πού πάει η μουσική όταν καίγεται, μπαμπά;

[ πού πάει η μουσική όταν καίγεται, μπαμπά; η μουσική· τσαφ· οχτώ χρόνια συλλογής και περισυλλογής, μετατροπών και μετατροπών σ’ ένα άγνωστο σύμπαν· βγήκε το νέο άλμπουμ; λίκαρε; το πρόλαβες; πού θα το βρω; να περιμένω στην ουρά; σ’ αρέσει; να σ’ το κατεβάσω; οχτώ χρόνια απόλυτα ψηφιακής μουσικής· η μουσική για το πρωί, το μεσημέρι, το απόγευμα, η μουσική για το βράδυ· η μουσική για κείνο το πάρτι (που δεν πήγες), για το άλλο (που δεν σε κάλεσε), για το τρίτο (που σε παρακαλούσε να κάνεις)· η λίστα για ένα-τσιγάρο-δρόμος και για το δρόμο τον λιγότερο ταξιδεμένο· το podcast της μουσικής που ήθελες ν’ αφιερώσεις σ’ εκείνη την εκπομπή σου, η κακή ποιότητα από το YouTube, αλλά πού να τρέχεις τελευταία στιγμή ν’ αγοράζεις, να κατεβάζεις; οχτώ χρόνια απόλυτα ψηφιακής μουσικής συλλογής· οι Radiohead που πέρασαν από τα cd στα λίγα mbs των χαμηλότερης ποιότητας mp3, και τα b-sides τους (που ποτέ δεν θυμόσουν απέξω)· οι Arcade Fire που, όταν τους πρωτοάκουσες, έβαλες τα δυνατά σου να μην καπνίσεις για όσο κρατούσε το άλμπουμ· η Patti Smith που ήθελες να ξεπεράσεις και οι Smiths που δεν ξεπέρασες ποτέ· ο Elvis που στεκόταν ανήκουστος, αμόλυντος και άχραντος για χρόνια· οι λίστες που έκανες για να ξενερώσει («οι Arctic Monkeys είναι αμήχανοι», έλεγε), και οι λίστες που δεν έκανες για τον ίδιο λόγο· ο Aphex Twin, αλλά και η trash pop της ζωής σου· οι λίστες που ήθελες να μην ξενερώσει («the_night_is_still_niel_young»), και που ξενέρωνε· οι λίστες που σ’ ερωτευόταν· οι λίστες για το αυτοκίνητο, το χειμώνα και το καλοκαίρι· η άνοιξη της λίστας, κι ένας χειμώνας της Πράγας· τα mp3 του Βερολίνου, και τα soundtrack από ταινίες που δεν είχες δει, αλλά είχες φανταστεί από τη μουσική τους· οι φάκελοι με τα ωραιότερα εξώφυλλα των δίσκων κάθε χρονιάς· η κλασική μουσική που σου είχε χαρίσει ―άλλη περίπτωση εκείνη― και δεν άκουγες, γιατί το πιάνο σε ανατρίχιαζε και το τσέλο σ’ έκανε να βλαστημάς την ομορφιά· η Βίσση και ο Ρουβάς, ο Θηβαίος και οι Τερμίτες· η new wave των 80s («άκου South of No North, ρε»)· οι λίστες της ντροπής, οι λίστες του Σίντλερ και οι λίστες για να εντυπωσιάσεις (ήθελες σώνει και καλά· τα κατάφερες)· οχτώ χρόνια απόλυτα ψηφιακής μουσικής· ο φάκελος με όλες τις βερσιόν του «House of the rising sun» (οι Bon Jovi για κλάματα σ’ αυτό το κομμάτι) και με τα 100 καλύτερα των 90s· εκείνος ο φάκελος με τα ομορφότερα λαϊκά (η Καίτη Ντάλη πρώτη πρώτη) και με τα θεατρικά του Γιώργου Μαρίνου· ο Χατζιδάκις όλος, και ο Σαββόπουλος· λίγος Λοΐζος και πολύς, αν όχι όλος, Κραουνάκης· το 2010 της ντροπής και το 2000 της αγάπης· ο «dose_pono» και ο «jazz_for_a_lazy_day» (που τον άκουσες μισή φορά)· «μαλάκα, κατεβαίνει η Björk πιο σιγά κι από το δείκτη ανεργίας»· «ρε συ, βάλε στο dropbox κάτι, πώς θα περάσω το βράδυ στο ΚΤΕΛ;»· «λύσσαξες με τον Talabot, βάλε και κάτι άλλο»· «ο Jaar είναι λίγο καλύτερος από τον Fout Tet, αλλά ο Burial αντιστέκεται»· η λίστα για να ’ρθω σε βρω, ο φάκελος για τον τσάμπα κόπο· τα ρεμπέτικα με το κρίτσι κρίτσι, τα ερωτικά για το πίτσι πίτσι και ένα podcast του θυμού· εσύ, αυτός, αυτοί, αυτές, αυτά· εκείνος και εκείνος· και τα μυστήρια· «δεν μου αρέσουν οι νέοι National, είναι ό,τι τα tweets για τον Γιώργο Βέλτσο»· «να πάμε να δούμε το ντοκιμαντέρ των Efterklang στο Hub»· «κάτσε να σου στείλω ένα κομμάτι να κλαις για δώδεκα μέρες» (και λίγο περισσότερο)· «η PJ φοράει τις ωραιότερες γόβες»· η λίστα για τη μετάφραση του Everett, η λίστα για την επιμέλεια ενός γιαπωνέζικου αστυνομικού (τι ωραίοι οι Mono)· ο φάκελος «the_airport_is_just_the_beginning» με πρώτους τους Air (πόσος προβλέψιμος, θε μου) και ο φάκελος «im_gonna_find_you» δίχως One Direction· τα κατεβατά της ηλεκτρονικής, ο Βήτα και οι Στέρεο Νόβα, το ταξίδι μιας φάλαινας και το μικρό παιδί με τις πρίζες στα χέρια· η nu-disco και κάτι ανελέητα πριονίδια για τις μέρες που θα τέλειωνε το γάλα· η indie σου στην indie μου και τ’ άστρο πάνωθέ μου, αχ, να μην τέλειωνε ποτέ η ώρα ετούτη, θε μου· να μην τέλειωνε· τέλειωσε· μ’ ένα τσαφ, τέλειωσε· πάει· πού πάει η μουσική όταν καίγεται, μπαμπά; πού πάει τόση μουσική όταν τη χάνεις; πού πάνε τα 160 giga όταν εξαφανίζονται, μωρό μου; οχτώ χρόνια απόλυτα ψηφιακής μουσικής· και κάτι cd δανεικά κι αγύριστα· πες μου, πού πάει η μουσική όταν καίγεται ―

[ Άτιτλο ]

[ Σε σένα, Θ.Γ. ]

Μια μέρα, κι εγώ έτσι θα φύγω ― είπε.

Για να χωθεί σε κείνο το παλτό·

δεν του έκανε, του ήταν στενό,

δεν χωρούσε όλες τις εκδρομές της ζωής του.

 

Θα φύγει, είπε· κι έφυγε.

Χώρεσε τσιγάρα και καλώδια, πολλά καλώδια,

σε μια τσάντα· μα πού θα πας μεσημεριάτικα;

Το ερωτηματικό έμεινε να αιωρείται,

θαρρείς και τα σημεία στίξης είχαν μετατραπεί

σε πνιγμένα μωρά στη μέση της Αδριατικής.

 

Κι έφυγε ― δεν του το συγχώρησες.

Όχι ― του το συγχώρησες.

Αυτό το παλτό ήταν το δικό σου και θέλησες,

όπως ήταν βεβαίως φυσικό,

να μείνουν τα καλώδια, πολλά καλώδια, στα χέρια σου,

όταν τα βάζεις στις τσέπες ― εδώ,

για να ζεσταθεί αυτός ― εκεί.

 

Για να μην πνιγεί σαν εκείνα τα μωρά.

Κι έφυγες κι εσύ.

Τώρα, σας χωρίζει μία Αδριατική

κι ένα ποτάμι σχοινιά.

 

Πάν’ και τα καλώδια,

πάει και το παλτό.

30. Ι. 2012

Ν. Σμύρνη

[ Όρθιοι· ]

 

Η άνω τελεία είναι μία διττή ανθρώπινη κατάσταση· είναι και τελεία ―δείχνοντας σαφώς μια κατάσταση τελειωμένη, τέλεια―, αλλά και άνω ταυτόχρονα ― δείχνοντας πως είναι έτοιμη να αυτοαναιρεθεί πετώντας μακριά. Η άνω τελεία στέκεται, παρότι κινούμενη, στη θέση της· ισορροπεί ανάμεσα στο «τέλος» και στην «αρχή»· όπως ακριβώς και οι άνθρωποι. Η άνω τελεία «είναι ένα ακατάπαυστο σώμα που δεν καταλήγει».

[d_A]

Στη φωτό, οι χορευτές Ριαλένα Νικοδήμου και Αντώνης Αντωνίου, από ένα project του χορευτή και χορογράφου Γιάννη Παπακαμμένου.

Blind date


Άλλος τρόπος από το σώμα δεν υπάρχει

Γιώργος Χειμωνάς

«Μα πώς έγινε αυτό; Πώς;» ήταν η ερώτησή της, κι εκείνος κοιτούσε, δίχως να μπορεί να δώσει μιαν απάντηση.

«Δεν έχω ιδέα». Η πιο ανόητη απάντηση του κόσμου. Κι όμως, την ξεστόμισε· θαρρείς και δεν μπορούσε αλλιώς· σαν να ’ρθε πάλι εκείνη η πιεστική φωνή· με το έτσι-θέλω.

«Ώστε δεν έχεις ιδέα. Μάλιστα». Θιγμένη απ’ τη δήθεν αφαιρετική απάντηση, εκείνη σήκωσε από κάτω ένα εισιτήριο ήδη χτυπημένο. «Και τώρα, τι;»

«Τώρα, θα πάρουμε το μετρό και θα πάμε στα σπίτια μας. Θα δούμε τηλεόραση μέχρι τελικής πτώσης».

«Τηλεόραση; Μήπως παραλογίζεσαι πάλι;»

«Πάλι; Νά, δες· υπάρχει φωτογραφία· δεν σου λέω ψέματα· δες, που να με πάρει και να με σηκώσει!» Της δείχνει τη φωτογραφία· είναι αλήθεια! Με το καλό ημίπαλτο, τζην παντελόνι, τραγιάσκα, ημιαθλητικά παπούτσια, στη γωνία Πατησίων και Κεφαλληνίας, σχεδόν έξω απ’ το Au Revoir, κρατά ένα βιβλίο. Το δείχνει η φωτογραφία ξεκάθαρα.

«Μα, συγγνώμη, αυτό δεν ήταν μες στο κεφάλι σου; Έτσι δεν έλεγες την άλλη φορά;»

«Ο φάκελος· πού βρέθηκε αυτός ο φάκελος που είχε μέσα τη φωτογραφία;»

«Χριστέ μου, θα με τρελάνεις! Δεν βγάζω άκρη».

Πέρασαν τ’ ακυρωτικά μηχανήματα και άρχισαν να προχωρούν προς «Αιγάλεω/Αεροδρόμιο». Ο σταθμός του Συντάγματος, εκείνη την ώρα ―Παρασκευή νωρίς το βράδυ ήτανε, θαρρώ―, δεν είχε πολύ κόσμο. Ένας νεαρός, μ’ αυτά τα ποδήλατα που γίνονται μια σταλιά εάν τα «μαζέψεις», τους κοίταξε και σαν να τους χαιρέτησε.

«Τον ξέρεις;» τη ρώτησε.

«Από πού να τον ξέρω, καλέ; Αλλά θα τον μάθαινα ευχαρίστως».

«Πάμε λίγο πιο γρήγορα· μπορεί να πηγαίνει προς την κατεύθυνσή μας».

«Απορώ πού τη βρίσκεις την όρεξη».

«Πάμε, μπας και ανεβεί λίγο η διάθεσή μας».

Τον ακολούθησαν κατά πόδας. Αυτός έκανε πως δεν τους κατάλαβε· παρ’ όλ’ αυτά, άρχισε να περπατά πιο σιγά. Ψηλός, σαν πρώην κολυμβητής στο φυζίκ, με μια φόρμα καφετιά και μουσταρδί ζακέτα. Παπούτσια αθλητικά, μαύρα με πολλή λάσπη· πολυφορεμένα. Το ποδήλατο κάτασπρο, τέως γυαλιστερό, με πολλή λάσπη κι αυτό. Μακριά μαλλιά, καστανόξανθα, που έφταναν μέχρι την πλάτη, τόσο ώστε να καλύπτουν τη χειρολαβή της τσάντας που είχε στην πλάτη του· κόκκινη ― η τσάντα, όχι η πλάτη· με μια κονκάρδα πάνω, μάλλον ο Albert Camus.

«Μη μου πεις; Ο Camus είναι αυτός εκεί πάνω;» ρωτάει εκείνη, δήθεν εκστασιασμένη.

«Είσαι με τα καλά σου, κορίτσι μου; Πες μας ότι αυτό είναι που σε νοιάζει τώρα».

«Πες μου ότι είναι ο Camus!»

«…».

Συνέχισαν να τον ακολουθούν. Στο ενάμισι λεπτό που χρειάστηκαν για να κατεβούν και τις δεύτερες, τεράστιες σε μήκος σκάλες, αυτός στάθηκε σ’ ένα σκαλί κι έφερε μπροστά στη μούρη του την τσάντα. Πήγε να την ανοίξει, αλλά του ’φυγε το ποδήλατο και αποφάσισε ν’ αποτολμήσει το άνοιγμα αργότερα, στην αποβάθρα.

«Έχει γούστο!» είπε εκείνη μισοαστεία-μισοσοβαρά.

«Τι πράμα;»

«Πες μου ότι διαβάζει κιόλας, και θα πέσω στις ράγες του τρένου!»

«Ε, είσαι τρελή!»

Φτάσανε όλοι μαζί ―ο ποδηλάτης, αυτή, αυτός και τα μυστήρια― στην αποβάθρα. Ο λιγοστός κόσμος έμοιαζε έτοιμος να κοιμηθεί όρθιος· μόλις είχαν κλείσει τα μαγαζιά και, μάλλον, όλοι είχαν φάει πολλές ώρες στο πηγαινέλα αποδώ κι αποκεί. Μία κυρία, γύρω στα σαράντα, είχε στα χέρια της το πρόγραμμα από τα Ορφανά. Τα ορφανά· νιώθεις ορφανή ποτέ; σκέφτηκε να τη ρωτήσει, αλλά το άφησε. Εκείνη ήταν, τώρα πια, κολλημένη στον καμυφόρο ποδηλάτη της.

«Σε πέντε λεπτά θα έρθει το τρένο».

«Εντάξει, προλαβαίνεις να κάνεις ένα τσιγάρο», τον ειρωνεύτηκε.

«Κι εσύ προλαβαίνεις να του μιλήσεις».

«Όχι, δεν μπορώ. Ντρέπομαι».

«Καλά».

Τέσσερα λεπτά. Ο ποδηλάτης, αφού ακούμπησε το μαζεμένο, πια, ποδήλατό του στο τοιχίο της αποβάθρας, έφερε ξανά μπροστά του την κατακόκκινη τσάντα του. Την ανοίγει. Κολλάει το φερμουάρ. Παλεύει. Κάτι μουρμουρίζει. Τρία λεπτά. Ξαναπάει το φερμουάρ στην αρχή. Προσπαθεί και πάλι. Δεν ανοίγει. Κολλάει. Δύο λεπτά. Βρίζει λίγο πιο δυνατά. Κάτι σε «Άντε γαμήσου πάλι». Κοκκινίζει ολόκληρος. Αυτός κι η τσάντα, ένα. Ένα λεπτό. Τα καταφέρνει! Ένα λεπτό. Την ανοίγει. Ένα λεπτό. Ψαχουλεύει. Ένα λεπτό. Ξαναβρίζει. Ένα λεπτό.

Ένα…

«Τι;»

«Τι “τι;”;»

…λεπτό…

«Τι σκατά θα βγάλει;»

«Τι ’ν’ αυτά που λες;»

«Τι θα βγάλει απ’ την τσάντα του;»

«Αγόρι μου, τι σε νοιάζει τι θα βγάλει απ’ την τσάντα του; Έχεις καεί τελείως;»

Ακούγεται το τρένο απ’ τη στροφή. Έρχεται. Πλησιάζει. Ο ποδηλάτης δεν έχει βρει αυτό που ψάχνει μέχρι τώρα. Ένα δευτερόλεπτο.

«Έλα, πάμε, ήρθε», του λέει εκείνη. «Χάσαμε από ένα τρένο και οι δύο απόψε».

«Θέλω να δω τι θα βγάλει απ’ την τσάντα του».

«Αντί να τρελαίνομαι εγώ, σ’ έπιασε εσένα τώρα η μανία σου;»

«Ουφ. Πάμε. Πάμε».

Μπήκαν στον συρμό. Βρήκαν να καθίσουν. Ο ποδηλάτης δεν μπήκε. Πάλευε ακόμα με την τσάντα. «Επόμενη στάση “Ευαγγελισμός”. Next station “Evangelismos”», είπε η μαμαζελίτσα. Ο ποδηλάτης δεν μπήκε. Ο συρμός είχε ξεκινήσει. Τα φώτα τρεμόπαιζαν. Όχι· τα φώτα χάνονταν στο τούνελ. Ο ποδηλάτης δεν είχε προλάβει να μπει. Τα μάτια του ήταν γεμάτα θυμό. Ακόμα στην αποβάθρα.

Ξαφνικά, είχε γίνει αυτός ο πρωταγωνιστής της ιστορίας.

«Δεν μπορεί πάντοτε να βρίσκω τα πάντα, εκτός απ’ αυτό που ψάχνω εκείνη τη στιγμή». Ένας ηλικιωμένος τον κοίταξε βλοσυρά. Δεν τον κατάλαβε ο ποδηλάτης.

«Αχά! Σε τσάκωσα! Εδώ μου κρυβόσουν». Έβγαλε από την τσάντα του ένα βιβλιαράκι. Έξω απ’ το σώμα.

«Εδώ το είχα! Το ’ξερα», είπε θριαμβευτικά. «Αλλά έχασα το τρένο. Σκατά. Θα πάω με το ποδήλατο. Θα φτάσω πιο γρήγορα». Αρχίζει ν’ ανεβαίνει πάλι τις σκάλες.

«Επόμενη στάση “Μέγαρο Μουσικής”. Next station “Megaro Moussikis”», πάλι η μαμαζελίτσα.

Αυτός κι αυτή συνέχιζαν τη διαδρομή τους. Το ήξερε ―αυτός το ήξερε καλά― πως είχε χάσει για πάντα την ευκαιρία να βρει έναν, αυτόν, που διαβάζει αυτό το βιβλίο. Την είχε χάσει για πάντα. Τώρα.

Σου είχε κλείσει ραντεβού στο Au Revoir ― σου ’χει πει ότι ανακαινίστηκε. Κρύο· πολύ κρύο. Ατάραχος όμως ―τι βορειοελλαδίτης είσαι άλλωστε;―, τολμάς και βγαίνεις απ’ την πόρτα. Ώρα περίπου δεκάτη νυκτερινή. Βγαίνεις στην Αλεξάνδρας. Έργα της ΔΕΗ, βραδιάτικα· ένα κομμάτι της λεωφόρου σκοτεινό. Δεν σε νοιάζει. Θα περιμένεις κάποιο τρόλεϊ. Το 14. Δεν έρχεται. Τρέμεις απ’ το κρύο. Αποφασίζεις ότι είναι καλύτερο να κρυώσεις, παρά ν’ αργήσεις στο ραντεβού. Κατηφορίζεις με τα πόδια· απ’ το ύψος της Ιπποκράτους. Το μισό πεζοδρόμιο που περιβάλλει το Πεδίον του Άρεως είναι γεμάτο έλατα για τα Χριστούγεννα που έρχονται. Αναγκάζεσαι να περπατήσεις πάνω στη λεωφόρο. Ένα λεωφορείο του ΚΤΕΛ περνά ξυστά. Δεν βαριέσαι· επαγγελματίας οδηγός· ήξερε τι έπρεπε να κάνει, σκέφτεσαι. Συνεχίζεις. Είσαι πολύ κουρασμένος και κρυώνεις πολύ. Γιατί κουράζομαι τόσο πολύ τελευταία; Κοιτάζεις τριγύρω. Παγωμένοι άνθρωποι στις ενδιάμεσες στάσεις του τρόλεϊ. Πιθανόν, αυτοί δεν έχουν να πάνε κάπου όπου η συνέπεια έχει σημασία.

Στρίβεις στη Μαυρομματαίων· ακόμη περισσότερη ερημιά. Η ερημιά τους με κάνει να κλαίω ― σκέφτεσαι ότι αυτός θα ’πρεπε να είναι ο σωστός τίτλος. Κλαις απ’ το κρύο· από κείνα τα δάκρυα που δεν τα καταλαβαίνεις· έχει παγωνιά. Βγαίνεις στην Πατησίων απ’ το στενάκι της ΑΣΟΕΕ. Κι άλλοι άνθρωποι περιμένουν σε μια στάση. Κοιτάζεις πίσω να δεις αν έρχεται κάποιο τρόλεϊ. Τίποτα. Κάνουν-δεν-κάνουν απεργία οι οδηγοί, τρόλεϊ δεν υπάρχουν.

Βιτρίνες ολόφωτες στην Πατησίων. Χαμός από στολίδια και προσφορές, τράπεζες καλά φυλαγμένες, ΑΤΜ που δεν λειτουργούν. Πρέπει να βγάλω λεφτά. Δεν βγάζεις. Ας είναι. Θα τα βολέψεις μ’ αυτά που έχεις πάνω σου. Στον δρόμο, μετράς τις μέρες για ν’ απολυθείς απ’ τον στρατό. Κουράζεσαι ακόμη περισσότερο. Μετράς τις σελίδες που σου μένουν από μια μετάφραση που ’χεις αναλάβει ― θες να μπήξεις τα κλάματα· όχι της παγωνιάς. Είσαι πτώμα. Πώς θα εμφανιστώ έτσι στον άνθρωπο; Είναι αργά πια για ν’ ακυρώσεις το ραντεβού. Απέχεις μόλις πέντε λεπτά αποκεί. Χτυπά το τηλέφωνο: Έχεις φτάσει; Είμαι στη γωνία. Όχι, δεν έχεις φτάσει, και δεν ξέρεις αν φτάνεις. Δεν ξέρω αν φτάνεις. Ναι, σε πέντε λεπτά θα είμαι εκεί. Μπιπ.

Φτάνεις, και δεν ξέρεις τι πρέπει να κάνεις. Ένα λεπτό πριν, βγάζεις τα γυαλιά σου ― θες να καθαρίσεις τα μάτια σου για να μη μοιάζεις με… Κατά βάθος, δεν σε νοιάζει. Φτάνεις. Δεν τον βλέπεις καθαρά, έχεις αφήσει τα γυαλιά σου στην τσέπη· η μυωπία και το κρύο της νύχτας δεν είναι καλός συνδυασμός. Πλησιάζεις και του δίνεις το χέρι. Διαβάζει περιμένοντάς σε. Τι διάβαζες; του λες αφού έχουν γίνει οι συστάσεις. Έξω απ’ το σώμα, σου λέει.

Στο σώμα μου, ποτέ δεν άφησα να μπει ο θεός. Τον έκλεινα πάντοτε απέξω. Κυνηγούσα τα φαντάσματα. Ζόριζα τις λέξεις μου να μπουν σε μια σελίδα ― νόμιζα ότι εκεί θα βρίσκω πάντα το σώμα μου και θα το ενώνω με τον κόσμο. Θα σου ανοίξω, σου ’λεγα, την πόρτα, μόνο αν μου υποσχεθείς ότι ο κόσμος μου θα παραμείνει ο ίδιος. Έχω καιρό ν’ αφήσω το σώμα μου ελεύθερο στον κόσμο. Ο κόσμος είναι λάσπες, νερό κι αλάτι. Κι αν είσαι ’δώ κι αύριο το πρωί, να ξέρεις πως δεν θα ’μαι ο ίδιος· θα ’χω γίνει κι εγώ λάσπη, νερό κι αλάτι. Μόνο να μη φωνάζεις. Και ν’ αφήσεις το παράθυρο ανοιχτό. Να μη μυρίζει. Και να κλείσει καλά την πόρτα αν αποφασίσεις να μην είσαι ’δώ. Μόνο να μου υποσχεθείς ότι ο κόσμος μου δεν θ’ αλλάξει. Κι αν αλλάξει, άσε το παράθυρο ανοιχτό. Να μη μυρίζω.

Έχει μέρες να χτυπήσει το τηλέφωνό σου. Κομμένο· απλήρωτο πια. Τα παράθυρα ανοιχτά· τ’ άφησε για ν’ αερίζεται ο χώρος· το ’χε ξανακάνει. Το ’χε, φαίνεται, συνήθειο. Αν δεν γινόσουν διήγημα, θα ’χες ξεμείνει μόνος σ’ ένα σπίτι ― και θα σάπιζες, μες στην άγνοια του κόσμου. Τώρα, θα ζήσεις· για όσο αντέξουν οι λέξεις· κι ας πέσουν λίγα δάκρυα στη θύμησή σου απόψε.

Δημοσιεύτηκε στο “Εντευκτήριο”, τεύχος Απρίλης-Ιούνης 2011

[ Συ μένεις… ]

«Στο γενικότερο ανάθεμα, να το θυμάσαι, να προσπαθείς να ξεχνάς τις υποσχέσεις».

Σελίδα 38, αράδα δωδεκάτη (νυχτερινή). Τσακίζει τη σελίδα· σημαίνει: απεχθάνεται το φως. Κοιτάζει το εξώφυλλο· σημαίνει: δεν βρήκε τη λύση ακόμα. Συγυρίζει το δωμάτιο· τι να σημαίνει; δεν έχει καθαρίσει εδώ και μέρες. Βγαίνει απ’ το σπίτι· δεν σημαίνει τίποτα.

«Οι υποσχέσεις δεν χωράνε σε καμία τσέπη. Είτε θα ’χεις τον πόθο στο κεφάλι σου είτε παράτα τα όλα και πήγαινε για ψάρεμα».

Σελίδα 42, αράδα ογδόη (συμφωνική, για πέντε δάχτυλα· ανοιχτά). Φτάνει στον σταθμό· σημαίνει: το πιο ακίνητο πράγμα στη ζωή του· σταθμός. Δεν έχει σκαλιά, είναι υπέργειος· σημαίνει: υπόσχεται περισσότερο φως. Περνά την κάρτα απ’ τον αναγνώστη· σημαίνει: όλα γυρίζουν γύρω από σένα. Κάθεται σε μια θέση· σημαίνει: ό,τι κι αν έχω σ’ το χαρίζω· θέση.

«Σκέφτομαι σημαίνει περνάω τον δρόμο χωρίς να κοιτάξω δεξιά-αριστερά. Δεν σκέφτομαι σημαίνει ακριβώς το ίδιο».

Σελίδα 58, αράδα εικοστή ογδόη (Οκτωβρίου, μέρα μεσημέρι, των γενεθλίων). Ξαναπερνάει την κάρτα απ’ τον αναγνώστη· σημαίνει: φόρα ζεστά· κάνει κρύο εδώ πάνω. Κοιτά την αντανάκλαση στο τζάμι της πόρτας· σημαίνει: ξέχασα να σε κεράσω εκείνον τον καφέ. Ανοίγει η πόρτα· σημαίνει: βγήκα στην πόλη που αγαπώ· σημαίνει: δεν μπορείς να τα ’χεις όλα· σημαίνει: όταν όλα γαμιούνται, γαμιούνται καλά. Συγγνώμη.

«Η ώρα δεν περνάει εάν δεν έχεις ψωνίσει τον φόβο σου από κάποιο μαγαζί της γειτονιάς».

Σελίδα 73, αράδα δεκάτη εβδόμη (πανηγυρική). Ψωνίζει βιβλία απ’ την υπαίθρια αγορά· σημαίνει: υπόσχομαι να σ’ αφήνω ν’ αναπνέεις. Παραχώνει τα βιβλία στην τσάντα που κουβαλά στην πλάτη· σημαίνει: θα σε κρατήσω μυστικό εσένα. Προχωρά προς το νερό· σημαίνει: ξέρεις πού να με βρεις· σημαίνει: είμαι μόνος· σημαίνει: ζεσταίνομαι τη μέρα· σημαίνει: κρυώνω τα βράδια· σημαίνει: αγαπώ τα κλισέ, μου είναι οικεία.

«Το κρύο είναι παντού αδιανόητο· το ξέρουν όλοι εδώ μέσα».

Σελίδα 73, αράδα δεκάτη εβδόμη (πανηγυρική). Δεν σκουπίζεται εύκολα ο ιδρώτας που σε ζώνει· σημαίνει: μη ρωτάς τ’ αυτονόητα, αγάπη μου.

«Δεν έχω φύγει, στην πραγματικότητα. Έχω φύγει στην πραγματικότητα».

Σελίδα 73, αράδα ― (της έλλειψης και της ανάγκης). Γυρίζει· σημαίνει: δεν έφυγε ποτέ. Επιστροφή στο σπίτι· σημαίνει: αόριστη ανάγκη. Κάρτα απεριορίστων διαδρομών· σημαίνει: δεν είναι βαθιές οι τσέπες σου κι απόψε. Κοιτάζει τα τρένα να περνούν· σημαίνει: ―

Σημαίνει: Αν αγαπάς, υπάρχει πάντα ο τρόπος.―

Προνοώντας αφόρητα

19

Θήλαζε η νύχτα τα θαύματά της. Κορύφωνε φιλώντας τ’ άγιο μολύβι τού θανάτου. Κι ο παγωμένος θησαυρός βάσταγε στα χέρια του ευρήματα, έτσι νόμιζε, από κάτι ανάγκες σπασμένες. Η νύχτα συνέχιζε να γλείφει, κι όλο συνέχιζε να γλείφει μέχρι να φτάσει στα πατώματα, να φτάσει να γλείφει τις σανίδες που μέρες απρόσμενης λέρας ρουφήξανε. Κατέβαινα βαθιά κι εγώ, βαθιά πνιγόμουν, όρθιος πάντα, στα χάχανα των σανιδιών.

Τι ομορφιά.

Τι όμορφα σανίδια, αγκίδες πρόσχαρες. Αγκίδες παγωμένες. Μισούσες, ούρλιαζες, τις νύχτες που θηλάζαν, μα άλλη υπομονή δεν είχες φοβηθεί έξω από κείνη που σε δίδαξε η νύχτα. Nύχτα που πήρε να παγώνει θησαυρούς, και μόνη, αχ πιο μόνη από ποτέ, σερνόταν λερωμένη. Δεν είχε ξημερώσει η νύχτα. Τα πρώτα πρώτα ασυγχώρητα βράδια. Σ’ αυτά που πάνω τους εγώ γεννούσα προσμονή κι εσύ κοιτούσες πίσω.

Εκεί που απροστάτευτα κομμάτια γίνονται οι νύχτες.

περιεχόμενα λαιμητόμου

dsc01889

Στο πέρα δώθε των σφυγμών, στο έλεος του θανάτου, μη φοβηθείς να σκύψεις, τη φλέβα που σε γένναγε μη φοβηθείς να γλύψεις. Δεν είμ’ εγώ, δεν είσ’ εσύ, κανείς δεν είναι γύρω. Μα ποιος σε δένει στους σφυγμούς, ποιος σε κρατά απ’ το χέρι, ποιος βάζει μέρες στον καιρό; Τι μένει, πες, πες μου τι μένει αθέατο ακόμα. Κι ας μην το βάρος που τραβάς κόκκινο δεν παίρνει. Μη λησμονήσεις τον καιρό, το έλεος μη χάσεις, κι εδώ το μέρος ανάδελφο αν μείνει, μη με ξεχάσεις στις πάρωρες αναμνήσεις, μη φοβηθείς και μη χαθείς, μη ρεύσεις λιωμένος πάλι, γιατί

θα σε γλιτώσει ο χαμός, θα σε ποτίσει λάσπη.

αμνησία

4602446-md

Όταν θλιμμένη κοιτούσες
τον καθρέφτη σου
φορώντας εκείνο το φόρεμα
-το κίτρινο και ξένο-
ο κόσμος δίπλα σου
γινόταν λίμνη

[καθώς και οι ωδίνες
γίνονταν οδύνες και
κενό]

Πάνω στα νερά της λίμνης
έβλεπα το είδωλό μου
και
τη σύσπαση στο πρόσωπό μου
την πέρασα για
ζωή
παραγεμισμένη με
ζωή

[τώρα οι τάφοι σκεπάζονται με
βότσαλα και αχινούς
μιας και τα κεριά στεριώνονται καλύτερα]

Ποια ησυχία μάς αποκεφάλισε;

τον άλλον [των άλλων]

Κι ήμουν μόνος σε κείνο το φως που πετάχτηκε ξάφνου ένα πρωί.
Δεν ήξερα να πω ποιος το ‘στειλε, δεν ήθελα να ξέρω.
Μόνο πήρα το χέρι μου, τ’ ολόδικό μου χέρι
και
περπάτησα ανάποδα
στα ταβάνια
στις χλομές, στις βρόμικες αλήτικες προσευχές.
Εκείνες που ήθελαν ν’ ανεβούν στο θεό
μα
κόλλησαν σε κείνα τα ταβάνια.
Ήμουν μόνος.
Ήμουν αλάνθαστος καθώς επέστρεφα στο μυαλό μου.
Ήμουν ένα σκουλήκι μεγαλειώδες.
Είχα σάλια για να σέρνομαι
και
σάλια για ν’ αφήνω πίσω μου.
Είχα δυο χέρια κλεμμένα στην κουκούλα μου,
συγγνώμη, στο κουκούλι μου,
και πήγαινα, πήγαινα, πήγαινα, έτρεχα προς το μυαλό μου.
Καμιά φορά φοβόμουν τις μυρωδιές,
αλλά ένα σκουλήκι, που ‘ταν μαζί και μεγαλειώδες,
δεν είχε να φοβάται τίποτα.
Τίποτε πια δε με φοβίζει όμως
που να ‘ναι τελειωτικό.
Έχω το μυαλό μου
και
τον πόλεμο.
Έχω πού και πού κι ένα χέρι να με πιάνει.
Κι αν ζήσει
κι αν πεθάνει
έχω πάντα τον πόλεμο.
Τον δικό μου
και
των άλλων.
Τον δικό μου
και
τον άλλον.

[Και δυο ποτήρια άπλυτα.
Όλη κι όλη μου η περιουσία.
Αυτά τα δυο ποτήρια που ποτέ δε θα πλύνω.
Για να μείνουν εκεί τα στόματα που γνώρισα.
Τα στόματα που μ’ ήπιαν
.]

[α]πορεία

Άνοιξε το στόμα και πάλεψε να μας καταπιεί.
Δεν το αφήσαμε, όμως, έτσι.
Όχι.
Το στόμα που έγινε χέρι και το χέρι που έγινε δράκος αιμοσταγής
σταμάτησε να βρυχάται μπρος στη μούρη μας.
Τώρα μόνον αέρας και αέρας και αέρας.
Τίποτ’ άλλο.
Κανείς ν’ αλλάξει την πορεία μας.
Ούτε ένα μικρό μικρό αγκαθάκι να καθίσει στο λαιμό μας.
Ελεύθερα τα χέρια μας και τα μάτια μας ζητούν τις ατέλειες.

Διαγωνιζόμαστε για το ποιος θα μαζέψει τις περισσότερες ατέλειες.

Ξεκινήσαμε λίγοι και τώρα είμαστε κι άλλοι και θα γίνουμε χιλιάδες,
πλήθος ατέλειωτο.
Πλίνθος.

Εμείς πάμε, δεν ταξιδεύουμε.

Διαλύονται οι πόλεις -δεν το βλέπεις;- στο πέρασμά μας
και
ένα χέρι δε μένει να χαιρετά, αφού κι αυτό το παίρνουμε μαζί μας.
Όλα.
Όλα.

Ένα δάκρυ όμως να κυλήσει και τρέχουμε να το μαζέψουμε τρεις.
Τέσσερις.
Χίλιοι.

Ας ήταν μόνο δάκρυα πεταμένα χάμω.
Αυτό είναι τα δάκρυα.
Το τέλος του χρόνου.
Ούτε χέρια χρειαζόμαστε πια.

Το στόμα
-ό,τι έχουμε και δεν έχουμε-
το χαρίζουμε μ’ αγάπη,
μ’ όλη μας την αγάπη,
στο δράκο που
θέλει να μας καταπιεί και να μας πάρει και να μας πάει.

Εμάς τους πεθαμένους των νεκρών.

__________

Η φωτογραφία από εδώ

απόληξις

Κι ένα κεφάλι στην πλάτη μου επάνω κλαίει.
Αναρωτήθηκα για μια στιγμή αν πεινά ή αν διψά.
Δεν μπορώ να το ταΐσω ούτε να το ποτίσω.
Κρίμα κι αμαρτία, αλλά ποιος λογαριάζει τις αμαρτίες σε καιρό παραδεισένιο;
Παραδεισένιος ο καιρός κι οι αμαρτίες χρεώνονται μισές, αφού κανείς δεν κάνει λάθη.
Κατάρα κι άλλη στον παράδεισο.
Να ξέρεις.
Κατά λάθος οι αμαρτίες πια.
Ας ξεχάσουμε για μια στιγμή τους μέλλοντες κατοίκους ενός παραδείσου που φθίνει γιατί τελειώνουν οι αμαρτίες κι άντε να χωρέσουν οι αναμάρτητοι.

Και το κεφάλι συνέχεια κλαίει. Ποιος το φόβισε το κακομοιριασμένο; Ποια φωνή τού φώναξε στ’ αυτάκι του κι αυτό θα κλαίει αιώνια; Κανείς και καμιά. Κανένας και καμία. Φωνάζει τ’ άμοιρο κι εγώ το κουβαλώ μαζί μου και το πάω και το φέρνω και σου το δείχνω πού και πού.

Δες το.

Δεν είναι πανέμορφο; Δεν είναι αληθινό, που δε με πίστευες; Κλαίει και φωνάζει πίσω μου, πάνω μου, κι εγώ -απάνθρωπος γαρ- το αγνοώ. Δεν κλείνω τ’ αυτιά μου ούτε τραγουδώ δυνατότερα απ’ αυτό.

Όχι.

Το αγνοώ σα να μην υπάρχει κι ο κόσμος μού χρεώνει αμαρτίες. Άλλαξε ο κόσμος και ξεχάστηκα και δε σ’ το ‘πα. Ομορφαίνει, όπως ομορφαίνεις κι εσύ τώρα που αμαρτάνεις. Η αμαρτία σε κάνει πιο όμορφη και σε ομορφαίνει η ατίμωση. Το ξέρεις ή, τουλάχιστον, θα το ‘μαθες μέχρι τα τώρα. Και το κεφάλι κλαίει ακόμα στην πλάτη μου. Με όμορφες λέξεις να πετάγονται.

Σαν αυτές που σκέφτεται ο μαραθωνοδρόμος όταν τον χαιρετά η μάνα του.

* * *

Τ’ άκουσες τα νέα; Δε φτάνουμε ακόμα στο τέρμα. Τόσα χιλιόμετρα δεν τρώγονται ποτέ και δεν αντέχονται ακόμα. Κι άσε το κεφάλι να κλαίει. Έτσι γεννήθηκε αυτό και, μόλις μεγαλώσει, θα το βάλω να κάθεται δίπλα μου και θα του κρύβω τον κόσμο.

———————

Η φωτογραφία από εδώ

[άτιτλο]

Ποιος με φώναξε;
Ποιος είδε από μέσα μου
με τα ίδια μου τα μάτια
τα χέρια μου να χύνονται στο χώμα και να αδικούν.
Σε είδα κι εσένα
σα χώμα και σα γη λασπωμένη
και σα σελήνη άδικη.
Μ’ ένα χέρι τώρα πια
πιάνω τα μωρά μου
αυτά που γέννησα εχθές
και
μόνος πάω
και
μόνος λέω
πως αν ποτέ αυτά τα παιδιά μεγαλώσουν
εγώ
εγώ
εγώ
θα μείνω με το κεφάλι μου κλειστό σε χώρο ξένο
που δε θα τον γνωρίζω
κι εσύ
κι εσύ
κι εσύ
θα βροντοφωνάζεις μέσ’ απ’ το κεφάλι μου
πως
εσύ
εσύ
εσύ
χωράς και άλλους τόπους
μπορείς κι άλλα παιδιά να γεννήσεις
κι άλλα
κι άλλα
κι άλλα
να φέρεις σ’ αυτό τον κόσμο
που
εγώ
εγώ
εγώ
προσπαθώ να χωρέσω απ’ την πόρτα
κι εσύ
κι εσύ
κι εσύ
να στρώσεις το κρεβάτι.

Μην ακούς τι λένε τα ραδιόφωνα.
Άσε μας να γεννάμε μωρά και να χαρίζουμε χαμόγελα
σ’ όλους εκείνους τους άμοιρους από ευθύνες.
Εμείς γεννάμε
δε μεγαλώνουμε.

Γι’ αυτό δεν είμαστε μάνες.

***

Η φωτογραφία από εδώ

μι’ αγκαλιά ρούχα [το δίλημμα είναι “πλυντήριο ή τηλέφωνο”]

 

Άπλωνε τα ρούχα με μανταλάκια, πλαστικά όχι ξύλινα, κάθε μέρα σχεδόν, στην άκρη του μπαλκονιού. Το σπίτι της κάπου στους πρόποδες ενός λόφου. Τα τηλέφωνα χτυπούσαν όλη μέρα κι εκείνη, κουνιστή λυγιστή, έτρεχε να τα προλάβει. Σχεδόν πάντα έκαναν λάθος. «Συγγνώμη, έχετε πάρει λάθος». Αυτή ήταν η φράση που ’λεγε περισσότερες φορές τη μέρα.

Το πρωί δεν ήθελε να δει κανέναν. Έβαζε πλυντήριο και, όταν τέλειωνε, κράταγε τα ρούχα αγκαλιά, βρεγμένα και μυρωδάτα όπως ήταν, και τα ’φερνε μια βόλτα ένα γύρω στο σπίτι. Μετά,  η γνωστή διαδικασία. Άπλωμα, τηλεφωνήματα. Κάνα φαγητό γι’ αλλαγή και τίποτε χτυπήματα σε μια πανάρχαια γραφομηχανή που δεν είχε πια μελάνη. Η μελάνη, και η κόκκινη και η μαύρη, είχε τελειώσει προ πολλού. Δεν την άλλαζε για να μη βλέπει τις λέξεις της γραμμένες μ’ άλλο γραφικό χαρακτήρα απ’ τον προσωπικό της. Όταν στέγνωναν τα ρούχα, πάντα αυτά, ήταν πια ήσυχη. Μπορούσε ν’ απαντάει στα τηλέφωνα χωρίς άγχος και, κυρίως, χωρίς να τη νοιάζει αν ήταν λάθος κλήση ή λάθος άνθρωπος. Ή ο κατάλληλος άνθρωπος την ακατάλληλη στιγμή.

Μια μέρα, αποφάσισε ότι έπρεπε να κάνει κι αυτή ένα τηλεφώνημα. Κάπου. Οπουδήποτε. Κάθισε, λοιπόν, και φυλλομέτρησε τον τηλεφωνικό της κατάλογο. Το καρνέ της, για να ’μαστε ακριβείς. Ξεκίνησε από το Α∙ δεν της άρεσε τίποτε. Το ίδιο και στο Β και στο Γ. Στο Δ, στάθηκε για μια στιγμή, αλλά και πάλι τίποτε. Πέρασε όλη την αλφαβήτα και την ξαναπήρε απ’ την αρχή. «Δεν μπορεί. Κάποιος θα υπάρχει». Κανείς. Εκείνη την ώρα, χτύπησε το τηλέφωνο. Το σήκωσε. «Παρακαλώ;» Καμιά απάντηση. «Ποιος είναι, παρακαλώ;» Τίποτε. Κατεβάζει τ’ ακουστικό. Και το ξανασηκώνει. Και το ξανακατεβάζει. Τ’ αφήνει κατεβασμένο. «Δε θα με πάρει ξανά κανείς, αν πρώτα δε βρω εγώ κάποιον να του τηλεφωνήσω».

Πέρασαν μέρες έτσι. Δε βγήκε απ’ το σπίτι καθόλου. Μόνο έπλενε, αγκάλιαζε τα φρεσκοπλυμένα ρούχα και τ’ άπλωνε. Ούτε έτρωγε. Ούτε σκούπιζε. Μόνο καμιά φορά πατούσε κάνα πλήκτρο στην παλιά, στην παμπάλαια, γραφομηχανή. Το τηλέφωνο ακόμα κατεβασμένο.

Βδομάδες μετά, συνειδητοποίησε ότι δεν την είχε αναζητήσει κανείς. Κανείς δεν είχε καν χτυπήσει την πόρτα της για να δει αν της συμβαίνει κάτι. Μέχρι που… Μέχρι που αποφάσισε να μπει η ίδια στο πλυντήριο. Κρύφτηκε κει μέσα για μήνες. Έτρωγε τ’ άλατα που ’χαν κολλήσει στον κάδο, κάτι κλωστές που ’χαν μείνει κάπου εκεί, κι έπινε λίγο απ’ όσο απορρυπαντικό είχε μείνει. Τα βράδια, πριν κοιμηθεί, έγλειφε λίγο απ’ το μαλακτικό και κοιμόταν ήσυχη.

Έβλεπε όνειρα. Ήταν, λέει, φόρεμα που πλενόταν κάθε μέρα, για χρόνια, και το κρεμούσαν στον ήλιο για ώρες. Το βράδυ το μάζευαν μέσα και ξανά την άλλη μέρα απ’ την αρχή. Ήταν ένα μαύρο φόρεμα με κάτι δαντέλες στα μανίκια και κάτι φραμπαλάδες στα τελειώματα. Πλενόταν στους 30 βαθμούς χωρίς μαλακτικό. Μια μέρα, λέει, φυσούσε πολύ. Εκείνη, κρεμασμένη στην απλώστρα, πήγαινε πέρα δώθε με μανία και της άρεσε. Δεν ήθελε να ’ρθει το βράδυ και να την πάνε μέσα. Ήθελε να μείνει στον αέρα να πηγαινοέρχεται χωρίς σταματημό. Μαύρη σημαία ενός αέρα τεθνεώτος.

Όταν ξυπνούσε, όταν τ’ όνειρο τελείωνε, άνοιγε την πόρτα του πλυντηρίου κι έστηνε αυτί για ν’ ακούσει αν χτυπούσε το τηλέφωνο. Είχε ξεχάσει ότι ήταν κατεβασμένο. Μπορεί και να της το ’χαν κόψει. Με μια χαιρέκακη αγαλλίαση ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της, επέστρεφε στον κάδο της κι έξυνε λίγο απ’ τ’ απορρυπαντικό που ’χε πια ξεραθεί.

Τα χρόνια περνούσαν και περνούσαν. Ο πρόσφατος σεισμός μετακίνησε το πλυντήριο από τη θέση του και τ’ οδήγησε κάποια μέτρα δεξιότερα. Εκείνη δεν ήξερε πώς έγινε αυτό, όταν ξύπνησε ένα πρωί και είδε άλλη εικόνα μπροστά της. Σκέφτηκε ότι ήρθαν και την πήραν. Ότι κάπου αλλού είχε πια μεταφερθεί.

Μ’ αυτή τη σκέψη στο μυαλό της, έβγαλε δειλά το χέρι της έξω, ψηλάφισε το καλώδιο και το ’βαλε στην πρίζα. Έβαλε το πρόγραμμα χωρίς πρόπλυση και έκλεισε την πόρτα.

[δε συνεχίζεται]

 

 

Big Sleep – Looking for a girl with a washing machine

I’m looking for a girl
with a washing machine
and a room that’s cool and shady

I’m looking for a girl
with a shower and bath
come on, baby, don’t look at me like that

I’m looking for a girl
with a washing machine
I ain’t saying
I ain’t saying I’m dirty
and I ain’t saying I’m clean

oooh oooh

I’m looking for a girl
with a washing machine
and a room that’s cool and shady

I’m looking for a girl
without plans for the night
I ain’t saying I’m lonely
but I could use some company

I’m looking for a girl
with a washing machine
I ain’t saying
I ain’t saying I’m dirty
and I ain’t saying I’m clean

oooh oooh

I bet you’ve got a washing machine
I bet you ain’t got nothing at do
but I’m just a boy who came into town
I won’t let you down

oooh oooh

 

η φωτογραφία από εδώ

μέγας κηπουρός – ευτυχία παναγιώτου

το χέρι που κράταγε σφιχτά το αίμα μου ήταν ωραίος
 νεκροθάφτης.
μου έδωσε ένα μαχαίρι κάτω απ’ το χώμα να εξολοθρεύω
 σκουλήκια.
κι έπειτα από ένα ταξίδι αιματηρό, έμαθα πως ποτέ δεν θα
 πεθάνω.
γιατί δεν θα ‘σαι δω μπροστά μου να κρατάς, ψυχοπομπός,
μια νόθα αναγγελία του θανάτου.

_*_*_

Δε θα ‘ναι. Κι ίσως το πάλλευκο του θάνατου το χρώμα να μυρίζει
ομορφιές και πόθους. Μαχαίρια άκοπα, σαν τα βιβλία τα παλιά που
κάποτε, και κάποτε-κάποτε, μαζεύουμε κάτω από δέντρα και
τα μυρίζουμε. Οι άνθρωποι.

_*_*_

Consider
a girl who keeps slipping off,
arms limp as old carrots,
into the hypnotist’s trance,
into a spirit world
speaking with the gift of tongues.

_*_*_

είμαι ο πόνος που γίνεται πλήγμα σε κάθε λέξη.
τρυπάω τα δόντια μου ν’ αρθρωθώ’ συνέχεια ματώνω.
με βία γεννιέμαι, ύπαρξη που απαγορεύεται.

_*_*_

Και χρόνος σαν γίνεται ο πόνος, μόνος σαν γίνεται ο χρόνος, πόνος ο μόνος.
Κανείς δε μιλά. Κανείς δε μένει μόνος. Με μια ορμή, μεμιάς η ορμή, σαν χάνεται
σε βάθη [όχι, στην επιφάνεια τη φωτεινή τη βλέπω να χάνεται] με βία
αναδεύει λέξεις κι αναφιλητά, σπαθιά κρυμμένα στις ζωές’ παράλληλα δε ζούμε.
Οι άνθρωποι.

_*_*_

Well, death’s been here
for a long time –
it has a hell of a lot
to do with hell
and suspicion of the eye
and the religious objects
and how I mourned them
when they were made obscene
by my dwarf-heart’s doodle

_*_*_

προχθές κάποιος αλήτης με είπε αθώο κοριτσάκι
και πήγα σπίτι ψάχνοντας για κάποιο χάπι,
από την τόση ειρωνεία, μαμά, για να κοιμάμαι.
τρώω λίγο’ στον ύπνο μου κυκλοφορούν φαντάσματα.
όμως, αγόρασα αδιάβροχο για τις καινούργιες μπόρες.

_*_*_

I have done it again.
One year in every ten
I manage it –

a sort of walking miracle, my skin
Bright as a Nazi lampshade,
My right foot

A paperweight,
My face a featureless, fine
Jew linen.

_*_*_

ξεγεννάω άλλο ένα όνειρο, μορφή Εφιάλτη,
και ράβω τα ίχνη σου έκτακτα σ΄ ένα στομάχι κενό.
πώς μ’ αδειάζει ο πόνος στο πάτωμα;
είναι σαν να ‘χω φύγει.

ποτέ το πρόσωπό μου δεν θα μείνει καθαρό.

_*_*_

Ας είναι. Ο πόλεμος δε μένει πια εδώ. Στη θάλασσα κοντά, σιωπές κι εκεί παρά τα γέλια,
λίγες γραμμές, ίσιες φορές-φορές, τα καταφέρνεις, να ομορφαίνουν λέξεις άλλων.
Δεν είναι ακόμα η ώρα. Ούτε ακόμη. Μόνο να βλέπεις προς το φως που έρχεται, μ’ ορμή κι αυτό,
και φέρνει μαζί του χώμα. Οι άνθρωποι. Αυτοί.

_*_*_

                                                     

All night I’ve held your hand,
as if you had
a fourth time faced the kingdom of the mad –
its hackneyed speech, it’s homicidal eye –
and dragged me home alive…

_*_*_

ντρέπομαι μικρή να υποφέρω τόσο.
αν είναι ο πόνος των μικρών ελάχιστος
θέλω ένα τίποτα να γίνω
θέλω το τίποτα – φωνάζω
τόσο, που μια μέρα θα κοπώ επιτέλους
απ’ τα τεντωμένα μου λαρύγγια.
άλαλο έμβρυο θα επιστρέψω σε σένα.

_*_*_

But then, love is where our summer
was.

_*_*_

                                                   

μπερδεμένες περιπτώσεις οι λέξεις μου.
έχουν μια εμμονή να σκάβουν σε εντόσθια
και μετά, σαν να ‘χουνε δει κανένα φάντασμα,
τρομάζουν απ’ τα πράγματα οι λέξεις,
μοιάζει με άρρωστο παραμύθι όπου
στον τρόμο της όρασης η ψυχή είναι πάντα αθώα,
κυκλοφορώ ξυπόλητη στο στιβαρό σου μπράτσο
δρασκελώντας αρτηρίες:
κοκκινίζω εύκολα δίχως συνέπειες.

_*_*_

It’s lovely just here now in the midst of night:
cool. I take back some of my imprecations,
some. I turn the fan off.
The twenty score people who count on me for tomorrow
probably will be satisfied. Maybe I will.
The summer has been rough,

I’ve booked our passage to a greener scene
and there my soul is earning.

_*_*_

Θέλω να γράψω ένα ποίημα
για την πρώτη φορά που βρέθηκα γυμνή
χωρίς να ‘μαι πια μικρή
για τα μάτια του άντρα
πώς μέτραγαν τις ατέλειές μου
πριν τις ξεπεράσουν
για τα δάχτυλα που ακολουθούσαν τα μάτια
για τον πρώτο πόνο, το πρώτο άνθος
όταν άνοιξε μες στο σκοτάδι που με χάιδευε σαν φως
για τα ρούχα, τόσο ενοχλητικά μετά
για τα φαγητά που ξύπναγαν πια
μιαν άλλη πείνα.
Θέλω να γράψω ένα ποίημα
για την πρώτη φορά…
Αλλ’ ούτ’ η ψυχή μου τη γεύση αυτή
δεν έχει συγκρατήσει.

_*_*_

Γαλάζιος είναι ο ορίζοντας
στον τόπο των ονείρων
Κι εκεί μήτε εγώ μήτε εσείς
Κι εκεί μήτε ο θνητός μήτε αθάνατος
Παρά μονάχα οι οσμές του αέναου χωροχρόνου

Μες σε χειμώνες και μελαγχολικά πρωινά Σαββάτου
με σύρματα τηλεφωνικά περιελιγμένος
με σιωπές που ο βόμβος των ονείρων μου φανερώνεται αληθής
τρισάγιος κι αμνήμων έρπομαι.

_*_*_

μου αρέσει να κοιτώ τις σκέψεις μου σαν χάνονται
στο διάστημα ορφανές και
ξαναβρίσκονται στο στόμα άλλων,
τις κινήσεις σαν μιμούνται αγριανθρώπων και
επιστρέφουν σε μένα ξένες.

ωραίες σαν το κεφάλι μου – εκσφενδονίζεται
συνένοχο.

                                                

 

_*_*_*_*_*_*_*_*_

Με τη σειρά, διαβάζουμε στο post:

  1. Ευτυχία Παναγιώτου, per funeral, “μέγας κηπουρός”
  2. Δημήτρης Αθηνάκης, άτιτλο
  3. Anne Sexton, Briar Rose (Sleeping Beauty), “Transformations”
  4. Ευτυχία Παναγιώτου, ενδοφλέβια, “μέγας κηπουρός”
  5. Δημήτρης Αθηνάκης, άτιτλο
  6. Anne Sexton, Live, “Live or Die”
  7. Ευτυχία Παναγιώτου, σύλβια, “μέγας κηπουρός”
  8. Sylvia Plath, Lady Lazarus, “Ariel”
  9. Ευτυχία Παναγιώτου, τόκος, “μέγας κηπουρός”
10. Δημήτρης Αθηνάκης, άτιτλο
11. Robert Lowell, Man and Wife, “Life Studies”
12. Ευτυχία Παναγιώτου, καρδιογράφημα, “μέγας κηπουρός”
13. Anne Sexton, Loving the killer, “Love Poems”
14. Ευτυχία Παναγιώτου, l’ opera aperta, “μέγας κηπουρός”
15. John Berryman, 274, “The Dream Songs”
16. Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, ΙΙΙ, “Στον ουρανό τού τίποτα με ελάχιστα”
17. Γιάννης Αντιόχου, Χωροχρόνος, “Ανήλικης Νυκτός Παρίστιον Δέρμα”
18. Ευτυχία Παναγιώτου, το κεφάλι μου σύμπαν ολόκληρο, “μέγας κηπουρός”

 

-έτσι είπαν- [και μια εισαγωγή]

poetry_drop

 

Αντιγράφω από το συγκινητικό post τής Sexton με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης και την εκδήλωση που διοργανώθηκε στο Γαλλικό Ινστιτούτο:

 

“Πέρασε και η Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης αφήνοντάς μας μια γλυκόπικρη γεύση σχετικά με το τι φαίνεται να συμβαίνει τελικά στα ποιητικά δρώμενα στην Ελλάδα. Αλλά κρατούμε το γλυκό κομμάτι, αυτό που προκάλεσε μια γόνιμη συζήτηση μετά και γέννησε μια υπόσχεση: στο άμεσο μέλλον θα κινητοποιηθούμε [και θα χρειαστούμε την αμέριστη συμπαράστασή σας]. Τι θα κάνουμε για την ποίηση;

Στην εκδήλωση στο Γαλλικό Ινστιτούτο, το τελευταίο πάνελ, που αποτελούνταν από μια νέα γενιά ποιητών, τους Δημήτρη Αθηνάκη, Γιάννη Αντιόχου και Γιάννη Στίγκα, έδωσε μια κλοτσιά στον ύπνο, χάρισε ένταση και πάθος, κοιτώντας από τη δική του οπτική τη φύση, το περιβάλλον, τον άνθρωπο. Τρία ποιήματα, εντελώς διαφορετικά μεταξύ τους, κέρδισαν το χειροκρότημα αλλά και το θαυμασμό των μυστών της ποίησης, όσων κατάφεραν να αντέξουν τρεις ώρες συνεχούς απαγγελίας συνολικά.

Τι θα κάνουμε με και για την ποίηση; Πολλά θα κάνουμε, θα κάνουμε πολλά. Πιο καταβυθιστικός ο κόσμος δεν πρόκειται να γίνει. Θα κάνουμε πολλά γιατί έχουμε τρελούς ποιητές με όραμα, έχουμε πόθο και πάθος, είμαστε και αγύριστα κεφάλια και εν πάση περιπτώσει, και να θέλαμε «φρόνιμα» να καθίσουμε, δεν γίνεται: μας τρώει η ποίηση και δεν έχουμε αντιστάσεις.

Πώς μπορεί να κινητοποιηθεί το νέο αίμα υπέρ της ποίησης, υπέρ της ποίησης εντός κοινωνίας, υπέρ της ποίησης σε κάθε ανθρώπινη χειρονομία, υπέρ της ποίησης γενικά;

Το να μιλάς για αυτήν είναι το πρώτο βήμα, το να πράττεις υπέρ της είναι το δεύτερο. Για αρχή, παραθέτω το πρώτο από τα τρία ποιήματα των εξαιρετικών παλικαριών που διάβασαν τις προάλλες. Ένα ποίημα σε δύο φωνές, όπως φαίνεται από τη δομή του ποιήματος, με αισθαντική, όπως λέω εγώ, και λυρική διάθεση, με εικόνες νόστου αλλά και πόθου, και, ως προς την τεχνική, με κολπάκια -δεξιά κι αριστερά- που ένας παρατηρητικός αναγνώστης θα αντιληφθεί”.

 

– έτσι είπαν –

Το ήξερες πως περπατούσες μόνος, δίχως θυμό πια, στο δρόμο του χειμώνα

Ήταν, έτσι είπαν, ο δρόμος αυτός χορταριασμένος, δίχως θυμό πια

[Περπατούσες…]

…και πίσω σου έσβηνε η γη, κατάπινε τα δέντρα, τα πούλια,

τον ουρανό τον ίδιο

Ήταν, έτσι είπαν, ο κατατρεγμός από την πόλη που εγκατέλειψες

Κι άφησες, έτσι είπες, σειρά σου τώρα, να σβήνει και να σβήνει αυτό που πίσω

σου πατάς

[Δεν ξέρεις πού πηγαίνεις]

Δεν μπορείς, έτσι είπαν, να φυλαχτείς, όχι πια, απ’ όμορφα καλοκαίρια

[Έτσι είπαν]

Ήταν, πού περπατάς, η πάλη του καιρού με την ανάγκη

Ήταν, πού περπατάς, ο πόλεμος που ξέσπασε χωρίς αναπαμό

Χωρίς τίποτα να θυμίζει άνθρωπο ένα γύρω

«Δεν ήμασταν μόνοι μας ποτέ», σκεφτήκαμε μαζί

[Πού περπατάς;]

Ήταν μαζί μας, έτσι είπαν, οι πόθοι μιας εκδρομής

σ’ έναν πλανήτη Άλλο

[Μόνος κι αυτός, έτσι είπαν, και τρομαγμένος

απ’ τα ουρλιαχτά της φύσης –

Έχει ο καθένας τη δική του

– Τι νόμισες;]

Κι ήταν ένας αέρας που ξέσπασε τη νύχτα εκείνη…

σήκωσε κι έκλεψε τους ήχους του δάσους και

δεν τους γύρισε ποτέ πίσω

να τους αφήσει να αισθανθούν τον κόσμο

– έναν άλλο, πιο πράσινο θαρρείς, πιο μόνο ίσως

[όχι

δεν είναι μόνος του κανείς

κανείς δε μένει μόνος]

Ο αέρας όμως, να, ξαναγύρισε και σκόνταψε σ’ ένα φύλλο

Ένα φύλλο που τώρα έμεινε να κοιτά τις υγρές του άκρες

μέσα σε τούτο το δασάκι που πάτησες

προσπαθώντας να γλιτώσεις

απ’ τη βροχή που έστειλε η νύχτα

 

Και, βλέποντας γύρω, ένα ακόμη ουρλιαχτό αφήνεις να σπαράξει

 

«Πού περπατάς;»

 

Δημήτρης Αθηνάκης

_*_*_*_*_*_*_*_

Το ποίημα διαβάστηκε από κοινού με την ποιήτρια Ευτυχία Παναγιώτου, που απήγγειλε τη “δεύτερη φωνή“…

Ευτυχία μου, σ’ ευχαριστώ…

Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης

ημ�ρα_ποίησης

  

Ποιητές και Ποιήτριες απαγγέλλουν ποιήματά τους
για τη φύση και το περιβάλλον

ΤΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ
Απαγγέλλουν οι ποιητές και οι ποιήτριες:

 

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ
Δημήτρης Αλεξίου
Νάνος Βαλαωρίτης
Γιώργος Γεωργούσης
Μιχάλης Γκανάς
Νίκος Γρηγοριάδης
Ολυμπία Καράγιωργα
Tάκης Καρβέλης
Σπύρος Κατσίμης
Παναγιώτης Κερασίδης
Δημήτρης Κοσμόπουλος
Στάθης Κουτσούνης
Μαρία Λαμπαδαρίδου-Πόθου
Αντώνης Μακρυδημήτρης
Γιώργος Μαρκόπουλος
Κώστας Μαυρουδής
Μιχαήλ Μήτρας
Λέλη Μπέη
Γιώργος Παναγιώτου
Αθηνά Παπαδάκη
Tίτος Πατρίκιος
Λευτέρης Πούλιος
Μανόλης Πρατικάκης
Λία Σακελίου
Σωτήρης Σαράκης
Αγγελική Σιδηρά
Κλαίτη Σωτηριάδου
Λουάν Τζούλις
Κωστής Τριανταφύλλου
Χρήστος Τσιάμης
Λεία Χατζοπούλου-Καραβία
Γιώργος Χρονάς
Δημήτρης Αθηνάκης
Γιάννης Αντιόχου
Γιάννης Στίγκας
Χίβα Παναχί

Στο πιάνο ο Αστέρης Παπασταματάκης

Προβολή του ντοκιμαντέρ «Στενά του Νέστου»
13 λεπτών, του Άγγελου Παπαστεφάνου

Παρασκευή, 21 Μαρτίου 2008, 7:30 μ.μ.
Γαλλικό Ινστιτούτο, Σίνα 31, Αθήνα

 

*_*_*_*_*_*

Οργάνωση: Εταιρεία Συγγραφέων και Κοινωνία των (δε)κάτων

Χορηγοί: Εκδοτικές Επιχειρήσεις Γ. & Κ. Δαρδανού, Εκδόσεις Καστανιώτη, Εκδόσεις Κέδρος

Χορηγός Επικοινωνίας: Athens Voice 

(δε)κατα: διαβάζουν και γράφουν
τη σύγχρονη λογοτεχνία  www.dekata.gr
Εαρινή Ποιητική Ισημερία
ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΠΟΙΗΣΗΣ
και παρουσίαση του Πράσινου Τεύχους
του περιοδικού (δε)κατα

[χαρμόσυνα νέα] – [Ophelia unedited]

 Sir_John_Everett_Millais_Ophelia

Σ’ ἕνα δειλινὸ ὁ κόσμος φάνηκε νὰ πιάνεται ἀπ’ τὶς ἐκδορὲς

μιᾶς κάποιας ἐπιστροφῆς

 -κανεὶς δὲ μίλησε-

μόνο, ἔτσι, ἁπλόχερα καὶ θρυψαλλιασμένα, χόρτασε τὸ μάτι μας βροχὴ

βροχὴ κατάρας καὶ λυγμοὺς

Sir_John_Everett_Millais_Ophelia

-τὸ φῶς ἀγέρωχο ὅπως πάντα-

θύμα στὸ βωμὸ ἑνὸς φευγιοῦ ἀσήκωτου, μιᾶς παραμάνας λύπης

ἐσὺ καὶ τὸ σαράκι τοῦ φερέλπιδος αἰσθήματος

τῆς αἰσιοδοξίας ἀπαύγασμα

[συνάντησις ἐπώδυνος ἡ ἐναρμόνιση μὲ τὶς πληγὲς

-κάθε πρωὶ μπέρδευα καληνύχτες-

σωστὴ ἡ ἐλεγεία τοῦ κακοῦ ἐνόσῳ ἀπορρίπτεις τοὺς χρησμοὺς]

ποιὸς ἤθελε συμπόνια

ποιὸς ἔβαλε τὸ χάρτη σου πιὸ πάνω ἀπ’ τὰ ταξίδια

ἐσένα πού σοῦ χάρισαν τὰ χθὲς ὅλου τοῦ κόσμου

Sir_John_Everett_Millais_Ophelia

[φωνὲς καὶ ἀστεῖες θεοφάνειες κατέκλυσαν τοὺς πόνους,

σὲ μια στιγμὴ τὸ σπέρμα μάτωσε στὸ κύλισμα τοῦ κραδασμοῦ τῶν βράχων]

*   *   * 

ἀναστημένοι φίλοι ἀπὸ τὸ χθὲς μὲ κοίταξαν στὰ μάτια

καὶ ἀποφάνθηκαν πὼς ὁ καιρὸς χωράει καὶ τοὺς δυο μας

-οἰκτρὴ ἀξιολόγηση γιὰ τὰ νερὰ τοῦ ἅδη-

*   *   * 

[κι οἱ ποιητὲς κοιτοῦν κομματιασμένοι τοὺς λεροὺς καημοὺς τῶν ἡφαιστείων]

Sir_John_Everett_Millais_Ophelia

αγέλαστος επιστροφή

man_ray_a_lheure

Σκιές ασώματες γυρνούν
κι οι μοναξιές μαζί τους
ως άλλες Μήδειες


φοίνικες αναγεννώμενους]

δειπνούν το κουφάρι
της αγέλαστης επιστροφής

[Χαράζει…]

picabia_deux_amies

…μετά από μιας νύχτας ουρλιαχτό

και

μετά από κείνους τους πολεμιστές που βάδιζαν μονάχοι
να έχουν πια επιστρέψει

χαϊδεύοντας ηδονικά τη λάσπη του χειμώνα

duchamp_mile_of_string

απόμερο σινάφι

picasso

Χωρίς. Χωρίς τι; Τι λείπει. Τι ελλείπει; Τα σύννεφα σχηματίζουν μορφές φερμένες από δάση κι από τα σπίτια οι καπνοί, δες, σχηματίζουν νέφη.
Λείπει ο ιδρώτας. Εκείνος ο πανέμορφος ιδρώτας που εξαχνώνεται και δίνει στις ζωές ανηλεείς δίψες.

[Χορτασμένα και τα κοράκια, πια, απαξιούν να φάνε απ’ τα πιάτα μας.
Μόνον πετούν ανάμεσα στα νεφελώματα. Ρομαντικά για δες τα που κατάντησαν]

Τα κοράκια.
Ελλείπουν κι αυτά. Εξέλιπον.

[Τα αμνημόνευτα έτη, όμως, δεν πέρασαν ακόμα.
Τα πέρσι και τα πρόπερσι γινήκανε αλύπητο παρόν, της ιστορίας το “βλέπω”]

Κακόμοιρε πολεμιστή. Οι λύκοι σού τελειώσανε, δε σου ’μεινε απόμερο σινάφι, σου τέλειωσε κι ο ίδρως. Τρέχα τώρα να γυρέψεις ποτάμι να σε φέρει κι άσε να μαλώνουν τα σύννεφα για ποια βροχή σου αξίζει. Αξίζουν οι βροχές σε κάποιον, πολεμιστή μεγάλε; Ιδρώτες κι αυτές κατάντησαν ενός θεού οπλίτη. Οπλίτη.

[Απόκαμε κι αυτός και έγινε βροχή]

Χωρίς. Χωρίς τι;

[Θα ψάχνω αξημέρωτα κι ας το ποτήρι εχάθη.
Θα πίνω απ’ το στόμα της που ξέρει να χαρίζει]

Παράμερα την πήρα τη βροχή και την ξαναπήρα’ σταματημός δεν ήρθε, μέχρι που σκοτείνιασε ο ουρανός και βγήκανε τα άστρα και μου ’πανε αχόρταγα τη λύση των ονείρων.

Τώρα πάνω στα φτερά μου κρύβω μια τρίχα από μαλλιά και λίγη σκόνη.

Στα πάντα ήρθαμε αλλιώτικοι και φωναχτοί

grace 2_joel_harrison

Στα αθέλητα θέλγητρα μιας ίσιας ζωής
αυτής του φόβου που μας κρατά
καρφωμένους σε μια ταφική τυφλότητα
                    εμφανιστήκαμε
-τυφλοπόντικες λέξεων
                                     τρωγλοδύτες υψηλοί-

(στα μελλούμενα και στ’ ασυγχώρητα
κανείς δε βρήκε λύτρωση)

στα πάντα ήρθαμε αλλιώτικοι και φωναχτοί
(εγκάθετοι μιας σκέψης κόντρα στους φιλάνθρωπους)

-φωτοπληξία και ανατολή-

ας μπούμε τώρα κι ας έχουμε αργήσει να νυχτώσουμε
στο αίμα που ξεχάσαμε
                                         και νυχτωθήκαμε
αιτούντες μιας τρωτότητας ανεπίδοτης

και του προσωρινού όψιμοι θιασώτες
-δύο, τρεις, πόσοι είμαστε;-
 
αργά και σταθερά πια – σαν τ’ αεροπλάνα της αφίσσας
( τα όνειρα είναι τσάμπα
ή
τσάμπα είναι τα όνειρα; )

photo: Joel Harrison, ‘grace 2’ (2005)   

[Τιμή και συμμετοχή στο παιχνίδι της ευτυχίας που με κάλεσε να παίξω η αγαπημένη alef. Έτσι, για να ξορκίσουμε τ’ αντίθετα και τ’ ασυγχώρητα… Γι’ αυτό…

Μακάρι να συνεχιστεί από όλους και όλες εσάς… Εν αναμονή!]

στο βυθό, ώρες πολλές, κατήργησα τα φώτα

picasso_old_guitarist

Δάσος και ποτάμι.

Ευχάριστο να το κοιτάς, τρομακτικό να παίζεις.

Δεν είναι οι φωνές και οι λυγμοί που ήρθαν απ’ τα φύλλα.

Δε ρωτώ.

Πράσινο χάος και το πηγάδι έρημο να αλυχτά να του σκεπάσεις την τρύπα, αφού… δεν έχω δικαιολογία πια. Άρχισε να βρέχει.

Ατέρμονη βροχή για αιώνες, έτσι φάνηκε. Έτσι. Και μουσική, αχ μια υπέροχη μουσική κατέκλυσε το σύμπαν, κανείς δεν ήξερε να πει.

Κανείς δεν έστησε χορό, κοπάδι δεν ακούστηκε να περπατά. Μόνο η υπέροχη μουσική να νικά το χάος και ένας πιανίστας μόνος να κοιτά μια τα πλήκτρα μια το δάσος. Μόνο πλήκτρα και δάσος. Έτσι κοιμήθηκες’ έτσι φύτρωσε το αίμα.

Και τότε ξεπρόβαλε το σμήνος των νυχιών που ερχόταν νύχτες πολλές ενάντιο. Κισμέτ χρωματιστό στα χέρια σου για δώρο. Ναι. Αίμα ανάβλυσε ξάφνου και ολοδυρμοί της απέχθειας και της απεραντοσύνης ξανοίχτηκαν μπροστά σου.

Εσύ εκεί να πολεμάς, μια το σπαθί και μια το αίμα, αχόρταγα να ξεσκίζεις τα βότσαλα που μάζεψες ενδελεχώς ένα καλοκαιράκι πίσω. Δεν ήσουν εσύ αυτός που έτρωγε το βάσανο του κόσμου. Δεν ήσουν ούτε της μιας στιγμής το αχ.

Ανάξια δουλειά που έμεινε αναπάντητη. Και πάλι το αίμα μπροστά. Να γεμίζει το πρόσωπό σου, να φωνάζει το στόμα σου και να ζητά ακόμα’ δόντια, μύτες, αυτιά και τρίχες ματωμένες περήφανα να χειροκροτούν, πατώντας νικηφόρα απάνω στα άνυδρα πια νύχια, που σμήνος αχόρταγο κατάπιε με μιας η νύχτα.

Στο βυθό ώρες πολλές κατήργησα τα φώτα. Τον αετό που πήρε να με σώσει, τον κλείσαμε στο σπίτι’ του φθινοπώρου πρόδρομος κι αυτός, χωρίς νύχια.

[Το αβαθές πηγάδι μαζεύει ακόμα το νερό που έβαλες στο αίμα,

για να ξεχειλίσει η χαρά στ’ αστραφτερά σου μάτια]

άγρια που ξημερώνει

blue_empty.jpg

Γεννήθηκε στου μεσημεριού το μπλε στ’ όνειρο ενός άλλου
κι εκεί που φώναζε να τον ξυπνήσει μην και πνιγεί
σ’ εκείνο το ηλιοβασίλεμα που
-όνειρο σε όνειρο-
ονειρεύτηκε

γύρισε

γύρισε
δαιμονικός κι ανάποδα
-συμπτωματική αλήθεια-
στο μείνε των δαχτύλων

ένας ακόμα προσκυνητής εμπόλεμος

-άγρια που ξημερώνει

παραλήρημα για τα τέσσερα πόδια μιας αγάπης

Κοιλάδα ο έρωτας κι ο θάνατος στης μιας φωνής το “στάσου”. Πού ήμουν τόσα μερόνυχτα; σε ποιου φαντάσματος το πρόπλασμα πάλευα να χαρίσω δυο στιγμές -ανώφελες κι αυτές; Χέρι απλωμένο και ζωή σε έξαλλη -λερή και εξευτελιστική για άλλους- οργασμική πανωλεθρία. Hταν που γύριζα απ’ του μεσημεριού την άσπιλη παλιγγενεσία. Φωτιά ένα γύρω- ψήλωσα ξάφνου και, πατώντας αργόσυρτα στα τέσσερα πόδια μιας αγάπης, ξεκίνησα να πολεμώ με πέτρες και κεριά. Ηταν το αίμα μου ζεστό, καυτή η χαραμισμένη στάλα της οδύνης, δραπέτης έφτασα να ξεραστώ σε τόπο ξένο, δικό μου και δικό σου. Πρόσωπα και ανώφελα παρακάλια χάρισα, δεν πήρα απάντηση. Ποτέ. Αναδρομική αποστασία κι ένας θυμός αλλοτινός, σταυρωμένος σαν εκείνον τον όμορφο ληστή στα δεξιά. Οπως τον βλέπω, όχι όπως τον νιώθεις. Δεν φοβήθηκα ποτέ ξανά. Σε μιας μομφής το ανέξοδο κενό -πάλι αυτό, βλέπεις;- εγώ απάντησα με λάθος. Σωρός και σορός. Αρσενικός και θηλυκός, μόνος και ιδρωμένος- κανείς δεν το κατάλαβε. Κανείς δεν έβαλε σε μαύρο απλυσιάς, σε κόκκινο της λύπης, σε κίτρινο διάκενο αμάθειας και λυκαυγούς, φαντάσματος ευήκοα στητά κι ολόρθα σώματα να παίξει εκείνη η πανάρχαια κατάρα στο ρυθμό της πιο φοβισμένης λάβας. Ημουν κι εγώ σαν ένας μια στιγμή. Δεν αντέχω πια να ζω ελεύθερος- χρειάζομαι εκείνη την αγαπημένη χειροπέδα που μου ‘ταξες. Δως τη μου κι ας μην αξίζω σκλάβος να μείνω, φάντασμα κι ακάθαρτος. Κι ας μην αξίζω να βρεθώ στη μέση των αιώνων. Κι ας μην θωρώ της μουσικής πρωθύστερους βυθούς.

Μα, να! Βλέπω από μακριά να έρχονται τα “ναι” σου όλα μαζί. Και τα δικά μου, κεριά καιροφυλακτούντα, κραδαίνουν τους αιώνες απ’ την αναμονή. Φυσά δυνατά. Μου παίρνει το καπέλο, τα γυαλιά, το τατουάζ, το χέρι μου μου παίρνει, το πόδι κι ένα μάτι. Μένω έτσι, να χαμογελώ -κατάρας απαύγασμα- μπροστά στους πίδακες που η χαρά αναβλύζει. Μόνη κι αυτή. Μόνη μέσα σε μια ακατανόητη εν πολλοίς αποστασία- εκείνη την υπέροχη θηλιά δεν θυμάμαι πού την έχω βάλει. Ισως να χάθηκε μαζί με όλα τα στολίδια, μαζί με όλους τους ακατανόητους χειμώνες. Μείνε- κι ας μην μας καταλαβαίνει κανείς. Δεν χρειάζεται κι αυτό να μας πνίξει. Μόνο να ρέει το πνεύμα του κρασιού και ο καπνός να ρέει.

το σώμα


Το σώμα

Δες το πώς κινείται, έτσι, νωχελικά

Μόνο, στην παρέλαση των ύπνων

Που,

Μόνοι κι αυτοί, ψηλαφούν

Τα τείχη που έχτισαν τριγύρω

-Πεθαμός και ακινησία

Τα φύλλα που στέριωσαν στα γόνατά του

Έπεσαν

[Αειθαλή τα νόμιζαν πιο πριν

Τα πότιζαν]

Αλλά το σώμα είναι αυτό το ποίημα

Όχι τα φύλλα, ούτε οι ύπνοι, ούτε καν τα τείχη

Εκείνο το σώμα το καλοδουλεμένο, το χτισμένο με όρεξη και πείνα

Ιδρωμένο κάποτε και χωρίς αναπαμό

Καλοδουλεμένο

Το άγγιξα και χάθηκα στις στάλες του

-Καλοδουλεμένες κι αυτές-

Το σώμα

Με γύρισε δυο χρόνους πριν

Το τώρα με ορίζει

Το αύριο αόριστο

Το τώρα με ορίζει

Και πάντα το σώμα

Καλοδουλεμένο

Aπάνω στο παρελθόν του χώθηκα να κρυφτώ

Στο μαύρο και στο θήλυ του στυγνός επαναστάτης

Το σώμα

Καλοδουλεμένο

οι φωτογραφίες είναι τού Robert Doisneau.
αφιερωμένο στον θείο Pilgrim…

γράμματα γενεθλίων – ted hughes

Η φύση είναι το περιβάλλον τού έρωτα και του θανάτου – όλης της ύπαρξης. Μια στιγμή, ένα αεράκι σκοτεινής ή υπέρλαμπρης μέρας, το πέταγμα και το κρώξιμο ενός γερακιού, το ρέον ύδωρ και το έλος μαζί με την κινούμενη άμμο, μπορούν να αγκαλιάσουν και -γιατί όχι;- να αποβάλουν ό,τι εν αυτοίς εμφανίζεται και πάει να μεγαλυνθεί.
Καθόμουν αμήχανος.
Ήμουν μια μύγα έξω απ’ το παράθυρο
του οικιακού μου δράματος. Αρνήθηκες να κάτσεις εκεί
τεμπελιάζοντας, το μισούσες αυτό.
Τούτο επίπεδο, ανεμοδαρμένο πιάτο δεν ήταν ωκεανός.
Έπρεπε να φύγεις κι έφυγες. Κι
ήρθα ξωπίσω σου, σαν σκύλος, κατά μήκος της κορυφής,
στην άκρη του λιβαδιού,
μέσα σε ένα δάσος από βελανιδιές που τις σβάρνιζε ο αέρας –
και βρήκα μια παγίδα.
Χάλκινο σύρμα που έλαμπε, χορδή καφετιά, ανθρώπινο τέχνασμα,
αχρησιμοποίητη. Δίχως λέξη
τη διέλυσες και την πέταξες στα δέντρα.

Οι αλλεπάλληλες μετακινήσεις, ο καθημερινός θάνατος και ο απλός έρωτας, η dies natalis ως μέρα βασάνου και εγκαρτέρησης μιας νέας ανάσας, δοσμένης κατά τα άλλα τυχαία, μία αυτοκτονία και μετά μια δεύτερη’ θάνατος ξανά καθημερινός.

Σ’ έφερα στο Ντέβον. Σ’ έφερα στον τόπο των ονείρων μου.
Σε οδήγησαν σαν υπνοβάτη
στη χώρα των τοτέμ μου. Χιμαιρική χώρα:
Ο οπωρώνας στη Δύση.

Βραβεία, ηρεμία και απομάκρυνση’ μύθος’ φάρμα, θέατρο, τιμή’ απομυθοποίηση. Yeats, Lawrence, Sylvia, Assia’ θάνατος. ΕΡΩΤΑΣ.

Λες και κατέβαινες, στον ύπνο κάθε νύχτας,
στου πατέρα σου τον τάφο,
έμοιαζες φοβισμένη να κοιτάξεις, ή να θυμηθείς το επόμενο πρωί
αυτό που είχες δει. Όταν θυμόσουν,
τα όνειρά σου ήταν μια θάλασσα γεμάτη πτώματα,
κτηνωδίες από στρατόπεδα θανάτου, μαζικοί ακρωτηριασμοί.

Σταθμοί των τρένων, κουζίνες γκαζιού, φωτιά και λάβ(ρ)α, μηχανές και έλατα’ το στενό της Μάγχης’ έρωτας. ΘΑΝΑΤΟΣ.


[…]λάθος ώρα περίμενες. Το λεωφορείο απ’ το Βορρά
έφτασε κι άδειασε και δεν ήμουν σ’ αυτό.
Δεν έχει καμιά σημασία πόσο επέμεινες
και ικέτεψες τον οδηγό, ίσως με δάκρυα,
να με εμφανίσει ή να θυμηθεί ότι με είδε
να το χάνω στο τσακ. Δεν ήμουν σ’ αυτό το λεωφορείο.
Οκτώ το απόγευμα κι ήμουν χαμένος κι αχαλίνωτος,
κάπου στην Αγγλία.

Ήταν πάντοτε μοναχικός’ αυτόφωτος μέσα σε μια κατάφωτη παράδοση, “γεράκι πάνω απ’ την Αγγλία”, να κρώζει στο τέλος των μαχών. Η ΠΟΙΗΣΗ. Εκεί που βρισκόταν, εκεί που βρέθηκε και, πάνω απ’ όλα, αυτοί (και αυτές) που τον βρήκαν’ Η ΠΟΙΗΣΗ. Ποιητής και μάγος’ ανθρώπινος ως ποιητής’ ποιητικός ως αειθαλλής σάρκα. Η ΠΟΙΗΣΗ.

Ανόητοι από αυτοπεποίθηση, στα παιδικά κουβερτάκια
μιας παρατεταμένης ωρίμασης, μόνιμα ξαπλωμένοι
στο μαξιλάρι του ανατολίτικου αμαξιδίου –
η μητρική φροντίδα της φύσης αβίαστα επικουρεί
για την ολοκλήρωσή της – αδιαφορούσαμε
για τη σοβαρότητα της ζωής, τρεις από μας, τέσσερις, πέντε, έξι –
παιχνίδια φιλίας.

Και μετά σιωπή. Μετά από τόσο αίμα, από τόσες φωνές, μετά από αδύναμους αγώνες να σώσει και να σωθεί, σιωπή’ έρωτας και θάνατος. Το απλό χωρίς το σύνθετο’ το καυτό’ ΑΙΜΑ. Έσπασε η σιωπή. Εξορκισμός και ζώδια’ Sylvia. O, littleblood. Ταρώ’ και αυτό. Και αυτός’ Ted.

[…]Κι οι λέξεις σου,
πρόσωπα που αποστράφηκαν το φως,
κρατημένα στα σωθικά τους.

Εισαγωγή/Μετάφραση/Σχόλια : Γιάννης Αντιόχου
Επιμέλεια : Σπύρος Ηλιόπουλος
Επίμετρο : Σώτη Τριανταφύλλου


[κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μελάνι]

καινός διαιρέτης – [εις τα εξ ων συνετέθην μ’όνειρα απόψε…] – ένας διάλογος – [μπλε του γιάννη – λευκά δικά μου]


“Έφτασα, φανερώθηκα
σωτήρας τιμωρός
με το χωλό σου βήμα συμπορεύτηκα
κρυφή την ένωσή μας ονειρεύτηκα.”
…περπάτησα, που λες, ώρες ατέλειωτες χωρίς αναπαμό
δεν βρήκα πουθενά το θείο σου κορμί, θολό πια να ρέει,
και γυμνός, πιο γυμνός από ποτέ, γύρισα να κοιμηθώ
χορτάτος και ιδρωμένος ήδη από άπρεπα αγγίγματα


“Το σώμα, το σώμα ν’ αφανίσουμε,
σπάραγμα πάνω στους λειμώνες να αφήσουμε,
όσο στην έξω γη κρατάει ο χορός.”

…μιας και τίποτα από το χθες δεν έμεινε να μας θυμίζει
εκείνα τα παρακάλια που σε στιγμές αδύναμες
φώναζε για λύτρωση το σύμπαν όλο
-πού ξενυχτά το σώμα σου απόψε;




“Κι η ερημιά του φαροφύλακα που κάθε αυγή με ίδια πάντα αγωνία
τρέχει να βρει το τελευταίο κύμα που άφησε αργά τη νύχτα πλάι
στα βότσαλα προτού μιλήσει
η απομόνωση στις τόσες φιλικές, δικές φωνές του.”

…και μοναξιά στους φύλακες των φάρων
που κρέμονται απ’ το λίγο τού απείρου…
είπε ολόρθος ο ποιητής και, ζωσμένος δυο-τρεις συμπτώσεις,
ύψωσε το χέρι του και κατάφερε μιαν ανηλεή γροθιά
στην ιαχή των γλάρων
-μόνος κι αυτός όπως και τα μεσημέρια του.


“Και στους πιο άνυδρους καιρούς το ασώματο φως είναι πάντα εκεί.
Το ξέρεις.”

…και δεν μιλάς, δεν λες στους χρόνους πού γερνάς
και δεν μιλάς, δεν είσαι κόκκινη σαν τον καιρό
που
πόρος του σώματός σου έγινε και σε άδειασε.
Να μην γυρίσεις.

“Κι αν δεν με γέννησες,
γεννάς την ελπίδα μου.”

…ουρλιάζοντας πάνω σε μια δαιμονισμένη επιστροφή
στο ένα και στο πάντα.
Εκεί δεν χώρεσα ποτέ. Ήμουν ανώφελη χαραμάδα που χάριζε το κρύο.
Που χάριζε το κρύο.


“Δεν έχω πει τα λόγια
που γι’ αυτά γεννήθηκα.”

…μιας και το ποτήρι μου διαιρέθηκε στα τρία.
Ένα για σένα, ένα για μένα κι ένα για τον αιώνα.
Διαιρεθηκε καινά και χάρισε εκείνη τη φοβισμένη ελευθερία
σε σώμα ξένο.
Δεν υπάρχει πια ο καιρός.
Υπάρχει ο χώρος.

Έλα.
****************************************************
Διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας τη συλλογή τού Γιάννη Ευθυμιάδη, προσπαθώντας να ανιχνεύσω τον “Καινό Διαιρέτη”, έφτασα εδώ… Δεν ξέρω πού ακριβώς. Ξέρω όμως ότι έφτασα κάπου. Γιάννη, με συγχωρείς που δανείστηκα τις λέξεις σου ως ώθηση. Και σ’ ευχαριστώ.