Ζωή χωρίς δουλειά

 

Δημήτρης Αθηνάκης

Ετών: 30

Επάγγελμα: μεταφραστής, επιμελητής εκδόσεων, ποιητής

2007. Η χρονιά των μεγάλων αλλαγών για μένα. Η χώρα συνέχιζε να προχωρά, οι τράπεζες μαζί της. Και όλοι εμείς, θύματα και μαζί θύτες. Θυμάμαι, μου είχε πάρει περίπου τρεις ολόκληρες εβδομάδες ν’ ανοίξω «βιβλία». Απ’ το Επιμελητήριο στην Εφορία και από κει στο ΤΕΒΕ. Όταν είδα το πρώτο μου μπλοκάκι τρυπημένο, ένιωσα τρομερή περηφάνια. Αισθάνθηκα «σαν έτοιμος από καιρό, σαν θαρραλέος» να κατακτήσω τον κόσμο της ελεύθερης αγοράς. Κανείς δεν μου ’χε πει ότι ετοιμαζόμουν για τον κόσμο της ελεύθερης πώλησης.

Έκτοτε, έχουν περάσει πάνω-κάτω τέσσερα χρόνια. Στο μεταξύ, έχω γεμίσει το εργογραφικό μου σημείωμα τόσο, που, καμιά φορά, λέω πως μερικά απ’ όσα έκανα τα ‘χω φανταστεί. Κι όμως, δεν τα ‘χω φανταστεί. Τα ‘χω σκυλοδουλέψει. Έχω φτύσει αίμα για να κάνω ό,τι έκανα, τίποτα δεν μου χαρίστηκε, εκτός από μερικές, ανεπαίσθητες ευκολίες που βρέθηκαν, λόγω τύχης αλλά και γνωριμιών, στον δρόμο μου. Έχω δουλέψει όμως. Έχω μεταφράσει, έχω επιμεληθεί βιβλία και ανθολογίες, έχω διορθώσει – κι αν δεν έχω διορθώσει… Άλλες φορές καλά, άλλες, πάλι, όχι τόσο. Σάμπως όλα τα μοντέλα μιας αυτοκινητοβιομηχανίας, ας πούμε, είναι καλά; Δεν είναι.

Έχω συνεργαστεί με πολλούς εκδοτικούς οίκους, με καλούς εκδοτικούς οίκους, με καλοπληρωτές εκδοτικούς οίκους, μ’ εκδοτικούς οίκους που είχα ήδη διαβάσει βιβλία τους και ήμουν περήφανος να δουλεύω γι’ αυτούς. Παρόλες τις ενδιάμεσες γκρίνιες, εντάσεις, διαφωνίες -σε σημείο, από καιρού εις καιρόν, σκληρές και ανυποχώρητες-, με απογοητεύσεις, αυτά τα χρόνια κύλησαν νεράκι. Και ήταν ωραία χρόνια. Ήταν τέσσερα χρόνια που δουλεύαμε γιατί, αφενός, μπορούσαμε και, αφετέρου, γιατί ο ορίζοντας ήταν ανοιχτός, μπορούσαμε να ονειρευτούμε ότι θα κάνουμε καριέρα. Αμ δε! The party, ladies and gents, is over. Απότομα.

Όταν το 2010 παρουσιάστηκα στο Πολεμικό Ναυτικό δεν φαντάστηκα ότι όσα θα συνέβαιναν θα ‘ταν οι νόμοι του Μέρφι. «Όταν κάτι είναι να πάει στραβά, θα πάει». Και πήγε. Μέσα σ’ έναν χρόνο, χάσαμε τ’ αυγά, τα καλάθια, τα δάνεια και τις πιστωτικές. Η γενιά μου, όσοι γεννηθήκαμε εκεί γύρω στις αρχές του ‘80, δεν προλάβαμε να χαρούμε και να δημιουργήσουμε καμιά ευκαιρία. Δεν είχαμε την ευκαιρία να πάρουμε τη ζωή στα σοβαρά. Δεν μας άφησαν και δεν είχαμε την ευφυΐα και τ’ ανακλαστικά να δούμε αυτό που ερχόταν κατά πάνω μας ή που τρέχαμε εμείς προς αυτό. Όταν, όμως, σε ταΐζει ο μπαμπάς σου ως τα 25 -«το παιδί πρέπει να κοιτάξει τις σπουδές του!»-, πώς, δηλαδή, ν’ αποκτήσεις, μέσα σε λίγα αλλά ξέφρενα χρόνια, όλ’ αυτά τα εφόδια; Για πείτε μου.

Η ζωή, απ’ ό,τι φαίνεται εκ των υστέρων, δεν ήταν ποτέ πάρτι, ώστε τώρα να τελειώσει. Δεν ήταν ποτέ -μα ποτέ- μια αρένα όπου οι ταύροι ήμασταν εμείς. Εμείς, πάντοτε, τελικά, ήμασταν το κοινό. Άρτος και θεάματα, και τω θεώ δόξα. Η αλυσίδα της αγοράς χτυπάει με μανία, κάνει θόρυβο, έτοιμη να μας επιτεθεί. Οι εκδότες φοβούνται, δεν βγάζουν βιβλία, δεν εμπιστεύονται τους νέους, οι νέοι δεν ξέρουν πού ν’ αποταθούν, απολύονται οι υπάρχοντες, κόβονται οι διαφημίσεις, κλείνουν τα ένθετα, δεν πληρώνουν τα βιβλιοπωλεία, δεν πληρώνει κανένας – ακόμα κι αυτοί που θεωρούνταν συνεπέστεροι κι απ’ τον χρόνο. Ο κόσμος πάει κι έρχεται. Φοβάται…

Τα φώτα σβήνουν. Μας έχει τελειώσει και η λίγη δύναμη που προλάβαμε ν’ αποθηκεύσουμε. Αλλά, που να πάρει ο διάολος, γιατί θα πρέπει να είμαι σφιγμένος και προσεκτικός «Ελβετός» στα 25 μου, στα 27 μου, στα 29 μου; Αυτό θα μπορούσε να είναι και η φράση της χώρας μας, τ’ αντίστοιχα χρόνια μετά τη Μεταπολίτευση. Χτίσαμε μια Μεταπολίτευση με τους λάθος λόγους.

Ο φόβος είναι το μεγαλύτερο τέρας που μας χτυπά την πόρτα. Τον κοιτάμε απ’ το «ματάκι». Ξέρουμε, βέβαια, ότι είναι εκεί. Η απόγνωση, το δεύτερο. Το τρίτο; Δεν ξέρω. Αναρωτιέμαι συνεχώς εάν το φευγιό απ’ την πόλη, απ’ τη χώρα, είναι το αποτέλεσμα των προβλημάτων ή η λύση τους. Αναρωτιέμαι γιατί μπορεί, με τόση ευκολία, η ανεργία και ο κωλόκοσμος όπου ζούμε να έχει τόση δύναμη, ώστε να μας σπρώχνει μακριά, να μας διαλύει, να μας κάνει να διαλύουμε, να μας αφήνει να αιωρούμαστε σ’ ένα σκοινί. Η μοναξιά του σχοινοβάτη; Μπααα. Η μοναξιά αυτού που καθημερινά αναγκάζεται γενικώς και αορίστως.

 

* * * *

Δημοσιεύτηκε στη LiFo.  Click: http://www.lifo.gr/mag/features/2892

Τζένη Μαστοράκη: «Είμαι ένα όχημα σταθερής τροχιάς»


Η ποιήτρια και μεταφράστρια Τζένη Μαστοράκη μιλάει για τη διαδικασία

της μετάφρασης, τα χόμπι, τις εμμονές, τις συλλογές της

Συνέντευξη στην Όλγα Σελλά, Καθημερινή, Κυριακή 22/11/2009

Την ακολουθεί -μάλλον ερήμην της- η εικόνα ενός απόμακρου και απομονωμένου ανθρώπου. Και εξ αυτού ένας μύθος. Η ποιήτρια και μεταφράστρια Τζένη Μαστοράκη εμφανίζεται ελάχιστα ως καθόλου σε δημόσιες εκδηλώσεις, δεν απασχολεί ποτέ τα ΜΜΕ. Γνωρίζουμε ότι ως ποιήτρια η Τζένη Μαστοράκη είχε κάνει αίσθηση τη δεκαετία του ’70 και τα μόνα δείγματα γραφής της που είχαμε τα τελευταία χρόνια ήταν οι μεταφράσεις της. Θεατρικές και λογοτεχνικές. Την ερχόμενη Τρίτη 24 Νοεμβρίου, στις 7 μ.μ., θα έχει τη δική της βραδιά στο Μέγαρο Μουσικής, στο πλαίσιο των εκδηλώσεων του Megaron Plus για την ποιητική γενιά του ’70, με οικοδεσπότη τον διευθυντή της «Νέας Εστίας» Σταύρο Ζουμπουλάκη.

Η Τζένη Μαστοράκη είναι μια ζεστή, εκδηλωτική, τρυφερή γυναίκα, που μιλάει για ό,τι υπάρχει γύρω της και κάνει τον συνομιλητή της να παρακολουθεί όχι μόνο τη σκέψη της, αλλά, κυρίως, τον τρόπο που χρησιμοποιεί τις λέξεις, τη γλώσσα: με άνεση, με σοφό δισταγμό, με διαρκές ζύγισμα. Είτε μιλάει για τη διαδικασία της μετάφρασης, είτε μιλάει για τα χόμπι της, τις εμμονές της ή τις συλλογές της. Οπως είναι τα λουλούδια που έχει στο μπαλκόνι του σπιτιού της, τα χρώματα που της αρέσουν, τα παιδικά κεντήματα που απεχθάνεται ή η συλλογή με διάφορες εκδοχές θρησκευτικού κιτς που συλλέγει: «Μ’ αρέσουν οι ρώσικες εικόνες, γιατί είναι ένα μικρό πανηγύρι. Είναι σαν ολόκληρα σπίτια, στολισμένα, κλεισμένα μέσα σε τζάμι. Μ’ αρέσει το θρησκευτικό κιτς, όπως μ’ αρέσουν κι άλλα πράγματα που είναι οριακά κιτς».

Η συνάντηση τα είχε όλα. Καφέ, κέικ, κουλουράκια, ξενάγηση στα φυτά στο μπαλκόνι αλλά και στις οικογενειακές φωτογραφίες, στα παλιά αγαπημένα της βιβλία -κόμικς και θρίλερ της δεκαετίας του ’60- και στη διαδρομή της τελευταίας της θεατρικής μετάφρασης («Το ύστατο σήμερα» του Χάουαρντ Μπάρκερ που παρουσιάζεται στη Νέα Σκηνή του Λευτέρη Βογιατζή). Τι δεν αντέχει; Τα χρονοδιαγράμματα, ακριβώς επειδή δεν αντέχει να μην είναι συνεπής. Κι όταν γράφει ένα κείμενο, οποιοδήποτε, το «φυσάει να κρυώσει» αρκετές μέρες.

Τα συστατικά μιας γενιάς

– Παρότι έχετε πολλά χρόνια να δημοσιεύσετε ποιητική συλλογή, έχετε μια εμβληματική θέση στη λεγόμενη «γενιά του ’70». Ποια ήταν τα συγγραφικά «συστατικά» εκείνης της γενιάς, τι συνεχίζεται και τι έχει τελειώσει;

– Τα μόνα «συστατικά» που μπορώ να σκεφτώ, αφορούν την κοινή καταγωγή μας: Γεννηθήκαμε από ανθρώπους της Κατοχής και του Εμφύλιου. Βρεθήκαμε φορτωμένοι με κληρονομικά τραύματα, πολιτικά και κοινωνικά, που δεν πολυξέραμε τι να τα κάνουμε. Διανύσαμε σχεδόν συνειδητά (στις διάφορες ηλικίες μας) δύο ανεπανάληπτες δεκαετίες, του ’60 και του ’70. Γνωρίσαμε παράλογες απαγορεύσεις κάθε είδους. Μεθύσαμε με όλα τα απαγορευμένα: βιβλία, μουσικές, ταινίες, ιδέες. Νιώσαμε από τις ίδιες τις συνθήκες την ανάγκη να μιλήσουμε δυνατά, δημοσιεύοντας, άλλοι μέσα σε μια στρατιωτική δικτατορία (σπρωγμένοι από τον άνεμο της «Συνέχειας» και των «Δεκαοχτώ Κειμένων»), άλλοι στο χάος μιας μεταπολίτευσης που ήταν και απελπισμένη και κοσμογονική. Προλάβαμε να ζήσουμε, τότε παλιά, μια εποχή όπου τα ποιήματα μπορούσαν ν’ αλλάξουν τον κόσμο.

Ολ’ αυτά τα κοινά συστατικά καθένας μας τα διαχειρίστηκε με τον δικό του τρόπο και μίλησε με μια εντελώς δική του φωνή. Αλλά τι εννοείτε «έχει τελειώσει»; Τελειώνει ποτέ η ποίηση;

– Μετάφραση και ποίηση. Ποιο από τα δύο συναντήσατε πρώτα στη συγγραφική σας διαδρομή;

– Τα ποιήματα «τα πέρασα» πολύ νωρίς. Τα πέρασα σαν παιδική αρρώστια, που ήρθε, κι έπρεπε να φύγει, και έφυγε, αλλά κάθε τόσο ξαναγύριζε. Υπεύθυνοι για τις απανωτές υποτροπές της είναι οι δάσκαλοί μου πρώτα πρώτα, άνθρωποι σπάνιοι μέσα στα αυστηρά και αλύγιστα σχολεία της εποχής: η κυρία Κουρή στου Ζωγράφου, ο Μανόλης Μαρκουλάκης στον Υμηττό, κι αργότερα στο Τρίτο Θηλέων η πολυαγαπημένη μου Βούλα Μπούντη και ο Ευάγγελος Ξενικάκης. Με εντελώς άλλον τρόπο ευθύνεται και η μαμά μου: που γελούσε στην αρχή, και το ’βρισκε γουστόζικο και της άρεσε, κι έπειτα έπαψε να το βρίσκει γουστόζικο, και στο τέλος άρχισε να μην της αρέσει καθόλου, γιατί ονειρευόταν να με δει μικροβιολόγο. (Αυτό έπαιξε σημαντικό ρόλο στις υποτροπές μου.) Τέλος, υπεύθυνος είναι και ο αδερφός μου, που από την αρχή το θεώρησε εντελώς φυσιολογικό, αφού ήμουν αδερφή του. Εχει κι άλλα ονόματα αυτός ο κατάλογος, αλλά ας σταματήσω εδώ.

– Και η μετάφραση;

– Από τα εφηβικά μου χρόνια, χωρίς να ξέρω καλά καλά ποιοι ήταν, είχα μια τεράστια αδυναμία στον Κοσμά Πολίτη και στον Αρη Αλεξάνδρου. Κυνηγούσα το όνομά τους στα μεταφρασμένα βιβλία της εποχής, και ήξερα απέξω ολόκληρα κατεβατά, μόνο και μόνο για τα δικά τους ελληνικά. Ποτέ όμως δεν είχα σκεφτεί να τους «μοιάσω».

Η μετάφραση ήρθε λίγο αργότερα, μια παρόρμηση ήταν: ήθελα να μοιραστώ με δυο φίλους ένα βιβλίο (τη «Φονταμάρα» του Ινιάτσιο Σιλόνε, που τη διαβάζαμε τότε κομμάτι κομμάτι στο Ιταλικό Ινστιτούτο). Δεν την είδαν ποτέ. Κάθε κομμάτι που μετέφραζα, το διάβαζα, απελπιζόμουν και το ’σκιζα επιτόπου. Απ’ όλη αυτή την ιστορία έμεινε η ανάγκη να μοιραστώ, που κράτησε χρόνια, αλλά δεν υπάρχει πια. Την έχει αντικαταστήσει η σπάνια πια, αλλά πολύ πιο ισχυρή επιθυμία να μπω βαθιά μέσα στο κείμενο ενός άλλου.

Μεταφράζω κυρίως πεζογραφία και θέατρο. Λίγο από το ένα και λίγο από το άλλο. Αυτά τα δυο μ’ αφήνουν να ανασαίνω πιο βαθιά, που θα πει: να ισοζυγίζω κέρδη και απώλειες.

Σταθερή

– Πρόσφατα αλλάξατε τόπο κατοικίας, έπειτα από πολλά χρόνια. Πώς αισθάνεσθε όταν μετακινείστε (κυριολεκτικά και μεταφορικά); Ποια είναι για σας τα σταθερά σημεία αναφοράς (άνθρωποι, αντικείμενα, ιδέες…).

– Είμαι «όχημα σταθερής τροχιάς». Ξέρετε, απ’ αυτά που κινούνται μόνο πάνω σε ράγες, και που έξω απ’ τις ράγες τους δεν έχουν πού να πάνε. Θέλω πάντα να επιστρέφω στο Αργοστόλι και στο Λονδίνο. Κάνω πάντα τις ίδιες βόλτες στο κέντρο (συνήθως με τσιγάρο στο χέρι). Δένομαι υπερβολικά με χώρους και με αντικείμενα. Αγαπάω αμετακίνητα τους δικούς μου ανθρώπους, ακόμα κι αν δεν τους βλέπω συχνά. Με τις ιδέες τα πράγματα είναι λίγο πιο περίπλοκα: άλλες τις υπερασπίζομαι με πείσμα, κι άλλες, τώρα πια, μόνο από πείσμα.

Μετακόμισα πρώτη (σχεδόν) φορά σε μισό αιώνα. Η καινούργια μου γειτονιά είναι φιλόξενη και γλυκιά, το μπαλκόνι μου έχει κοτσύφια, αλλά η ζωή μου έχει μείνει στην άλλη άκρη της Αθήνας. Είμαι μια προσωρινά εκπατρισμένη δημότις Υμηττού, που επιστρέφει στο μισοάδειο της σπίτι πέντε φορές τη βδομάδα.

«Μια διαδικασία που έχει μεγάλη αιμορραγία»

«Είμαι δύστοκη, γράφω πάρα πολύ δύσκολα» λέει η Τζένη Μαστοράκη. «Αν είναι να γράψω κάτι δικό μου, αναβάλλω από μέρα σε μέρα κι ωστόσο το σκέφτομαι όλη μέρα. Οταν δουλεύω μεταφραστικά όμως, είμαι ένας εργάτης που δουλεύει χιλιάδες εργατοώρες την ημέρα, είναι κλεισμένος, την καταβρίσκει, και βέβαια είναι μια διαδικασία που έχει μεγάλη αιμορραγία. Ρωτάς, και ξαναρωτάς, και ξαναρωτάς το κείμενο: “Τι θες μωρέ;” Και πάντα υπάρχει απάντηση. Αυτή είναι η σοφία των κειμένων και κυρίως των καλών κειμένων. Για να φτάσω στη μετάφραση του τίτλου «Το ύστατο σήμερα» (σ.σ. ο πρωτότυπος τίτλος είναι The dying of today) έπαιζα με διάφορα πράγματα και τον έδωσα στον Λευτέρη δύο μήνες μετά το έργο, το οποίο σημειωτέον είναι ένα κρύσταλλο και δεν έχεις καμιά απορία. Ο Μπάρκερ είναι ποιητής. Οικοδομεί τον λόγο του ποιητικά με τον καλύτερο τρόπο και με μονάδα τη λέξη. Τακ, τακ, τακ. Ο τίτλος είναι πάντα το πιο δύσκολο κι είναι κάτι που κάνεις τελευταίο. Περιπλανήθηκα σε πολλά: από το «θνήσκων σήμερα», μέχρι διάφορα άλλα.

Πάντα μ’ ένα πράγμα στο μυαλό μου: ότι αν ήθελε ο συγγραφέας κάτι πιο φαντασμαγορικό θα το είχε κάνει. Αυτό το dying of today -κι ακούς και το καμπάνισμά του- έχει μια ησυχία πάρα πολύ περίεργη. Και κάποια στιγμή σκέφτηκα το εξής απλό: η dying breath που λένε οι Αγγλοσάξονες είναι η ύστατη πνοή. Και το βρήκα. Το τύπωσα σ’ ένα φύλλο Α4, πήγα στην πρόβα και λέω του Λευτέρη: ”Κλείσε τα μάτια σου και κοίτα”».

εύη λαμπροπούλου – "η generation x μπήκε ήδη στο δημόσιο"

Όταν οι κάφροι επελαύνουν, παίρνουν μαζί τους…Τον καθαρό αέρα, τον πολιτισμό, την αισθητική στη μουσική, στο διάβασμα, στην καθημερινή ζωή. Παίρνουν παραμάζωμα το δικαίωμά σου να είσαι υπεράνω και να μην χρειάζεται να αποκαλείς κάποιον κάφρο. Διότι ο κάφρος σε αναγκάζει να ασχοληθείς μαζί του, παραβιάζει τον εναέριο χώρο σου, αναβοσβήνει στα μούτρα σου σαν πινακίδα από νέον. Δε μπορείς να τον αγνοήσεις.

Η μουσική στο “Χάπι Λου” επέλεξες να είναι παντού γιατί…

Δεν το επέλεξα εγώ. Η Χάπι Λου ξέρεις είναι αθεράπευτα προσκολλημένη στη μουσική, επηρεάζεται και ζει μέσα από τραγούδια, εφόσον είναι καθηλωμένη σε μια μετεφηβική φάση παράτασης της ξενοιασιάς, της ανευθυνότητας και καθυστέρησης της ένταξης σ’ έναν συγκεκριμένο, προκατασκευασμένο, βαρετό τρόπο ζωής. Άσε που δεν ταυτίζονται τα μουσικά μας γούστα.

Η περίφημη generation-x φοβάται να φάει το φαΐ της γιατί…

Θα μεγαλώσει και θα πρέπει να παντρευτεί και να κάνει παιδιά/ λεφτά/ δουλειά. Φοβάμαι όμως ότι μπήκε ήδη στο δημόσιο και έχει ήδη αρχίσει να χοντραίνει. Και όσοι δε μπήκαν πολιορκούνται από τους υπόλοιπους που μπήκαν. Ο Μπρετ Ίστον Ελις έκοψε τα ναρκωτικά, ο Ιρβιν Γουέλς είναι πια λίγο αστείος με τα μπλουζάκια με τις trance στάμπες και η Ελίζαμπεθ Βέρτζελ δεν αισθάνεται πολύ καλά. Όσο για την Χ. παντρεύτηκε και έκανε μωρό. Ο Ντάγκλας Κάπλαντ πάντως κρατάει ακόμα.


Το Λονδίνο κάνει τον κόσμο ομορφότερο. Ή μήπως όχι;

Ω ναι. Ας μην ξεχνάμε την υπέροχη βρετανική προφορά και το Camden.Πάντα αγαπώ το Λονδινάκι, αλλά τελευταία μου φαίνεται (από μακριά, εφόσον έχω καιρό να πάω) πολύ στυλιζαρισμένο και, ας το παραδεχτούμε επιτέλους, οι βρετανοί ήταν πάντα λίγο ξινοί. Η Νέα Υόρκη από την άλλη, κάνει τον κόσμο ομορφότερο, ακόμη και μόνο για την ένδοξη γειτονιά Williamsburg του Μπρούκλιν. Το Βερολίνο τώρα, που το σκέφτομαι με αυξανόμενο ενδιαφέρον, είναι πολιπολυτισμικό, έχει πράσινο, καλλιτέχνες, χαμηλούς τόνους, υψηλή ενέργεια, φτηνά νοίκια. Ίσως πρέπει να μάθω γερμανικά.


Το ημερολόγιο της Εύης Λαμπροπούλου λέει σίγουρα κάθε μέρα:

Να μετακομίσω στην Αθήνα ή μήπως στη Θεσσαλονίκη? Να βγω ή καλά είμαι κι έτσι;



Το “Σχεδόν Σούπερ” χρωστά δύο κουβέντες ακόμα…

Το Σχεδόν Σούπερ δείχνει κατανόηση στους σούπερ ανθρώπους. Οι σούπερ είναι σχεδόν τρομακτικοί, αντιπαθητικοί. Αλλά τελικά είναι άνθρωποι. Το Σχεδόν Σούπερ τους ξεσκεπάζει, τους αγαπάει, τους θυμίζει πώς ήταν παιδιά. Το Σχεδόν Σούπερ δεν έχει καταλάβει ακόμα γιατί έχει σχετικά διαφορετικό κοινό από το Χάπι Λου. Ούτε γιατί το όνομά του δεν είναι ΜΙΣ ΛΑΠΤΟΠ, όπως είχε σχεδιαστεί αρχικά.


Ο Δημήτρης Σωτάκης δήλωσε ότι “η Εύη Λαμπροπούλου είναι υπαρκτό πρόσωπο”.

Υπήρχαν αμφιβολίες σχετικά. Αλλά υπάρχω, το έγραψε και ο Σωτάκης στο site του, επειδή ακριβώς κανείς δεν ξέρει πού βρίσκομαι αν πάσα στιγμή. Ούτε κι εγώ. Ειδικά δεν ξέρω πού θα βρίσκομαι την επόμενη στιγμή. Πράγμα που εκνευρίζει πολλούς ανθρώπους που με συναναστρέφονται. Όπως τη μαμά μου. Ένας διάλογος:- Θα φύγεις αύριο παιδάκι μου;- Δεν ξέρω. – Ποιος ξέρει;- Άγνωστο.- Μα πρέπει να βγάλεις εισιτήριο σήμερα. – Θα βγάλω αύριο. – Κι αν δεν βρεις;- Αν δε βρω δε θα φύγω. – Κι εγώ πώς θα το ξέρω; Να πάω σε χαρτορίχτρα; – Καλή ιδέα.


Ο λόγος που ξυπνά η Εύη το πρωί με ξυπνητήρι…

[Δεν μπορώ να μιλάω για τον εαυτό μου στο τρίτο πρόσωπο.] Ξυπνάω για να πληρώσω λογαριασμούς και για τράπεζες, για έλευση επερχόμενου πυρηνικού πολέμου, μεγάλου σεισμού ή για κηδεία αγαπημένου προσώπου. Ξυπνάω μόνο για άσχημα πράγματα δηλαδή. Έχω ξυπνήσει και για συνεντεύξεις που πήγαν χάλια. Έχασα και μια υποτροφία με αυτόν τον τρόπο διότι το πρωί δεν λειτουργώ, είμαι ασυνάρτητη, τα εγκεφαλικά μου κύτταρα απεργούν. Άρα, ίσως είναι καλύτερα να μην ξυπνάω το πρωί.


Τελευταίες λέξεις…

Θέλω/ πρέπει /θέλω να παραδώσω την καινούρια μου νουβέλα. Δεν είναι πια τόσο καινούρια διότι γράφτηκε πρόπερσι, αλλά δεν προχωράω την έκδοσή της διότι αισθάνομαι ότι δεν είναι έτοιμη. Αυτό μου συμβαίνει πάντα με τα βιβλία. Μου αρέσει και να τα αφήνω να κάθονται κανένα χρόνο πριν τα ξανακοιτάξω. Αλλά η συγκεκριμένη απαιτεί κάποια δραστική επέμβαση που με παραλύει. Το θέμα της είναι: αν γνωρίζεις ποιο τραγούδι τραγουδούσε ο Σέιλορ στη Λούλα στο ‘Wild At Heart’ και αν στο γεγονός ότι το γνωρίζεις αυτό μπορείς να βασίσεις μια σχέση. Λέγεται ΟΛΑ ΤΑ ΜΗΛΑ, είναι ερωτική και ήταν προγραμματισμένη να κυκλοφορήσει τον Μάιο που μας πέρασε.

And the very last one…

Βρέχει καρεκλοπόδαρα σήμερα. Άρα ίσως καταφέρω να ξαναδιορθώσω την καινούρια μου νουβέλα.