πού πάει η μουσική όταν καίγεται, μπαμπά;

[ πού πάει η μουσική όταν καίγεται, μπαμπά; η μουσική· τσαφ· οχτώ χρόνια συλλογής και περισυλλογής, μετατροπών και μετατροπών σ’ ένα άγνωστο σύμπαν· βγήκε το νέο άλμπουμ; λίκαρε; το πρόλαβες; πού θα το βρω; να περιμένω στην ουρά; σ’ αρέσει; να σ’ το κατεβάσω; οχτώ χρόνια απόλυτα ψηφιακής μουσικής· η μουσική για το πρωί, το μεσημέρι, το απόγευμα, η μουσική για το βράδυ· η μουσική για κείνο το πάρτι (που δεν πήγες), για το άλλο (που δεν σε κάλεσε), για το τρίτο (που σε παρακαλούσε να κάνεις)· η λίστα για ένα-τσιγάρο-δρόμος και για το δρόμο τον λιγότερο ταξιδεμένο· το podcast της μουσικής που ήθελες ν’ αφιερώσεις σ’ εκείνη την εκπομπή σου, η κακή ποιότητα από το YouTube, αλλά πού να τρέχεις τελευταία στιγμή ν’ αγοράζεις, να κατεβάζεις; οχτώ χρόνια απόλυτα ψηφιακής μουσικής συλλογής· οι Radiohead που πέρασαν από τα cd στα λίγα mbs των χαμηλότερης ποιότητας mp3, και τα b-sides τους (που ποτέ δεν θυμόσουν απέξω)· οι Arcade Fire που, όταν τους πρωτοάκουσες, έβαλες τα δυνατά σου να μην καπνίσεις για όσο κρατούσε το άλμπουμ· η Patti Smith που ήθελες να ξεπεράσεις και οι Smiths που δεν ξεπέρασες ποτέ· ο Elvis που στεκόταν ανήκουστος, αμόλυντος και άχραντος για χρόνια· οι λίστες που έκανες για να ξενερώσει («οι Arctic Monkeys είναι αμήχανοι», έλεγε), και οι λίστες που δεν έκανες για τον ίδιο λόγο· ο Aphex Twin, αλλά και η trash pop της ζωής σου· οι λίστες που ήθελες να μην ξενερώσει («the_night_is_still_niel_young»), και που ξενέρωνε· οι λίστες που σ’ ερωτευόταν· οι λίστες για το αυτοκίνητο, το χειμώνα και το καλοκαίρι· η άνοιξη της λίστας, κι ένας χειμώνας της Πράγας· τα mp3 του Βερολίνου, και τα soundtrack από ταινίες που δεν είχες δει, αλλά είχες φανταστεί από τη μουσική τους· οι φάκελοι με τα ωραιότερα εξώφυλλα των δίσκων κάθε χρονιάς· η κλασική μουσική που σου είχε χαρίσει ―άλλη περίπτωση εκείνη― και δεν άκουγες, γιατί το πιάνο σε ανατρίχιαζε και το τσέλο σ’ έκανε να βλαστημάς την ομορφιά· η Βίσση και ο Ρουβάς, ο Θηβαίος και οι Τερμίτες· η new wave των 80s («άκου South of No North, ρε»)· οι λίστες της ντροπής, οι λίστες του Σίντλερ και οι λίστες για να εντυπωσιάσεις (ήθελες σώνει και καλά· τα κατάφερες)· οχτώ χρόνια απόλυτα ψηφιακής μουσικής· ο φάκελος με όλες τις βερσιόν του «House of the rising sun» (οι Bon Jovi για κλάματα σ’ αυτό το κομμάτι) και με τα 100 καλύτερα των 90s· εκείνος ο φάκελος με τα ομορφότερα λαϊκά (η Καίτη Ντάλη πρώτη πρώτη) και με τα θεατρικά του Γιώργου Μαρίνου· ο Χατζιδάκις όλος, και ο Σαββόπουλος· λίγος Λοΐζος και πολύς, αν όχι όλος, Κραουνάκης· το 2010 της ντροπής και το 2000 της αγάπης· ο «dose_pono» και ο «jazz_for_a_lazy_day» (που τον άκουσες μισή φορά)· «μαλάκα, κατεβαίνει η Björk πιο σιγά κι από το δείκτη ανεργίας»· «ρε συ, βάλε στο dropbox κάτι, πώς θα περάσω το βράδυ στο ΚΤΕΛ;»· «λύσσαξες με τον Talabot, βάλε και κάτι άλλο»· «ο Jaar είναι λίγο καλύτερος από τον Fout Tet, αλλά ο Burial αντιστέκεται»· η λίστα για να ’ρθω σε βρω, ο φάκελος για τον τσάμπα κόπο· τα ρεμπέτικα με το κρίτσι κρίτσι, τα ερωτικά για το πίτσι πίτσι και ένα podcast του θυμού· εσύ, αυτός, αυτοί, αυτές, αυτά· εκείνος και εκείνος· και τα μυστήρια· «δεν μου αρέσουν οι νέοι National, είναι ό,τι τα tweets για τον Γιώργο Βέλτσο»· «να πάμε να δούμε το ντοκιμαντέρ των Efterklang στο Hub»· «κάτσε να σου στείλω ένα κομμάτι να κλαις για δώδεκα μέρες» (και λίγο περισσότερο)· «η PJ φοράει τις ωραιότερες γόβες»· η λίστα για τη μετάφραση του Everett, η λίστα για την επιμέλεια ενός γιαπωνέζικου αστυνομικού (τι ωραίοι οι Mono)· ο φάκελος «the_airport_is_just_the_beginning» με πρώτους τους Air (πόσος προβλέψιμος, θε μου) και ο φάκελος «im_gonna_find_you» δίχως One Direction· τα κατεβατά της ηλεκτρονικής, ο Βήτα και οι Στέρεο Νόβα, το ταξίδι μιας φάλαινας και το μικρό παιδί με τις πρίζες στα χέρια· η nu-disco και κάτι ανελέητα πριονίδια για τις μέρες που θα τέλειωνε το γάλα· η indie σου στην indie μου και τ’ άστρο πάνωθέ μου, αχ, να μην τέλειωνε ποτέ η ώρα ετούτη, θε μου· να μην τέλειωνε· τέλειωσε· μ’ ένα τσαφ, τέλειωσε· πάει· πού πάει η μουσική όταν καίγεται, μπαμπά; πού πάει τόση μουσική όταν τη χάνεις; πού πάνε τα 160 giga όταν εξαφανίζονται, μωρό μου; οχτώ χρόνια απόλυτα ψηφιακής μουσικής· και κάτι cd δανεικά κι αγύριστα· πες μου, πού πάει η μουσική όταν καίγεται ―

Advertisements

[ Άτιτλο ]

[ Σε σένα, Θ.Γ. ]

Μια μέρα, κι εγώ έτσι θα φύγω ― είπε.

Για να χωθεί σε κείνο το παλτό·

δεν του έκανε, του ήταν στενό,

δεν χωρούσε όλες τις εκδρομές της ζωής του.

 

Θα φύγει, είπε· κι έφυγε.

Χώρεσε τσιγάρα και καλώδια, πολλά καλώδια,

σε μια τσάντα· μα πού θα πας μεσημεριάτικα;

Το ερωτηματικό έμεινε να αιωρείται,

θαρρείς και τα σημεία στίξης είχαν μετατραπεί

σε πνιγμένα μωρά στη μέση της Αδριατικής.

 

Κι έφυγε ― δεν του το συγχώρησες.

Όχι ― του το συγχώρησες.

Αυτό το παλτό ήταν το δικό σου και θέλησες,

όπως ήταν βεβαίως φυσικό,

να μείνουν τα καλώδια, πολλά καλώδια, στα χέρια σου,

όταν τα βάζεις στις τσέπες ― εδώ,

για να ζεσταθεί αυτός ― εκεί.

 

Για να μην πνιγεί σαν εκείνα τα μωρά.

Κι έφυγες κι εσύ.

Τώρα, σας χωρίζει μία Αδριατική

κι ένα ποτάμι σχοινιά.

 

Πάν’ και τα καλώδια,

πάει και το παλτό.

30. Ι. 2012

Ν. Σμύρνη

[ Όρθιοι· ]

 

Η άνω τελεία είναι μία διττή ανθρώπινη κατάσταση· είναι και τελεία ―δείχνοντας σαφώς μια κατάσταση τελειωμένη, τέλεια―, αλλά και άνω ταυτόχρονα ― δείχνοντας πως είναι έτοιμη να αυτοαναιρεθεί πετώντας μακριά. Η άνω τελεία στέκεται, παρότι κινούμενη, στη θέση της· ισορροπεί ανάμεσα στο «τέλος» και στην «αρχή»· όπως ακριβώς και οι άνθρωποι. Η άνω τελεία «είναι ένα ακατάπαυστο σώμα που δεν καταλήγει».

[d_A]

Στη φωτό, οι χορευτές Ριαλένα Νικοδήμου και Αντώνης Αντωνίου, από ένα project του χορευτή και χορογράφου Γιάννη Παπακαμμένου.

Blind date


Άλλος τρόπος από το σώμα δεν υπάρχει

Γιώργος Χειμωνάς

«Μα πώς έγινε αυτό; Πώς;» ήταν η ερώτησή της, κι εκείνος κοιτούσε, δίχως να μπορεί να δώσει μιαν απάντηση.

«Δεν έχω ιδέα». Η πιο ανόητη απάντηση του κόσμου. Κι όμως, την ξεστόμισε· θαρρείς και δεν μπορούσε αλλιώς· σαν να ’ρθε πάλι εκείνη η πιεστική φωνή· με το έτσι-θέλω.

«Ώστε δεν έχεις ιδέα. Μάλιστα». Θιγμένη απ’ τη δήθεν αφαιρετική απάντηση, εκείνη σήκωσε από κάτω ένα εισιτήριο ήδη χτυπημένο. «Και τώρα, τι;»

«Τώρα, θα πάρουμε το μετρό και θα πάμε στα σπίτια μας. Θα δούμε τηλεόραση μέχρι τελικής πτώσης».

«Τηλεόραση; Μήπως παραλογίζεσαι πάλι;»

«Πάλι; Νά, δες· υπάρχει φωτογραφία· δεν σου λέω ψέματα· δες, που να με πάρει και να με σηκώσει!» Της δείχνει τη φωτογραφία· είναι αλήθεια! Με το καλό ημίπαλτο, τζην παντελόνι, τραγιάσκα, ημιαθλητικά παπούτσια, στη γωνία Πατησίων και Κεφαλληνίας, σχεδόν έξω απ’ το Au Revoir, κρατά ένα βιβλίο. Το δείχνει η φωτογραφία ξεκάθαρα.

«Μα, συγγνώμη, αυτό δεν ήταν μες στο κεφάλι σου; Έτσι δεν έλεγες την άλλη φορά;»

«Ο φάκελος· πού βρέθηκε αυτός ο φάκελος που είχε μέσα τη φωτογραφία;»

«Χριστέ μου, θα με τρελάνεις! Δεν βγάζω άκρη».

Πέρασαν τ’ ακυρωτικά μηχανήματα και άρχισαν να προχωρούν προς «Αιγάλεω/Αεροδρόμιο». Ο σταθμός του Συντάγματος, εκείνη την ώρα ―Παρασκευή νωρίς το βράδυ ήτανε, θαρρώ―, δεν είχε πολύ κόσμο. Ένας νεαρός, μ’ αυτά τα ποδήλατα που γίνονται μια σταλιά εάν τα «μαζέψεις», τους κοίταξε και σαν να τους χαιρέτησε.

«Τον ξέρεις;» τη ρώτησε.

«Από πού να τον ξέρω, καλέ; Αλλά θα τον μάθαινα ευχαρίστως».

«Πάμε λίγο πιο γρήγορα· μπορεί να πηγαίνει προς την κατεύθυνσή μας».

«Απορώ πού τη βρίσκεις την όρεξη».

«Πάμε, μπας και ανεβεί λίγο η διάθεσή μας».

Τον ακολούθησαν κατά πόδας. Αυτός έκανε πως δεν τους κατάλαβε· παρ’ όλ’ αυτά, άρχισε να περπατά πιο σιγά. Ψηλός, σαν πρώην κολυμβητής στο φυζίκ, με μια φόρμα καφετιά και μουσταρδί ζακέτα. Παπούτσια αθλητικά, μαύρα με πολλή λάσπη· πολυφορεμένα. Το ποδήλατο κάτασπρο, τέως γυαλιστερό, με πολλή λάσπη κι αυτό. Μακριά μαλλιά, καστανόξανθα, που έφταναν μέχρι την πλάτη, τόσο ώστε να καλύπτουν τη χειρολαβή της τσάντας που είχε στην πλάτη του· κόκκινη ― η τσάντα, όχι η πλάτη· με μια κονκάρδα πάνω, μάλλον ο Albert Camus.

«Μη μου πεις; Ο Camus είναι αυτός εκεί πάνω;» ρωτάει εκείνη, δήθεν εκστασιασμένη.

«Είσαι με τα καλά σου, κορίτσι μου; Πες μας ότι αυτό είναι που σε νοιάζει τώρα».

«Πες μου ότι είναι ο Camus!»

«…».

Συνέχισαν να τον ακολουθούν. Στο ενάμισι λεπτό που χρειάστηκαν για να κατεβούν και τις δεύτερες, τεράστιες σε μήκος σκάλες, αυτός στάθηκε σ’ ένα σκαλί κι έφερε μπροστά στη μούρη του την τσάντα. Πήγε να την ανοίξει, αλλά του ’φυγε το ποδήλατο και αποφάσισε ν’ αποτολμήσει το άνοιγμα αργότερα, στην αποβάθρα.

«Έχει γούστο!» είπε εκείνη μισοαστεία-μισοσοβαρά.

«Τι πράμα;»

«Πες μου ότι διαβάζει κιόλας, και θα πέσω στις ράγες του τρένου!»

«Ε, είσαι τρελή!»

Φτάσανε όλοι μαζί ―ο ποδηλάτης, αυτή, αυτός και τα μυστήρια― στην αποβάθρα. Ο λιγοστός κόσμος έμοιαζε έτοιμος να κοιμηθεί όρθιος· μόλις είχαν κλείσει τα μαγαζιά και, μάλλον, όλοι είχαν φάει πολλές ώρες στο πηγαινέλα αποδώ κι αποκεί. Μία κυρία, γύρω στα σαράντα, είχε στα χέρια της το πρόγραμμα από τα Ορφανά. Τα ορφανά· νιώθεις ορφανή ποτέ; σκέφτηκε να τη ρωτήσει, αλλά το άφησε. Εκείνη ήταν, τώρα πια, κολλημένη στον καμυφόρο ποδηλάτη της.

«Σε πέντε λεπτά θα έρθει το τρένο».

«Εντάξει, προλαβαίνεις να κάνεις ένα τσιγάρο», τον ειρωνεύτηκε.

«Κι εσύ προλαβαίνεις να του μιλήσεις».

«Όχι, δεν μπορώ. Ντρέπομαι».

«Καλά».

Τέσσερα λεπτά. Ο ποδηλάτης, αφού ακούμπησε το μαζεμένο, πια, ποδήλατό του στο τοιχίο της αποβάθρας, έφερε ξανά μπροστά του την κατακόκκινη τσάντα του. Την ανοίγει. Κολλάει το φερμουάρ. Παλεύει. Κάτι μουρμουρίζει. Τρία λεπτά. Ξαναπάει το φερμουάρ στην αρχή. Προσπαθεί και πάλι. Δεν ανοίγει. Κολλάει. Δύο λεπτά. Βρίζει λίγο πιο δυνατά. Κάτι σε «Άντε γαμήσου πάλι». Κοκκινίζει ολόκληρος. Αυτός κι η τσάντα, ένα. Ένα λεπτό. Τα καταφέρνει! Ένα λεπτό. Την ανοίγει. Ένα λεπτό. Ψαχουλεύει. Ένα λεπτό. Ξαναβρίζει. Ένα λεπτό.

Ένα…

«Τι;»

«Τι “τι;”;»

…λεπτό…

«Τι σκατά θα βγάλει;»

«Τι ’ν’ αυτά που λες;»

«Τι θα βγάλει απ’ την τσάντα του;»

«Αγόρι μου, τι σε νοιάζει τι θα βγάλει απ’ την τσάντα του; Έχεις καεί τελείως;»

Ακούγεται το τρένο απ’ τη στροφή. Έρχεται. Πλησιάζει. Ο ποδηλάτης δεν έχει βρει αυτό που ψάχνει μέχρι τώρα. Ένα δευτερόλεπτο.

«Έλα, πάμε, ήρθε», του λέει εκείνη. «Χάσαμε από ένα τρένο και οι δύο απόψε».

«Θέλω να δω τι θα βγάλει απ’ την τσάντα του».

«Αντί να τρελαίνομαι εγώ, σ’ έπιασε εσένα τώρα η μανία σου;»

«Ουφ. Πάμε. Πάμε».

Μπήκαν στον συρμό. Βρήκαν να καθίσουν. Ο ποδηλάτης δεν μπήκε. Πάλευε ακόμα με την τσάντα. «Επόμενη στάση “Ευαγγελισμός”. Next station “Evangelismos”», είπε η μαμαζελίτσα. Ο ποδηλάτης δεν μπήκε. Ο συρμός είχε ξεκινήσει. Τα φώτα τρεμόπαιζαν. Όχι· τα φώτα χάνονταν στο τούνελ. Ο ποδηλάτης δεν είχε προλάβει να μπει. Τα μάτια του ήταν γεμάτα θυμό. Ακόμα στην αποβάθρα.

Ξαφνικά, είχε γίνει αυτός ο πρωταγωνιστής της ιστορίας.

«Δεν μπορεί πάντοτε να βρίσκω τα πάντα, εκτός απ’ αυτό που ψάχνω εκείνη τη στιγμή». Ένας ηλικιωμένος τον κοίταξε βλοσυρά. Δεν τον κατάλαβε ο ποδηλάτης.

«Αχά! Σε τσάκωσα! Εδώ μου κρυβόσουν». Έβγαλε από την τσάντα του ένα βιβλιαράκι. Έξω απ’ το σώμα.

«Εδώ το είχα! Το ’ξερα», είπε θριαμβευτικά. «Αλλά έχασα το τρένο. Σκατά. Θα πάω με το ποδήλατο. Θα φτάσω πιο γρήγορα». Αρχίζει ν’ ανεβαίνει πάλι τις σκάλες.

«Επόμενη στάση “Μέγαρο Μουσικής”. Next station “Megaro Moussikis”», πάλι η μαμαζελίτσα.

Αυτός κι αυτή συνέχιζαν τη διαδρομή τους. Το ήξερε ―αυτός το ήξερε καλά― πως είχε χάσει για πάντα την ευκαιρία να βρει έναν, αυτόν, που διαβάζει αυτό το βιβλίο. Την είχε χάσει για πάντα. Τώρα.

Σου είχε κλείσει ραντεβού στο Au Revoir ― σου ’χει πει ότι ανακαινίστηκε. Κρύο· πολύ κρύο. Ατάραχος όμως ―τι βορειοελλαδίτης είσαι άλλωστε;―, τολμάς και βγαίνεις απ’ την πόρτα. Ώρα περίπου δεκάτη νυκτερινή. Βγαίνεις στην Αλεξάνδρας. Έργα της ΔΕΗ, βραδιάτικα· ένα κομμάτι της λεωφόρου σκοτεινό. Δεν σε νοιάζει. Θα περιμένεις κάποιο τρόλεϊ. Το 14. Δεν έρχεται. Τρέμεις απ’ το κρύο. Αποφασίζεις ότι είναι καλύτερο να κρυώσεις, παρά ν’ αργήσεις στο ραντεβού. Κατηφορίζεις με τα πόδια· απ’ το ύψος της Ιπποκράτους. Το μισό πεζοδρόμιο που περιβάλλει το Πεδίον του Άρεως είναι γεμάτο έλατα για τα Χριστούγεννα που έρχονται. Αναγκάζεσαι να περπατήσεις πάνω στη λεωφόρο. Ένα λεωφορείο του ΚΤΕΛ περνά ξυστά. Δεν βαριέσαι· επαγγελματίας οδηγός· ήξερε τι έπρεπε να κάνει, σκέφτεσαι. Συνεχίζεις. Είσαι πολύ κουρασμένος και κρυώνεις πολύ. Γιατί κουράζομαι τόσο πολύ τελευταία; Κοιτάζεις τριγύρω. Παγωμένοι άνθρωποι στις ενδιάμεσες στάσεις του τρόλεϊ. Πιθανόν, αυτοί δεν έχουν να πάνε κάπου όπου η συνέπεια έχει σημασία.

Στρίβεις στη Μαυρομματαίων· ακόμη περισσότερη ερημιά. Η ερημιά τους με κάνει να κλαίω ― σκέφτεσαι ότι αυτός θα ’πρεπε να είναι ο σωστός τίτλος. Κλαις απ’ το κρύο· από κείνα τα δάκρυα που δεν τα καταλαβαίνεις· έχει παγωνιά. Βγαίνεις στην Πατησίων απ’ το στενάκι της ΑΣΟΕΕ. Κι άλλοι άνθρωποι περιμένουν σε μια στάση. Κοιτάζεις πίσω να δεις αν έρχεται κάποιο τρόλεϊ. Τίποτα. Κάνουν-δεν-κάνουν απεργία οι οδηγοί, τρόλεϊ δεν υπάρχουν.

Βιτρίνες ολόφωτες στην Πατησίων. Χαμός από στολίδια και προσφορές, τράπεζες καλά φυλαγμένες, ΑΤΜ που δεν λειτουργούν. Πρέπει να βγάλω λεφτά. Δεν βγάζεις. Ας είναι. Θα τα βολέψεις μ’ αυτά που έχεις πάνω σου. Στον δρόμο, μετράς τις μέρες για ν’ απολυθείς απ’ τον στρατό. Κουράζεσαι ακόμη περισσότερο. Μετράς τις σελίδες που σου μένουν από μια μετάφραση που ’χεις αναλάβει ― θες να μπήξεις τα κλάματα· όχι της παγωνιάς. Είσαι πτώμα. Πώς θα εμφανιστώ έτσι στον άνθρωπο; Είναι αργά πια για ν’ ακυρώσεις το ραντεβού. Απέχεις μόλις πέντε λεπτά αποκεί. Χτυπά το τηλέφωνο: Έχεις φτάσει; Είμαι στη γωνία. Όχι, δεν έχεις φτάσει, και δεν ξέρεις αν φτάνεις. Δεν ξέρω αν φτάνεις. Ναι, σε πέντε λεπτά θα είμαι εκεί. Μπιπ.

Φτάνεις, και δεν ξέρεις τι πρέπει να κάνεις. Ένα λεπτό πριν, βγάζεις τα γυαλιά σου ― θες να καθαρίσεις τα μάτια σου για να μη μοιάζεις με… Κατά βάθος, δεν σε νοιάζει. Φτάνεις. Δεν τον βλέπεις καθαρά, έχεις αφήσει τα γυαλιά σου στην τσέπη· η μυωπία και το κρύο της νύχτας δεν είναι καλός συνδυασμός. Πλησιάζεις και του δίνεις το χέρι. Διαβάζει περιμένοντάς σε. Τι διάβαζες; του λες αφού έχουν γίνει οι συστάσεις. Έξω απ’ το σώμα, σου λέει.

Στο σώμα μου, ποτέ δεν άφησα να μπει ο θεός. Τον έκλεινα πάντοτε απέξω. Κυνηγούσα τα φαντάσματα. Ζόριζα τις λέξεις μου να μπουν σε μια σελίδα ― νόμιζα ότι εκεί θα βρίσκω πάντα το σώμα μου και θα το ενώνω με τον κόσμο. Θα σου ανοίξω, σου ’λεγα, την πόρτα, μόνο αν μου υποσχεθείς ότι ο κόσμος μου θα παραμείνει ο ίδιος. Έχω καιρό ν’ αφήσω το σώμα μου ελεύθερο στον κόσμο. Ο κόσμος είναι λάσπες, νερό κι αλάτι. Κι αν είσαι ’δώ κι αύριο το πρωί, να ξέρεις πως δεν θα ’μαι ο ίδιος· θα ’χω γίνει κι εγώ λάσπη, νερό κι αλάτι. Μόνο να μη φωνάζεις. Και ν’ αφήσεις το παράθυρο ανοιχτό. Να μη μυρίζει. Και να κλείσει καλά την πόρτα αν αποφασίσεις να μην είσαι ’δώ. Μόνο να μου υποσχεθείς ότι ο κόσμος μου δεν θ’ αλλάξει. Κι αν αλλάξει, άσε το παράθυρο ανοιχτό. Να μη μυρίζω.

Έχει μέρες να χτυπήσει το τηλέφωνό σου. Κομμένο· απλήρωτο πια. Τα παράθυρα ανοιχτά· τ’ άφησε για ν’ αερίζεται ο χώρος· το ’χε ξανακάνει. Το ’χε, φαίνεται, συνήθειο. Αν δεν γινόσουν διήγημα, θα ’χες ξεμείνει μόνος σ’ ένα σπίτι ― και θα σάπιζες, μες στην άγνοια του κόσμου. Τώρα, θα ζήσεις· για όσο αντέξουν οι λέξεις· κι ας πέσουν λίγα δάκρυα στη θύμησή σου απόψε.

Δημοσιεύτηκε στο “Εντευκτήριο”, τεύχος Απρίλης-Ιούνης 2011