. Ούτε και τη δική σου ζωή την καταλαβαίνεις πάντα -συνήθως τη ζεις προς τα μπρος και την καταλαβαίνεις προς τα πίσω-, το ίδιο ισχύει και για τους χαρακτήρες ενός βιβλίου. Αν είναι καλοί, τότε επιστρέφουν στη μνήμη σου αργότερα, σου μεταφέρουν σκέψεις που έκαναν εκτός βιβλίου, τους μιλάς, ίσως να θέλεις κάποια στιγμή να τους γνωρίσεις.

Οι ανεκπλήρωτοι πόθοι

είναι οι πιο οδυνηροί. Αλλά έτσι κι εκπληρωθεί ένας πόθος (π.χ. γίνεις συγγραφέας όπως το ήθελες πάντα, ή βρεις τον εκλεκτό σου ή ο,τιδήποτε) το δύσκολο είναι να τον κρατήσεις ζωντανό. Ίσως όμως ο αληθινός πόθος να είναι και εσαεί, εν μέρει τουλάχιστον, ανικανοποίητος πόθος. Όσο κοντύτερα φτάνεις στο στόχο, τόσο καθαρότερα βλέπεις πως αυτό που ήθελες ήταν κάπως διαφορετικό, πως έχει κι άλλο.

Η Αθήνα και η ξενιτιά.

Είναι φορές που και η μεν και η δε μου προκαλούν φυσικό πόνο, ούτε εκεί είμαι ούτε εδώ, ούτε ελληνικά μιλάω πια καλά ούτε αγγλικά, φορές που θέλω να γυρίσω πίσω (για πρακτικούς λόγους δε γίνεται), φορές που μου φαίνεται πως τελικά καλά είμαι εδώ, σε μια κάποια απόσταση. Γράφω στα ελληνικά για να μειώσω την απόσταση απ’ τη χώρα που άφησα, μεγαλώνοντας έτσι την απόσταση απ’ τη χώρα που ζω. Μάλλον κάπου με τρέφει αυτός ο διχασμός.

Το παρελθόν και οι αναμνήσεις

μπορούν να τροφοδοτήσουν το μέλλον ή να το στραγγαλίσουν. Ως συγγραφέας, πρέπει να βρεις τη σωστή δοσολογία.

Είναι κρυμμένη η ευτυχία;

Υπάρχει το επικίνδυνο είδος του να περνάς καλά και χαλαρά (η μεγαλύτερη χαλάρωση είναι βέβαια ο θάνατος) και το δυσκολότερο είδος του να βρεις πώς θέλεις να διαθέσεις τον εαυτό σου. Θέλεις να είσαι σαν τους άλλους ή να είσαι διαφορετικός, αυτό είναι το ζητούμενο. (Μέχρι να το βρεις, μπορεί να ‘χει περάσει όλη σου η νεότητα. Δεν πειράζει, σημασία έχει το ταξίδι όχι ο προορισμός.)

Στο τέλος, η Δήμητρα…

Κι εγώ διερωτώμαι τι θα γίνω στο τέλος. Προτιμώ όμως να μην το σκέφτομαι και τόσο. Το τέλος, εννοώ. Όσον αφορά το πώς θα γράφω στο τέλος -αν θα γράφω καλύτερα και πόσο καλύτερα- σίγουρα δε θα ήθελα να βρίσκομαι ήδη στο τέλος. Ούτε καν στην αρχή του τέλους, αλλά ίσως στο τέλος της αρχής.

BookCrossing – ΛΕΥΤΕΡΙΑ ΣΤΑ ΒΙΒΛΙΑ


Είμαι ο…… aris1, ένας από τους πιο παλιούς έλληνες BookCrossers, ελληνιστί «βιβλιοαπελευθερωτές». Είμαστε πιστοί φαν του BookCrossing ενός διαδικτυακού φαινομένου της νέας χιλιετίας. Θα μπορούσε να μεταφραστεί σαν «Βιβλιοδιασταύρωση». Αφορά χιλιάδες «αδέσποτα» βιβλία που ταξιδεύουν σε όλο τον κόσμο. Περιμένουν τους επόμενους αναγνώστες τους σε πάρκα, παγκάκια, αγάλματα, λεωφορεία, καφέ, όπου μπορεί να φανταστεί κανείς. Χμμμ, τώρα που το σκέφτομαι «βιβλιοταξιδευτές», θα ήταν ίσως μια πιο ακριβής απόδοση του όρου BookCrossers.Οι κανόνες είναι…

…απλοί: Κατ’ αρχήν παίρνεις ένα βιβλίο από το ράφι. Μπαίνεις στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://www.bookcrossing.com. Δίνεις στο βιβλίο σου έναν αριθμό ταυτότητας, τυπώνεις την ειδική ταμπελίτσα που εξηγεί τι πρέπει να κάνει εκείνος που θα το βρει και την κολλάς στο εσωτερικό. Έπειτα, δηλώνεις στο σάιτ πού ακριβώς θα το αφήσεις και μετά, το «απελευθερώνεις»! Όποιος βρει το βιβλίο θα πρέπει να μπει στην ιστοσελίδα του BookCrossing, να δηλώσει ότι είναι ασφαλές στα χέρια του, να γράψει τα δικά του σχόλια και στη συνέχεια να το αφήσει πάλι ελεύθερο. Καθώς το βιβλίο ταξιδεύει, δημιουργείται στο Ίντερνετ ένα «ημερολόγιο καταστρώματος» όπου καταγράφονται όλα τα σημεία που έχει βρεθεί και τα σχόλια των εκάστοτε αναγνωστών του.

Η ιδέα αυτή ξεκίνησε…

… τον Απρίλιο του 2001 στο Μιζούρι των ΗΠΑ. Τώρα έχει σχεδόν 550.000 μέλη σε πάνω από 120 χώρες, με περισσότερα από 4.000.000 βιβλία καταχωρημένα στο σάιτ. Σε πολλές χώρες μάλιστα οι «βιβλιοαπελευθερωτές» έχουν δημιουργήσει και ειδικές «ζώνες» όπου κάποιος μπορεί να βρει ταξιδιάρικα βιβλία. Οι πιο πιστοί φαν περιγράφουμε το BookCrossing σαν ένα τρόπο για να μοιράζεσαι τις πνευματικές σου επιρροές με τον κόσμο και να αισθάνεσαι παράλληλα ότι κάνεις μια καλή πράξη. Tο αποτέλεσμα είναι να κυκλοφορούν ελεύθερα βιβλία ακόμη και στα πιο απίστευτα μέρη του πλανήτη, μέχρι και στους παγετώνες της Ανταρκτικής!

Ένα βιβλίο…

… μπορεί να γυρίσει τον κόσμο. Για παράδειγμα: Στις 24 Αυγούστου του 2003 η swan-scot από το Ίνβερνες της Σκοτίας άφησε το “High Fidelity” του Νικ Χόρνμπι σε ένα βουνό της πατρίδας της. Το σημείο ήταν αρκετά μακριά από το δρόμο, αλλά ήλπιζε ότι κάποιος περιπατητής θα πέρναγε από εκεί, θα έβλεπε το βιβλίο και θα το έπαιρνε για να το διαβάσει. Την επόμενη μέρα ο explorer-21από το Εδιμβούργο έγραφε στο σάιτ το εξής σημείωμα: «Πήρα το βιβλίο σήμερα στη 1 το μεσημέρι. Θα το διαβάσω και θα το βοηθήσω στο ταξίδι του, ίσως αφήνοντάς το σε ένα ψηλότερο βουνό». Ο explorer-21 βρήκε απολαυστικό το βιβλίο αν και «δεν είναι στα αγαπημένα μου είδη. Αστείο χωρίς να είναι ξεκαρδιστικό, δίνει μια ελαφρώς μπερδεμένη άποψη για τη ζωή». Κι έπειτα κράτησε την υπόσχεσή του: Την Τρίτη 2 Σεπτεμβρίου άφησε το «High Fidelity» στην κορυφή του όρους Κιλιμάντζαρο, στην Τανζανία. Αλλά το βιβλίο δεν χάθηκε. Περίπου ένα μήνα αργότερα ένας γερμανός φυσικός που προσέφερε εθελοντική εργασία στο νοσοκομείο του Κιμπόσο, μιας πόλης που βρίσκεται στη νότια πλευρά του Κιλιμάντζαρο, βοηθούσε μια νέα γυναίκα ασθενή. Εκείνη ήθελε να τον ευχαριστήσει, αλλά δεν είχε χρήματα. Έτσι, άνοιξε την τσάντα της και έβγαλε το «High Fidelity»! Ο εθελοντής δεν ήθελε να το δεχτεί, όμως εκείνη επέμενε -έτσι κι αλλιώς, δεν ήξερε αγγλικά για το διαβάσει. «Έπειτα είδα μια ετικέτα μέσα στο βιβλίο. Κι έτσι έμαθα για το BookCrossing. Ωραία ιδέα! Δεν είμαι φανατικός αναγνώστης, αλλά αυτό το βιβλίο θα το διαβάσω. Έπειτα θα το αφήσω κάπου κι ελπίζω να έχω νέα για το ταξίδι του…».Μέλος γίνεται κανείς…

… εύκολα. Μπαίνεις στο σάιτ, και φτιάχνεις ένα προφίλ. Το μόνο που χρειάζεται να δώσεις είναι ένα email, που ωστόσο δεν εμφανίζεται πουθενά. Η ιστοσελίδα του BookCrossing είναι και θα παραμείνει αυστηρά μη κερδοσκοπική. Δεν πληρώνεις τίποτα και σε κανέναν, ούτε λαμβάνεις spam στο email σου. Βέβαια, αν ένα βιβλίο που ταξιδεύει πέσει τυχαία στα χέρια σου, δεν χρειάζεται να γίνεις μέλος για να γράψεις δυο λόγια και να το βοηθήσεις να συνεχίσει το ταξίδι του. Μπορείς να το κάνεις παραμένοντας ανώνυμος.

Στην Ελλάδα υπάρχουν…

… περισσότεροι από 2.350 BookCrossers που αφήνουν βιβλία εδώ κι εκεί σε ολόκληρη τη χώρα. Μια αναζήτηση στο σάιτ δείχνει ότι βιβλία Ελλήνων και ξένων λογοτεχνών έχουν απελευθερωθεί ακόμη και στα πιο απίθανα μέρη. Κάποια έχουν «ξεχαστεί» σε παγκάκια του Εθνικού Κήπου, άλλα βρίσκονται στα χέρια γνωστών αγαλμάτων στο κέντρο της Αθήνας. Μερικά κάνουν… ηλιοθεραπεία σε παραλίες της Κρήτης, άλλα φλυαρούν σε καρτοτηλέφωνα της Θεσσαλονίκης πίνουν καφέ στη Λάρισα και τσίπουρα στο Βόλο.

Το πάθος μας…

… είναι φυσικά το διάβασμα. Στα βιβλιοπωλεία μας στρώνουν κόκκινα χαλιά! Πέρα από αυτό εμένα προσωπικά μου αρέσει το «κυνήγι» βιβλίων που σου δίνει μια αίσθηση περιπέτειας. Πως γίνεται αυτό; Στον ιστοχώρο του BookCrossing κάνεις κλικ στο “Go Hunting” και μαθαίνεις σε πιο σημείο της πόλης σου σε όλο τον κόσμο έχουν απελευθερωθεί βιβλία. Πολλές φορές οι BookCrossers κρύβουν τα βιβλία τους ώστε να μην τα βρίσκουν τυχαία περαστικοί, αλλά άλλοι BookCrossers που έχουν βγει παγανιά. Όταν τα «απελευθερώνουν», δηλώνουν που ακριβώς περιμένουν κρυμμένα, ώστε ο επόμενος να μπορέσει να τα βρει, πχ «στον Εθνικό Κήπο, μέσα στην κόκκινη πυροσβεστική φωλιά δίπλα στο Βοτανικό Μουσείο». Έχει την πλάκα του. Μπορείς επίσης να ζητήσεις από το σάιτ να σε ενημερώνει με email αμέσως μόλις απελευθερώνεται ένα βιβλίο στην περιοχή σου. Έτσι μπορείς να κάνεις «σαφάρι».Το βιβλίο έχει να κάνει…

… και με εμπειρίες. Θέλω να πω, ένα βιβλίο δεν είναι μόνο το κείμενο που διαβάζεις. Είναι και οι ιστορίες που είναι ζωγραφισμένες πάνω του: μια σημείωση στο περιθώριο που δείχνει πως αισθανόσουν την ώρα που το διάβασες, μια υπογράμμιση στην ατάκα που έφερε στο νου έναν παλιό έρωτα, άμμος, φύκια και μυρωδιές αρμύρας από τις διακοπές ανάμεσα στις σελίδες, μια σταγόνα καφές από ένα δροσερό απόγευμα στη βεράντα, και, γιατί όχι, ένα νούμερο που παραπέμπει σε ένα «διαδικτυακό ημερολόγιο καταστρώματος». Δεν είναι ωραίο να παίρνεις στα χέρια σου ένα βιβλίο και να προσπαθείς να μαντέψεις από τα σημάδια του που έχει ταξιδέψει; Μέσω του BookCrossing μπορείς και να το μάθεις.

Οι εκδοτικοί οίκοι το βλέπουν…

… με καλό μάτι. Έχουν ακουστεί ελάχιστες διαφωνίες από μεμονωμένους συγγραφείς, όμως αυτό οφείλεται μάλλον σε παρανόηση του τι ακριβώς είναι το BookCrossing. Να το ξεκαθαρίσω: σε καμία περίπτωση δεν είμαστε… πειρατές! Πάντοτε ο κόσμος μοιραζόταν τα βιβλία που διάβαζε, είτε δανείζοντάς τα σε φίλους, είτε μέσω κάποιας δανειστικής βιβλιοθήκης. Εμείς δεν κάνουμε κάτι διαφορετικό. Κανένας εκδότης δεν διαμαρτυρήθηκε. Ίσα-ίσα, τα καλά βιβλία κυκλοφορούν, συζητιούνται περισσότερο και αυτό κάνει καλό στις πωλήσεις τους. Σερφάροντας στα ηλεκτρονικά ράφια του BookCrossing μπορείς να διαβάσεις και εξαιρετικές κριτικές, ενώ όταν σε κάποιους BookCrossers αρέσει ένα βιβλίο, φροντίζουν οι ίδιοι να το διαδώσουν, αγοράζοντας δεύτερα και τρίτα αντίτυπα για να τα ταξιδέψουν.

Ο Τύπος έχει αντιδράσει…

… με ενθουσιασμό. Η πρώτη αναφορά είχε γίνει στο «ΒΗΜagazino» το καλοκαίρι του 2003. Ήταν ένα γενικό κομμάτι για το BookCrossing, που τότε δεν ήταν καθόλου γνωστό στην Ελλάδα. Οι πρώτοι από μας γίναμε μέλη και αρχίσαμε δειλά-δειλά τις απελευθερώσεις και τα… κυνήγια. Μέχρι που ένας δημοσιογράφος από το «Ε» της Ελευθεροτυπίας έγινε μέλος και μας έκανε ρεπορτάζ. Τότε έγινε το μεγάλο μπουμ. Μέσα σε μία εβδομάδα γράφτηκαν γύρω στα 800 άτομα και έφεραν τον πανικό στο αμερικανικό σάιτ ρωτώντας και ψάχνοντας πληροφορίες. Σε σημείο που οι υπεύθυνοι αποφάσισαν να μας δώσουν δικό μας φόρουμ για να μην τους σπάμε τα νεύρα! Το άρθρο του «Ε» ακολούθησαν δημοσιεύματα στο Έθνος, στα ΝΕΑ, τον Ελεύθερο Τύπο, την Καθημερινή και σε πολλές άλλες εφημερίδες και περιοδικά. Νομίζω ότι τους άρεσε η ιδέα των ρομαντικών τύπων διαδίδουν την ανάγνωση αφήνοντας βιβλία, περίπου σαν να αφήνουν μηνύματα μέσα σε μπουκάλια!

Θα μας βρείτε…

… παντού. Αρκεί να είστε παρατηρητικοί! Κυκλοφορούμε ανάμεσά σας! Πέρα από την πλάκα: Αφήνουμε βιβλία σε όλη την Ελλάδα Έχουμε βέβαια το ιντερνετικό στέκι μας, στο ελληνικό φόρουμ του BookCrossing, όπου υποδεχόμαστε και τους καινούργιους και λύνουμε απορίες. Και φυσικά, έχουμε real life στέκια, τις επίσημες Ζώνες BookCrossing, δηλαδή σημεία, κυρίως καφέ, όπου οι BookCrossers απελευθερώνουν συστηματικά βιβλία. Οι πιο «ενεργές», που φιλοξενούν τακτικά και τις συναντήσεις μας είναι οι εξής:• Στην Αθήνα: Η Καφεΐνα είναι το πιο παλιό meeting point των «νοτίων» BookCrossers, δηλαδή Αθήνα και περίχωρα. Βρίσκεται στην οδό Κιάφας, κοντά στην εκκλησία της Ζωοδόχου Πηγής. Τον τελευταίο χρόνο βέβαια, οι Αθηναίοι BookCrossers πλήθυναν πολύ και δεν μας χωράει πια, οπότε μπορεί να μας δείτε να συχνάζουμε στο πατάρι του Μαγκαζέ (Αιόλου 33) ή στο Obi Caf? (Σκουλενίου 2, πλατεία Κλαυθμώνος). Οι «αθηναϊκές» συναντήσεις γίνονται κάθε τελευταία Κυριακή του μήνα μετά τις 3 το μεσημέρι. Ακόμη, «επίσημη ζώνη» είναι και το Ethnique, ένα συμπαθητικό καφέ κοντά στην πλατεία της Νέας Σμύρνης (Κυδωνιών 17, κοντά στην Εστία).
• Στη Θεσσαλονίκη: Hot spot των «βορείων», λέγεται
Φρουτότυπο, βρίσκεται στην πλατεία Ναυαρίνου, και φιλοξενεί τις μηνιαίες συναντήσεις τους, τη δεύτερη Τρίτη κάθε μήνα στις 10 το βράδυ. Σπάνια οι μαζώξεις των Θεσσαλονικέων φίλων δεν καταλήγουν σε φαγοπότι…
• Σε Λάρισα και Βόλο: Οι Θεσσαλοί ψήφισαν Starbucks. Η γνωστή αλυσίδα έδειξε ενθουσιώδη υποδοχή στη μικρή κοινότητα των Θεσσαλών Bookcrossers. Τους έφτιαξαν μέχρι και βιβλιοθήκη! Στη Λάρισα συναντώνται στο γνωστό κατάστημα
στην οδό Πρωτοπαπαδάκη 4 στην Πλατεία Ταχυδρομείου, την δεύτερη Κυριακή κάθε μήνα στις 5 το απόγευμα. Στον Βόλο βρίσκονται την πρώτη Κυριακή του μήνα, στο καφέ στη γωνία Ιάσονος και Κουμουνδούρου, κοντά στην παραλία.
• Στα Χανιά: Οι σύντεκνοι οργανώνονται και βρήκαν ένα μικρό cosy καφέ για τις συναντήσεις τους, αλλά και ως τόπο απελευθέρωσης βιβλίων. Τα
Έπεα Πτερόεντα βρίσκονται στην οδό Κανεβάρο κοντά στο παλιό λιμάνι.Το BookCrossing έχει να κάνει και με…

… τις συναναστροφές. Για πολλούς τα βιβλία είναι απλά οι αφορμή για να κάνουν παρέες και φίλους. Αν μας βρείτε, μιλήστε μας, δεν δαγκώνουμε! Δεν θα σας πάρουμε από τα μούτρα. Είμαστε καλά παιδιά! Αλήθεια! Τον Απρίλιο οργανώθηκε στην Αθήνα ένα «Συμπόσιο», η 2η πανελλήνια συνάντηση BookCrossers. Ήρθαν βιβλιοαπελευθερωτές από όλη την Ελλάδα, διασκεδάσαμε για ένα διήμερο σε στυλ «πενταήμερης», σπείραμε εκατοντάδες βιβλία στο ιστορικό κέντρο για να φυτρώσουν αναγνώστες, μέχρι και ταινία γυρίσαμε! Γνωρίσαμε και από κοντά έξι έλληνες συγγραφείς, τον Θεόδωρο Γρηγοριάδη, τον Αλέξη Σταμάτη, τη Λητώ Σεϊζάνη, την Έρση Σωτηροπούλου, τον Χρήστο Χρυσόπουλο και τον Λένο Χρηστίδη.Το σύνθημά μας είναι…

…«ΛΕΥΤΕΡΙΑ ΣΤΑ ΒΙΒΛΙΑ!» Αφήστε τα να ταξιδέψουν!

Ελεύθερα και αβίαστα θέλουμε να πούμε…

… πως εμείς οι BookCrossers δεν είμαστε καμιά «κουλτουριασμένη» λέσχη. «Ταξιδεύουμε» βιβλία, κάνουμε παρέα, πάμε σινεμά, για ποτό, άμα λάχει ρίχνουμε και κανένα χορό. Πολλοί από μας δοκιμάζουν να γράψουν οι ίδιοι, άλλοι μοιράζονται τα κείμενά τους στο Ίντερνετ, άλλοι τα… εκμυστηρεύονται σε φίλους, άλλοι τα κρατούν για τον εαυτό τους και μερικοί έχουν την τύχη να τα δημοσιεύσουν. Όμως το βασικό μας χαρακτηριστικό είναι ότι διαβάζουμε. Μοιραζόμαστε τις απόψεις μας και θέλουμε να κάνουμε και άλλους να διαβάζουν! Σε μια Ελλάδα όπου το 43,5 % σε άνδρες και γυναίκες δεν διαβάζει ούτε ένα βιβλίο το χρόνο (έρευνα ΕΚΕΒΙ, 2004) δεν είναι αυτό έστω και λίγο ενθαρρυντικό;

ΣΩΤΗ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ – η Μόλλυ Γιάρροου είμαι εγώ

Αχ, αυτή η Μόλλυ Γιάρροου… Πριν από λίγες μέρες, σε μια συναυλία του Λου Ρηντ, έπεσα επάνω (κυριολεκτικά) στην Τίλντα Σουίντον, μια ηθοποιό που λατρεύω πραγματικά. Ήταν η πρώτη φορά μετά από πολύ-πολύ καιρό που σκέφτηκα τη Μόλλυ Γιάρροου: δεν κάθομαι να σκέφτομαι τα βιβλία μου…Πάντως, ναι, μου ήρθαν στο μυαλό τα κόκκινα μαλλιά της Μόλλυ…ίδια με της Τίλντα Σουίντον…Ένα πλάσμα σαν ιρλανδέζικο τελώνιο…(ένα leprechaun!). Ωστόσο, η Μόλλυ Γιάρροου είμαι εγώ, όχι η Τίλντα Σουίντον: το ξέρω, η δήλωση ακούγεται, εκτός από ανεπίτρεπτα στομφώδης, κλεμμένη από τον Φλωμπέρ. Τι να κάνουμε…Οι περισσότεροι άνθρωποι – όπως η Μόλλυ, όπως εγώ – αναγκαστήκαμε να διανύσουμε μακρύ δρόμο χωρίς ποτέ κανείς να μας βοηθήσει.

Ίσως κανείς δεν αναγνώρισε το ότι χρειαζόμασταν βοήθεια.

Το Παρίσι, όμως, είναι προστατευτικό, προτρεπτικό…Καμιά φορά είναι δυσβάσταχτο. Όταν πρωτοήρθα για να σπουδάσω, στην αρχή του 1980, ήμουν ένα παιδί. Για να εξοικονομήσω τα προς το ζην έγραφα εργασίες για ξένους φοιτητές που δεν ήξεραν καλά γαλλικά. Τις νύχτες χτυπούσα τα πλήκτρα μιας γραφομηχανής, μάρκας Μαρίτσα (!) ακούγοντας το “The River” του Μπρους Σπρίνγκστιν. Πληρωνόμουν όταν και εφόσον οι εν λόγω φοιτητές είχαν λεφτά` αλλιώς δεν πληρωνόμουν. Έμενα με έναν τελείως παλαβό άνδρα που κάπνιζε τρία πακέτα τσιγάρα την ημέρα και ο οποίος συχνά εξεδήλωνε σαδιστική συμπεριφορά. Το σπίτι μας βρισκόταν στον έκτο όροφο μιας αστικής πολυκατοικίας, στην άκρη του Πέμπτου Διαμερίσματος. Sous les toits de Paris. Αργότερα μετακομίσαμε στο Montrouge, σε ένα μελαγχολικό προάστιο…

Το μόνο που με ενδιέφερε εκείνη την εποχή ήταν να σπουδάσω: κοιτώντας προς τα πίσω απορώ πώς επέζησα εν μέσω σαδιστών, αλαζονικών Γάλλων, πανεπιστημιακής και οικονομικής πίεσης.

Ζω – με διαλείμματα – στο Παρίσι επί είκοσι επτά ολόκληρα χρόνια: μερικές φορές νιώθω ότι ξέρω την πόλη σαν την τσέπη μου` άλλες φορές μού διαφεύγει εντελώς.

Ωστόσο, η Νέα Υόρκη και ο Μαλόουν αποτελούν ένα διαφορετικό κεφάλαιο: Η Νέα Υόρκη είναι, για μένα, το πιο συγκινητικό μέρος στον κόσμο` και ο ντετέκτιβ Μαλόουν το απόλυτο μητροπολιτικό ον.

Βέβαια, Σάββατο βράδυ στην πλατεία Εξαρχείων θυμάμαι το νότιο Μπρονξ όπου πέρασα τρισήμισι χρόνια διδάσκοντας ιστορία σε λύκειο. Παιχνίδι της τύχης: σε κάθε πόλη μένω σε γειτονιές σαν τα Εξάρχεια: σε “ευαίσθητες” πλατείες όπου οι ζωές είναι εύθραυστες. Αβεβαιότητα. Απροσδιοριστία. Death is so permanent.

Γεννήθηκα στο κέντρο της Αθήνας: αργότερα κατάλαβα ότι είχα μεγαλώσει πολύ διαφορετικά από τα παιδιά των προαστίων. Στο κέντρο υπήρχε ένταση, μουσικές, κινηματογράφοι, αυτοκίνητα. Για μια μακρά περίοδο της ζωής μου ήμουν ταυτισμένη με την “αυτοπία”: αγαπούσα τα αυτοκίνητα και την οδήγηση. Τώρα έχω αποκτήσει οικολογική συνείδηση…

Το έθνος και η σημαία μου προξενούν δυσφορία. Εκτός από τις πρόδηλες ιδεολογικές αιτίες, υπάρχει στο παρελθόν ένα σκοτεινό σημείο: το χριστιανο-πατριωτικό σχολείο όπου με έστειλε η οικογένεια για να με συντρίψει. Το εγχείρημα απέτυχε: ήμουν και είμαι ένας εξεγερμένος άνθρωπος που, όταν χρειάζεται, πληρώνει το κόστος αυτής της διαρκούς εξέγερσης. Αν υποκύψω και συμμορφωθώ, καλύτερα να μην υπάρχω.

Ο αντι-αμερικανισμός είναι νοσηρός όταν εκφράζεται με πάθος και απροσμέτρητη άγνοια. Παράλληλα, υπάρχουν σοβαροί λόγοι για να εξαπλώνεται σαν αρρώστια. Οι Ηνωμένες Πολιτείες συνιστούν ένα ιμπεριαλιστικό, μιλιταριστικό και θεοκρατικό καθεστώς. Όσο για μένα, θα ήμουν μια άλλη αν δεν είχα ζήσει μέσα στο ροκ εντ ρολ και αν δεν είχα περάσει μέρες, εβδομάδες, μήνες και χρόνια στη Νέα Υόρκη, στους αμερικανικούς δρόμους, στο Ντητρόιτ και στην ακτή του Ειρηνικού. Θα ήμουν μια άλλη αν δεν μιλούσα αγγλικά προτού μάθω ελληνικά. Η αγγλική γλώσσα είναι ένα από τα μεγαλύτερα πολιτισμικά θαύματα όλων των εποχών. Ο αμερικανικός ουρανοξύστης: ένα από τα σύμβολα της ανθρώπινης φιλοδοξίας. Η αμερικανική Νέα Αριστερά: το πιο προηγμένο πολιτικό ρεύμα του 20ού αιώνα. Παρ’ όλ’ αυτά, η ηλιθιότητα επικρατεί τόσο στις ΗΠΑ, όσο και στον υπόλοιπο κόσμο. We are surrounded by idiots.

Πρέπει κανείς να μπορεί να ξεχωρίζει τον πολιτισμό από τα σκουπίδια του.

Ο θάνατος αναβάλλεται συνεχώς. Ο άνθρωπος πρέπει να επιλέγει πότε θα πεθάνει. Ο αξιοπρεπής τρόπος εξόδου είναι η αυτοκτονία.

Τα βιβλία που δεν έχουν γραφεί ακόμα είναι τα καλύτερα. Εξάλλου, δεν υπάρχει αρκετός χρόνος.

Η Σώτη έχει χάσει το επώνυμό της. Ευτυχώς: δεν θέλει να ανήκει σε καμιά οικογένεια, πατριά ή σόι.

Οι αναγνώστες της είναι άνθρωποι πολύ διαφορετικοί μεταξύ τους. Συχνά λέω: ανατρέξτε στους συγγραφείς που, όταν τους διαβάζω, νιώθω θλιβερά ασήμαντη και την ίδια στιγμή χαίρομαι διότι υπάρχουν. Ανατρέξτε σ’ αυτούς που δεν θα φτάσω ούτε στο μικρό τους δακτυλάκι.

ΑΛΕΞΗς ΣΤΑΜΑΤΗς έφα…

Στον Αλέξη Σταμάτη δόθηκαν οι χρωματισμένες λέξεις και του ζητήθηκε, ελεύθερα και συνειρμικά, να τις ακολουθήσει… Χωρίς επαγγελματισμούς, ακαδημαϊσμούς, με μόνο προαπαιτούμενο την γραφή του, το ένστικτό του… Άλλωστε, εκεί δεν κρύβεται η αλήθεια ενός ανθρώπου; Ή ΚΑΙ εκεί…

Κομμάτια και θρύψαλα είναι το υλικό. Μνήμες, λησμονημένες εικόνες – μια σκηνή, επτά χρονών στη Ρόδο στα γυρίσματα μιας ταινίας, ένα καυτερό μεσημέρι σ’ ένα φέρι μπόουτ, ένα ποίημα ν’ απλώνει, να «παθαίνει» πλοκή μια μεθυσμένη κουβέντα ενός φίλου: «να σου χαρίσω μια λέξη;», μια παράσταση χοροθεάτρου του Κωνσταντίνου Ρήγου∙ ο χορευτής να βάζει τη μάσκα του Μινώταυρου, μια πεταμένη πολαρόιντ τριακονταετίας. Από τέτοια κομμάτια φτιάχνονται τα βιβλία.

 

Η λογοτεχνία είναι μοναχικός Πόθος, μοναχικό πάθος. Γιατί δεν μπορεί ένας άνθρωπος να κάθεται ήσυχα σ’ ένα δωμάτιο; (Πασκάλ) Γιατί ακόμα κι αν βλέπεις όλη μέρα μπροστά σου γεράνια και καλλιστήμονες στη βεράντα, αυτή τη μοναξιά θες να την κανείς ταξίδι, γιατί αυτή η ανάγκη για την άλλη «πλευρά», για τα «άλλα μάτια», σε κάνει, μέσα από τη ονειρική μηχανική της πραγματικότητας, να νιώθεις καρχαρίες στο δωμάτιο και να γραφείς, Έλληνας εσύ, στο διαμέρισμα της Θεολόγου για την Νέα Υόρκη.

 

«Ελληνική» φούγκα; Μα η «Φούγκα» είναι ελληνική, έστω κι αν εκτυλίσσεται στην Αμερική. Έλληνας ο ήρωας, Έλληνας ο συγγραφέας. Έμπνευση από το ταξίδι στην Αμερική, έμπνευση από το ταξίδι στην Αμοργό – έγινε δεν έγινε – έμπνευση και από το ταξίδι στην παιδική ηλικία. Ποιος θα μας λογοκρίνει την αφορμή; Τα «ντουλαπάκια» στην τέχνη αφορούν εκείνους που τα ’χουν στο μυαλό. Η προοικονομία στη λογοτεχνία φορά στην πλοκή όχι στο σχεδιασμό. Δεν γίνεται τέχνη με προγραμματικές δηλώσεις και οικονομικό – κοινωνική έρευνα. Άφησε που το έθνος δεν είναι μονό χωροταξική έννοια…

Αστείο λοιπόν να «κατηγορούνται» Έλληνες συγγραφείς ότι «αμολάνε» τους ήρωές τους στο εξωτερικό. Το θέμα είναι το βιβλίο να μιλάει. Κι ένα καλό βιβλίο μπορεί να μιλάει μέσα από το χωριό της επαρχίας, αλλά και μέσα από το υπερατλαντικό (αλλά και, γιατί όχι, και το διαγαλαξιακό) ταξίδι.

Ακόμα δεν έχω γράψει κάτι για το Λονδίνο, πόλη που σπούδασα, στα καλύτερά της, λίγο μετά το πανκ. Πόλη που καταβυθίστηκα σε μια δεκαετή περιπέτεια στην «άλλη όχθη». Πόλη που ξαναβρήκα αλλιώτικη. Όπως αλλιώτικη είναι κι η Αθήνα πια.

Υπάρχουν πράγματα εδώ που αγαπώ και άλλα που με λυπούν, που με γεμίζουν αποστροφή.

Αποστροφή; Πολύ σκληρό. Όχι – όπως είπα- λύπη. Λύπη για κάποιες εικόνες, αισθήσεις, καταστάσεις που χαθήκαν ανεπιστρεπτί, λύπη για φίλους που άλλαξαν, λύπη για μια δεκαετία πεταμένη στα σκουπίδια.

Αυτές τις ανακλήσεις όμως προσπαθώ να τις κόψω μαχαίρι. Μαχαίρι, πιστόλι, θηλιά. Εργαλεία θανάτου. Εργαλείο. Διαμεσολάβηση δράσης. Δράση. Ανάδραση. Έρωτας. Μνήμη, μίλα.

Θα θυμάμαι, πάντοτε το Δεκέμβριο του τέσσερα. Και κάποιους κόκκους καφέ. Ιδού το εργαλείο. Η ανάκληση, η ζωή, η αγάπη.

Η Λύτρωση.

Αλέξης έφα.

ΛΕΝΑ ΔΙΒΑΝΗ – και η παρέα του Μπρετόν

Πώς;
όπως σου κατέβει στο κεφάλι, προχωρώντας μπροστά, χωρίς πολλή σκέψη, η πολλή σκέψη είναι βαρίδι, σε κρατάει πίσω μέχρι να σαπίσει ο αρχικός έρωτας, η παρόρμηση. Με ενθουσιασμό λοιπόν, σαν να μην ξέρεις πως όλα τελειώνουν, αγνοώντας πανηγυρικά την ντροπή της εντροπίας, για να προλάβεις να χαρείς τα χαμόγελα πριν μεταλλαγούν σε μορφασμούς και τα χάδια πριν διαστραφούν σε χαστούκια.
Πάθος;
Φυσικά πάθος, αυτή την κλωτσιά στον νωθρό πισινό της ύπαρξής μας, αυτόν τον προδότη τιμάω. Γιατί προδότη; Γιατί όταν ρίχνει τον φακό πάνω σου δεν γίνεται να κρύψεις τίποτα. Και το μεγαλείο και την αθλιότητά σου. Το ένδυμα του πάθους είναι η γύμνια- κόκκινη ή μαύρη, του έρωτα ή του θανάτου.
Αλήθεια;
Μα δεν υπάρχει αλήθεια στ΄ αλήθεια. Αλήθεια βαφτίζουμε την ορθολογικοποιημένη υποκειμενικότητά μας. Οπότε ας το δεχτούμε επιτέλους. Μήπως, λέω, μήπως μπορέσουμε να ακούσουμε αυτό που προσπαθεί να ψελλίσει τόση ώρα ο διπλανός μας…
Φόβος;
Εννοείται. Φόβος. Φόβος να πλησιάσουμε πολύ τη φωτιά, μήπως καούμε. Φόβος να απομακρυνθούμε πολύ, μήπως παγώσουμε. Φόβος μήπως πεθάνουμε αν… οπότε δεν… κι έτσι πεθαίνουμε ούτως ή άλλως…
Εσύ;
Εγώ. Η φυλακή μου. Εγώ. Το βασίλειο μου. Εγώ η φυλακή σας. Εγώ το βασίλειο σας.
Μυρωδιά;
Α, ναι, η μυρωδιά… Κάποτε ένα βράδυ μια μυρωδιά μ΄ έκανε να βαδίσω χιλιόμετρα να πάω να συναντήσω κάποιον. Δεν τον αγαπούσα πια. Αγαπούσα μόνο την ανάμνηση του. Που μύριζε έτσι.
Θυμός;
Ο εχθρός μου. Θυμώνω πολύ -το σιχαίνομαι αυτό. Γιατί χάνω το φως μου, όλο το φως που μάζεψα την άνοιξη για τις παγωμένες νύχτες του χειμώνα. Γίνομαι κεραυνός που τα καίει όλα. Χωρίς διάκριση. Κι άντε μετά να ξαναφυτρώσει το χαμομήλι στο ρημαδοχώραφο…
Αναμνήσεις;
Σιχαίνομαι τη λέξη. Την προσπερνάω.
Γυναίκα;
Φυλακισμένη σε σουσούμια και μπουκαλάκια, σε περιοδικά με συμβουλές “Πώς να καταστρέψετε την ίδια σας τη ζωή χωρίς να το καταλάβετε ούτε εσείς η ίδια. Πώς να γίνετε το κοστούμι του εαυτού σας” (ψηλό, ξανθό με μες, και killer body).
Τέλος;
Μερικές φορές ανακούφιση. Αυτό είναι το τέλος λοιπόν; Και γιατί κάνουμε τόση φασαρία για να το αποφύγουμε; Αφού κανένα τέλος δεν έρχεται με άδεια χέρια…

Αύγουστος Κορτώ: Φυγή Ιδεών ή Απεραντολογία

[ο Αύγουστος Κορτώ, συγγραφέας του “Δαιμονιστή”, απαντά στις -σχεδόν ανύπαρκτες- ερωτήσεις μου…]
ένας γόνιμος μονόλογος
(υπό μορφήν διαλόγου
)
γιατί;;; Γιατί, γιατί… γιατί κλάνει το γατί, Δημήτρη. Γιατί έτσι είναι η φύση του ανθρώπου, Δημήτρη (δηλαδή η δική μου, κι άρα όλων των άλλων): να λέει, να διαβάζει, να γράφει. Αλλά και γιατί έχουμε το προνόμιο, Δημήτρη. Γιατί δεν μοχθούμε χειρωνακτικά (τουλάχιστον όχι εγώ). Γιατί ο Αλκιβιάδης (ο αρχαίος) ήτο παίδαρος ξεγυρισμένος (γνωστός και ως ξερολούκουμο) και γιατί ο Προύστ με τη μουστάκα τάπωνε τη χαμοκέλα του (πρώτο όροφο, Παρισινό μπον φιλέ) με φελλό για να μην του’ρθει συφόρεση αλλεργική. Και γιατί, τέλος, σ’εκείνη τη φωτογραφία που’δα πάλι προχτές και λαχτάρησα, που τράβηξε αυτός που ξεχνάω πώς τον λέγανε (ο Χρυσοχέρης, που πόθανε με την μπουκάλα;) τα ολόγδυμνα καπούλια της Σιμόν ντε Μποβουάρ έχουν μια τέτοια μοναξιά (και κυτταρίτιδα) που’ναι σαν να ζητούνε τη φωνή μου. πώς;;; Στην τέχνη, Δημήτρη, κανείς δεν ξέρει το πώς – εκτός από μένα. Ιδού λοιπόν πώς: έχεις απ’τη μια το ιερό χρέος απέναντι στ’αθάνατα αριστουργήματα (που ανατοκίζεται συνέχεια, σαν καταναλωτικό δάνειο ένα πράμα), κι από την άλλη το ταλέντο, που κανείς δεν ξέρει τι ακριβώς είναι (σαν το μεταμοντέρνο μια κατάσταση), κι αυτά τα δύο, όταν φουρταλιάσουν με καταλύτη την Μούσα (την όποια μούσα πλην της Ουρανίας, που’κανε αστρονομίες και τέτοια ξενέρωτα και δεν έχει σχέση με την καλλιτεγνία), το’χεις το δημιούργημα έτοιμο, λιμπιστερό, χάρμα οφθαλμών Δημήτρη. ναι;;; Ναι στην τόλμη. Ναι στο ξεγύμνωμα. Ναι στο – αλλά νομίζω η ερώτηση είναι πιο γενικόλογη, συγγνώμη, παρασύρθηκα. Οπότε στην ερώτησή σου θα απαντήσω λέγοντας «ίσως» (γιατί όποιος λέει κατ’ευθείαν «ναι» είναι άνθρωπος λυσσασμένος και φτού του). λες;;; Δεν κάνω και τίποτ’άλλο. Αν δεν ήμουν και ψευδός, που από συστολή (λέμε τώρα) είμαι καμιά φορά λιγόλογος (ξαναλέμε τώρα), θα είχα πάει από ξηροστομία. τι;;; Κατ’αρχάς δε λέμε «τι;» σαν τσέλιγκες ο ένας στον άλλο απ’αντικρυνά κορφοβούνια. Λέμε «ορίστε;» ή «χίλια συγγνώμη, επαναλαμβάνετε;» Αλλά εννοιολογικά, «τι θες να πεις» δηλαδή, δεν ξέρω να σου απαντήσω. Ιστορίες (όχι, δεν ακούγεται ωραίο, σκέτο «ιστορίες». «Μυθιστορίες»; Όχι, κι αυτή μαλακία λέξη είναι). Το βρήκα: θέλω να λέω τραγούδια της ψυχής (εμετικό στη διατύπωση, αλλά πολύ κοντά στην α-λήθεια, που είναι άλλο απ’την αλήθεια χωρίς παύλα, γιατί μέχρι να πεις το «-λήθεια», προλαβαίνεις να σκεφτείς ένα πιο πειστικό ψέμα και λες το ψέμα κι ησυχάζεις). εσύ;;; Πάντα εγώ. Παντού εγώ. Σ’όλους τους χαρακτήρες μου, αλλά και στους χαρακτήρες των άλλων. Έχω πρωταγωνιστήσει ερήμην των δημιουργών τους σε όλα τ’αγαπημένα μου βιβλία, έχω παίξει σε όλες τις αγαπημένες μου ταινίες, κι έχω συνθέσει όλες τις αγαπημένες μου μουσικές. Κι επιπλέον, έχω μεν μονάχα δύο ονόματα (και το ένα, φεύ, πραγματικό), αλλά κι ο Πεσσόα που’χε εβδομήντα τόσα (στα αγγλικά αυτό λέγεται ‘a psychiatrist’s field day’) είναι που δεν είχε βρει ένα και καλό και τον έτρωγε η αναποφασιστικότητα (ενώ κανονικά στο ‘Άλβαρο ντε Κάμπος’ έπρεπε να πει το μπάστα, καθ’όσον αυτό δεν είναι όνομα, είναι η καύλα προσωποποιημένη). πού;;; Στα Εξάρχεια. Πάντα. Ή – αν μιλάμε για το πού βρίσκεται η ψυχή μου, όταν «δημιουργώ» – πάλι στα Εξάρχεια. (Στο υπερπέραν βρίσκεται μόνον το αστρικό μου σώμα΄ το οποίο αστρικό σώμα κάνει συχνές στάσεις και στο Βερολίνο, γιατί τα τζιν τόνικ κάνουν τριάμισι ευρώ και μιλάμε για τζιν τόνικ σε κάτι ποτήρες σα στέρνες). πότε;;; Συνέχεια, αν δεν πεθάνω στον ανθό μου. Που δεν το πιστεύω. Θέλω να ελπίζω ότι σε μερικά χρόνια θα πουλάν καρδιές (όχι σαν το άζμα του Μητροπάνου, αλλά κλωνοποιημένες, τζιτζί για μεταμόσχευση, και ποιος τον γαμεί τον κλώνο μου τον αγέννητο. Επίσης θα χρειαστώ και πνευμόνια, ήπαρ, πάγκρεας, ίσως κανά νεφρό, και το κολλαγόνο του κλώνου που τί θα το κάνει έτσι κι αλλιώς, στο μνήμα θα το πάρει;) εγώ;;; Αν αφαιρέσεις τα ερωτηματικά, είναι η αγαπημένη μου λέξη. Εγώ… το λες και γεμίζει ο στόμας. (Και ριμάρει και με το ‘Κορτώ’, που είναι οπωσδήποτε πράγμα σημαδιακό). τέλος;;; Ποτέ. Δεν το δέχομαι. Η ζωή, η δημιουργία (ή η δημιουργία της ζωής, ή η ζωή μες στη δημιουργία, κ.ο.κ.) δε γίνεται να σταματήσουν. Τα δικά μου ιδίως, με τίποτα. Είπαμε: θα τεκνοποιήσω, θα κλωνοποιηθώ, θα γίνω πάτσγουορκ, εν ανάγκη θα πολεμήσω στους πολέμους που θα γίνονται για το νερό (με τα στρατεύματα του Evian), άμα ανέβει η στάθμη των υδάτων και τον πιεί η Μεσόγειος θα σκαρφαλώσω στο Νεπάλ σαν το γκνού, κι άμα πέσει μετεωρίτης και πεθάνουν ζώα, φυτά και σούπερ μάρκετ θα μυηθώ πάραυτα στην ανθρωποφαγία. Γιατί ο θάνατος είναι αυτό που συμβαίνει στους άλλους. Μόνο.

συνέντευξη με τη Λώρη Κέζα ή το αίνιγμα της Σφίγγας

Ένα ερωτηματολόγιο φτιαγμένο αποκλειστικά για την κ. Κέζα, τη δημοσιογράφο των “βιβλίων” του Βήματος και εκδότρια του λογοτεχνικού περιοδικού “να ένα μήλο1. Σε ένα καφενείο των Εξαρχείων είναι μαζεμένοι ο Προυστ, ο Κάρβερ, ο Κούντερα, η Άτγουντ και η Πλαθ. Τηλεφωνούν στη Λώρη, ο καθένας ξεχωριστά και κρυφά από τον άλλον, και την καλούν να έρθει. Αυτή απαντά στον/στην

Προυστ: να καθήσουμε στον ίσκιο των ανθισμένων δέντρων
Κάρβερ: πικρό τον πίνεις;
Κούντερα: να φύγουμε με την άμαξα, όχι με τη μηχανή
Άτγουντ: κανά νέο από την πατρίδα;
Πλαθ: να φέρω το παιδί; δεν θέλω να το αφήσω μόνο του

2. Ήρθε η στιγμή της συντέλειας του κόσμου και μαζί της η ερώτηση από τον Υπεύθυνο Βιβλίων του Θεού: “Τι έκανες, Λώρη μου, εσύ μέχρι τώρα για τα βιβλία;” Και η Λώρη απαντά:

Τα αγάπησα

3. Ακούγονται φωνές απ’ το δρόμο. Είναι πρωί, πολύ πρωί, μετά από τρία απανωτά hang-over η Λώρη ξυπνά και βγαίνει στο μπαλκόνι. Ξαφνικά συνειδητοποιεί ότι στον πρώτο μετακομίζουν όλοι οι συνεργάτες του “να ένα μήλο”. Η Λώρη κατεβαίνει αναμαλλιασμένη κάτω και τους λέει:

Ααα, τι σύμπτωση. Κι εγώ μετακομίζω σήμερα.

4. Το τελευταίο τεύχος του “να ένα μήλο” πουλά 50.000 αντίτυπα. Η Λώρη σκέφτεται μόνη στο γραφείο της:Γιατί χάσαμε τους μισούς αναγνώστες;

5. Χτυπά το τηλέφωνο και ανακοινώνεται στη Λώρη ότι έχει κερδίσει μία προπληρωμένη golden card με απεριόριστο όριο σπατάλης για 2 ώρες που μπορεί να το χρησιμοποιήσει μόνο σχετικά με το “να ένα μήλο”. Αυτή αντιδρά ως εξής:
Κλαίω που δεν μπορώ να τα ξοδέψω για πάρτη μου.

6. Κάπου στο Κολωνάκι, πετάγεται η Σφίγγα από μια γωνιά και είναι έτοιμη να αμολήσει το αίνιγμά της στη Λώρη. Πριν προλάβει να αρθρώσει λέξη η Σφίγγα, η Λώρη της αντιτείνει:

Πού κουρεύεσαι;

7. Η Αθήνα μέρες του δεκαπενταύγουστου. Ζέστη της κολάσεως, κανείς ένα-γύρω εδώ και μέρες, ξαφνικά χτυπά το τηλέφωνο και η Λώρη τρέχει να απαντήσει ευχόμενη εν τω μεταξύ να ακούσει:

Πάμε για μπάνιο;

8. Οικονομικό κραχ στο χώρο του βιβλίου στην Ελλάδα. Τα πάντα καταρρέουν, τα έντυπα του βιβλίου και οι εκδοτικοί οίκοι κλείνουν και σταματούν να κυκλοφορούν το οτιδήποτε. Η στιγμή της μεγάλης απόφασης για τη Λώρη ήρθε και είναι:

Διαλέγω πιο φτηνό χαρτί (αυτό είναι εφιάλτης)

9. Και κάτι καθημερινό, κλισέ, όσο και αναγκαίο: Τι θα διαβάσει η Λώρη τώρα το καλοκαίρι;

Σίγουρα αρκετά αστυνομικά.

10. Λίγα λεπτά μετά το πέρας αυτής της συνέντευξης, το πρώτο πράγμα που η Λώρη σκέφτεται και θέλει εκτός ερώτησης να πει, είναι:

Καλά είναι τρελή η διαιτολόγος; Τρώγεται το κοτόπουλο με γιαούρτι;