Η μικρή Μαρία και ο Φιλέας Φογκ ― του Δημοσθένη Κούρτοβικ

Τους μεταβαπτίσαμε από Τσιγγάνους σε Ρομά, σύμφωνα με το δικό τους εθνωνύμιο, γιατί έτσι θα τονώναμε, λέει, την εθνοτική αξιοπρέπειά τους. Οι Εβραίοι της Κεντρικής Ευρώπης είχαν δικό τους όνομα, Ασκενάζι, που δεν σήμαινε στα εβραϊκά τίποτα λιγότερο από «Γερμανοί». Είχαν επίσης περίσσεια αξιοπρέπεια και δεν ήθελαν πολλά πολλά με τους άλλους,τους «παρακατιανούς» Εβραίους, τους Σεφαραδίτες. Δυστυχώς γι’ αυτούς, ο Χίτλερ δεν ήταν τόσο λεπτολόγος στα περί την ονοματολογία. Ασκενάζι και Σεφαραδίτες τράβηξαν τον ίδιο δρόμο για τα κρεματόρια.

Η πολιτική ορθότητα δεν θέλει να καταλάβει ότι ο σεβασμός για μια εθνική ή εθνοτική κοινότητα ή για μια οποιαδήποτε μειονότητα δεν είναι ζήτημα ευπρεπούς ονόματος και άλλων συμβολικών καλλωπισμών, αλλά εξαρτάται από τις εμπράγματες σχέσεις αυτής της ομάδας με τον περίγυρό της. Και οι σχέσεις αυτές δημιουργούν μια ορισμένη εικόνα. Αν η εικόνα είναι ανακριβής ή αν έχει γίνει ένα ισοπεδωτικό και κακόβουλο στερεότυπο, δεν θα τη διορθώσει καμία αλλαγή ονόματος και καμία έκκληση στην ανεκτικότητα. Θα τη διορθώσει μια σχεδιασμένη αλλαγή αυτών των σχέσεων, που θα λαμβάνει υπόψη τι έφταιξε και από τις δύο πλευρές για την ανακρίβεια και την προκατάληψη. Εκείνη η έξαλλη ελληνοαμερικανίδα τραγουδίστρια που ούρλιαζε πρόπερσι στο βιντεοκλίπ της ότι δεν είναι Greek αλλά Hellene δεν έγινε γι’ αυτό περισσότερο σεβαστή στο αμερικανικό κοινό ούτε έπεισε κανέναν ότι ένας αγλαώνυμος Hellene θα αποκαθιστούσε την υπόληψη του συκοφαντημένου Greek.

Μια πελώρια παρεξήγηση, με συνέπειες συχνά τραγικές, έχει σφραγίσει την αντίληψη των πολιτικά ορθών της Ευρώπης για τον σεβασμό της διαφορετικότητας. Μια αντίληψη που, ενώ καταδικάζει απόλυτα τη μισαλλοδοξία και τη βία, τις σχετικοποιεί και πρακτικά τις ανέχεται, όταν προέρχονται από τον «διαφορετικό», με το αιτιολογικό ότι αυτός βρίσκεται εξ ορισμού στη θέση του αδύναμου. Μια αντίληψη που αρνείται πεισματικά να δει ότι υπάρχουν κοινωνικοί χώροι όπου οι ρόλοι του «διαφορετικού» και του «ταυτοειδούς» είναι αντεστραμμένοι, όπου ο «διαφορετικός» είναι κυρίαρχος και ασκεί τη δική του βία με τους δικούς του πολιτισμικούς όρους. Οταν η Μέρκελ ανήγγειλε το τέλος της πολυπολιτισμικότητας, με την έννοια της συνύπαρξης κλειστών και πολιτισμικά ασύμβατων ομάδων στην ίδια κοινωνία, δεν το έκανε επειδή είναι μια σκληρόκαρδη Γερμαναρού. Το έκανε επειδή μπορεί να μη βλέπει πολύ μακριά ως πολιτικός, βλέπει όμως τι γίνεται γύρω της, σε αντίθεση με τους πολιτικά ορθούς. Και τα μάτια της αντίκριζαν μια προϊούσα, βίαιη διάβρωση της συνοχής του κοινωνικού ιστού με τον σχηματισμό παράλληλων κόσμων, που ο καθένας διεκδικούσε τη μεταχείρισή του σύμφωνα με τους δικούς του νόμους. Το έκανε επειδή έβλεπε πράγματα όπως, για παράδειγμα, γερμανικά δικαστήρια να αθωώνουν μουσουλμάνους που σακάτευαν στο ξύλο τις γυναίκες τους, δεχόμενα το επιχείρημα ότι αυτό επιτρέπεται από τη… Σάρια.

Αυτό το παρδαλό συνονθύλευμα ετερόκλητων πολιτισμικών αξιών και ηθών που ονομάστηκε «πολυπολιτισμικότητα» (multiculturalism) το εκφράζει ωραία η γερμανική γλώσσα με τον ειρωνικό νεολογισμό Multikulti, που παραπέμπει συνειρμικά σε εξεζητημένες φρουτοσαλάτες (tutti frutti). Μόνο που η λέξη πλάστηκε (όχι από αντιδραστικούς) σε μια εποχή η οποία είχε ακόμη την πολυτέλεια να εστιάζει στην παράδοξη ή κωμική πλευρά του φαινομένου, όχι στη διαλυτική δυναμική του. Σήμερα, είναι ολοφάνερο σε όσους δεν πετούν στα σύννεφα, ασχέτως ιδεολογικού προσανατολισμού, ότι η πολυπολιτισμικότητα μπορεί να είναι ανεκτή, βιώσιμη και μάλιστα ευπρόσδεκτη μόνον όταν ετερογενή εθνοτικά-πολιτισμικά στοιχεία αφομοιώνονται στις βασικές αξίες της κοινωνίας υποδοχής τους.

Υπό αυτό το πρίσμα, η περίπτωση της μικρής Μαρίας στην Ελλάδα και η περίπτωση της λιγότερο μικρής Λεονάρντα στη Γαλλία δεν συναντιούνται καθόλου στο σταυροδρόμι μιας κοινής, άδικης μοίρας των Ρομά, όπως θέλησαν να το παρουσιάσουν οι δικοί μας πολιτικά ορθοί σχολιαστές. Η Λεονάρντα φοιτούσε σε γαλλικό σχολείο, σημάδι επιθυμίας της ίδιας ή των γονιών της για ένταξη στη γαλλική κοινωνία, και η επιθυμία αυτή ακυρώθηκε με την απέλαση της οικογένειας, που δίκαια ξεσήκωσε διαμαρτυρίες. Η μικρή Μαρία πιθανότατα δεν θα φοιτούσε ποτέ σε σχολείο, θα την πάντρευαν στα δώδεκα ή δεκατρία της και θα αράδιαζε στη συνέχεια κουτσούβελα, δικά της ή αγορασμένα, για να εισπράττει επιδόματα που θα συμπλήρωναν το εισόδημά της από τη ζητιανιά. Αυτή τη μοίρα τής επιφύλασσε ο σεβασμός της «διαφορετικότητας».

Θα έφταιγε γι’ αυτή τη μοίρα η κουλτούρα των Ρομά ή η δυσανεξία της ελληνικής κοινωνίας απέναντί τους; Οι πολιτικά ορθοί είναι σίγουροι για το δεύτερο, αλλά ζητούν και τον σεβασμό του πρώτου. Διπλός ο παραλογισμός τους, γιατί όχι μόνο ζητούν δύο πράγματα που το ένα αποκλείει το άλλο αλλά και κάνουν ό, τι ακριβώς αποδοκιμάζουν οι αρχές τους: βλέπουν μια κοινότητα ως αδιαφοροποίητο σύνολο. Στον ισοπεδωτισμό του φοβικού και μισαλλόδοξου Ελληνα («Ολοι οι Τσιγγάνοι είναι βρώμικοι και κλέφτες») αντιπαραθέτουν τον δικό τους ισοπεδωτισμό («Ολοι οι Ρομά λαχταρούν να ενσωματωθούν στην ελληνική κοινωνία, αυτή όμως δεν τους δέχεται»). Ούτε οι μεν ούτε οι δε ενδιαφέρονται για τη μικρή Μαρία και για την κάθε μικρή Μαρία ως ανθρώπινο υποκείμενο. Ενδιαφέρονται για την επιβεβαίωση των ιδεολογημάτων τους.

Η «αρπαγή» της μικρής Μαρίας μού φέρνει στον νου ένα επεισόδιο από το γνωστό μυθιστόρημα του Ιουλίου Βερν «Ο γύρος του κόσμου σε 80 ημέρες». Διασχίζοντας την Ινδία, ο Φιλέας Φογκ φτάνει με τη συνοδεία του σε ένα χωριό όπου οι κάτοικοι ετοιμάζονται να κάψουν μια χήρα μαζί με τη σορό του άνδρα της, όπως επιτάσσει το τοπικό έθιμο. Ο άγγλος ταξιδιώτης επεμβαίνει βίαια και σώζει τη χήρα. Καθόλου δεν σεβάστηκε τη «διαφορετικότητα». Για έναν πολιτικά ορθό, έδρασε ως αποικιοκράτης και ιμπεριαλιστής, επιβάλλοντας τις αξίες του δικού του πολιτισμού σε έναν ξένο λαό.

Πολύ καλά έκανε. Γιατί ορισμένες αξίες πρέπει να είναι κοινές και οικουμενικές, ανεξάρτητα από το ποιος πολιτισμός τις αναγνώρισε και τις κατοχύρωσε πρώτος ως θεμελιώδεις.

Πώς να αγαπήσεις μια πολυκατοικία | Δημήτρης Ρηγόπουλος | URBAN LAB | LiFO

Λεπτομέρεια από φωτογραφία του Γιώργη Γερόλυμπου από την ελληνική συμμετοχή στην Μπιενάλε Αρχιτεκτονικής στη Βενετία.

 

Έβρεχε σίγουρα / εκείνες τις μακρόσυρτες φθινοπωρινές απογευματινές βροχές που μας έλειψαν φέτος / πρώτα χρόνια του γυμνασίου, επιστρέφοντας από το σχολείο / έχω ξεχάσει ποιες σκέψεις απασχολούν το κεφάλι ενός νεόκοπου εφήβου / νομίζω, εκείνη την εποχή, μέσα της δεκαετίας του ’80, από την πολύ νεωτερική φιλολογία περί «εφηβείας» που ήταν της μόδας στα ντουζένια της πασοκικής παντοδυναμίας, είχα πιστέψει ότι επρόκειτο για μια ακίνδυνη αρρώστια / παντού άκουγες και διάβαζες προειδοποιήσεις / οι πιο «μοντέρνες» καθηγήτριες στο σχολείο, που σίγουρα θα ψήφιζαν Κύρκο και είχαν συνήθως διπλά επώνυμα (Ελπινίκη Παπαϊωάννου–Συμπιλίδου), μας μίλαγαν για την εφηβεία με ένα απροσδιόριστο τουπέ, σαν να μας εξηγούσαν τον Μαρξ ή πυρηνική φυσική / η ιδέα δεν με ενοχλούσε, οι ακίνδυνες αρρώστιες μπορεί να έχουν και το γούστο τους, αναλογιζόμουν με ανομολόγητη ικανοποίηση / θυμάμαι πολύ καθαρά με πόση χαρά περίμενα να απομακρυνθώ από την οχλαγωγία του άχαρου σχολικού συγκροτήματος και την υποχρεωτική συναναστροφή με συμμαθητές που άρχιζες να τους συνηθίζεις, όπως περίπου είχες κάνει ήδη και με τα αδέλφια σου, και συγκαταβατικές συμμαθήτριες που έσπευδες να υποτιμήσεις για να μην τους κάνεις τη χάρη να σε υποτιμήσουν αυτές πρώτα / έτσι, η επιστροφή στο σπίτι εξελισσόταν σε μια αποχαυνωτική τελετουργία αποσυμπίεσης από το σχολικό χάος και σταδιακής απόσυρσης στον εαυτό και στους εφηβικούς μικρόκοσμους, που για μένα ήταν ό,τι πιο κοντά στην ιδέα της ευτυχίας / η βροχή, όταν μας έκανε τη χάρη, επέτεινε αυτό το μελαγχολικό πανηγύρι / κι επειδή ήμουν πολύ ευτυχισμένος και πολύ μόνος, ήταν πολύ εύκολο για μένα να ανακαλύπτω ομορφιά και ποίηση ακόμα και στα παρατημένα χαλίκια μιας οικοδομής / οτιδήποτε μεσολαβούσε στη διαδρομή από το σχολείο μέχρι το σπίτι ήταν δυνητικά το αντικείμενο ή το σκηνικό ενός μικρού ή μεγάλου έργου τέχνης / έτσι, όταν κάποιο τυχαίο βροχερό απόγευμα απολάμβανα την ιδέα πως το αγαπημένο μου μπλε αδιάβροχο μάρκας adidas δεν αφήνει τη βροχή να περάσει στο πουλόβερ και στο καρέ πουκάμισο με τις καφέ και κεραμιδί ρίγες, το μάτι μου έπεσε στα φωταγωγημένα καθιστικά δύο καινούργιων πολυκατοικιών που δεν είχα προσέξει μέχρι τότε / ήταν πολυκατοικίες που αργότερα, όταν θα μεγάλωναν λίγο, θα έκαναν μπαμ ότι χρίστηκαν τη δεκαετία του ’80 / επεξεργασμένο μάρμαρο, μεγάλες, συνεχόμενες μπαλκονόπορτες, χορταστικά μπαλκόνια και σκόρπια στοιχεία από ξύλο που «μαλάκωναν» την ψυχρότητα από το πολύ μάρμαρο και το γυαλί / μέσα, οι τοίχοι ήταν καλυμμένοι με ατελείωτες βιβλιοθήκες και αξιοπρεπείς ανατυπώσεις καλόγουστων «μοντέρνων» της ελληνικής ζωγραφικής / μπορούσες να φανταστείς τα ωραία χαλιά, τους αφράτους καναπέδες, τις διακοσμητικές λεπτομέρειες, αλλά αυτό που μου έκανε μεγαλύτερη εντύπωση ήταν ο φωτισμός / ένα μαλακό φως ξεπηδούσε από πολλές και διαφορετικές γωνίες / κάποια στιγμή ο ευτυχισμένος αστός θα έκανε ένα πέρασμα από το χολ ή θα άναβε την έγχρωμη τηλεόραση εντελώς ανυποψίαστος για το γεγονός ότι ένας καταμουσκεμένος έφηβος χαζεύει από απέναντι το σπίτι του σαν να βλέπει θέατρο / όσο πήγαινα γυμνάσιο δεν άλλαξα ποτέ διαδρομή, για να βλέπω κάθε μέρα τις δύο αυτές πολυκατοικίες, που στα μάτια μου έγιναν το απαύγασμα της γλυκιάς ζωής / βιβλία, χαλιά, το τσάι ή ο καφές που αχνίζει, ένα ωραίο μπαλκόνι για τις φωτεινές, καλοκαιρινές νύχτες / από τότε πίστεψα ότι κάθε διαμέρισμα μπορεί να γίνει ένα ζεστό κουκούλι ικανό να χωρέσει όλα τα καλά αυτού του κόσμου / ο Τσαρούχης το είχε πει πολύ καλύτερα / κάθε πολυκατοικία είναι κι ένας ιερός τόπος, γιατί εδώ έκαναν έρωτα άνθρωποι / ή περίπου έτσι, γιατί χρόνια ψάχνω την ακριβή διατύπωση και δεν τη βρίσκω / κάπως έτσι αγάπησα τις πολυκατοικίες και κάπως έτσι αγάπησα και την Αθήνα. Πηγή: www.lifo.gr

 

 

Πώς να αγαπήσεις μια πολυκατοικία | URBAN LAB | LiFO.

Νίκος Ερηνάκης und die Haken

 

Ο Νίκος Ερηνάκης είναι ποιητής. Νέος ποιητής. Ποιητής που έρχεται. Εδώ, κάνει κι άλλα. Πιο πολλά. Λιγότερα απ’ όσα είναι έτοιμος να κάνει. Ναι.

Ντίνος Χριστιανόπουλος | «Μνήμη Πολυτεχνείου» | photo by ©Paolo Pellegrin

 

«Το πάρκο του Νοέμβρη με τα πεσμένα φύλλα και οι φοιτητικές πορείες με τα ξεθυμασμένα συνθήματα μου φέρανε στο νου το λοκατζή τον Γιάννη. Ήταν οι μέρες με τα γεγονότα· τον είχα χάσει. Όταν τον ξαναβρήκα, “Ήμασταν στην Αθήνα”, μου είπε· “μας πήγαν στο Πολυτεχνείο και τα κάναμε γυαλιά-καρφιά. Δυο μέρες σπάναμε, τίποτα όρθιο δεν αφήσαμε ― κατάλαβες: δήθεν οι φοιτητές”. “Καλά, εσείς δε δείρατε, δεν μπαγλαρώσατε;” ρώτησα ταραγμένος. “Όχι, αυτά τα κάναν άλλοι, από πριν”. Έφυγε ένα βάρος από πάνω μου: άσκημο πράγμα να ’χεις φίλους πραιτοριανούς, να αγκαλιάζεις πόδια που κλοτσούσαν θύματα πριν από λίγο.»

λεξήματα: Notes de passage | Αποστόλης Αρτινός

Η εκδήλωση της ποίησης είναι μια εκδήλωση μέθης, μιας τρελλής μέθης της γλώσσας. Και το ποίημα το μόνο ορατό ίχνος αυτής της μέθης.

Δεν είναι αποκάλυψη το ποίημα, είναι η φανέρωση της απόκρυψης, η θεωρία του μη ορατού, του μη διαθέσιμου νοήματος.

Σ’ αυτή τη σιωπή του νου, τη πιο βαθιά πλέον σιωπή, όπου ο λόγος αναπληρώνει τη ζωή και αναστέλλει το νόημα, η γλωσσική παράβαση του ποιήματος είναι στην πραγματικότητα μια παράβαση καθολική, μια παράβαση όλων των ανθρωπολογικών δυνατοτήτων.

Ίσως το ποίημα να είναι έτσι για τον άνθρωπο αυτό το ενδεχόμενο, το μοναδικό ενδεχόμενο, ενός ακέραιου πένθους.

Δειγμα:

Σαφέστατα μιαν άλλη εποχή
πιο μακρινή απ’ αυτή την αυγουστιάτικη νύχτα
τα ποιήματα θα γράφονται σε πιο απλό επίπεδο
Στο μεταξύ προσέξτε αυτούς τους ατημέλητους ρυθμούς
διασκορπίστε τους
και διασχίστε ήσυχα τη βία της αναμονής τους

 

λεξήματα: Notes de passage.

Σώτη Τριανταφύλλου | Σύντομο γράμμα από τη Νέα Υόρκη (Επιστροφή στο Άλφαμπετ Σίτι)

Ο Ιανουάριος δύει κόκκινα και πορτοκαλί· αρρώστησα κιόλας τρεις φορές κι έγινα καλά τέσσερις. Η πόλη διαστέλλεται σφαιρικά, φωτεινά κι έγχρωμα· οι κήποι μοιάζουν ηλεκτρικοί. Οι αλκυονίδες μέρες θα κρατήσουν μέχρι το καρναβάλι – στέκομαι, νωρίς το πρωί, στη λεωφόρο D· περιμένω το λεωφορείο μπροστά στο σκυθρωπό εργοστάσιο της Έντισον· απ’ τον ωκεανό φυσάνε παγωμένοι άνεμοι.

Για χρόνια, οι μέρες περνούσαν αργά, με τεράστια τικ τακ, με χέρια που κινούνταν κυκλικά – οι νύχτες έτρεχαν σαν τ’ άλογα που είχα δει στο ροντέο της φυλακής του Χάντσβιλ. Μερικές φορές συνέβαιναν πράγματα που μεγεθύνονταν: τα προσπερνούσα πετώντας σαν το τρελό πουλί του πεπρωμένου. Τώρα με παρσύρει το κύμα του μέλλοντος: δεν αναβάλλω τίποτα – ό,τι δεν μπορεί να γίνει αυτή τη στιγμή, δεν θα γίνει ποτέ. Διασταυρωνόμαστε στην 11η οδό, στην πλατεία όπου κάποτε στρατοπέδευαν οι άστεγοι· εσύ νοσταλγείς ήσυχες πολιτείες -το πάρκο των όπλων στο Κάρντιφ- εγώ ψάχνω ακόμα τη Μοναχική Λεωφόρο που τραγουδούσε ο Ντοκ Πόμους. Oι νύχτες αρχίζουν αργά και τελειώνουν νωρίς: στην πρωινή λευκότητα, oι μορφές σκύβουν στα ελικοδρόμια, οι στρατιές του σκοταδιού σβήνουν κι εξαϋλώνονται – νωχελικοί μαύροι μαζεύουν τα σκουπίδια της νύχτας στη γωνία 5ης και C. Ζω τυχαία, διασχίζοντας ένα χαμένο εμβαδόν: ο κόσμος είναι η χύτρα της μάγισσας, κι έχω πέσει στον πάτο της. Βλέπω φαντασμαγορικά όνειρα: φρούτα πλέουν στο διάστημα, ο κόσμος είναι εξαίσια φωταγωγημένος. Φαίνεται μακρινός ο καιρός που οι μέρες ήταν ωμές, που τα τοπία ήταν τυφλά – τώρα περπατάω μ’ ελαφρά βήματα έξω απ’ το Τίφφανυ’ς· τα τζάμια θρυμματίζονται και τα διαμάντια κυλάνε στα πεζοδρόμια.

Είμαι ευτυχισμένη που βρίσκομαι έξω απ’ τη φυλακή του Χάντσβιλ κι όχι μέσα· που δεν είμαι ξαπλωμένη σε συρτάρι νεκροτομείου. Είμαι γεμάτη ευγνωμοσύνη: τα σύννεφα με προσπερνούν κι εγώ βαδίζω εδώ, πάνω στον ζωντανό, επίχρυσο χάρτη του Καίσαρα.  Είναι μακρύς ο χειμώνας: οι σκιές σκουραίνουν κι οι άνεμοι βρυχώνται· – αστραφτερές βροχές χτυπάνε τις γέφυρες.

 

ΣΩΤΗ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ

[ Ηνωμένες Πολιτείες Ευρώπης (ΗΠΕ) ] | Editorial της «Books’ Journal»

«Να αφαιρεθούν αρμοδιότητες από τα εθνικά κράτη και να ανατεθούν σε ένα ευρωπαϊκό ομοσπονδιακό κράτος», οραματιζόταν ο πρωτοπόρος ευρωπαϊστής Αλτιέρο Σπινέλλι, πρόσωπο καθοριστικό για την πορεία της Ευρωπαϊκή Ένωσης. Εξόριστος στο νησάκι Βεντοτένε, λόγω της αντιφασιστικής δράση του κατά του καθεστώτος Μουσολίνι, ο Σπινέλλι, μαζί με τον σύντροφό του Ερνέστο Ρόσσι, συνέταξε το «Μανιφέστο του Βεντοτένε» με το οποίο διακηρύχθηκε ότι το πρώτο πρόβλημα που χρειαζόταν να επιλυθεί μετά τη λήξη του πολέμου ήταν «η εξάλειψη της διαίρεσης της Ευρώπης σε εθνικά κράτη». Ο συγγραφέας Ινάσιο Σιλόνε, εκτελεστικός γραμματέας του Σοσιαλιστικού Κόμματος Ιταλίας, ένα χρόνο μετά, μιλώντας για «αντιδραστικά συστήματα της εθνικής κυριαρχίας» που έπρεπε να καταργηθούν, αναφέρθηκε σε μια πολιτική Ένωση της Ευρώπης.

Ίσως ο πιο κοντινός θεωρητικός όρος για τον Αλτιέρο Σπινέλλι, τον Ρόσσι, τον Σιλόνε, εκείνη την εποχή, να ήταν ο οικείος όρος της Αριστεράς: προλεταριακός διεθνισμός. Μπορεί στην πορεία να μην αποδείχθηκε προλεταριακός ούτε καν διεθνισμός, μπορεί η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης να ανέδειξε εγκλήματα κατά των λαών και να απελευθέρωσε τον καταστροφικό εξτρεμισμό των δυνάμεων του εθνικισμού, αλλά όσο κρατούσε ο πόλεμος εναντίον του φασισμού οι ελεύθεροι ευρωπαίοι πολίτες μπορούσαν να ονειρεύονται. Και μετά, βεβαίως…

Τα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου, πάντως, ήταν προφανές ότι μια ευρωπαϊκή ομοσπονδία δεν ήταν δυνατόν να έχει σχέση με το μοντέλο της Σοβιετικής Ένωσης. Μια ευρωπαϊκή ομοσπονδία όφειλε να είναι αποτέλεσμα της ελεύθερης βούλησης των λαών, να προϋποθέτει την ελευθερία των πολιτών εντός της και να επιδιώξει να υπάρξει σε μια οικονομική βάση που θα προϋπέθετε την ελευθερία και την ευημερία. Από την ίδρυση, στις 18 Απριλίου 1951, της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ανθρακος και Χάλυβος, έως την Ευρώπη των 27, τα βήματα που έγιναν είναι τεράστια. Μπορεί στον σχεδιασμό της υπερεθνικής Ευρώπης να μην κυριάρχησαν οι φεντεραλιστές, μπορεί δηλαδή να μην παραχωρήθηκαν κυριαρχικά δικαιώματα των εθνικών κρατών σε μια Ομοσπονδία με ενιαία κεντρική κυβέρνηση και ενιαία πολιτική έκφραση, αλλά τέθηκαν οι βάσεις για τη δημιουργία μιας τέτοιας Ομοσπονδίας. Ο σύμβουλος του γάλλου υπουργού Εξωτερικών, Ρομπέρ Σουμάν, Ζαν Μονέ, το καθοριστικό δηλαδή πρόσωπο για την εξέλιξη της Ευρώπης σε μια ήπειρο ειρήνης και ευημερίας, που εισηγήθηκε τη μακρά πορεία προς την Ομοσπονδία, πρότεινε τη βήμα προς βήμα πορεία προς την ενιαία έκφραση. Προφανώς είχε δίκιο. Προφανώς, δηλαδή, εκκινώντας από την οικονομία, η ευρωπαϊκή ουτοπία σιγά σιγά απέκτησε απτά χαρακτηριστικά. Έγινε, θα το λέγαμε με μια σύγχρονη έκφραση, ελκυστικό project. Ως εκ τούτου οι κυβερνήσεις, κατ’ εξουσιοδότηση των πολιτών τους, θέλησαν να συμμετάσχουν σ’ αυτό.

Παράλληλα, ωστόσο, με τους «πραγματιστές», που προχωρούσαν την εμβάθυνση της οικονομικής ενοποίησης, κινούνταν και οι οραματιστές, στοχαστές κυρίως και πολιτικές δυνάμεις που, με θεωρητική αφετηρία τα ιδεολογικά προτάγματα της νεωτερικότητας, συνέχισαν να διεκδικούν την υπέρβαση των εθνικών κρατών, την ενιαία ευρωπαϊκή πολιτική έκφραση, τις Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης. Ανάμεσά τους, συγκαταλέγεται κι ο γερμανός στοχαστής Γιούργκεν Χάμπερμας, ο εισηγητής του όρου «μεταεθνικός αστερισμός».

Η δυνατότητα εμβάθυνσης προς μια ευρωπαϊκή Ομοσπονδία, κατά τον Χάμπερμας, δεν είναι απότοκο μόνο πολιτικής βούλησης. Ίσα ίσα. Για πρώτη φορά στην ιστορία, λέει, το εθνικό κράτος είναι τόσο ανίσχυρο μόρφωμα. Η τεχνολογική επανάσταση που βρίσκεται εν εξελίξει καθιστά διάτρητα τα σύνορα και, όπως επεξηγεί ο Στέφανος Παπαγεωργίου, «οδηγεί στην υποκατάσταση του “κυρίαρχου της επικράτειας” από τον “κύριο της ταχύτητας” […]. Το κράτος έχει πλέον στα χέρια του μια μερικώς άχρηστη εξουσία αλλά και μια μερικώς “αδιάφορη” νομιμοποίηση» (βλ. τον πρόλογο της ελληνικής έκδοσης του Μεταεθνικού αστερισμού, Πόλις, Αθήνα 2003).

Αλλά ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση προχωρούσε απορροφώντας έως τώρα τους κραδασμούς από τις κατά καιρούς κρίσεις που έπρεπε να αντιμετωπίσει, και ενώ τα δεδομένα επέτρεπαν, ίσως μάλιστα και να επέβαλλαν τη βαθμιαία υπέρβαση από τα εθνικά κράτη προς την Ομοσπονδία, τα τελευταία χρόνια οι πολιτικές ηγεσίες των εθνικών κρατών επέμειναν στη διαχείριση ενός μορφώματος παρά στη μετεξέλιξή του που, ούτως ή άλλως, όπως δείχνουν οι εξελίξεις ήταν αναγκαία. Η εισαγωγή του ενιαίου νομίσματος και η ελεύθερη διακίνηση αγαθών και εμπορευμάτων στην ευρωπαϊκή επικράτεια ήσαν ελλιπείς και, πάντως, προσωρινές προσαρμογές όσο δεν δινόταν πολιτική λύση με φυγή προς τα μπρος: προς την Ομοσπονδία, την ενιαία δηλαδή πολιτική έκφραση της Ευρώπης. Σε αυτό το σημείο ήρθε η κρίση για να διαπιστωθεί ότι οι πολιτικοί των ευρωπαϊκών εθνικών κρατών είναι φοβισμένοι διαχειριστές και αδυνατούν να εμπνεύσουν και, πολύ περισσότερο, να βαθύνουν τις ενοποιητικές μεταρρυθμίσεις. Η «επίθεση των αγορών στο κοινό νόμισμα» απλώς οχύρωσε τις συντηρητικές πολιτικές δομές της Άνγκελα Μέρκελ και του Νικολά Σαρκοζί πίσω από μια ρητορική που απευθύνεται στα δικά τους εθνικά ακροατήρια, στους ψηφοφόρους τους, στη δική τους πολιτική ισχύ και στην εξασφάλιση των μηχανισμών εξουσίας που ελέγχουν – όχι στο προχώρημα και το βάθεμα της Ευρώπης.

Πριν από μερικές μέρες, ο Γιούργκεν Χάμπερμας, βρέθηκε στη Γαλλία, όπου μίλησε και σε φοιτητικό ακροατήριο, εκφράζοντας για μια ακόμα φορά την οργή του για τους ηγέτες των ευρωπαϊκών χωρών που αδυνατούν να αντιμετωπίσουν την κρίση σαν Ευρωπαίοι . Παρά τον ζόφο των προβλέψεων, ωστόσο, ο Χάμπερμας έχει ακόμα καλά κρυμμένη μια οπτιμιστική σπίθα. Πιστεύει ότι τα κράτη δεν έχουν δικαιώματα, ότι δικαιώματα έχουν μόνο οι άνθρωποι – και ελπίζει ότι, αφού δεν μπορούν οι ηγεσίες, είναι η ώρα να μιλήσουν οι πολίτες.

Θα καταφέρουν άραγε οι ευρωπαίοι πολίτες να διεκδικήσουν και να υπερασπιστούν την Ευρώπη; Θα μπορέσουν να ξεπεράσουν την παθητικότητα, θα απαρνηθούν το ρόλο των θεατών, θα διεκδικήσουν ό,τι κερδήθηκε με κόπο αλλά μεταφράστηκε κυρίως ως ευκαιρία για καταναλωτικές συμπεριφορές, για ευμάρεια και για περισσότερη ιδιώτευση; Θα διεκδικήσουν τον πολιτικό τους ρόλο όπως τον κατέκτησαν στο πλαίσιο της νεωτερικότητας ή θα παραμείνουν απαθείς μπροστά στις εξελίξεις, θύματα του εθνοκεντρικού λαϊκισμού των περισσότερων ηγεσιών τους; Το στοίχημα των Ηνωμένων Πολιτειών Ευρώπης δεν πρέπει να χαθεί.

ΥΓ. Όσο για τους Έλληνες, η μετάδοση και η γιγάντωση της κρίσης στην Ευρώπη δεν είναι η ευκαιρία που περίμεναν για να χαλαρώσουν, είτε σε δημοσιονομικό είτε σε οποιοδήποτε άλλο επίπεδο, και να αρχίσουν να ρίχνουν τις ευθύνες για την ελληνική κατάρρευση στους άλλους. Η πορεία, εδώ, είναι υπαρξιακός μονόδρομος: μεταρρυθμίσεις, μεταρρυθμίσεις, μεταρρυθμίσεις. Όσο επώδυνες και να είναι, είναι ο μόνος δρόμος.

[ Όρθιοι· ]

 

Η άνω τελεία είναι μία διττή ανθρώπινη κατάσταση· είναι και τελεία ―δείχνοντας σαφώς μια κατάσταση τελειωμένη, τέλεια―, αλλά και άνω ταυτόχρονα ― δείχνοντας πως είναι έτοιμη να αυτοαναιρεθεί πετώντας μακριά. Η άνω τελεία στέκεται, παρότι κινούμενη, στη θέση της· ισορροπεί ανάμεσα στο «τέλος» και στην «αρχή»· όπως ακριβώς και οι άνθρωποι. Η άνω τελεία «είναι ένα ακατάπαυστο σώμα που δεν καταλήγει».

[d_A]

Στη φωτό, οι χορευτές Ριαλένα Νικοδήμου και Αντώνης Αντωνίου, από ένα project του χορευτή και χορογράφου Γιάννη Παπακαμμένου.

ευτυχία παναγιώτου | μαύρη μωραλίνα

Η Ευτυχία Παναγιώτου, στο δεύτερο ποιητικό βιβλίο της Μαύρη Μωραλίνα, πειραματίζεται στο πεδίο της εξομολογητικής ποίησης πλάθοντας μια ιστορία για ποικίλες μορφές καταπίεσης, όπως εκφράζονται σε ένα σύστημα αποικιοκρατίας ή ολοκληρωτισμού, αλλά και στις διαπροσωπικές σχέσεις. Στην ιστορία της μαύρης Μωραλίνας, μιας νεαρής νέγρας που αναζητά στο χάρτη το σημείο όπου όλοι οι άνθρωποι είναι ευτυχισμένοι, ρόλοι και όρια είναι ρευστά και το μέλλον προμηνύεται επικίνδυνα αβέβαιο. Η μαύρη Μωραλίνα όμως δεν φοβάται πια το ύψος, δεν φοβάται το κενό, ζωγραφίζει στο τετράδιό της ένα τρίγωνο και τραγουδά ένα σπαρακτικό τραγούδι: «Με ανάπηρους τους φθόγγους των πουλιών / νεκρόφιλος κανείς δεν είναι». Πιστεύει με όλο της το είναι πως «ό,τι αντέχει / ανθίζει μουσική». Και τότε φόβος και τρέλα ανοίγονται στην έκσταση.

Η Παναγιώτου, με τη Μαύρη Μωραλίνα, δίχως να αναθεματίζει τις εσωτερικές, προσωπικές διεργασίες, υπερθεματίζει στην πολιτικοκοινωνική αγωνία. Προχωρά ένα βήμα μπροστά και καταθέτει, μέσα σε μια εποχή που ακροβατεί, τη δική της ουτοπία: το προσωπικό και το συλλογικό μπλέκονται γοητευτικά, και ο αναγνώστης διεκδικεί τη δική του θέση στις λέξεις.

Η Ευτυχία Παναγιώτου γεννήθηκε στη Λευκωσία το 1980. Σπούδασε φιλοσοφία στην Αθήνα και νεοελληνικά στο Λονδίνο. Εργάζεται ως επιμελήτρια εκδόσεων, ασχολείται με τη μετάφραση ποίησης και γράφει άρθρα σχετικά με τη λογοτεχνία σε περιοδικά και εφημερίδες.

Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, στα ιταλικά και στα γερμανικά.

Έχει γράψει τη συλλογή ποίησης μέγας κηπουρός (Κοινωνία των (δε)κάτων, 2007).

Η Μαύρη Μωραλίνα είναι το δεύτερο βιβλίο της.

* * * *

(Ποίηση, ISBN: 978-960-04-4122-2, σελ. 72, τιμή: 9,5 €, Δεκέμβριος 2010)

Μίλτος Σαχτούρης – 29.03.2005

 

ΠΕΤΡΟΣ

 

Πάλι τί καννιβαλισμὸς αὐτὴ τὴν Ἄνοιξη

λουλούδια καταβρόχθισαν τὶς μέλισσες

πουλιὰ τοὺς φάγαν τὰ ἐντόστια τὰ γεράκια

τὸ τριαντάφυλλο ἔμεινε ὁλομόναχο

κι ὁ μενεξὲς μεταμορφώθη σὲ κηδεία

*

Δὲν ἔχει ἄλλα λουλούδια νὰ σοῦ φέρω

ὅμως μιὰ μέρα θὰ γίνω ὁ μέγας κηπουρὸς

φυτεύω θὰ κλαδεύω θὰ ποτίζω

θὰ ’χω τὸ σπίτι μου πάνω σ’ ἕνα σύννεφο

θ’ ἀνάβω τὰ ὄνειρά μου μὲ τὸν ἥλιο

*

Σήμερα ἀκόμα εἶμαι ἕνας πλοηγὸς

συνένοχος γιὰ τὶς λάσπες τὰ λεμόνια

τοὺς τενεκέδες στὸ νερὸ μέσ’ στὸ λιμάνι

τρελαίνω τὴ σειρῆνα σπέρνω τὸ αἷμα μου

φορῶ γυαλιὰ ἀπὸ πέτρα καὶ μὲ λένε Πέτρο

Anne Sexton – Ερωτικά ποιήματα (Love Poems)

Κατηγορία: Παγκόσμια Ποίηση
ISBN: 978-960-6781-70-4
Ημερ. Έκδοσης: 18/02/2010
Μετάφραση: Ευτυχία Παναγιώτου
Σελίδες: 112
Εισαγωγή-Επίμετρο: Ευτυχία Παναγιώτου

Η Ανν Σέξτον αποτελεί ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά παραδείγματα ποιητών που έγραφαν για να ζήσουν. Όταν έγραφε τα  Ερωτικά ποιήματα (1969) εμπνεόταν από το θάρρος μα και τη λάμψη της γυναίκας εκείνης που είχε γνωρίσει το θερμό χάδι της κοινωνικής αποδοχής: το βραβείο Πούλιτζερ. Παράλληλα ταλανιζόταν από τις φαντασιώσεις και την ερωτική επιθυμία της γυναίκας που παρέμενε ανέγγιχτη από τον ίδιο της τον άντρα. Στα ποιήματα αυτά πλάθει μια πολυδύναμη γυναικεία περσόνα που μοιάζει σχεδόν αδύνατον ν’ αποτελεί ένα και μόνο πρόσωπο. Με τη φωνή της, άλλοτε σπαρακτική κι οργισμένη, άλλοτε λυρική κι ονειρική, άλλοτε επηρεασμένη από το  κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο κι άλλοτε περιχαρακωμένη στο μικρόκοσμό της, καλύπτει ένα μεγάλο φάσμα της ερωτικής εμπειρίας σε περιόδους όπου οι κοινωνικές συνθήκες, ο ρόλος της γυναίκας και ειδικά ο πόλεμος καθιστούσαν τις  ανθρώπινες σχέσεις ιδιαίτερα δύσκολες, δίνοντας όμως άπλετο χώρο στη μνήμη να τις ανασκευάσει και στη φαντασία την ελευθερία να τις αναπλάσει. Η συλλογή περιλαμβάνει τόσο λυρικά ποιήματα, αντικατοπτρισμούς της νοσταλγίας τής ερωτικής αγάπης, που τις πιο πολλές φορές έχει ήδη χαθεί, όσο και πιο τολμηρά, που μοιάζουν με μανιφέστα σεξουαλικής  απελευθέρωσης, υπέρ του έρωτα έξω από τις συμβάσεις του γάμου.

Στο πλαίσιο της αντίληψης για τον έρωτα εντάσσεται και ένα παθιασμένο αντιπολεμικό αίσθημα, ένας αδιαπραγμάτευτος πόθος για την ειρήνη που, σαν την αποστερηθούν οι άνθρωποι, αποκτηνώνονται.

Η γυναίκα στα ερωτικά ποιήματα της Ανν Σέξτον μοιάζει με μια νέγρα του Βορρά που παλεύει για την ισότητα, την ελευθερία και την αδελφότητα και που σαν μαύρο πρόβατο ξεγλιστρά από την αγέλη. Για να βρει μαζί και τον έρωτα, που είναι δυσεύρετος, για να βρει την αληθινή αφή που είναι δύσκολο όπλο. Γράφοντας ποιήματα σωματικά, διαποτισμένα από την έξαψη και την έξαρση της ερωτικής επιθυμίας και, το πιο σπουδαίο, πλήρως απαλλαγμένα από ιδεολογήματα.

Εφόσον από νωρίς το κατάλαβε: μ’ ένα άγγιγμα ξεκινά η ζωή και μ’ ένα άγγιγμα τελειώνει. Με κάποιον τρόπο όμως κάπως συνεχίζεται.

Η ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

Η Ανν Γκρέι Χάρβεϊ, γνωστή ως Ανν Σέξτον, γεννήθηκε στις 9 Νοεμβρίου 1928 στο Νιούτον της Μασσαχουσέττης. Η σχέση  της με την ποίηση αρχίζει σε ηλικία περίπου 17 ετών, όταν δημοσιεύει ορισμένα από τα πρωτόλειά της στο ετήσιο σχολικό λεύκωμα. Η Ανν συνεχίζει τις σπουδές της στο Garland School της Βοστόνης, όπου γνωρίζει τον Άλφρεντ Μούλερ Σέξτον ΙΙ  (ψευδώνυμο: Κάγιο), με τον οποίο τελικά παντρεύεται και αποκτά δύο κόρες.

Εξαιτίας των οικονομικών τους προβλημάτων επιστρέφουν στη Μασσαχουσέττη, ο Κάγιο κατατάσσεται στο Ναυτικό και οδηγείται στην Κορέα, ενώ η Ανν εκμεταλλεύεται την εντυπωσιακή εμφάνισή της και παρακολουθεί μαθήματα για μοντέλα στο Hart Agency, εργαζόμενη μάλιστα ως μοντέλο για κάποιο διάστημα. Το 1954, έγκυος στη δεύτερη κόρη της, εμφανίζει έντονα συμπτώματα κατάθλιψης. Πρόκειται για το ξεκίνημα μιας ολέθριας σχέσης της ποιήτριας με το θάνατο, την απελπισία, αλλά και την ποιητική της τέχνη, την οποία αρχικά προσεγγίζει ως θεραπευτική μέθοδο, μετά την παρότρυνση του ψυχιάτρου της δρ Μάρτιν Ορν. Ανάμεσα σε απόπειρες αυτοκτονίας, ψυχωσικά επεισόδια και εγκλεισμούς σε ιδρύματα νοσηλείας, η Ανν Σέξτον εκδίδει το 1959 την πρώτη της ποιητική συλλογή, που τυγχάνει θερμής υποδοχής, όπως και η επόμενη, που κυκλοφορεί το 1962. Το 1965, μετά από επτά χρόνια εξαρτημένης ψυχοθεραπείας, ο δρ Μάρτιν Ορν μετακομίζει στη Φιλαδέλφεια, γεγονός που κλονίζει τις εύθραυστες, ούτως ή άλλως, βάσεις της ψυχικής της υγείας. Περίπου την ίδια περίοδο γράφει το βιβλίο της Ζήσε ή Πέθανε, για το οποίο  τιμάται το 1967 με το Βραβείο Πούλιτζερ. Παράλληλα, συνεχίζει να γράφει ποίηση και να διδάσκει Αγγλική Λογοτεχνία σε  Γυμνάσιο της Μασσαχουσέττης. Ακολουθεί ένα διάστημα αναγνώρισης του ποιητικού έργου της με διδακτορικούς τίτλους και υποτροφίες, ωστόσο η ψυχική της νόσος διαρκώς επιδεινώνεται. Το 1973 νοσηλεύεται τρεις φορές, ζητά διαζύγιο από τον σύζυγό της, ενώ η κατάστασή της απομακρύνει σταδιακά από κοντά της και τους πιο επιστήθιους φίλους της.

Στις 4 Οκτωβρίου επιστρέφει στο σπίτι της και κάνει μία ακόμη απόπειρα αυτοκτονίας, επιτυχημένη αυτή τη φορά, στο γκαράζ, μέσα στην κόκκινή της Cougar, αφήνοντας αναμμένη τη μηχανή και το ραδιόφωνο ανοιχτό.

* * *

Αυτό το βιβλίο το έζησα από πολύ κοντά, όπως και ο ποιητής Αργύρης Παλούκας. Αλλά δεν έχει τόση σημασία αυτό. Περισσότερη σημασία έχει να βλέπεις μια ποιήτρια να δουλεύει με όλο το πάθος και την προσήλωση που μπορεί ένας άνθρωπος ν’ αφιερώσει σ’ ένα έργο. Κι αυτό, όπως και να το δει κανείς, είναι σημαντικότερο απ’ οποιοδήποτε ποίημα, απ’ οποιαδήποτε μετάφραση. Ευτυχία, τα σέβη μου. Κι έχουμε ακόμη δρόμο…

Τζένη Μαστοράκη: Δ. Ν. Μαρωνίτης, Η πεζογραφία του Γιώργου Χειμωνά, εκδ. Κέδρος 2007, σελ. 124

Ούτε κουρσάρος, ούτε προσκυνητής

Μόνο ευθείες

ΣΚΕΦΤΟΜΑΙ ΚΑΤΙ ΠΟΥ ΛΕΕΙ Ο ΜΑΡΩΝΙΤΗΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΧΕΙΜΩΝΑ: «ΛΙΓΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΚΑΙ ΛΙΓΑ ΕΡΓΑ ΜΑΣ ΦΕΡΝΟΥΝ ΣΕ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΜΗΧΑΝΙΑ ΚΑΙ ΤΟΥΤΟ ΥΠΟΘΕΤΩ ΕΧΕΙ ΝΑ ΚΑΝΕΙ ΜΕ ΤΗΝ ΑΞΙΑ ΤΟΥΣ». ΘΑ ΗΘΕΛΑ ΝΑ ΤΟΥ ΤΑ ΠΑΡΩ ΑΥΤΑ ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΝΑ ΤΟΥ ΤΑ ΕΠΙΣΤΡΕΨΩ. ΕΤΣΙ ΑΚΡΙΒΩΣ ΑΙΣΘΑΝΟΜΑΙ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΤΟΥ, ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΚΑΙ ΣΤΟΥΣ ΔΥΟ ΤΟΥΣ.

Και με τον Χειμωνά και με τον Μαρωνίτη έχω μια μακριά προϊστορία, δημόσια και ωστόσο προσωπική: καθένας τους με τον δικό του τρόπο, με κάποιο κείμενό του δηλαδή, με έχει σημαδέψει σε διάφορες ηλικίες και ήταν εποχές που μια δημοσίευσή τους, μεγάλη ή μικρή, μπορούσε να σφραγίσει ολόκληρη χρονιά. Ο Χειμωνάς ήταν η φωνή από τα έγκατα. Κάθε νέο βιβλίο του ερχόταν να με συνεπάρει σαν φλεγόμενο παραμύθι που μιλούσε σε ό,τι πιο αμίλητο είχα μέσα μου. Ο Μαρωνίτης πάλι ήταν η φωνή μέσα από τα σύννεφα. Ο λόγος του τάραζε τα νερά, τολμηρός, ριψοκίνδυνος, αδιαπραγμάτευτος: ένας λόγος υψηλού κόστους και υψηλού πάθους, που δεν υπολόγιζε ούτε την έκθεση ούτε την πρόκληση.

Εκείνες τις εποχές, κάποια από τα σπουδαία κείμενα αυτού του τόμου τα έζησα ένα ένα στην ώρα τους, σχεδόν εν θερμώ. Καθένα από αυτά ήταν και ένα γεγονός. Και τώρα που τα ξαναδιαβάζω όλα μαζί, με αρκετή μελαγχολία, αλλά και με την ίδια παλιά συγκίνηση, διαπιστώνω πως μέσα μου μετρούν ακόμη όπως και τότε. «Γεγονότα» είναι πάλι, εγγεγραμμένα πια και σε μιαν άλλη διάσταση. Η συνάντηση των δυο τους ήταν συναρπαστική. Και αποκλειστική – έτσι την ένιωθα: κανένας άλλος δεν μπορούσε να μπει ανάμεσά τους. Τους κρυφάκουγα να μιλούν σε μια γλώσσα που ήταν μοιρασμένη και διπλή και ταυτόχρονα ενιαία και αδιαίρετη και τους φανταζόμουν σαν δύο ωραία θηρία που πλησιάζονται και οσφραίνονται το κοινό τους αίμα. Ή με τον τρόπο του Χειμωνά: δύο κήρυκες που διανύουν το αχανές, ώσπου να συναντηθούν πάνω από ένα ανασκαμμένο πεδίο μόνο και μόνο για να διαπιστώσουν, εκεί ακριβώς, χωρίς «εάλω» και «νενικήκαμεν», πως έρχονται από την ίδια πατρίδα.

Την περιπλάνηση του Χειμωνά την έχω ακολουθήσει μόνο φανταστικά. Κάθε που χρειαζόταν να τον κοιτάξω από λίγο πιο κοντά, έγραφα γύρω του μεγάλες καμπύλες, ζητώντας να τον καθρεφτίσω πρώτα κάπου αλλού για να μη με μαρμαρώσει. Τις διαδρομές του Μαρωνίτη όμως, τώρα που τον ξαναδιάβαζα με μια νηφάλια χρονική απόσταση, νομίζω πως τις είδα σχεδόν καθαρά. Ούτε μία καμπύλη που να παρηγορεί, ούτε μία τεθλασμένη που να δραπετεύει: μόνο ευθείες. Και δεν υπάρχει τίποτα πιο τρομερό και πιο περιπετειώδες από την ευθεία.

Είναι στοιχεία μιας μυστικής γεωμετρίας οι ευθείες του και χτίζουν, πότε οριζόντιες και πότε κάθετες, έναν αόρατο κάνναβο πάνω από το έργο του Χειμωνά. Με μία διαφορά όμως: στα τετραγωνάκια του αόρατου πλέγματος ο Μαρωνίτης δεν απομονώνει λεπτομέρειες από τον Χειμωνά για να τις αναδείξει. Αποθέτει τα δικά του, πολύ προσωπικά «σήματα», μ΄ ένα αίσθημα παλλόμενο και συνάμα οριακά συγκρατημένο. Η συγκίνηση παραμένει γι΄ αυτόν μια «σκοτεινή πηγή που υπόκειται». Δεν ανεβαίνει ποτέ στην επιφάνεια.

Με μία εξαίρεση: τη συνομιλία με τον Βαγγέλη Χατζηβασιλείου στο τέλος του βιβλίου. Αν ο Μαρωνίτης, ζώντος του Χειμωνά, υπήρξε ένας ιδεώδης παραλήπτης και αποστολέας, με τον Χειμωνά φευγάτο πια, αφήνει τη σκοτεινή πηγή του, όχι να αναβλύσει, αλλά να φανεί μόνο μέσα από κάποιες βίαιες ρωγμές. Μια πικρή παρατήρηση σαν κι εκείνη για το «τέλος του Νάρκισσου», θα μπορούσε να κρύβει προπαντός ένα πράγμα: την άγρια οργή ενός μοναχικού πια αποστολέα μπροστά στο άδικο του θανάτου.

Πέρα για πέρα ισότιμος και αυτόνομος


Ξανά στον κάνναβο. Σαν τι «σήματα» θα διάβαζα καταγεγραμμένα στα τετραγωνάκια του; Ας πούμε, αυτό: «Το έργο του Χ. δεν μπορεί και δεν πρέπει να διαβαστεί ψύχραιμα- συγκρατεί στο εσωτερικό του τη μορφή του τρόμου και η πρόσληψή του οφείλει να πραγματοποιηθεί εν όψει του τρόμου». Είναι μια διαπίστωση που με γοητεύει όσο και την πρώτη φορά που τη βρήκα γραμμένη μπροστά μου και θα γινόταν ωραίο παράδειγμα και του αποσιωπημένου αισθήματος (άλλο να μιλάς σαν «τρομαγμένος» κι άλλο σαν ένας που γνώρισε τον τρόμο) και μιας ιλιγγιώδους ευθείας που διαπερνά και συνδέει τα σπλάχνα δύο κειμένων, αν όχι και δύο συγγραφέων.

Πέρα από τις άλλες ανεκτίμητες ιδιότητές του, ο Μαρωνίτης-συγγραφέας έχει σπάνια άρθρωση και σπάνια ευθυβολία. Ο λόγος του δεν ανταγωνίζεται ούτε διαμεσολαβεί. Ξεδιπλώνεται πέρα για πέρα ισότιμος και αυτόνομος, επιβάλλοντας κανόνες μιας άλλης προοπτικής με τερατώδες ένστικτο και με υψηλή- ας μου επιτραπεί αυτή η παρεξηγημένη λέξη- αξιοπρέπεια. Ο Μαρωνίτης δεν γίνεται ούτε κουρσάρος ούτε προσκυνητής. Και καθώς ελέγχει αυστηρά τη δραματικότητα και την ταραχή του, γίνεται εν τέλει και δραματικός και συνταρακτικός. Και κυματίζει, σαν κι εκείνην τη σημαία του Χειμωνά. Μαζί με όλα τα καρφιά που τον κρατούν καρφωμένο.

[Τα Νέα, Σάββατο 14/02/2009]

Τζένη Μαστοράκη: «Είμαι ένα όχημα σταθερής τροχιάς»


Η ποιήτρια και μεταφράστρια Τζένη Μαστοράκη μιλάει για τη διαδικασία

της μετάφρασης, τα χόμπι, τις εμμονές, τις συλλογές της

Συνέντευξη στην Όλγα Σελλά, Καθημερινή, Κυριακή 22/11/2009

Την ακολουθεί -μάλλον ερήμην της- η εικόνα ενός απόμακρου και απομονωμένου ανθρώπου. Και εξ αυτού ένας μύθος. Η ποιήτρια και μεταφράστρια Τζένη Μαστοράκη εμφανίζεται ελάχιστα ως καθόλου σε δημόσιες εκδηλώσεις, δεν απασχολεί ποτέ τα ΜΜΕ. Γνωρίζουμε ότι ως ποιήτρια η Τζένη Μαστοράκη είχε κάνει αίσθηση τη δεκαετία του ’70 και τα μόνα δείγματα γραφής της που είχαμε τα τελευταία χρόνια ήταν οι μεταφράσεις της. Θεατρικές και λογοτεχνικές. Την ερχόμενη Τρίτη 24 Νοεμβρίου, στις 7 μ.μ., θα έχει τη δική της βραδιά στο Μέγαρο Μουσικής, στο πλαίσιο των εκδηλώσεων του Megaron Plus για την ποιητική γενιά του ’70, με οικοδεσπότη τον διευθυντή της «Νέας Εστίας» Σταύρο Ζουμπουλάκη.

Η Τζένη Μαστοράκη είναι μια ζεστή, εκδηλωτική, τρυφερή γυναίκα, που μιλάει για ό,τι υπάρχει γύρω της και κάνει τον συνομιλητή της να παρακολουθεί όχι μόνο τη σκέψη της, αλλά, κυρίως, τον τρόπο που χρησιμοποιεί τις λέξεις, τη γλώσσα: με άνεση, με σοφό δισταγμό, με διαρκές ζύγισμα. Είτε μιλάει για τη διαδικασία της μετάφρασης, είτε μιλάει για τα χόμπι της, τις εμμονές της ή τις συλλογές της. Οπως είναι τα λουλούδια που έχει στο μπαλκόνι του σπιτιού της, τα χρώματα που της αρέσουν, τα παιδικά κεντήματα που απεχθάνεται ή η συλλογή με διάφορες εκδοχές θρησκευτικού κιτς που συλλέγει: «Μ’ αρέσουν οι ρώσικες εικόνες, γιατί είναι ένα μικρό πανηγύρι. Είναι σαν ολόκληρα σπίτια, στολισμένα, κλεισμένα μέσα σε τζάμι. Μ’ αρέσει το θρησκευτικό κιτς, όπως μ’ αρέσουν κι άλλα πράγματα που είναι οριακά κιτς».

Η συνάντηση τα είχε όλα. Καφέ, κέικ, κουλουράκια, ξενάγηση στα φυτά στο μπαλκόνι αλλά και στις οικογενειακές φωτογραφίες, στα παλιά αγαπημένα της βιβλία -κόμικς και θρίλερ της δεκαετίας του ’60- και στη διαδρομή της τελευταίας της θεατρικής μετάφρασης («Το ύστατο σήμερα» του Χάουαρντ Μπάρκερ που παρουσιάζεται στη Νέα Σκηνή του Λευτέρη Βογιατζή). Τι δεν αντέχει; Τα χρονοδιαγράμματα, ακριβώς επειδή δεν αντέχει να μην είναι συνεπής. Κι όταν γράφει ένα κείμενο, οποιοδήποτε, το «φυσάει να κρυώσει» αρκετές μέρες.

Τα συστατικά μιας γενιάς

– Παρότι έχετε πολλά χρόνια να δημοσιεύσετε ποιητική συλλογή, έχετε μια εμβληματική θέση στη λεγόμενη «γενιά του ’70». Ποια ήταν τα συγγραφικά «συστατικά» εκείνης της γενιάς, τι συνεχίζεται και τι έχει τελειώσει;

– Τα μόνα «συστατικά» που μπορώ να σκεφτώ, αφορούν την κοινή καταγωγή μας: Γεννηθήκαμε από ανθρώπους της Κατοχής και του Εμφύλιου. Βρεθήκαμε φορτωμένοι με κληρονομικά τραύματα, πολιτικά και κοινωνικά, που δεν πολυξέραμε τι να τα κάνουμε. Διανύσαμε σχεδόν συνειδητά (στις διάφορες ηλικίες μας) δύο ανεπανάληπτες δεκαετίες, του ’60 και του ’70. Γνωρίσαμε παράλογες απαγορεύσεις κάθε είδους. Μεθύσαμε με όλα τα απαγορευμένα: βιβλία, μουσικές, ταινίες, ιδέες. Νιώσαμε από τις ίδιες τις συνθήκες την ανάγκη να μιλήσουμε δυνατά, δημοσιεύοντας, άλλοι μέσα σε μια στρατιωτική δικτατορία (σπρωγμένοι από τον άνεμο της «Συνέχειας» και των «Δεκαοχτώ Κειμένων»), άλλοι στο χάος μιας μεταπολίτευσης που ήταν και απελπισμένη και κοσμογονική. Προλάβαμε να ζήσουμε, τότε παλιά, μια εποχή όπου τα ποιήματα μπορούσαν ν’ αλλάξουν τον κόσμο.

Ολ’ αυτά τα κοινά συστατικά καθένας μας τα διαχειρίστηκε με τον δικό του τρόπο και μίλησε με μια εντελώς δική του φωνή. Αλλά τι εννοείτε «έχει τελειώσει»; Τελειώνει ποτέ η ποίηση;

– Μετάφραση και ποίηση. Ποιο από τα δύο συναντήσατε πρώτα στη συγγραφική σας διαδρομή;

– Τα ποιήματα «τα πέρασα» πολύ νωρίς. Τα πέρασα σαν παιδική αρρώστια, που ήρθε, κι έπρεπε να φύγει, και έφυγε, αλλά κάθε τόσο ξαναγύριζε. Υπεύθυνοι για τις απανωτές υποτροπές της είναι οι δάσκαλοί μου πρώτα πρώτα, άνθρωποι σπάνιοι μέσα στα αυστηρά και αλύγιστα σχολεία της εποχής: η κυρία Κουρή στου Ζωγράφου, ο Μανόλης Μαρκουλάκης στον Υμηττό, κι αργότερα στο Τρίτο Θηλέων η πολυαγαπημένη μου Βούλα Μπούντη και ο Ευάγγελος Ξενικάκης. Με εντελώς άλλον τρόπο ευθύνεται και η μαμά μου: που γελούσε στην αρχή, και το ’βρισκε γουστόζικο και της άρεσε, κι έπειτα έπαψε να το βρίσκει γουστόζικο, και στο τέλος άρχισε να μην της αρέσει καθόλου, γιατί ονειρευόταν να με δει μικροβιολόγο. (Αυτό έπαιξε σημαντικό ρόλο στις υποτροπές μου.) Τέλος, υπεύθυνος είναι και ο αδερφός μου, που από την αρχή το θεώρησε εντελώς φυσιολογικό, αφού ήμουν αδερφή του. Εχει κι άλλα ονόματα αυτός ο κατάλογος, αλλά ας σταματήσω εδώ.

– Και η μετάφραση;

– Από τα εφηβικά μου χρόνια, χωρίς να ξέρω καλά καλά ποιοι ήταν, είχα μια τεράστια αδυναμία στον Κοσμά Πολίτη και στον Αρη Αλεξάνδρου. Κυνηγούσα το όνομά τους στα μεταφρασμένα βιβλία της εποχής, και ήξερα απέξω ολόκληρα κατεβατά, μόνο και μόνο για τα δικά τους ελληνικά. Ποτέ όμως δεν είχα σκεφτεί να τους «μοιάσω».

Η μετάφραση ήρθε λίγο αργότερα, μια παρόρμηση ήταν: ήθελα να μοιραστώ με δυο φίλους ένα βιβλίο (τη «Φονταμάρα» του Ινιάτσιο Σιλόνε, που τη διαβάζαμε τότε κομμάτι κομμάτι στο Ιταλικό Ινστιτούτο). Δεν την είδαν ποτέ. Κάθε κομμάτι που μετέφραζα, το διάβαζα, απελπιζόμουν και το ’σκιζα επιτόπου. Απ’ όλη αυτή την ιστορία έμεινε η ανάγκη να μοιραστώ, που κράτησε χρόνια, αλλά δεν υπάρχει πια. Την έχει αντικαταστήσει η σπάνια πια, αλλά πολύ πιο ισχυρή επιθυμία να μπω βαθιά μέσα στο κείμενο ενός άλλου.

Μεταφράζω κυρίως πεζογραφία και θέατρο. Λίγο από το ένα και λίγο από το άλλο. Αυτά τα δυο μ’ αφήνουν να ανασαίνω πιο βαθιά, που θα πει: να ισοζυγίζω κέρδη και απώλειες.

Σταθερή

– Πρόσφατα αλλάξατε τόπο κατοικίας, έπειτα από πολλά χρόνια. Πώς αισθάνεσθε όταν μετακινείστε (κυριολεκτικά και μεταφορικά); Ποια είναι για σας τα σταθερά σημεία αναφοράς (άνθρωποι, αντικείμενα, ιδέες…).

– Είμαι «όχημα σταθερής τροχιάς». Ξέρετε, απ’ αυτά που κινούνται μόνο πάνω σε ράγες, και που έξω απ’ τις ράγες τους δεν έχουν πού να πάνε. Θέλω πάντα να επιστρέφω στο Αργοστόλι και στο Λονδίνο. Κάνω πάντα τις ίδιες βόλτες στο κέντρο (συνήθως με τσιγάρο στο χέρι). Δένομαι υπερβολικά με χώρους και με αντικείμενα. Αγαπάω αμετακίνητα τους δικούς μου ανθρώπους, ακόμα κι αν δεν τους βλέπω συχνά. Με τις ιδέες τα πράγματα είναι λίγο πιο περίπλοκα: άλλες τις υπερασπίζομαι με πείσμα, κι άλλες, τώρα πια, μόνο από πείσμα.

Μετακόμισα πρώτη (σχεδόν) φορά σε μισό αιώνα. Η καινούργια μου γειτονιά είναι φιλόξενη και γλυκιά, το μπαλκόνι μου έχει κοτσύφια, αλλά η ζωή μου έχει μείνει στην άλλη άκρη της Αθήνας. Είμαι μια προσωρινά εκπατρισμένη δημότις Υμηττού, που επιστρέφει στο μισοάδειο της σπίτι πέντε φορές τη βδομάδα.

«Μια διαδικασία που έχει μεγάλη αιμορραγία»

«Είμαι δύστοκη, γράφω πάρα πολύ δύσκολα» λέει η Τζένη Μαστοράκη. «Αν είναι να γράψω κάτι δικό μου, αναβάλλω από μέρα σε μέρα κι ωστόσο το σκέφτομαι όλη μέρα. Οταν δουλεύω μεταφραστικά όμως, είμαι ένας εργάτης που δουλεύει χιλιάδες εργατοώρες την ημέρα, είναι κλεισμένος, την καταβρίσκει, και βέβαια είναι μια διαδικασία που έχει μεγάλη αιμορραγία. Ρωτάς, και ξαναρωτάς, και ξαναρωτάς το κείμενο: “Τι θες μωρέ;” Και πάντα υπάρχει απάντηση. Αυτή είναι η σοφία των κειμένων και κυρίως των καλών κειμένων. Για να φτάσω στη μετάφραση του τίτλου «Το ύστατο σήμερα» (σ.σ. ο πρωτότυπος τίτλος είναι The dying of today) έπαιζα με διάφορα πράγματα και τον έδωσα στον Λευτέρη δύο μήνες μετά το έργο, το οποίο σημειωτέον είναι ένα κρύσταλλο και δεν έχεις καμιά απορία. Ο Μπάρκερ είναι ποιητής. Οικοδομεί τον λόγο του ποιητικά με τον καλύτερο τρόπο και με μονάδα τη λέξη. Τακ, τακ, τακ. Ο τίτλος είναι πάντα το πιο δύσκολο κι είναι κάτι που κάνεις τελευταίο. Περιπλανήθηκα σε πολλά: από το «θνήσκων σήμερα», μέχρι διάφορα άλλα.

Πάντα μ’ ένα πράγμα στο μυαλό μου: ότι αν ήθελε ο συγγραφέας κάτι πιο φαντασμαγορικό θα το είχε κάνει. Αυτό το dying of today -κι ακούς και το καμπάνισμά του- έχει μια ησυχία πάρα πολύ περίεργη. Και κάποια στιγμή σκέφτηκα το εξής απλό: η dying breath που λένε οι Αγγλοσάξονες είναι η ύστατη πνοή. Και το βρήκα. Το τύπωσα σ’ ένα φύλλο Α4, πήγα στην πρόβα και λέω του Λευτέρη: ”Κλείσε τα μάτια σου και κοίτα”».

νατάσα χατζιδάκι – άδηλος αναπνοή (ποιήματα 1971-1990) – εκδ. ύψιλον/βιβλία

Η ξενότητα του οικείου

ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΠΛΑΝΑ*

Κάποτε το υποκείμενο της ελληνικής γλώσσας θ’ αναγκαστεί να παραδεχθεί την ιστορική φάρσα της πολιτισμικής μοναδικότητάς του, και θα ζητήσει την ταυτότητά του στην πολλαπλότητά του, σ’ εκείνο το «Άλλο», το «ξένο», που υπήρξε πάντα ο αποφασιστικότερος παράγοντας για τη διατήρηση του ιστού των πολιτισμικών ταυτοτήτων. Μέχρι τότε, πώς δεξιωνόμαστε ποιητές όπως ο Κάλβος, ο Βιζυηνός, ο Καρυωτάκης, ο Κάλλας, ο Εμπειρίκος, ο Εγγονόπουλος, ο Ρίτσος, που είναι Έλληνες -με την επίσημη ελληνοχριστιανική έννοια- σχεδόν εκεί που δεν είναι καθόλου ποιητές; Πώς διαβάζουμε τον Σαραντάρη, τον Καρούζο, τον Κατσαρό, την Όλγα Βότση; Με τα ψίχουλα της εθνοκεντρικής(!) νεο-καντιανής αισθητικής που μάζεψε σ’ ένα ξεροκόμματο όλο κι όλο ο Σεφέρης, ενώ πρόθεσή του ήταν να τα σκορπίσει;

Και πώς δεξιωνόμαστε ένα έργο που αρχίζει με τους αρχαϊκούς στίχους: Μακριά από τον ήλιο/ μακριά από το νερό/ γύριζέ τους την πλάτη/ όταν μπορείς να τα ξεχνάς/ μα μην τους δείχνεις το στέρνο σου/ μην τους δείχνεις τη μάχη σου/ Κρατήσου καλά/ Κρατήσου πολύ/ είναι ό,τι σε συμφέρει περισσότερο; (σ.11)

Αν πρέπει να τους διαβάσουμε, κάνοντας τον τρόπο τους τρόπο μας, η επιλεγόμενη γενιά του 1930 ή δεν υπήρξε ως γενιά ή δεν χάραξε τίποτα ποιητικό στη γλώσσα μας. Γιατί, αν ο Εγγονόπουλος παρακολουθεί συγκατανεύοντας τους παραπάνω στίχους, είναι επειδή υπήρξε Ευρωπαίος μοντερνιστής που έγραψε στην ελληνική.

Κι αν η Νατάσα Χατζιδάκι, στην οποία ανήκουν οι προαναφερόμενοι στίχοι, κατόρθωσε να αρθρώσει, με τόσο οικεία ελληνικά, την οργή ενός σώματος που λογοδοτεί μόνο στην πολιτική οικονομία της επιθυμίας και στη διαφορετικότητα ενός υποκειμένου, είναι επειδή από τη στιγμή που ο φουκαράς Άλφρεντ Προύφροκ του T. S. Eliot ένοιωσε το σώμα του απλωμένο στους δρόμους του Λονδίνου, πονώντας σαν φτηνό εστιατόριο -και μη μπορώντας να διαβάσει την αλήθεια αυτού του πόνου- η ποίηση θα έπρεπε να γυρέψει το σώμα, το πραγματικό σώμα του ποιητικού υποκειμένου.

Η Νατάσα Χατζιδάκι, με μια αφοπλιστική ωριμότητα, στα 25 της χρόνια, άνοιξε τα χαρτιά της ποίησής της, δείχνοντας προς την κατεύθυνση των μεγάλων γυναικείων φωνών της δεκαετίας του 1960, τη Sylvia Plath και την Anne Sexton. Χωρίς την αίσθηση των μεταπολεμικών δρώμενων στην αγγλοσαξονική κυρίως ποίηση, δύσκολα μπορεί ο αναγνώστης να παραλάβει στο ακέραιο τη δυναμική αισθητική του πρώτου βιβλίου (Στις εξόδους των πόλεων, 1971) της Χατζιδάκι. Θα εισπράξει το άγχος που σκορπάει μια ρυθμική αγωγή αντιστοιχισμένη με το ακατάστατο λαχάνιασμα, που όμως δεν ξεφεύγει ποτέ από το μέτρο των χτύπων της καρδιάς. Θα εισπράξει την οργή ενάντια στην ακύρωση και τη σκληρότητα της ψευδαίσθησης. Μα δεν θα καταλάβει το λόγο για τον οποίο ο ίδιος δεν αντιδρά στις επιτακτικές αποστροφές της ποιήτριας. Και, φυσικά, καθόλου τη σχέση του σώματος με την πόλη. Δυστυχώς, αυτά χρειάζονται άλλες προβληματικές και μια άλλη αίσθηση για τους τρόπους με τους οποίους μας χρεώνει η γλώσσα τη χρήση της. Οι επιτακτικές αποστροφές της Χατζιδάκι -σ’ εκείνο το πρώτο βιβλίο- αποπνέουν την καλλιέργεια της προστακτικής πρότασης, όπως πέρασε από τους προσωκρατικούς ποιητές-φιλοσόφους στους Άγγλους μεταφυσικούς ποιητές και εν τέλει στους T. S. Eliot και Dylan Thomas. Δεν έχει καμία σχέση με τη διδαχή του Καβάφη, η οποία εντελώς εσφαλμένα θεωρείται πως σκοπεύει στον αναγνώστη, ενώ σκοπεύει στον ίδιο τον ποιητή, με τη δημιουργία ενός τραγικού εγκλεισμού στο ανεπίτευκτο. Η «διδαχή» τής Χατζιδάκι είναι απολύτως εξωστρεφής, σαν να μπορούσε η ποίηση να μεταφέρει στον αναγνώστη με τη μέγιστη ακρίβεια τις όψεις της πραγματικότητας και της συνείδησης, μέσω των οποίων θα μεταβάλλει τη ζωή του.

Εδώ έχουμε να κάνουμε με το πρώτο από τα δύο ουσιώδη χαρακτηριστικά της ποίησης της Νατάσας Χατζιδάκι: το ποίημα ως ορατή πλευρά της δημιουργίας δεν είναι το κομβικό σημείο της μεταφοράς ενός μηνύματος ή μιας συστάδας μηνυμάτων στον αναγνώστη. Το ποίημα αποτελεί τον κατεξοχήν τόπο επικοινωνίας. Ο ποιητής και ο αναγνώστης είναι σημεία αυτού του τόπου. Σαν να λέμε: ο ποιητής είναι συνεχώς παρών εντός του ποιήματος, αφού το απροσδόκητο είναι το μόνο αναμενόμενο και αφού η φωνή, παρά την προφανή ρυθμική της αξία, δεν σταματά ν’ αλλάζει tempo.

Οι πρώτοι στίχοι του εξαίρετου ποιήματος ΚΟΙΤΑΖΟΝΤΑΣ ΕΝΑ ΠΑΛΙΟ ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ ΤΟΥ Ο’ ΦΛΑΕΡΤΥ: Και τι δεν έκανες εκείνη την ημέρα, Νανούκ, στον Βορρά./ Χωρίς να διαταράξεις την ισορροπία της Φύσης,/ τι αιματωμένα γεύματα πρόσφερες στον εαυτό σου (σ. 196), απαιτούν τον ποιητή παρόντα, ώστε να πληρωθεί η συνθήκη της ανάγνωσης. Και αν ο ποιητής είναι εκεί παρών, ο παράξενος «Νανούκ», με όλο το σκοτάδι της παρεύρεσής του σ’ ένα κάθε άλλο παρά σκοτεινό ποίημα, γίνεται η πρόκληση μιας διαυγαστικής περιπέτειας, της οποίας ο ήρωας δεν μπορεί παρά να είναι άλλος από τον αναγνώστη. Ώστε η ανάγνωση αρχίζει από τη στιγμή που ο αναγνώστης θα δρασκελίσει το κατώφλι της ιδιοτυπίας του ποιήματος.

Το δεύτερο χαρακτηριστικό της ποίησης της Χατζιδάκι αφορά στη σχέση σώμα-γλώσσα-πόλη (ή φύση ή κόσμος). Αυτή η σχέση παίρνει τη μορφή ενός γλωσσικού παιγνίου, το οποίο χαρακτηρίζεται από την αποκατάσταση μιας σπάνιας οικειότητας ανάμεσα στη φωνή του ποιήματος και τον αναγνώστη. Και μάλιστα, όσο πιο ακατάληπτο είναι αυτό που λέγεται, τόσο εντονότερη είναι η οικειότητα. Τα στοιχεία της φύσης επιτελούν λειτουργίες του σώματος. Το σώμα επιτελεί λειτουργίες της φύσης. Η φύση δείχνει στο σώμα πώς να διαχειριστεί την προβληματική υπαγωγή του στη σκέψη, και το σώμα εκνευρίζεται κραυγάζοντας την κυριαρχία του, αφού η γλώσσα, το κατεξοχήν όργανο της σκέψης, ανήκει σε αυτό. Δεν πρόκειται για την ανθρωπολογία του Dylan Thomas, η οποία απλώνει το σώμα στην επιφάνεια του κόσμου, ασκώντας άλλη μια Δρυιδική μεταφυσική. Το κλειδί στην τακτική της Χατζιδάκι είναι η λέξη ως δυνατότητα παράβασης. Κάθε λέξη είναι υποχρεωμένη να σέρνει πίσω της κομμάτια από τους ιστούς στο πλέξιμο των οποίων συνέβαλε. Με τον τρόπο αυτό καθιερώνεται μια «μέση» χρήση της. Η τακτική της Νατάσας Χατζιδάκι έχει την ιδιαιτερότητα να παραβαίνει αυτή την «μέση» χρήση, χωρίς να καθαρίζει τη λέξη από τα κομμάτια των κειμενικών ιστών. Πράγμα που εκθέτει τον λόγο στη δυνατότητα μιας νιτσεϊκής ερμηνευτικής.

Η ποίηση της Νατάσας Χατζιδάκι -τα δεκαεννέα χρόνια που καλύπτει ο τόμος Άδηλος Αναπνοή– αποτελεί μια νησίδα, που κάθε άλλο παρά καταληπτή είναι από τον γερασμένο ελληνικό «κανόνα». Φυσικά, ο «κανόνας» αυτός περιλαμβάνει και έργα των οποίων η σχέση με τη γλώσσα δείχνει να είναι σωματική. Ωστόσο, όταν μιλάμε για σώμα, θα πρέπει να μην ξεχνάμε πως μιλάμε για μιαν οντότητα που διαθέτει λειτουργίες, υγρά, οσμές, θερμοκρασία. Αυτά είναι ακόμα πολύ βαριά για την εκσυγχρονιζόμενη ραθυμία μας.

*Ο Γιώργος Μπλάνας είναι ποιητής

[Δημοσιεύθηκε στην “Αυγή”, Κυριακή 15/11/2009/]

Έγιναν κρίματα… – Τζένη Μαστοράκη

jenny_mastoraki

Έγιναν κρίματα και βάρυναν πολύ, κι ό,τι πονά,

για πάντα εδώ, για πάντα μένει, κακό φιλί, για

πάντα το κακό σημάδι του, παραφροσύνη δίχως

γυρισμό, φοβέρα σκιάζει,

μια ιερή σαρκοφαγία που εξαντλεί.

Κι ό,τι πονά, κι αν λησμονιέται την αυγή, μια

νύχτα άλλη, πλανήτης βάσκανος, ραγίζει η ανα-

τολή, κι ανάρια λάμποντας το πέρασμά του στο

σκοτάδι, σαν ερπετό, μεγάλη σαύρα που βουτά, θα

’ρθει, μετά την αγωνία στα στενά, σώμα καμένο

και χλωρό κεφάλι, θα ’ρθει, κατάχλωρος απ’ τη

φωτιά, κι ό,τι εξαντλεί, σαΐτα, βόλι και κακό

φιλί,

ο μάγος έρωτας, ο τρόμος έρωτας το φέρνει πάλι.

* * *

Τζένη Μαστοράκη, Μ’ ένα στεφάνι φως, Κέδρος 1989

Ἡ Ταβέρνα τῆς Τζαμάικα – Μαρία Λαϊνᾶ

burattino

Ἡ ζωή μας ἔχει ἀλλάξει κάπως·

δὲν μένουμε μέσα στὴν πόλη πιὰ

ἀλλὰ στὸν δρόμο γιὰ τὴ θάλασσα.

Τὰ βράδια μᾶς ἀπασχολοῦν

οἱ διαδρομὲς τοῦ φεγγαριοῦ

τὰ φτερουγίσματα στοὺς λόφους

καὶ τ’ ἄλογα ποὺ κατεβαίνουν στὸν νερόλακκο.

Ἂν τελικὰ ἀποφασίσεις νὰ ’ρθεις

θὰ μοῦ κρατᾶς τὴ νύχτα συντροφιὰ

τώρα ποὺ μπαίνει τὸ φθινόπωρο

κι οἱ μεντεσέδες τρίζουν στὸ σκοτάδι.

Θὰ μάθεις νὰ προσεύχεσαι

μὲ δύναμη κι ἀπελπισία

καὶ τὸ παράξενο αὐτὸ συναίσθημα

θὰ συνδυάζεται μὲ τὶς σκληρὲς γραμμὲς τῆς φύσης.

Νὰ φέρεις λίγα ροῦχα καὶ βιβλία

κρατοῦν ἀλλιῶς ἐδῶ τὰ ἴδια·

καὶ μὴν ξεχάσεις τὰ κατάλληλα παπούτσια

γιατί ὁ βάλτος εἶναι πίσω ἀπ’ τὸ σπίτι

καὶ τὸν χειμώνα ἔχουμε πολλὲς βροχές.

Σ’ ἀφήνω τώρα· νὰ προσέχεις,

καὶ σ’ ἀγαπῶ πολὺ τὸ ξέρεις.

Σὲ σκέφτομαι στὸν καναπὲ ἐκεῖνο πλάι στὸ παράθυρο

νὰ σκέφτεσαι τὸν χρόνο καὶ τὰ σώματα ὅταν γερνοῦν.

Ὅλα αὐτὰ εἶναι τῆς φαντασίας πράματα ἐδῶ

δὲν ἔχουμε παρὰ μιὰ δυνατὴ καὶ καθαρὴ αἰωνιότητα

ποὺ δὲν κουράζει, ἀλλὰ μερικὲς φορὲς πονοῦν

τὰ μάτια σου.

Νὰ κλείσω τώρα τὸ παράθυρο

σηκώθηκε ξανὰ ἀέρας.

* * *

Μαρία Λαϊνᾶ, Ρόδινος φόβος, Καστανιώτης 2002

στων άστρων την άλω – σοφία καμαγιάννη

img0763

Τις τελευταίες μέρες, νύχτες θα έλεγε κανείς, ακούω ξανά και ξανά αυτό το cd. Οι φωνές που τραγουδούν, οι φωνές που ακούγονται, η μουσική που ξεπηδά σαν παιδί και σαν έφηβος με ορμή να μεγαλώσει, έρχονται, θαρρείς, από τον σύγχρονο κόσμο, παρ’ ότι τα ποιήματα είναι βγαλμένα, πολλά απ’ αυτά, απ’ το παρελθόν. Άλλωστε, τι σημασία έχει για την ποίηση; Αν δεν ξεπερνά τα όρια του χρόνου της, είτε ο χρόνος έχει σταματήσει είτε αυτή δεν ήταν ποίηση.

Η Σοφία Καμαγιάννη φέρνει ξανά στο προσκήνιο την ποίηση και τη μουσική ως ένα εικαστικό όλον. Με τις φωνές τής Δώρας Πετρίδη, της Άννης Ονουφρίου και του Ηλία Βαμβακούση, αλλά και με την αισθαντικότητα της Κικής Δημουλά και του Αιμίλιου Χειλάκη, η άλως των άστρων φέγγει όλες τις ώρες της ημέρας.

Ευχαριστώ τη Σοφία Καμαγιάννη γι’ αυτό που έκανε, αλλά και τη Ν.Β. [την blog guest, θυμάστε;] που μου σύστησε αυτό το έργο.

Καλή ακρόαση. Αν και η μία θα ‘ναι λίγη.

img075

Με όπλο τους στίχους

28 ποιητές γράφουν για τα γεγονότα των ημερών

Το ηλεκτρονικό περιοδικό για την ποίηση e-poema παίρνει την πρωτοβουλία να συσπειρώσει εγνωσμένους Ελληνες ποιητές -της παλαιότερης και της νεότερης γενιάς- με στόχο μια διαφορετική αντιμετώπιση και τοποθέτηση έναντι της περιρρέουσας πραγματικότητας των τελευταίων ημερών. Με μόνο όπλο τους στίχους.

Συμμετέχουν με ποιήματα γραμμένα εν θερμώ ή, σε περιπτώσεις, με ήδη υπάρχοντα τα οποία προφητικά ταιριάζουν στην περίσταση, οι:

Μαριγώ Αλεξοπούλου, Νάνος Βαλαωρίτης, Γιώργος Βέης, Φοίβη Γιαννίση, Μιχάλης Γκανάς, Βερονίκη Δαλακούρα, Γιώργος Δουατζής, Γιάννης Ευθυμιάδης, Σταύρος Ζαφειρίου, Δημήτρης Καλοκύρης, Γιάννης Κοντός, Γιάννης Λειβαδάς, Χριστόφορος Λιοντάκης, Γιώργος Μαρκόπουλος, Μιχαήλ Μήτρας, Γιώργος Μπλάνας, Δάφνη Νικήτα, Λευτέρης Ξανθόπουλος, Παυλίνα Παμπούδη, Μιχάλης Παπαντωνόπουλος, Γιάννης Η. Παππάς, Στρατής Πασχάλης, Σταμάτης Πολενάκης, Βασίλης Ρούβαλης, Ντίνος Σιώτης, Γιάννης Στίγκας, Νατάσα Χατζιδάκι, Γιώργος Χουλιάρας.

Τα 28 ποιήματα είναι μια ελάχιστη αντίδραση στα τρέχοντα γεγονότα, ένα αντίδοτο στην κατάθλιψη, την απαξίωση και την αίσθηση υποχώρησης των πάντων, σε πολιτιστικό, κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο.

ΜΕ ΟΠΛΟ ΤΟΥΣ ΣΤΙΧΟΥΣ

Ποιήματα εμπνευσμένα ακριβώς τη στιγμή των γεγονότων. Είκοσι οχτώ ποιητές απευθύνουν τη δική τους διαμαρτυρία, την τοποθέτησή τους, μια ελάχιστη αντίδραση με τη «φωνή» τους, στην πραγματικότητα που ζει η Ελλάδα τις τελευταίες ημέρες. Προσδοκούν να συνεισφέρουν, με μοναδικό γνώμονα κάποιες αξίες και δικαιώματα˙ ως πολίτες, συμμέτοχοι, δημιουργοί και συνένοχοι. Τα ποιήματα δεν είναι παρά αιχμές διατυπωμένες σε στίχους αντί για διακηρύξεις, πολιτικολογία ή, το χειρότερο, απαθή σιωπή. Με αυτόν τον ελάχιστο τρόπο, οι παρόντες ποιητές εξανίστανται και στέκονται απέναντι στη βία και τις καταστροφές όσο και την υποτίμηση, την αναξιοπρέπεια, την όποια δύναμη επιβολής.

Η συντακτική ομάδα του (.poema..)

*

Τα ποιήματα μπορείτε να τα βρείτε εδώ (κλικ)

buzz it!

«Τίποτα δεν είναι ίδιο, απλά άσε με να κλάψω…»

«Τίποτα δεν είναι ίδιο, απλά άσε με να κλάψω…»

 

Πόνος, απορία, οργή για την εν ψυχρώ εκτέλεση του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου από τον ειδικό φρουρό. Μια κατάθεση ψυχής σε τρεις χειρόγραφες σελίδες γραμμένες από το χέρι μιας μαθήτριας της Γ’ Λυκείου της Σχολής Μωραΐτη, εκεί όπου φοίτησε για κάποια χρόνια ο 15χρονος. Είχαν διαγώνισμα χθες το πρωί στο τμήμα της, στα Μαθηματικά. Λίγο αργότερα εκείνη παρέδωσε την κόλλα της. Τρεις σελίδες χωρίς αριθμούς και εξισώσεις, γεμάτη από λέξεις, συναισθήματα και σκέψεις για όλα αυτά που έγιναν τις τελευταίες δυο ημέρες. Αποσπάσματα δημοσιεύει η «Ελευθεροτυπία»:

 

«Οχι, δεν διάβασα. Και ούτε θα είχα την ενέργεια να γράψω. Τα ίδια γυρνάνε στο μυαλό μου ξανά και ξανά. Πάνε πάνω από 24 ώρες που σκέφτομαι το ίδιο πράγμα. 15 χρονών, Αλέξανδρος Γρηγορόπουλος. Το είδαν οι κολλητές μου. Στη Μεσολογγίου. Τον ήξερα μόνο φατσικά. Ηξερα τους κολλητούς του όμως…

…Εγώ δεν ήμουν εκεί. Είχα πάει Ψυρρή. Ηξερα ότι οι άλλες ήταν Εξάρχεια. Κανείς δεν είχε βγει από την υπόλοιπη παρέα. Ισως κάτι να ήξεραν παραπάνω. Ούτε εγώ ήθελα να πάω Εξάρχεια. Είπα “θα περάσω μετά”. Η Α… βρέθηκε στον δρόμο μου και ήρθε και μου ‘πε “15 χρονών παιδί νεκρό στη Μεσολογγίου”. Ο νους μου πήγε στους δυο Ν…, είναι οι μικρότεροι εκεί πέρα. Για τρεις ώρες μετά ζήτημα να έβγαλα δέκα κουβέντες. “Ποιος είναι;”, “Πώς είναι η φάτσα του;”, “Είναι ο αδελφός του Τ…;”, “Δεν πιστεύω να ‘ναι ο Ν…”. Τα τηλέφωνα βάραγαν όλο το βράδυ από παντού. Κλείσαν τα Εξάρχεια. Τα κορίτσια ήταν ακόμα εκεί. Και εγώ δεν ήμουνα κοντά τους. Γιατί δεν ήμουν κοντά τους; Δεν ήθελα να το δούνε αυτό. Δεν ήθελα να τους σημαδέψει μια τέτοια εικόνα. Μακάρι να μπορούσαμε να κλείσουμε τα μάτια στις φρίκες, να μην αφήνουμε τον άλλον να βλέπει, για να μην βλέπει εφιάλτες. Δεν είναι όμως έτσι τα πράγματα. Δυστυχώς. Πρέπει να αντιμετωπίζουμε το διεστραμμένο ύφος του κάθε τέρατος. Ακουγα. Ακουγα για το υπόλοιπο βράδυ, τα κρατούσα μέσα μου δεν έλεγα τίποτα. Σοκ. Επαιρνα τα κορίτσια τηλέφωνο. Μου έλεγαν τι έγινε: “Πριν 10 λεπτά σε αυτό το σημείο καθόμασταν. Εσκασε ένα περιπολικό και άρχισε το παιδί να το κοροϊδεύει. Ο μπάτσος μετά από φωνές σημάδεψε από ενάμιση μέτρο απόσταση. Τρεις σφαίρες. Μία τον πέτυχε στην καρδιά. Κοίταξε επάνω και σωριάστηκε πίσω. Λίγο ακόμα κατάφερε να αναπνεύσει. Μετά; Ασθενοφόρα, Λιποθυμίες. Η Κ… έπαθε κρίση πανικού. Η Τ… έκλαιγε, οι άλλες δύο… σοκ. Και στον αέρα να κυκλοφορούν οι λέξεις: Πέθανε – Παιδί – μίσος – οργή – μα είναι νεκρός – Πέθανε σας λέω – εκδίκηση. Μετά καπνός. Σπάστε τα ΟΛΑ. Σπάστε, σπάστε να γίνει η Αθήνα μαύρη σ’ ένα βράδυ. Να μην υπάρχει τίποτα αύριο. Να ξεκινήσουν όλα από το μηδέν. Πώς τόλμησε ο δολοφόνος, πώς το σκέφτηκε; Εχει χρέος να αυτοκτονήσει. Να πεθάνει με τον χειρότερο τρόπο. Να ζήσει μια ζωή μέσα από τύψεις, τη χειρότερη ζωή. Να αυτοκτονήσει. Για αυτούς που το είδαν, για τους κολλητούς του, για την οικογένειά του. Να αυτοκτονήσει αυτός και κάθε άλλος μαλάκας που μας θέλει νεκρούς. ΜΙΑ ΜΑΣ ΘΕΛΕΤΕ ΕΣΕΙΣ; ΕΜΕΙΣ 10! ΕΚΔΙΚΗΣΗ! ΟΛΑ ΕΔΩ ΘΑ ΦΑΝΟΥΝ. Κανένας από σας δεν θέλω να έχει το θράσος να με κοιτάξει στα μάτια. Μην μου μιλήσει κανένας σας. Την ασφάλειά μου πλέον εξασφαλίζουν μόνο οι φίλοι μου και αυτοί που θεωρώ οικογένεια…

…Με αυτή τη σκέψη κοιμήθηκα… Ξύπνησα 8. Δεν ήμουν σίγουρη για το τι συνέβαινε αλλά σηκώθηκα πήγα… κάπως μηχανικά. Βρήκα τις άλλες. Το ξέραμε όλες. Τίποτα πλέον δεν είναι ίδιο. Ούτε σε μας ούτε στον κόσμο. Δεν επέτρεψα στον εαυτό μου να κλάψει ούτε να συνειδητοποιήσει τι γινόταν. Κάθισα μαζί τους.

Είδα τον Ν… τον κολλητό του. Σηκώθηκα. Τον αγκάλιασα. Δεν είπαμε τίποτε άλλο. Τον έσφιξα και με έσφιξε. Τα μάτια του ήταν πρησμένα. Γιατί Ν… μου να το έχεις δει αυτό; Το πιο σκληρό πράγμα στον κόσμο. Εσπασα. Ας καιγόταν όλη η Αθήνα, ας γινόντουσαν όλα μαύρα, δεν με νοιάζει. Δεν πρέπει να υπάρχουν τέτοια πρόσωπα. Δεν πρέπει να υπάρχουν τέτοιες σκέψεις. Η πορεία ξεκινά. Αποφασίζουμε να πάμε μαζί με την Ρ…

…Δεν άργησαν οι ηλίθιοι να ρίξουν χημικά. ΚΑΛΑ ΔΕΝ ΝΤΡΕΠΕΣΤΕ; Τα παιδιά καίγαν, καίγαν, καίγαν. Καπνοί παντού. Και εμείς τρέχαμε. Πατησίων, Αλεξάνδρας, στενά, στενά κι άλλα στενά. Μας κυνηγά διμοιρία. Ποιον κυνηγάς ρε; κάτσε στα αυγά σου! Αυτή η μέρα είναι για τον Αλέξανδρο. Κάνε πίσω επιτέλους…

…Τρέξιμο, τρέξιμο. «Μπαίνουμε μέσα στα Εξάρχεια». Βρήκαμε κάποιους δικούς μας. Και εκεί βρεθήκαμε ξαφνικά. Στο σημείο. Στη Μεσολογγίου και η Ρ… πάγωσε. Και από πίσω να μας ακολουθούν. Ε, όχι και εδώ ρε. Γιατί πατάς εδώ; Την πήρα από το χέρι να την κάνω να τρέξει…

…Μέσα σε όλους τους καπνούς η Ρ… τρέχει πίσω από τους ΜΑΤάδες και ουρλιάζει: “Είμαι 17! Σκοτώστε με! Αντε! Δολοφόνοι”. Ρ…, φύγε έρχονται από στενά. Τρέχει. Η συνέχεια έχει σημασία; Δε νομίζω. Απλά περνάνε οι ίδιες σκέψεις από το μυαλό μου… Σε τι κόσμο μεγαλώνουν τα παιδιά; Γιατί μας θέλουν νεκρούς; Δεν θέλω να ξαναγίνει αυτό. Πώς θα αντιδράσω; Πώς θα τους κάνω να μετανιώνουν που γεννήθηκαν; Πώς θα κάνω τον κόσμο να καταλάβει; Γιατί με θέλουν νεκρή; Εκεί ήταν που γύρισα σπίτι. Και η μόνη ασφάλεια ήταν η αγκαλιά της μάνας μου. Και έκλαιγα, έκλαιγα μέχρι σήμερα. Ασε με τώρα μη μου μιλάς. Τίποτα δεν είναι ίδιο, απλά άσε με να κλάψω. Και μη με κοιτάξεις στα μάτια γιατί η θλίψη μου θα γίνει οργή».

 

***

 

Σήμερα τα ΜΑΤ έδερναν μαθητές και μαθήτριες, σήμερα πάλι οι θεματοφύλακες της τάξης και της ασφάλειας τα έβαλαν με τους “αλήτες”, με τα “τσογλάνια”, με τους “χούλιγκανς”.

Χθες σκότωσαν. Αύριο θα το ξανακάνουν.

Την ώρα που ο πρωθυπουργός της χώρας, όπως λέει και η Σ.Τ. παρακάτω, εκφράζει την οδύνη του διαβάζοντας χαρτιά που του έγραψαν άλλοι.

***

White riot (ή “Άκου ανθρωπάκο”)

 

της Σώτης Τριανταφύλλου

Οι «εξεγέρσεις», οι ταραχές, οι βανδαλισμοί οφείλονται πάντα (πάντα), είτε σε συγκεκριμένη συναίσθηση αδικίας, είτε σε γενικευμένη δυσαρέσκεια. Οι χούλιγκανς των δρόμων οφείλουν την ύπαρξή τους στους χούλιγκανς της επίσημης πολιτικής, ολόκληρου του ιδεολογικού φάσματος: η κοινωνική «βάση» βρίσκεται σε διαλεκτική σχέση -όπως σωστά λένε οι μαρξιστές- με τις ηγεσίες, ακόμα κι όταν αυτές δεν βρίσκονται στην εξουσία. Το παρόν (η δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου, τα «μπάχαλα») συμβαίνει «επειδή», όχι «για να»: αν οι νέοι και οι λιγότερο νέοι είχαν μεγαλώσει σε μια πιο πολιτισμένη κοινωνία, με μια όχι τόσο χονδροειδή αριστερά και με κυβερνήσεις που να μην επιβάλλουν σύστημα επιβίωσης των 700 ευρώ μηνιαίως, ίσως να ενεργούσαν με περισσότερη νηφαλιότητα. Ωστόσο, το πρόβλημα απέχει αρκετά από το να είναι οικονομικό.

Oι “urban riots” αποτελούν διαφορετικό φαινόμενο από όσα γνωρίζει η Ελλάδα των αγροτών, των δημοσίων υπαλλήλων, των παπάδων και των ταξιτζήδων. Στο χώρο της πόλης αναδύονται καινούργια στρώματα και καινούργια προβλήματα:φυλετικές διακρίσεις, υποβάθμιση σχολείων, κατάπτωση των εσώτερων πόλεων (με παράλληλο εξωραϊσμό των προαστίων), στεγαστική ανεπάρκεια. Οι εξελίξεις έχουν ξεπεράσει τη νοημοσύνη των πολιτικών: περιβαλλόμαστε άραγε από ηλιθίους;

Aπό την άλλη πλευρά, αναρωτιέμαι: Γιατί αποθεώνεται ο αρνητικός ηρωισμός; Γιατί η βία δεν ενσωματώνει σαφώς εκπεφρασμένες ιδέες; Είναι μήπως οι αναρχικοί (με ή/και χωρίς εισαγωγικά) προγλωσσικοί, ή απλώς χάνουν το δίκιο τους εξαιτίας της ίδιας τους της βαναυσότητας; Τι σημαίνει «ταξικό μίσος» το 2008; Αμφιβάλλω ότι οι ηγεσίες, οι «νοικοκυραίοι» που τις αναδεικνύουν (και οι οποίοι βρέθηκαν, ξαφνικά, μπροστά στις σπασμένες τους βιτρίνες), καθώς και οι εργατοπατέρες μπορούν να σκεφτούν τέτοια ερωτήματα· πολύ λιγότερο μπορούν να τα απαντήσουν.

Πώς «κινείται»
σήμερα το εργατικό κίνημα; Απάντηση: οι εργάτες θέλουν να γίνουν δημόσιοι υπάλληλοι· έχουμε, προ πολλού, παγιωθεί ως μια μικρή, μισο-ευρωπαϊκή γραφειοκρατία όπου οι εργαζόμενοι συνδικαλίζονται αλλοπρόσαλλα, ανέξοδα και ανώδυνα, με μοναδικό στόχο την οικονομική τους «εξασφάλιση». Ξέρω τον αντίλογο: ξέρω τα απαρχαιωμένα αιτήματα του ΚΚΕ, τα επιχειρήματα περί του αδιάσειστου δίκιου της φτωχολογιάς. Ωστόσο, τα ζητήματα είναι πιο σύνθετα· γι’ αυτό και η παραδοσιακή αριστερά δεν μπορεί να ελέγξει ένα τόσο μεγάλο και βίαιο πλήθος.  

Oι προαναφερθέντες μικροαστοί
διαμαρτύρονται, μαζί με βουρκωμένους δημοσιογράφους, για την καταστροφή των περιουσιών τους. Είμαστε έθνος γέρων που κραδαίνουν μαγκούρες χωρίς να καταλαβαίνουν τίποτα απ’ όσα συμβαίνουν γύρω τους. Οι καταστροφές, οι λεηλασίες οδηγούν σε όλο και πιο μισαλλόδοξες θέσεις: γιατί οι Πακιστανοί πλιατσικολογούν; Απάντηση: γιατί τούς προσφέρεται η δυνατότητα. Εξάλλου, η κλοπή ηλεκτρονικών υπολογιστών από μαγαζιά του κέντρου δεν συνιστά «βίαιο έγκλημα». Βίαιο έγκλημα είναι ο πυροβολισμός άοπλων πολιτών.

Ο πρωθυπουργός κ. Καραμανλής, που προέβη σε συναισθηματικές δηλώσεις μετά το θάνατο του Αλέξη Γρηγορόπουλου, τις διάβαζε. Τι μπορεί να περιμένει κανείς από έναν πολιτικό που αδυνατεί να εκφράσει απλή συντριβή, χωρίς να συμβουλεύεται έγγραφα τα οποία έχουν συνταχθεί από άλλους; Και ο οποίος αρνείται να αναλάβει την πολιτική ευθύνη για τις καταχρήσεις αστυνομικής εξουσίας και τη θεσμοποίηση των λεγόμενων κουκουλοφόρων; (Σημειώνω εδώ ότι κι εγώ γίνομαι «κουκουλοφόρος» όταν θέλω να προστατευτώ από τα ασφυξιογόνα: ποιοι είναι, επιτέλους, αυτοί οι περιβόητοι κουκουλοφόροι; Έχουμε ήδη γνωρίσει δύο γενιές κουκουλοφόρων: η πρώτη πρέπει να πλησιάζει πια την ηλικία της συνταξιοδότησης).

Να αναρωτηθούμε: Γιατί «τσιρίζουν» τα πιτσιρίκια στην Ελλάδα; Απάντηση: επειδή τσιρίζουν οι μεγάλοι. Γιατί καίνε τις σημαίες; Διότι η απλή αυτή και αβλαβής πράξη προξενεί τη φρίκη των Ελληναράδων. Και διότι συμβολίζει την εθνικόφρονα δεξιά (εκείνη που δίδαξε στους Έλληνες πώς να ασκούν βία, πώς να δολοφονούν, να βυσσοδομούν και να νοθεύουν τη δημοκρατία), καθώς και την εθνικόφρονα αριστερά που, εξαιτίας της στενοκεφαλιάς της, απέτυχε στο να δημιουργήσει επαναστατικό πολιτισμό.

Η μόλις προηγούμενη γενιά
της σημερινής συντηρητικής παράταξης σκορπούσε τον τρόμο και δεν έδινε λογαριασμό σε κανέναν. Ήταν «εκτός ελέγχου», όπως ακούγεται σήμερα για τους «ταραχοποιούς». Οι σημερινοί mean streets μοιάζουν με αυλή κολεγίου μπροστά στις ασχημίες της δεξιάς, του παρακράτους και του παλατιού μέχρι το 1974.  Όμως, πάσχουμε από συλλογική αμνησία: σαν να έχουμε δεχτεί κλοτσιά στο κεφάλι.

Ο μύθος των Εξαρχείων:
Σε χυδαίες τηλεοπτικές εκπομπές οι παρουσιαστές επέμεναν ότι «ο άτυχος Αλέξης δεν σύχναζε στα Εξάρχεια». Συμπεραίνω ότι όποιος «συχνάζει» στα Εξάρχεια, συμμετέχει στα σύγχρονα Σόδομα και μπορεί να αποβεί «άτυχος». Ή ότι είναι «αναρχικός». Ή πρεζάκι. Ή μέλος της περιθωριακής και δύσοσμης underclass. Ή όλα μαζί. Ωστόσο, οι πολίτες που δεν γνωρίζουν τα Εξάρχεια πρέπει να μάθουν ότι πρόκειται για την κατεξοχήν κεντρική συνοικία της πρωτεύουσας όπου η τιμή του τετραγωνικού ξεπερνάει τις 3.000 ευρώ.
Ποια θα έπρεπε να ήσαν τα αιτήματά μας: λιγότερη αστυνομία· άοπλη αστυνομία («περισσότερη» αστυνομία ισοδυναμεί με περισσότερα εγκλήματα: πρόκειται για ιστορικό hard fact. H αστυνομία, οι φυλακές, τα συστήματα καταστολής και σωφρονισμού προηγούνται των εγκληματιών· κατά κάποιον τρόπο τούς επινοούν). Κατάργηση της ιδιωτικής αστυνομίας και των ειδικών φρουρών: τίποτα καλό δεν μπορεί να προκύψει από τα σώματα Κ.Δ.Ο.Α. (Κτηνώδης Δύναμη, Ογκώδης Άγνοια).

Τέλος: Αν έχει κάποια σημασία, και σε ό,τι με αφορά, είμαι πάντα και ολοκληρωτικά εναντίον της βίας. Αν έχω ένα ίνδαλμα από την πρόσφατη ιστορία της ανθρωπότητας είναι ο Γκάντι: και μ’ αυτό, I rest my case.

Επιστροφή στο Ντητρόιτ – Σώτη Τριανταφύλλου

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟ ΝΤΗΤΡΟ’Ι’Τ

Panic in Detroit – 2 Noεμβρίου 2008

Φέτος τον Νοέμβριο πήγα στο Ντιτρόιτ για τις αμερικανικές εκλογές∙ τον Αύγουστο του ’87 είχα πάει για μια συναυλία της Aretha Franklin. Η Aretha μόλις είχε μπει στο Rock’n’Roll Hall of Fame, κάτι που μου φαίνεται, εκτός από μια ακόμα διεστραμμένη αμερικανική επινόηση, σκέτoς εξευτελισμός. Και σαν να μη φτάνει αυτό, το Rock’n’Roll Hall of Fame βρίσκεται στο Κλήβελαντ του Οχάιο, ένα μέρος όπου κανείς δεν θέλει να πάει να χάσει τον καιρό του. Είτε μ’ αρέσει, είτε όχι, το Hall of Fame υπάρχει, και η Aretha ξετρελάθηκε απ’ τη χαρά της που τη δέχτηκαν ως μέλος. Δεν ξέρω γιατί. Για να φτάσω στο Ντητρόιτ, πήρα ένα αεροπλάνο της Northwestern – βρήκα ένα φτηνό εισιτήριο από κείνα που περιμένεις μήπως και δεν σκάσει μύτη κάποιος, και πράγματι πάντα κάποιος δεν σκάει∙ έτσι, την τελευταία στιγμή, ενώ ο πιλότος έχει πάρει κιόλας θέση στο κόκπιτ, σου δίνουν το εισιτήριο μισοτιμής. Ανεμίζοντας την κάρτα επιβιβάσεως, όρμησα στο αεροπλάνο και σωριάστηκα στη θέση με κομμένη την ανάσα. Έτσι, πήγα στο Ντητρόιτ.

Ενώ προσγειωνόμασταν, ένα άλλο αεροπλάνο της Northwestern έπεφτε μπροστά στα μάτια μας τη στιγμή που απογειωνόταν. Εκατόν πενήντα έξι άνθρωποι σκοτώθηκαν. Ο θάνατος διαγραφόταν στον ορίζοντα σε πολλαπλές εικόνες και ήχους: το αεροπλάνο χτύπησε στην αερογέφυρα του αυτοκινητόδρομου και κομματιάστηκε φλεγόμενο∙ καιγόταν με μια μεγάλη φωτιά που μαύριζε τον ουρανό. Αργότερα, μάθαμε πως επέζησε μονάχα ένα τετράχρονο κοριτσάκι που το έλεγαν Σισίλια. Τώρα η Σισίλια θα είναι είκοσι πέντε ετών.

Αυτή ήταν η πρώτη μου μέρα στο Ντητρόιτ, τον Αύγουστο του ’87∙ μια πόλη ανάπηρη, κομματιασμένη. Σκέφτηκα το “Panic in Detroit” του David Bowie∙ δεν ήταν η πρώτη φορά που το σκεφτόμουν: ο πανικός ταιριάζει στο Ντητρόιτ. Πέντε χρόνια νωρίτερα, ενώ ταξίδευα προς την Καλιφόρνια μ’ ένα σαραβαλιασμένο αυτοκίνητο, είχα ανεβεί στο Ντητρόιτ – στο Ντητρόιτ ανεβαίνεις, στο Μαϊάμι κατεβαίνεις – κι εκεί έμπλεξα με μια παρέα που άκουγε hardcore – ποτέ δεν άκουγα hardcore με δική μου πρωτοβουλία, αλλά, πράγμα παράξενο, έμπλεκα κατ’ εξακολούθηση με hardcore παρέες – και πήγαμε σ’ ένα μπαρ, το Freezer Theater, που βρισκόταν στη λεωφόρο Κας, κοντά στο Μπρονξ Καφέ όπου δούλευε ένας φίλος μου από τη Νέα Υόρκη. Έκανε καριέρα στα καφενεία του Ντητρόιτ. Καταλήξαμε όλοι μαζί στο Freezer Theater επειδή εκεί έπαιζαν hardcore οι Negative Approach, και, όπως ήταν αναμενόμενο, η νύχτα εξελίχθηκε σε εφιάλτη. Ο εφιάλτης ταιριάζει στο Ντητρόιτ: κάποιος βρέθηκε νεκρός στην τουαλέτα του Freezer, και η αστυνομία μπούκαρε με τον τρόπο που μπουκάρει η αστυνομία στις Ηνωμένες Πολιτείες: σαν να επελαύνει ο στρατηγός Σέρμαν στον Πόλεμο της Απόσχισης. Κι αφού μπούκαρε, ανακάλυψε σύριγγες, φακελάκια με σκόνες, ένα σωρό junk, και shit και horse, δεν θυμάμαι ποια ήταν τότε η πιο συνηθισμένη λέξη για την πρέζα. Αργότερα, στο τμήμα, προσπαθούσα να πείσω τους μπάτσους ότι είχα «ανεβεί» στο δρόμο για την Καλιφόρνια, κι ότι θα μπορούσα να έχω «κατεβεί» προς το αναθεματισμένο το Κολάμπους του Οχάιο. Είπα: «Αισθάνομαι άτυχη. Θα μπορούσα να πάρω τον αυτοκινητόδρομο που διασχίζει το Οχάιο και να τα ‘χω αποφύγει όλ’ αυτά.» Πανικός στο Ντητρόιτ. «Ήρθα μονάχα για τη μουσική,» πρόσθεσα. “Music, my ass!” σφύριζαν οι μπάτσοι εξετάζοντας τα μπράτσα μας και αναζητώντας ουλές∙ «πρεζάκια!», «καταραμένα πρεζάκια!» αναφωνούσαν εν χορώ. «Θα τεζάρετε, ρε!» «Μανάδες δεν έχετε; ρε! Πατεράδες δεν έχετε;» Κοιτούσα κι εγώ τα χέρια μου που ήταν άσπιλα εκτός από τη σφραγίδα του Freezer Theater στο εσωτερικό του καρπού. Αλλ’ αυτό δεν άλλαξε τίποτα. Έμεινα στο τμήμα μαζί με καμιά εικοσαριά οπαδούς των Negative Approach, ένας από τους οποίους νοσταλγούσε το ιγκουάνα του. «Τι θα μας κάνουνε;» ρώτησα∙ απάντηση δεν πήρα. Πανικός στο Ντητρόιτ. Στην πραγματικότητα, δεν ένιωθα πανικό∙ δεν ξέρω τι ένιωθα, αλλά όχι πανικό, σίγουρα∙ ίσως είμαι ανίκανη για δυνατά συναισθήματα. Ένας άνθρωπος είχε πεθάνει στο Freezer, μια συναυλία hardcore είχε διακοπεί, βρισκόμουν σε κάποιο άθλιο αστυνομικό τμήμα κοντά στον αυτοκινητόδρομο 75, καταμεσής στο ρημαγμένο Ντιτρόιτ. Στον έλεγχο ταυτοτήτων είχα αποτύχει και παγιδευτεί: «Ποια είσαι, πού πας, γιατί είσαι μόνη σου; Τι σκατά κάνεις μόνη σου;» Απάντησα σε όλα, είπα, «είμαι μόνη μου γιατί κανένας δεν με θέλει», κι ο μπάτσος με κοίταξε με καχυποψία, με οίκτο κι έπειτα πάλι με καχυποψία. «Και πας στην Καλιφόρνια, αλλά, σου ‘ρθε να περάσεις απ’ το Ντητρόιτ.» «Μάλιστα.» «Γιατί;» «Για τον Ιggy Pop, ξέρετε, για τις Supremes, ξέρετε, τους MC5, για την Κράισλερ…» Ήθελα να προσθέσω: «Γιατί με τραβάνε οι ετοιμοθάνατες πόλεις». «Και πού μένεις;» «Στο Μπρούκλυν» – και σ΄ αυτό το σημείο ήθελα να προσθέσω, «σε μια γειτονιά που αργοπεθαίνει», αλλά πρόσθεσα, «στο Μπρούκλυν της Νέας Υόρκης, ξέρετε.» Ένα δέντρο μεγαλώνει στο Μπρούκλυν, και τέτοια. Η γέφυρα του Μπρούκλυν, και τέτοια.

Το πρωί μάς άφησαν όλους ελεύθερους, εκτός από έναν που ήταν γεμάτος μελανιές. «Πηγαίντε να ψοφήσετε αλλού, ρε!» τσίριξε ο αρχιφύλακας. «’Αιντε!» Ήμουν άυπνη και δεν θυμόμουν ούτε πού είχα παρκάρει. Μαζί με το παιδί που είχε κατοικίδιο μια ιγκουάνα ψάχναμε γύρω απ’ τη λεωφόρο Κας, στην οδό Τζον Αρ, στη Μπρας, σ’ όλη εκείνη την περιοχή που έμοιαζε βομβαρδισμένη, κι όταν φτάσαμε λίγο πιο νότια, στο Γκρηκτάουν, θυμήθηκα πως είχα αφήσει το αυτοκίνητο έξω από το Μπρονξ Καφέ. «Μετά απ’ όλ’ αυτά, δε θα ξανάρθεις στο Ντητρόιτ,» αναστέναξε το παιδί με το ιγκουάνα, καθώς έμπαινα στο αυτοκίνητο. «Ω,» απάντησα, βάζοντας το κλειδί στη μίζα, «θα ξανάρθω. Σίγουρα θα ξανάρθω.» Ήθελα να προσθέσω: το Aladdin’s Sane – που περιείχε το “Panic in Detroit” – ήταν απ’ τους αγαπημένους μου δίσκους, αλλά φοβήθηκα πως ένας θαυμαστής των Negative Approach είτε δεν έχει ιδέα για τον David Bowie, είτε τον περιφρονεί. «Θα ξανάρθω,» είπα, «Ελπίζω να βρεις το ιγκουάνα σου όπως το άφησες.» Εκείνος κούνησε το κεφάλι, κι έπειτα το χέρι. «Καλή αντάμωση», είπε. So long. So long.

Έτσι, ξαναπήγα. Για χάρη του “Panic in Detroit”, και όλων των άλλων. Τον Αύγουστο του ’87, συνέβη εκείνο το αεροπορικό δυστύχημα έπειτα από το οποίο δεν είχα καμιά όρεξη να δω την Aretha∙  άλλωστε, δεν βρήκα εισιτήριο για τη συναυλία. Και παρ’ όλ’ αυτά, πέρασα το βράδυ έξω απ’ το auditorium προσπαθώντας ν’ ακούσω τι γίνεται μέσα∙ δεν άκουγα τίποτα (ηχομόνωση!) και μ’ έπιασε το παράπονο, σκεφτόμουν πόσο loser είμαι, πως ούτε μια θέση σε συναυλία της Aretha δεν μπορώ να βρω, πως βρίσκομαι στην πόλη όπου γεννήθηκε η σόουλ και κάθομαι και κλαψουρίζω μέσα στο σκοτάδι. Πως τα μάτια μου είδαν ένα αεροπλάνο να συντρίβεται στον αέρα. “Panic in Detroit”. Αλλά, καθώς σκεφτόμουν τον Bowie και την Aretha, και το “Rock’n’roll Suicide” που παρ’ ολίγο να με στείλει στον τάφο όταν ήμουν δεκαπέντε χρονών, ακούστηκε μες απ’ το auditorium ένα χειροκρότημα κι έπειτα, πολύ σιγά, με διακοπές, σαν από χαλασμένο τρανζίστορ, το “The House that Jack Built”. Ίσως να το τραγουδούσε για το αναθεματισμένο το Hall of Fame – “The House that Rock Built” – αλλά συγκινήθηκα παρ’ όλ’ αυτά, κι όλοι μου οι φόβοι διαλύθηκαν∙ το Ντητρόιτ, η έρημη λεωφόρος Χάρπερ, τα σταυροδρόμια των εθνικών οδών όπου βρυχώνταν τα αυτοκίνητα της Τζένεραλ Μότορς, το εγκαταλελειμμένο πια Freezer Theater, τα συμπονούσα όλα∙ αναρωτιόμουν τι να σκεφτόταν ο David Bowie όταν τραγουδούσε το “Panic in Detroit”, κι αν είχε μυρίσει τον αέρα του Μίσιγκαν, τον βιομηχανικό, παγωμένο αέρα της νύχτας. Το τραγούδι από το Aladdin’s Sane λέει «σειρήνες ουρλιάζουν μες στη βραδινή μελαγχολία», άρα, συμπεραίνω πως είχε μυρίσει τον νυχτερινό αέρα στο Νητρόιτ. Που, καμιά φορά, αν είσαι τυχερός, γεμίζει από διακεκομμένες νότες, όταν η Aretha τραγουδάει “The House that Jack Built”. Τώρα, ακόμα μια φορά, το Ντητρόιτ, η πόλη που έχτισαν οι αυτοκινητοβιομηχανίες, απλώνεται μπροστά μου πανικόβλητο και έρημο, σαν μια στέπα.

Σώτη Τριανταφύλλου

——————————–

Η Σ.Τ. βρίσκεται στο Ντητρόιτ αυτές τις μέρες. Αυτή είναι η “ανταπόκρισή” της. Τιμή μας και καμάρι μας, φυσικά.

Ζιγκ ζαγκ στις νεραντζιές της Λουκίας Ρικάκη… [άντε πάλι τα ίδια]

Ξανά και ξανά τα ίδια.

Ξανά και ξανά…

Οι γνωστοί-άγνωστοι του ίντερνετ (της ίδια της ζωής τελικά) ξαναχτυπούν με flags και με ταμπούρλα προς την Google, ειδοποιώντας τη πως το blog της σκηνοθέτιδος Λουκίας Ρικάκη είναι άσεμνο και απρεπές.

Εννοείται. Εννοείται.

Όχι μόνο είναι άσεμνο και απρεπές, αλλά προσπαθεί και να δημιουργήσει, άκουσον άκουσον, μια ταινία με τη συμμετοχή του κοινού στη συγγραφή του σεναρίου!

Οποία δημοκρατικότης!

Δε φταίνε ποτέ, δυστυχώς, αυτοί οι τρομοκράτες των πλήκτρων και τα συμπαρομαρτούντα τους, φταίμε κι εμείς, οι politically correct, που δίνουμε βήμα σε τέτοιες φωνές, που φωνάζουν για να βγάλουμε το σκασμό διά παντός όλοι οι υπόλοιποι.

Αυτό πρέπει να σταματήσει. Πώς ή πότε, κανείς δεν ξέρει ακόμα. Είμαστε ακόμα σε στάδιο νηπιακό όσον αφορά τη χρήση της “δημοκρατίας”. Καλά να πάθουμε.

Βέβαια, ο πόλεμος, ακόμη και στο διαδίκτυο, δεν πολεμάται με διαδικτυακές φανφάρες σαν και του λόγου μου. Όχι! Αν ακολουθήσουμε το καλώδιο που μας συνδέει με το ηλεκτρονικό σύμπαν, θα φτάσουμε στην πρίζα. Αν ακολουθήσουμε την πρίζα, θα φτάσουμε στην πηγή του ρεύματος. Ακόμη παραπέρα, στη συνειδητοποίηση ότι “ο πολιτισμός μας τελειώνει όταν πέσει ο γενικός διακόπτης” (από σύνθημα σε τοίχο των Εξαρχείων). Θα φτάσουμε σ’ εμάς τους ίδιους. Καθρέφτες παντού, λοιπόν…

Στο χέρι μας είναι αν θ’ ακολουθήσουμε τα “καλώδια” που μας ενώνουν όλους και όλες μας ή αν, τελικά, θα τ’ αφήσουμε να μας τυλίξουν μέχρι πνιγμού. Στην ίδια κουταλιά νερό με την οποία προσπαθούμε να ποτίσουμε της ζωές μας.

Εδώ είμαστε, όσο και όπως μπορούμε.

Μην τα ξαναλέμε.

***

[Ας κρατάμε και μικρό καλάθι. Μπορεί οι “flaggers” να μην είναι μόνον της “αγίας του Κυρίου δεξιάς”, όπως συχνά αναφέρεται. Μπορεί και να ‘ναι εκείνης της συνομοταξίας που θέλει να τρέφεται από κουτσομπολιά, δολιοφθορές και καταστάσεις που απλώς δυσκολεύουν το έργο των άλλων. Ας μην κρυβόμαστε. Υπάρχουν κι αυτοί (δήθεν αριστεροί, δήθεν δεξιοί, δήθεν νεοφιλελεύθεροι, δήθεν “κεντρώοι”, δήθεν δήθεν) που ζουν από τη φθορά των συναδέλφων τους. Και κυκλοφορούν ως άλλοι της -όποιας- τέχνης ηγεμόνες…]

***

Προειδοποίηση προς τους γνωστούς-αγνώστους του ποστ τής Έρσης Σωτηροπούλου:

Αυτή τη φορά θα διαγράφεστε αμέσως. H Politically Correctness μάς τελείωσε. Δώσαμε-δώσαμε!

Laura (Riding) Jackson – 4 ποιήματα & μια εισαγωγή

Incarnations

Μην αρνείσαι,
Μην αρνείσαι, το πράγμα μέσ’ απ’ το πράγμα.
Μην αρνείσαι μες στην καινούργια έπαρση
Την παλιά, αυθεντική σκόνη.

Από ποιον τάφο, από ποιο παρελθόν σάρκας και κόκαλου
Ονειρεύομαι, Ονειρεύομαι ότι ξαπλώνω
Κάτω απ’ την τυχερή κατάρα,
Μαγεμένη, ζωντανή, λησμονώντας τα πρώτα…
Ο θάνατος δε δίνει ούτε μια στιγμή θύμησης λες

Από φόβο, σαν τ’ άγαλμα που είναι καλά μετασχηματισμένη πέτρα,
Εγώ κόκκο τον κόκκο ανακαλώ την αυθεντική τη σκόνη
Και, κοιτάζοντας πίσω την κλίμακα της μνήμης, μένω να λέω:
Αυτό δεν ήμουνα ποτέ εγώ.

Life-size is too large

Στο μικροσκόπιο της ελάχιστης σκέψης
(Για να ‘χω χώρο αρκετό να σκέφτομαι)
Είπα, “Καθρέφτη-μέγκενη, πιστό σφίξιμο,
Σπάσε, γίνε μεγάλος όπως εγώ”.

Μετά άκουσα μικρά φυλλαράκια να θροΐζουν μες στ’ αυτιά μου
Κι έναν μικρό άνεμο σαν θρόισμα των φύλλων
Το μυαλό μου χωμένο σε μιαν άκρη του μυαλού μου,
Όπου ο άνεμος πάνω από χώμα άδειο έγινε ρεύμα
Κι ένας τεράστιος νάνος πετάχτηκε και τίποτα δεν πήρε.

Grace

Αυτή η στάση και αυτός ο τρόπος έκφρασης
Όχι ότι αισθανόμουν καλόβολα μέσα τους
Αλλά ότι έχω έναν τρόμο
Κι έτσι στέκομαι αρκετά ευθυτενής –
Από φόβο, πρέπει να καθίσω και, συνομιλώντας με τη σάρκα μου, να φάω,
Πνίγομαι μ’ ένα κομμάτι της δικής μου γλώσσας.

And I

Κι εγώ,
Κι εγώ ρωτώ,
Πόσον καιρό κρατά αυτή η τιμωρία;
Μήπως δε δείχνω τον εαυτό μου με κάθε τρόπο
Για να ‘μαι χαρούμενη σ’ όλ’ αυτά που οι πιο πολλοί ρημάζουν;

Όταν έχω μεγαλώσει μέσα σ’ όλες αυτές τις ηδονές,
Τότε η συνήθεια και η διακριτικότητα
Μπορούν να μοιάζουν αγνωμοσύνη.

Όμως τώρα, σε τι είμαι αμελής;
Μέσα σε τι προκρίνω
Το βέλτιον απ’ το χείρον;

Θα σου πω.
Είναι ένα επιπόλαιο λάθος μ’ αυτήν:
Το να ‘ναι ήπια μες στην αλλοφροσύνη μου.
Και “Αγαπημένη” τη λένε,
Και την τιμωρία κυνηγώ μόνη μου
Καθώς εκείνη τεντώνεται πίσω για να χαμογελάσει,
Αφήνοντας την κολακεία να την κατακλύσει –
Θαρρείς και κυνηγούσα την ατίμωση κι όχι την αληθινή αγάπη.

Μα τώρα πώς μπορεί να είμαι μισητή
Μιας κι η αληθινή αγάπη είναι όλο μου το είναι;
Θα σου πω.
Η μανία θα φυτρώσει μες στην ηρεμία
Όπως εγώ φυτρώνω μέσα της
Και, χαμογελώντας πάντα,
Μοιάζει ακύμαντη στο θανατερό τους πάλεμα,
Έχοντας πρώτα φανεί ακύμαντη στο δικό μου.

Μετάφραση: Δημήτρης Αθηνάκης

*  *  *  *  *  *  *  *  *  *  *  *  *  *

Η «άλλη» Λώρα

Του Χρήστου ΧΡΥΣΟΠΟΥΛΟΥ

(απόσπασμα από την επικείμενη έκδοση της “Λονδρέζικης μέρας της Λώρας Τζάκσον”  του Χρήστου Χρυσόπουλου από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην “Αυγή” της 10/08/08 στο ένθετο “Αναγνώσεις“)

Το 1994 κυκλοφόρησε ένας τόμος με τα ποιήματα μιας μάλλον αποσιωπημένης Αμερικανίδας ποιήτριας που λεγόταν Λώρα Τζάκσον. Στην εισαγωγή του βιβλίου, ο συγγραφέας Ρόμπερτ Νάυ έγραψε: «Όταν καταλήξουμε στην οριστική ιστορία της αγγλικής ποίησης του εικοστού αιώνα, τα ποιήματα της Λώρας Τζάκσον –μαζί με την ιστορία που τα συνοδεύει– θα αποδειχτούν πολυτιμότερα από οτιδήποτε άλλο».

Όταν γράφτηκαν αυτά τα λόγια, η Λώρα είχε πεθάνει ήδη από το 1991 σε ηλικία ενενήντα ετών. Τη μέρα του θανάτου της οι “Τάιμς” του Λονδίνου δημοσίευσαν το παρακάτω σημείωμα: «Η Λώρα Ράιντινγκ Τζάκσον ήταν μια τραγική φιγούρα και από τις πιο προικισμένες γυναίκες αυτού του αιώνα. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η λογοτεχνική κριτική και η ιστορία θα πρέπει να αναμετρηθούν με το μοναδικό της επίτευγμα».

Η Λώρα έφυγε σιωπηλά, αφήνοντας πίσω της μια πολύτιμη παρακαταθήκη, γνωστή σε λίγους εκλεκτούς. Ο Τζων Άσμπερυ έλεγε εμφατικά ότι το βιβλίο της “Πρόοδος των ιστοριών” είναι «ένα από τα σπουδαιότερα έργα πεζογραφίας του εικοστού αιώνα». Κι όμως, το έργο της Λώρας παρέμεινε σχεδόν απόκρυφο, διατηρώντας ανέπαφο τον μυητικό χαρακτήρα που έχουν τα έργα της υψηλής λογοτεχνίας.

Η ζωή της ήταν μια σειρά από ρήξεις που κομμάτιασαν βάναυσα τη βιογραφία της, θαρρείς, με απανωτές μαχαιριές. Η πρώτη μαχαιριά δόθηκε όταν αποφάσισε να φύγει από τη Νέα Υόρκη. Έζησε έναν μακροχρόνιο, παράνομο, ερωτικό δεσμό με τον Άγγλο ποιητή Ρόμπερτ Γκρέηβς, που όμως έληξε δραματικά με μια σκανδαλώδη, διπλή απόπειρα αυτοκτονίας στο Λονδίνο του Μεσοπολέμου.

Η επόμενη μαχαιριά ήρθε με το ξέσπασμα του πολέμου. Το 1941 η Λώρα Τζάκσον απαρνήθηκε την τέχνη της. Δημοσίευσε την πιο διάσημη αποκήρυξη στην ιστορία της αμερικανικής ποίησης και αποσύρθηκε στη σιωπή για τριάντα ολόκληρα χρόνια. Βρήκε καταφύγιο σε ένα ράντσο της Φλόριντα και για το υπόλοιπο της ζωής της αφιερώθηκε σε ένα ογκώδες φιλοσοφικό δοκίμιο για την ποίηση.

Το “Λογικό Νόημα” (Rational Meaning) έμεινε ημιτελές. Εκδόθηκε δύο χρόνια μετά τον θάνατό της. Ως εκείνη τη στιγμή είχε έκταση εξακοσίων σελίδων. Όταν ο κόσμος είδε για πρώτη φορά το κείμενο που κράτησε τη Λώρα Τζάκσον ζωντανή ως τα βαθιά γεράματα, αντίκρισε ένα “Tractatus” για την ποίηση. Ο Τσαρλς Μπερνστάιν έγραψε: «Κανείς άλλος Αμερικανός ή Ευρωπαίος ποιητής αυτού του αιώνα δεν έχει αποτυπώσει με τόση εμβρίθεια τον βαθύτερο ανταγωνισμό ανάμεσα στην αλήθεια και στην ποίηση».

Η Λώρα ζούσε κάθε στιγμή με κάποια διαφορετική εκδοχή του εαυτού της. Λες και φοβόταν να αντικρίσει το οριστικό πρόσωπο της ύπαρξής της. Έλεγε ότι όλες οι παγίδες ξεκινούν με τη λέξη «εσύ». Η διαρκής αγωνία της Λώρας Τζάκσον ήταν απέναντι σ’ αυτή την «άλλη» Λώρα.

“Οι άνθρωποι πρέπει να διαθέτουν ελεύθερο πνεύμα και σώμα, και για να είναι ελεύθεροι στο πνεύμα, πρέπει να διαθέτουν κάθε φορά τη δυνατότητα να πηγαίνουν με τη θέλησή τους πέρα από αυτό που θεωρούν κατακτημένο δικαίωμα. Η επιτυχία κρίνεται πάντοτε απέναντι στα υψηλότερα εμπόδια. Όμως η ελευθερία, που είναι ταυτόχρονα και μια μορφή τρέλας, που δεν γνωρίζει τη γαλήνη, αλλά μόνο τη διαρκή αναταραχή της σκέψης, δεν είναι παρά απελπισία. Ακολουθήστε τον δρόμο που έχετε πάρει μέχρι τέλους.”

Αυτή είναι μία από τις ιστορίες της «άλλης» Λώρας.

*  *  *  *  *  *  *  *

μέγας κηπουρός – ευτυχία παναγιώτου

το χέρι που κράταγε σφιχτά το αίμα μου ήταν ωραίος
 νεκροθάφτης.
μου έδωσε ένα μαχαίρι κάτω απ’ το χώμα να εξολοθρεύω
 σκουλήκια.
κι έπειτα από ένα ταξίδι αιματηρό, έμαθα πως ποτέ δεν θα
 πεθάνω.
γιατί δεν θα ‘σαι δω μπροστά μου να κρατάς, ψυχοπομπός,
μια νόθα αναγγελία του θανάτου.

_*_*_

Δε θα ‘ναι. Κι ίσως το πάλλευκο του θάνατου το χρώμα να μυρίζει
ομορφιές και πόθους. Μαχαίρια άκοπα, σαν τα βιβλία τα παλιά που
κάποτε, και κάποτε-κάποτε, μαζεύουμε κάτω από δέντρα και
τα μυρίζουμε. Οι άνθρωποι.

_*_*_

Consider
a girl who keeps slipping off,
arms limp as old carrots,
into the hypnotist’s trance,
into a spirit world
speaking with the gift of tongues.

_*_*_

είμαι ο πόνος που γίνεται πλήγμα σε κάθε λέξη.
τρυπάω τα δόντια μου ν’ αρθρωθώ’ συνέχεια ματώνω.
με βία γεννιέμαι, ύπαρξη που απαγορεύεται.

_*_*_

Και χρόνος σαν γίνεται ο πόνος, μόνος σαν γίνεται ο χρόνος, πόνος ο μόνος.
Κανείς δε μιλά. Κανείς δε μένει μόνος. Με μια ορμή, μεμιάς η ορμή, σαν χάνεται
σε βάθη [όχι, στην επιφάνεια τη φωτεινή τη βλέπω να χάνεται] με βία
αναδεύει λέξεις κι αναφιλητά, σπαθιά κρυμμένα στις ζωές’ παράλληλα δε ζούμε.
Οι άνθρωποι.

_*_*_

Well, death’s been here
for a long time –
it has a hell of a lot
to do with hell
and suspicion of the eye
and the religious objects
and how I mourned them
when they were made obscene
by my dwarf-heart’s doodle

_*_*_

προχθές κάποιος αλήτης με είπε αθώο κοριτσάκι
και πήγα σπίτι ψάχνοντας για κάποιο χάπι,
από την τόση ειρωνεία, μαμά, για να κοιμάμαι.
τρώω λίγο’ στον ύπνο μου κυκλοφορούν φαντάσματα.
όμως, αγόρασα αδιάβροχο για τις καινούργιες μπόρες.

_*_*_

I have done it again.
One year in every ten
I manage it –

a sort of walking miracle, my skin
Bright as a Nazi lampshade,
My right foot

A paperweight,
My face a featureless, fine
Jew linen.

_*_*_

ξεγεννάω άλλο ένα όνειρο, μορφή Εφιάλτη,
και ράβω τα ίχνη σου έκτακτα σ΄ ένα στομάχι κενό.
πώς μ’ αδειάζει ο πόνος στο πάτωμα;
είναι σαν να ‘χω φύγει.

ποτέ το πρόσωπό μου δεν θα μείνει καθαρό.

_*_*_

Ας είναι. Ο πόλεμος δε μένει πια εδώ. Στη θάλασσα κοντά, σιωπές κι εκεί παρά τα γέλια,
λίγες γραμμές, ίσιες φορές-φορές, τα καταφέρνεις, να ομορφαίνουν λέξεις άλλων.
Δεν είναι ακόμα η ώρα. Ούτε ακόμη. Μόνο να βλέπεις προς το φως που έρχεται, μ’ ορμή κι αυτό,
και φέρνει μαζί του χώμα. Οι άνθρωποι. Αυτοί.

_*_*_

                                                     

All night I’ve held your hand,
as if you had
a fourth time faced the kingdom of the mad –
its hackneyed speech, it’s homicidal eye –
and dragged me home alive…

_*_*_

ντρέπομαι μικρή να υποφέρω τόσο.
αν είναι ο πόνος των μικρών ελάχιστος
θέλω ένα τίποτα να γίνω
θέλω το τίποτα – φωνάζω
τόσο, που μια μέρα θα κοπώ επιτέλους
απ’ τα τεντωμένα μου λαρύγγια.
άλαλο έμβρυο θα επιστρέψω σε σένα.

_*_*_

But then, love is where our summer
was.

_*_*_

                                                   

μπερδεμένες περιπτώσεις οι λέξεις μου.
έχουν μια εμμονή να σκάβουν σε εντόσθια
και μετά, σαν να ‘χουνε δει κανένα φάντασμα,
τρομάζουν απ’ τα πράγματα οι λέξεις,
μοιάζει με άρρωστο παραμύθι όπου
στον τρόμο της όρασης η ψυχή είναι πάντα αθώα,
κυκλοφορώ ξυπόλητη στο στιβαρό σου μπράτσο
δρασκελώντας αρτηρίες:
κοκκινίζω εύκολα δίχως συνέπειες.

_*_*_

It’s lovely just here now in the midst of night:
cool. I take back some of my imprecations,
some. I turn the fan off.
The twenty score people who count on me for tomorrow
probably will be satisfied. Maybe I will.
The summer has been rough,

I’ve booked our passage to a greener scene
and there my soul is earning.

_*_*_

Θέλω να γράψω ένα ποίημα
για την πρώτη φορά που βρέθηκα γυμνή
χωρίς να ‘μαι πια μικρή
για τα μάτια του άντρα
πώς μέτραγαν τις ατέλειές μου
πριν τις ξεπεράσουν
για τα δάχτυλα που ακολουθούσαν τα μάτια
για τον πρώτο πόνο, το πρώτο άνθος
όταν άνοιξε μες στο σκοτάδι που με χάιδευε σαν φως
για τα ρούχα, τόσο ενοχλητικά μετά
για τα φαγητά που ξύπναγαν πια
μιαν άλλη πείνα.
Θέλω να γράψω ένα ποίημα
για την πρώτη φορά…
Αλλ’ ούτ’ η ψυχή μου τη γεύση αυτή
δεν έχει συγκρατήσει.

_*_*_

Γαλάζιος είναι ο ορίζοντας
στον τόπο των ονείρων
Κι εκεί μήτε εγώ μήτε εσείς
Κι εκεί μήτε ο θνητός μήτε αθάνατος
Παρά μονάχα οι οσμές του αέναου χωροχρόνου

Μες σε χειμώνες και μελαγχολικά πρωινά Σαββάτου
με σύρματα τηλεφωνικά περιελιγμένος
με σιωπές που ο βόμβος των ονείρων μου φανερώνεται αληθής
τρισάγιος κι αμνήμων έρπομαι.

_*_*_

μου αρέσει να κοιτώ τις σκέψεις μου σαν χάνονται
στο διάστημα ορφανές και
ξαναβρίσκονται στο στόμα άλλων,
τις κινήσεις σαν μιμούνται αγριανθρώπων και
επιστρέφουν σε μένα ξένες.

ωραίες σαν το κεφάλι μου – εκσφενδονίζεται
συνένοχο.

                                                

 

_*_*_*_*_*_*_*_*_

Με τη σειρά, διαβάζουμε στο post:

  1. Ευτυχία Παναγιώτου, per funeral, “μέγας κηπουρός”
  2. Δημήτρης Αθηνάκης, άτιτλο
  3. Anne Sexton, Briar Rose (Sleeping Beauty), “Transformations”
  4. Ευτυχία Παναγιώτου, ενδοφλέβια, “μέγας κηπουρός”
  5. Δημήτρης Αθηνάκης, άτιτλο
  6. Anne Sexton, Live, “Live or Die”
  7. Ευτυχία Παναγιώτου, σύλβια, “μέγας κηπουρός”
  8. Sylvia Plath, Lady Lazarus, “Ariel”
  9. Ευτυχία Παναγιώτου, τόκος, “μέγας κηπουρός”
10. Δημήτρης Αθηνάκης, άτιτλο
11. Robert Lowell, Man and Wife, “Life Studies”
12. Ευτυχία Παναγιώτου, καρδιογράφημα, “μέγας κηπουρός”
13. Anne Sexton, Loving the killer, “Love Poems”
14. Ευτυχία Παναγιώτου, l’ opera aperta, “μέγας κηπουρός”
15. John Berryman, 274, “The Dream Songs”
16. Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, ΙΙΙ, “Στον ουρανό τού τίποτα με ελάχιστα”
17. Γιάννης Αντιόχου, Χωροχρόνος, “Ανήλικης Νυκτός Παρίστιον Δέρμα”
18. Ευτυχία Παναγιώτου, το κεφάλι μου σύμπαν ολόκληρο, “μέγας κηπουρός”

 

ζιγκ ζαγκ στις νεραντζιές – έρση σωτηροπούλου

 

Η Κοινωνία των (δε)κάτων καταγγέλλει την παρέμβαση της δικαιοσύνης στην απόσυρση από τις Σχολικές Βιβλιοθήκες του βραβευμένου με το Κρατικό Βραβείο μυθιστορήματος της Έρσης Σωτηροπούλου «Ζιγκ ζαγκ στις νεραντζιές» ως ωμή παρέμβαση στο έργο της λογοτεχνίας και της εκπαίδευσης και ως πράξη λογοκρισίας. Ζητά από το Υπουργείο Παιδείας να εφεσιβάλει την πρωτοφανή αυτή δικαστική απόφαση και να χρησιμοποιήσει κάθε νόμιμο μέσο για την αναστολή της εφαρμογής της προκειμένου να διαφυλάξει την ελευθερία της έκφρασης και το κύρος των Γραμμάτων και της Παιδείας. Με την πράξη αυτή η Δικαιοσύνη, ποινικοποιώντας την τέχνη του λόγου, μας επιστρέφει στον μεσαίωνα.

Αθήνα, 17 Απριλίου 2008
(Aκολουθούν 19 υπογραφές μελών)
Ενώστε τη φωνή σας με τη δική μας: Υπογράψτε και προωθήστε αυτό το ψήφισμα.

Εδώ: 

http://dekata.wordpress.com/

———————————

The “(de)kata Society” denounces the interference of the Greek courts leading to the withdrawal from the National School Library system of the National Award novel, “Zig-zag Trough the Bitter Orange Trees” by Ersi Sotiropoulos, as an act of interference in the literary process, in the educational system and as an act of censorship. The Society demands the Ministry of Education to appeal this unprecedented judicial decision and to use every legal means to block its enforcement in order to ensure the protection of freedom of expression and the sanctity of the arts and education. With this act, the justice system, by criminalising the art of writing, is throwing us back to the Middle Ages.

Athens, 17 April 2008
(Signed by 19 members of the society)
Join your voice with ours: sign this petition and forward it on.

Here: 

http://dekata.wordpress.com/