[ αγάπη είναι να κοιτάς την πόρτα ολοένα ]

αγάπη είναι η μοναξιά που πρέπει στον καθένα

είν’ η αγάπη φονικό που ζωντανό σ’ αφήνει

Advertisements

Η μικρή Μαρία και ο Φιλέας Φογκ ― του Δημοσθένη Κούρτοβικ

Τους μεταβαπτίσαμε από Τσιγγάνους σε Ρομά, σύμφωνα με το δικό τους εθνωνύμιο, γιατί έτσι θα τονώναμε, λέει, την εθνοτική αξιοπρέπειά τους. Οι Εβραίοι της Κεντρικής Ευρώπης είχαν δικό τους όνομα, Ασκενάζι, που δεν σήμαινε στα εβραϊκά τίποτα λιγότερο από «Γερμανοί». Είχαν επίσης περίσσεια αξιοπρέπεια και δεν ήθελαν πολλά πολλά με τους άλλους,τους «παρακατιανούς» Εβραίους, τους Σεφαραδίτες. Δυστυχώς γι’ αυτούς, ο Χίτλερ δεν ήταν τόσο λεπτολόγος στα περί την ονοματολογία. Ασκενάζι και Σεφαραδίτες τράβηξαν τον ίδιο δρόμο για τα κρεματόρια.

Η πολιτική ορθότητα δεν θέλει να καταλάβει ότι ο σεβασμός για μια εθνική ή εθνοτική κοινότητα ή για μια οποιαδήποτε μειονότητα δεν είναι ζήτημα ευπρεπούς ονόματος και άλλων συμβολικών καλλωπισμών, αλλά εξαρτάται από τις εμπράγματες σχέσεις αυτής της ομάδας με τον περίγυρό της. Και οι σχέσεις αυτές δημιουργούν μια ορισμένη εικόνα. Αν η εικόνα είναι ανακριβής ή αν έχει γίνει ένα ισοπεδωτικό και κακόβουλο στερεότυπο, δεν θα τη διορθώσει καμία αλλαγή ονόματος και καμία έκκληση στην ανεκτικότητα. Θα τη διορθώσει μια σχεδιασμένη αλλαγή αυτών των σχέσεων, που θα λαμβάνει υπόψη τι έφταιξε και από τις δύο πλευρές για την ανακρίβεια και την προκατάληψη. Εκείνη η έξαλλη ελληνοαμερικανίδα τραγουδίστρια που ούρλιαζε πρόπερσι στο βιντεοκλίπ της ότι δεν είναι Greek αλλά Hellene δεν έγινε γι’ αυτό περισσότερο σεβαστή στο αμερικανικό κοινό ούτε έπεισε κανέναν ότι ένας αγλαώνυμος Hellene θα αποκαθιστούσε την υπόληψη του συκοφαντημένου Greek.

Μια πελώρια παρεξήγηση, με συνέπειες συχνά τραγικές, έχει σφραγίσει την αντίληψη των πολιτικά ορθών της Ευρώπης για τον σεβασμό της διαφορετικότητας. Μια αντίληψη που, ενώ καταδικάζει απόλυτα τη μισαλλοδοξία και τη βία, τις σχετικοποιεί και πρακτικά τις ανέχεται, όταν προέρχονται από τον «διαφορετικό», με το αιτιολογικό ότι αυτός βρίσκεται εξ ορισμού στη θέση του αδύναμου. Μια αντίληψη που αρνείται πεισματικά να δει ότι υπάρχουν κοινωνικοί χώροι όπου οι ρόλοι του «διαφορετικού» και του «ταυτοειδούς» είναι αντεστραμμένοι, όπου ο «διαφορετικός» είναι κυρίαρχος και ασκεί τη δική του βία με τους δικούς του πολιτισμικούς όρους. Οταν η Μέρκελ ανήγγειλε το τέλος της πολυπολιτισμικότητας, με την έννοια της συνύπαρξης κλειστών και πολιτισμικά ασύμβατων ομάδων στην ίδια κοινωνία, δεν το έκανε επειδή είναι μια σκληρόκαρδη Γερμαναρού. Το έκανε επειδή μπορεί να μη βλέπει πολύ μακριά ως πολιτικός, βλέπει όμως τι γίνεται γύρω της, σε αντίθεση με τους πολιτικά ορθούς. Και τα μάτια της αντίκριζαν μια προϊούσα, βίαιη διάβρωση της συνοχής του κοινωνικού ιστού με τον σχηματισμό παράλληλων κόσμων, που ο καθένας διεκδικούσε τη μεταχείρισή του σύμφωνα με τους δικούς του νόμους. Το έκανε επειδή έβλεπε πράγματα όπως, για παράδειγμα, γερμανικά δικαστήρια να αθωώνουν μουσουλμάνους που σακάτευαν στο ξύλο τις γυναίκες τους, δεχόμενα το επιχείρημα ότι αυτό επιτρέπεται από τη… Σάρια.

Αυτό το παρδαλό συνονθύλευμα ετερόκλητων πολιτισμικών αξιών και ηθών που ονομάστηκε «πολυπολιτισμικότητα» (multiculturalism) το εκφράζει ωραία η γερμανική γλώσσα με τον ειρωνικό νεολογισμό Multikulti, που παραπέμπει συνειρμικά σε εξεζητημένες φρουτοσαλάτες (tutti frutti). Μόνο που η λέξη πλάστηκε (όχι από αντιδραστικούς) σε μια εποχή η οποία είχε ακόμη την πολυτέλεια να εστιάζει στην παράδοξη ή κωμική πλευρά του φαινομένου, όχι στη διαλυτική δυναμική του. Σήμερα, είναι ολοφάνερο σε όσους δεν πετούν στα σύννεφα, ασχέτως ιδεολογικού προσανατολισμού, ότι η πολυπολιτισμικότητα μπορεί να είναι ανεκτή, βιώσιμη και μάλιστα ευπρόσδεκτη μόνον όταν ετερογενή εθνοτικά-πολιτισμικά στοιχεία αφομοιώνονται στις βασικές αξίες της κοινωνίας υποδοχής τους.

Υπό αυτό το πρίσμα, η περίπτωση της μικρής Μαρίας στην Ελλάδα και η περίπτωση της λιγότερο μικρής Λεονάρντα στη Γαλλία δεν συναντιούνται καθόλου στο σταυροδρόμι μιας κοινής, άδικης μοίρας των Ρομά, όπως θέλησαν να το παρουσιάσουν οι δικοί μας πολιτικά ορθοί σχολιαστές. Η Λεονάρντα φοιτούσε σε γαλλικό σχολείο, σημάδι επιθυμίας της ίδιας ή των γονιών της για ένταξη στη γαλλική κοινωνία, και η επιθυμία αυτή ακυρώθηκε με την απέλαση της οικογένειας, που δίκαια ξεσήκωσε διαμαρτυρίες. Η μικρή Μαρία πιθανότατα δεν θα φοιτούσε ποτέ σε σχολείο, θα την πάντρευαν στα δώδεκα ή δεκατρία της και θα αράδιαζε στη συνέχεια κουτσούβελα, δικά της ή αγορασμένα, για να εισπράττει επιδόματα που θα συμπλήρωναν το εισόδημά της από τη ζητιανιά. Αυτή τη μοίρα τής επιφύλασσε ο σεβασμός της «διαφορετικότητας».

Θα έφταιγε γι’ αυτή τη μοίρα η κουλτούρα των Ρομά ή η δυσανεξία της ελληνικής κοινωνίας απέναντί τους; Οι πολιτικά ορθοί είναι σίγουροι για το δεύτερο, αλλά ζητούν και τον σεβασμό του πρώτου. Διπλός ο παραλογισμός τους, γιατί όχι μόνο ζητούν δύο πράγματα που το ένα αποκλείει το άλλο αλλά και κάνουν ό, τι ακριβώς αποδοκιμάζουν οι αρχές τους: βλέπουν μια κοινότητα ως αδιαφοροποίητο σύνολο. Στον ισοπεδωτισμό του φοβικού και μισαλλόδοξου Ελληνα («Ολοι οι Τσιγγάνοι είναι βρώμικοι και κλέφτες») αντιπαραθέτουν τον δικό τους ισοπεδωτισμό («Ολοι οι Ρομά λαχταρούν να ενσωματωθούν στην ελληνική κοινωνία, αυτή όμως δεν τους δέχεται»). Ούτε οι μεν ούτε οι δε ενδιαφέρονται για τη μικρή Μαρία και για την κάθε μικρή Μαρία ως ανθρώπινο υποκείμενο. Ενδιαφέρονται για την επιβεβαίωση των ιδεολογημάτων τους.

Η «αρπαγή» της μικρής Μαρίας μού φέρνει στον νου ένα επεισόδιο από το γνωστό μυθιστόρημα του Ιουλίου Βερν «Ο γύρος του κόσμου σε 80 ημέρες». Διασχίζοντας την Ινδία, ο Φιλέας Φογκ φτάνει με τη συνοδεία του σε ένα χωριό όπου οι κάτοικοι ετοιμάζονται να κάψουν μια χήρα μαζί με τη σορό του άνδρα της, όπως επιτάσσει το τοπικό έθιμο. Ο άγγλος ταξιδιώτης επεμβαίνει βίαια και σώζει τη χήρα. Καθόλου δεν σεβάστηκε τη «διαφορετικότητα». Για έναν πολιτικά ορθό, έδρασε ως αποικιοκράτης και ιμπεριαλιστής, επιβάλλοντας τις αξίες του δικού του πολιτισμού σε έναν ξένο λαό.

Πολύ καλά έκανε. Γιατί ορισμένες αξίες πρέπει να είναι κοινές και οικουμενικές, ανεξάρτητα από το ποιος πολιτισμός τις αναγνώρισε και τις κατοχύρωσε πρώτος ως θεμελιώδεις.

Πώς να αγαπήσεις μια πολυκατοικία | Δημήτρης Ρηγόπουλος | URBAN LAB | LiFO

Λεπτομέρεια από φωτογραφία του Γιώργη Γερόλυμπου από την ελληνική συμμετοχή στην Μπιενάλε Αρχιτεκτονικής στη Βενετία.

 

Έβρεχε σίγουρα / εκείνες τις μακρόσυρτες φθινοπωρινές απογευματινές βροχές που μας έλειψαν φέτος / πρώτα χρόνια του γυμνασίου, επιστρέφοντας από το σχολείο / έχω ξεχάσει ποιες σκέψεις απασχολούν το κεφάλι ενός νεόκοπου εφήβου / νομίζω, εκείνη την εποχή, μέσα της δεκαετίας του ’80, από την πολύ νεωτερική φιλολογία περί «εφηβείας» που ήταν της μόδας στα ντουζένια της πασοκικής παντοδυναμίας, είχα πιστέψει ότι επρόκειτο για μια ακίνδυνη αρρώστια / παντού άκουγες και διάβαζες προειδοποιήσεις / οι πιο «μοντέρνες» καθηγήτριες στο σχολείο, που σίγουρα θα ψήφιζαν Κύρκο και είχαν συνήθως διπλά επώνυμα (Ελπινίκη Παπαϊωάννου–Συμπιλίδου), μας μίλαγαν για την εφηβεία με ένα απροσδιόριστο τουπέ, σαν να μας εξηγούσαν τον Μαρξ ή πυρηνική φυσική / η ιδέα δεν με ενοχλούσε, οι ακίνδυνες αρρώστιες μπορεί να έχουν και το γούστο τους, αναλογιζόμουν με ανομολόγητη ικανοποίηση / θυμάμαι πολύ καθαρά με πόση χαρά περίμενα να απομακρυνθώ από την οχλαγωγία του άχαρου σχολικού συγκροτήματος και την υποχρεωτική συναναστροφή με συμμαθητές που άρχιζες να τους συνηθίζεις, όπως περίπου είχες κάνει ήδη και με τα αδέλφια σου, και συγκαταβατικές συμμαθήτριες που έσπευδες να υποτιμήσεις για να μην τους κάνεις τη χάρη να σε υποτιμήσουν αυτές πρώτα / έτσι, η επιστροφή στο σπίτι εξελισσόταν σε μια αποχαυνωτική τελετουργία αποσυμπίεσης από το σχολικό χάος και σταδιακής απόσυρσης στον εαυτό και στους εφηβικούς μικρόκοσμους, που για μένα ήταν ό,τι πιο κοντά στην ιδέα της ευτυχίας / η βροχή, όταν μας έκανε τη χάρη, επέτεινε αυτό το μελαγχολικό πανηγύρι / κι επειδή ήμουν πολύ ευτυχισμένος και πολύ μόνος, ήταν πολύ εύκολο για μένα να ανακαλύπτω ομορφιά και ποίηση ακόμα και στα παρατημένα χαλίκια μιας οικοδομής / οτιδήποτε μεσολαβούσε στη διαδρομή από το σχολείο μέχρι το σπίτι ήταν δυνητικά το αντικείμενο ή το σκηνικό ενός μικρού ή μεγάλου έργου τέχνης / έτσι, όταν κάποιο τυχαίο βροχερό απόγευμα απολάμβανα την ιδέα πως το αγαπημένο μου μπλε αδιάβροχο μάρκας adidas δεν αφήνει τη βροχή να περάσει στο πουλόβερ και στο καρέ πουκάμισο με τις καφέ και κεραμιδί ρίγες, το μάτι μου έπεσε στα φωταγωγημένα καθιστικά δύο καινούργιων πολυκατοικιών που δεν είχα προσέξει μέχρι τότε / ήταν πολυκατοικίες που αργότερα, όταν θα μεγάλωναν λίγο, θα έκαναν μπαμ ότι χρίστηκαν τη δεκαετία του ’80 / επεξεργασμένο μάρμαρο, μεγάλες, συνεχόμενες μπαλκονόπορτες, χορταστικά μπαλκόνια και σκόρπια στοιχεία από ξύλο που «μαλάκωναν» την ψυχρότητα από το πολύ μάρμαρο και το γυαλί / μέσα, οι τοίχοι ήταν καλυμμένοι με ατελείωτες βιβλιοθήκες και αξιοπρεπείς ανατυπώσεις καλόγουστων «μοντέρνων» της ελληνικής ζωγραφικής / μπορούσες να φανταστείς τα ωραία χαλιά, τους αφράτους καναπέδες, τις διακοσμητικές λεπτομέρειες, αλλά αυτό που μου έκανε μεγαλύτερη εντύπωση ήταν ο φωτισμός / ένα μαλακό φως ξεπηδούσε από πολλές και διαφορετικές γωνίες / κάποια στιγμή ο ευτυχισμένος αστός θα έκανε ένα πέρασμα από το χολ ή θα άναβε την έγχρωμη τηλεόραση εντελώς ανυποψίαστος για το γεγονός ότι ένας καταμουσκεμένος έφηβος χαζεύει από απέναντι το σπίτι του σαν να βλέπει θέατρο / όσο πήγαινα γυμνάσιο δεν άλλαξα ποτέ διαδρομή, για να βλέπω κάθε μέρα τις δύο αυτές πολυκατοικίες, που στα μάτια μου έγιναν το απαύγασμα της γλυκιάς ζωής / βιβλία, χαλιά, το τσάι ή ο καφές που αχνίζει, ένα ωραίο μπαλκόνι για τις φωτεινές, καλοκαιρινές νύχτες / από τότε πίστεψα ότι κάθε διαμέρισμα μπορεί να γίνει ένα ζεστό κουκούλι ικανό να χωρέσει όλα τα καλά αυτού του κόσμου / ο Τσαρούχης το είχε πει πολύ καλύτερα / κάθε πολυκατοικία είναι κι ένας ιερός τόπος, γιατί εδώ έκαναν έρωτα άνθρωποι / ή περίπου έτσι, γιατί χρόνια ψάχνω την ακριβή διατύπωση και δεν τη βρίσκω / κάπως έτσι αγάπησα τις πολυκατοικίες και κάπως έτσι αγάπησα και την Αθήνα. Πηγή: www.lifo.gr

 

 

Πώς να αγαπήσεις μια πολυκατοικία | URBAN LAB | LiFO.

Νίκος Ερηνάκης und die Haken

 

Ο Νίκος Ερηνάκης είναι ποιητής. Νέος ποιητής. Ποιητής που έρχεται. Εδώ, κάνει κι άλλα. Πιο πολλά. Λιγότερα απ’ όσα είναι έτοιμος να κάνει. Ναι.

Ντίνος Χριστιανόπουλος | «Μνήμη Πολυτεχνείου» | photo by ©Paolo Pellegrin

 

«Το πάρκο του Νοέμβρη με τα πεσμένα φύλλα και οι φοιτητικές πορείες με τα ξεθυμασμένα συνθήματα μου φέρανε στο νου το λοκατζή τον Γιάννη. Ήταν οι μέρες με τα γεγονότα· τον είχα χάσει. Όταν τον ξαναβρήκα, “Ήμασταν στην Αθήνα”, μου είπε· “μας πήγαν στο Πολυτεχνείο και τα κάναμε γυαλιά-καρφιά. Δυο μέρες σπάναμε, τίποτα όρθιο δεν αφήσαμε ― κατάλαβες: δήθεν οι φοιτητές”. “Καλά, εσείς δε δείρατε, δεν μπαγλαρώσατε;” ρώτησα ταραγμένος. “Όχι, αυτά τα κάναν άλλοι, από πριν”. Έφυγε ένα βάρος από πάνω μου: άσκημο πράγμα να ’χεις φίλους πραιτοριανούς, να αγκαλιάζεις πόδια που κλοτσούσαν θύματα πριν από λίγο.»