2012 in review

The WordPress.com stats helper monkeys prepared a 2012 annual report for this blog.

Here’s an excerpt:

4,329 films were submitted to the 2012 Cannes Film Festival. This blog had 17,000 views in 2012. If each view were a film, this blog would power 4 Film Festivals

Click here to see the complete report.

Πώς να αγαπήσεις μια πολυκατοικία | Δημήτρης Ρηγόπουλος | URBAN LAB | LiFO

Λεπτομέρεια από φωτογραφία του Γιώργη Γερόλυμπου από την ελληνική συμμετοχή στην Μπιενάλε Αρχιτεκτονικής στη Βενετία.

 

Έβρεχε σίγουρα / εκείνες τις μακρόσυρτες φθινοπωρινές απογευματινές βροχές που μας έλειψαν φέτος / πρώτα χρόνια του γυμνασίου, επιστρέφοντας από το σχολείο / έχω ξεχάσει ποιες σκέψεις απασχολούν το κεφάλι ενός νεόκοπου εφήβου / νομίζω, εκείνη την εποχή, μέσα της δεκαετίας του ’80, από την πολύ νεωτερική φιλολογία περί «εφηβείας» που ήταν της μόδας στα ντουζένια της πασοκικής παντοδυναμίας, είχα πιστέψει ότι επρόκειτο για μια ακίνδυνη αρρώστια / παντού άκουγες και διάβαζες προειδοποιήσεις / οι πιο «μοντέρνες» καθηγήτριες στο σχολείο, που σίγουρα θα ψήφιζαν Κύρκο και είχαν συνήθως διπλά επώνυμα (Ελπινίκη Παπαϊωάννου–Συμπιλίδου), μας μίλαγαν για την εφηβεία με ένα απροσδιόριστο τουπέ, σαν να μας εξηγούσαν τον Μαρξ ή πυρηνική φυσική / η ιδέα δεν με ενοχλούσε, οι ακίνδυνες αρρώστιες μπορεί να έχουν και το γούστο τους, αναλογιζόμουν με ανομολόγητη ικανοποίηση / θυμάμαι πολύ καθαρά με πόση χαρά περίμενα να απομακρυνθώ από την οχλαγωγία του άχαρου σχολικού συγκροτήματος και την υποχρεωτική συναναστροφή με συμμαθητές που άρχιζες να τους συνηθίζεις, όπως περίπου είχες κάνει ήδη και με τα αδέλφια σου, και συγκαταβατικές συμμαθήτριες που έσπευδες να υποτιμήσεις για να μην τους κάνεις τη χάρη να σε υποτιμήσουν αυτές πρώτα / έτσι, η επιστροφή στο σπίτι εξελισσόταν σε μια αποχαυνωτική τελετουργία αποσυμπίεσης από το σχολικό χάος και σταδιακής απόσυρσης στον εαυτό και στους εφηβικούς μικρόκοσμους, που για μένα ήταν ό,τι πιο κοντά στην ιδέα της ευτυχίας / η βροχή, όταν μας έκανε τη χάρη, επέτεινε αυτό το μελαγχολικό πανηγύρι / κι επειδή ήμουν πολύ ευτυχισμένος και πολύ μόνος, ήταν πολύ εύκολο για μένα να ανακαλύπτω ομορφιά και ποίηση ακόμα και στα παρατημένα χαλίκια μιας οικοδομής / οτιδήποτε μεσολαβούσε στη διαδρομή από το σχολείο μέχρι το σπίτι ήταν δυνητικά το αντικείμενο ή το σκηνικό ενός μικρού ή μεγάλου έργου τέχνης / έτσι, όταν κάποιο τυχαίο βροχερό απόγευμα απολάμβανα την ιδέα πως το αγαπημένο μου μπλε αδιάβροχο μάρκας adidas δεν αφήνει τη βροχή να περάσει στο πουλόβερ και στο καρέ πουκάμισο με τις καφέ και κεραμιδί ρίγες, το μάτι μου έπεσε στα φωταγωγημένα καθιστικά δύο καινούργιων πολυκατοικιών που δεν είχα προσέξει μέχρι τότε / ήταν πολυκατοικίες που αργότερα, όταν θα μεγάλωναν λίγο, θα έκαναν μπαμ ότι χρίστηκαν τη δεκαετία του ’80 / επεξεργασμένο μάρμαρο, μεγάλες, συνεχόμενες μπαλκονόπορτες, χορταστικά μπαλκόνια και σκόρπια στοιχεία από ξύλο που «μαλάκωναν» την ψυχρότητα από το πολύ μάρμαρο και το γυαλί / μέσα, οι τοίχοι ήταν καλυμμένοι με ατελείωτες βιβλιοθήκες και αξιοπρεπείς ανατυπώσεις καλόγουστων «μοντέρνων» της ελληνικής ζωγραφικής / μπορούσες να φανταστείς τα ωραία χαλιά, τους αφράτους καναπέδες, τις διακοσμητικές λεπτομέρειες, αλλά αυτό που μου έκανε μεγαλύτερη εντύπωση ήταν ο φωτισμός / ένα μαλακό φως ξεπηδούσε από πολλές και διαφορετικές γωνίες / κάποια στιγμή ο ευτυχισμένος αστός θα έκανε ένα πέρασμα από το χολ ή θα άναβε την έγχρωμη τηλεόραση εντελώς ανυποψίαστος για το γεγονός ότι ένας καταμουσκεμένος έφηβος χαζεύει από απέναντι το σπίτι του σαν να βλέπει θέατρο / όσο πήγαινα γυμνάσιο δεν άλλαξα ποτέ διαδρομή, για να βλέπω κάθε μέρα τις δύο αυτές πολυκατοικίες, που στα μάτια μου έγιναν το απαύγασμα της γλυκιάς ζωής / βιβλία, χαλιά, το τσάι ή ο καφές που αχνίζει, ένα ωραίο μπαλκόνι για τις φωτεινές, καλοκαιρινές νύχτες / από τότε πίστεψα ότι κάθε διαμέρισμα μπορεί να γίνει ένα ζεστό κουκούλι ικανό να χωρέσει όλα τα καλά αυτού του κόσμου / ο Τσαρούχης το είχε πει πολύ καλύτερα / κάθε πολυκατοικία είναι κι ένας ιερός τόπος, γιατί εδώ έκαναν έρωτα άνθρωποι / ή περίπου έτσι, γιατί χρόνια ψάχνω την ακριβή διατύπωση και δεν τη βρίσκω / κάπως έτσι αγάπησα τις πολυκατοικίες και κάπως έτσι αγάπησα και την Αθήνα. Πηγή: www.lifo.gr

 

 

Πώς να αγαπήσεις μια πολυκατοικία | URBAN LAB | LiFO.

λεξήματα: Notes de passage | Αποστόλης Αρτινός

Η εκδήλωση της ποίησης είναι μια εκδήλωση μέθης, μιας τρελλής μέθης της γλώσσας. Και το ποίημα το μόνο ορατό ίχνος αυτής της μέθης.

Δεν είναι αποκάλυψη το ποίημα, είναι η φανέρωση της απόκρυψης, η θεωρία του μη ορατού, του μη διαθέσιμου νοήματος.

Σ’ αυτή τη σιωπή του νου, τη πιο βαθιά πλέον σιωπή, όπου ο λόγος αναπληρώνει τη ζωή και αναστέλλει το νόημα, η γλωσσική παράβαση του ποιήματος είναι στην πραγματικότητα μια παράβαση καθολική, μια παράβαση όλων των ανθρωπολογικών δυνατοτήτων.

Ίσως το ποίημα να είναι έτσι για τον άνθρωπο αυτό το ενδεχόμενο, το μοναδικό ενδεχόμενο, ενός ακέραιου πένθους.

Δειγμα:

Σαφέστατα μιαν άλλη εποχή
πιο μακρινή απ’ αυτή την αυγουστιάτικη νύχτα
τα ποιήματα θα γράφονται σε πιο απλό επίπεδο
Στο μεταξύ προσέξτε αυτούς τους ατημέλητους ρυθμούς
διασκορπίστε τους
και διασχίστε ήσυχα τη βία της αναμονής τους

 

λεξήματα: Notes de passage.

ΤΟ ΒΗΜΑ – Γράψε μια ιστορία στο Twitter, της Λαμπρινής Κουζέλη

Συμφωνα με εναν λογοτεχνικο θρυλο, ο Ερνεστ Χεμινγκουεϊ εβαλε κάποτε στοίχημα ότι μπορούσε να γράψει μια ιστορία με λιγότερες από 10 λέξεις. Το κέρδισε με μια ιστορία με σασπένς, δραματική ένταση και… μόνο έξι λέξεις: «For sale: Baby shoes, never worn» (Πωλούνται: Παπούτσια μπεμπέ, αφόρετα).

Σύνολο, στα αγγλικά, 27 χαρακτήρες, πολλοί λιγότεροι από ένα tweet, που συγκριτικά δίνει στους λάτρεις της μικρής, μικρότατης φόρμας 140 χαρακτήρες για να πουν μια ιστορία, όπως οι ιστορίες που θα αφηγηθούν όσοι συμμετάσχουν στο πενταήμερο online λογοτεχνικό φεστιβάλ μυθοπλασίας που διοργανώνει το Twitter στα τέλη Νοεμβρίου.

«Το Twitter είναι ένας τόπος όπου αφηγούμαστε ιστορίες. Συχνά αφορούν την ειδησεογραφία, την πολιτική, τα σπορ ή τη μουσική, αλλά, όπως προκύπτει, το Twitter είναι κατάλληλος τόπος και για την αφήγηση φανταστικών ιστοριών. Όπως υποστήριξε ένας καθηγητής από το Πολιτειακό Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν, «η αποστολή μηνυμάτων tweet μπορεί να θεωρηθεί μια νέα λογοτεχνική πρακτική». Θέλουμε να το γιορτάσουμε!». Με αυτά τα λόγια η ομάδα του Twitter ανακοινώνει την έναρξη του Twitter Fiction Festival (#twitterfiction), ενός δημιουργικού πειράματος μυθοπλαστικής αφήγησης με τη συμμετοχή συγγραφέων από όλον τον κόσμο.
«Το Twitter έχει φιλοξενήσει ήδη σπουδαία λογοτεχνικά πειράματα, όπως το “Black Box” τηςΤζένιφερ Ίγκαν, το “Small Fates” του Τέτζου Κόουλ ή το @mayoremanuel του Νταν Σίνκερ. Τώρα θέλουμε να προχωρήσουμε περισσότερο» δηλώνει η ομάδα του Twitter.
Αν το ζητούμενο είναι απλώς η συντομία, η περιεκτική, λακωνική έκφραση μέσα σε 140 λέξεις, τότε το μέσο δεν πρωτοτυπεί. Το 2007, όταν το Twitter ήταν βρέφος ακόμη (ιδρύθηκε το 2006) η βρετανική εφημερίδα Guardian είχε ζητήσει από καταξιωμένους λογοτέχνες να μιμηθούν το παράδειγμα του Χέμινγκουεϊ γράφοντας ιστορίες των έξι λέξεων. Ο Τζον Μπάνβιλ, ο Ντέιβιντ Λοτζ, ο Τζέφρι Ευγενίδης, η Α. Σ. Μπάιατ, ο Ίαν Ράνκιν, η πρόσφατα δις βραβευμένη με το Μπούκερ Χίλαρι Μαντέλ και άλλοι σύγχρονοι συγγραφείς, συνολικά 35 λογοτέχνες, ανταποκρίθηκαν στην πρόκληση. Στην καλύτερη περίπτωση, όπως αυτή του Ντέιβιντ Λοτζ («Μήλο;» «Όχι.» «Δοκίμασε!» «ΑΔΑΜ;» Θεέ μου!) επικρατεί το πνευματώδες χιούμορ. Στη χειρότερη περίπτωση το εγχείρημα καταλήγει μια πλαδαρή, ακατανόητη λεκτική εκφορά.
Έναν αντίστοιχο πειραματισμό με τη μικροφόρμα του tweet επιχείρησαν πρόσφατα στην Ελλάδα και οι συντελεστές του e-book Tweet_Stories – Λογοτεχνία σε 140 χαρακτήρες(openbook.gr, 2012), που είναι μια ψηφιακή έκδοση της ανοικτής βιβλιοθήκης openbook.«Μπορεί η λογοτεχνία να λειτουργήσει στο ασφυκτικό πλαίσιο της πολύ μικρής φόρμας των κοινωνικών δικτύων;» ήταν το ερώτημα το οποίο τέθηκε σε χρήστες του διαδικτύου εξήγησε στο «Βήμα» ο κρητικός συγγραφέας και καθηγητής Πληροφορικής Γιάννης Φαρσάρης, που επιμελήθηκε τον τόμο.
«Ανταποκρίθηκαν στην πρόκληση πολλοί καταξιωμένοι έλληνες συγγραφείς, όπως ο Ευγένιος Τριβιζάς, ο Μάνος Κοντολέων, η Έρση Σωτηροπούλου, ο Νίκος Δήμου, η Ελένη Γκίκα, ο Σάκης Σερέφας, ο Χριστόφορος Κάσδαγλης και δεκάδες άλλοι, που κατάφεραν και στρίμωξαν την έμπνευση, την πλοκή και τους διαλόγους των ιστοριών τους μέσα στο στενό όριο των αναρτήσεων στο Twitter», μας διευκρίνισε.
Συγκεντρώθηκαν περισσότερες από 600 πρωτότυπες μικροϊστορίες, έκτασης έως 140 χαρακτήρων. Διαβάζοντας τις 371 που επελέγησαν για να εκδοθούν σε ένα e-book με ελεύθερη διανομή καταλαβαίνει κανείς πόσο δύσκολο είναι να γράψεις μια ιστορία σε tweet. Οι περισσότερες διατυπώσεις καταλήγουν αφορισμοί, άλλοι βαρύγδουποι και άλλοι πνευματώδεις, ή ολισθαίνουν στη συναισθηματολογία γυμνασιακού λευκώματος, στη συνθηματολογική καταγγελία ή στην ελλειπτικά στρεβλή έκφραση της αγγελίας.
Υπάρχουν όμως και δείγματα ότι το εγχείρημα μπορεί να ευοδωθεί, όπως, για παράδειγμα, τα ακόλουθα: «Πάντα να κουβαλάς ζωντανά μαζί σου για να φας. Δε σαπίζουν. Σημασία πια έχει μόνο η επιβίωση. Ο δρόμος. Το ταξίδι. “Αγόρι; Γιε μου; Έλα δω”.» (# 006: Κυριάκος Αθανασιάδης). «Έρχεται στην ώρα του. Φορά τα καθημερινά του, βγάζω το καλό σερβίτσιο. Θυμάμαι λάθος πρόσωπο, φαίνεται. Το όνομα όμως ίδιο. Δεν φεύγει ποτέ.» (# 008:Δημήτρης Αθηνάκης). «”Σας παρακαλώ κυρία, έχω τρεις μέρες να φάω”. Δεν γύρισε να τον κοιτάξει. Δεν μπορούσε να κοιτάξει ξανά στα μάτια τον κύριο Προϊστάμενο.» (034:Αλέξανδρος Βλαζάκης). «Κοίταξε τη Λέξη. Αν ερχόταν η Κρατική Υπηρεσία για έλεγχο; Η Λέξη και εκείνος, ένα νέο περιβάλλον. Τη διάβασε πάλι, έτοιμος για όλα!» (# 078: Μητσάκος Ζαφ). «Του άρεσαν οι άντρες. Η μάνα δεν του μιλούσε, μα στις γιορτές έστελνε γραβάτες. Μετά την κηδεία παραιτήθηκε. Τώρα πουλάει βιβλία σε παζάρια.» (# 332: Αννίτα Χατζίκου).
Ο υπαινικτικός, κοφτός, λακωνικός τρόπος των tweets, το υπαινικτικό και πνευματώδες του ύφους τους ενέπνευσαν και το «Twitterature: The World’s Greatest Books in Twenty Tweets or Less» (Viking/Penguin 2009) των Αλεξάντερ Έισιμαν και ΄Εμετ Ρένσιν. Οι δευτεροετείς, τότε, φοιτητές του Πανεπιστημίου του Σικάγο συνόψισαν 80 γνωστά κείμενα, από την «Ιλιάδα» και την «Οδύσσεια» του Ομήρου ως τον «Άμλετ» του Σαίξπηρ, την «Άννα Καρένινα» του Τολστόι, τις «Μεγάλες προσδοκίες» του Ντίκενς και τον «Χάρι Πότερ» τηςΤζ. Κ. Ρόουλινγκ σε 20 tweets το καθένα. Κάποιοι χαρακτήρισαν το αποτέλεσμα βεβήλωση αριστουργημάτων της λογοτεχνίας. Άλλοι το βρήκαν ξεκαρδιστικό. Ο «Ξένος» του Αλμπέρ Καμί κατέληξε κάπως έτσι: «Η μητέρα νεκρή. Άγνωστο σήμερα ή χθες./ Στην κηδεία. Βαριέμαι. Ο κόσμος δείχνει θλιμμένος. Ετούτος ο γέρος “κανόνιζε” τη μαμά!/ Η κηδεία δεν έλεγε να τελειώσει. Μπάνισα μια γυναίκα στην επιστροφή. Θα τη δω αύριο, ίσως μου κάτσει. /… ».
Το βιβλίο των δύο νεαρών εκδόθηκε από τον εκδοτικό οίκο Penguin, που δεν είναι μόνο ο εκδοτικός οίκος με τη διασημότερη σειρά νεότερης κλασικής λογοτεχνίας αλλά δείχνει και μεγάλο ενδιαφέρον για τα λογοτεχνικά πειράματα στο διαδίκτυο. Το 2007 είχε πραγματοποιήσει το πρόγραμμα συμμετοχικής λογοτεχνίας «Million Penguins», ένα πείραµα συγγραφής μυθιστορήματος από κοινού, εµπνευσµένο από τη λογική της Wikipedia, στο οποίο συνεργάστηκαν 1.500 άτοµα.
Η συμμετοχικότητα, και όχι μόνο η συμπύκνωση στον περιορισμένο χώρο των 140 χαρακτήρων, φαίνεται να αποτελεί ζητούμενο των διοργανωτών του διαγωνισμού Twitter Fiction Festival. Ζητούν λοιπόν από όσους επιθυμούν να συμμετάσχουν στον διαγωνισμό να διευκρινίσουν στην αίτησή τους: «Πώς θα χρησιμοποιήσετε την πραγματικού χρόνου παγκόσμια πλατφόρμα μας και το περιεχόμενο που προσφέρει -μικροϊστορίες σε Tweets, Twitter chat, live-tweeting-, όπου οποιοσδήποτε μπορεί να συνεισφέρει στην ιστορία σας οποιαδήποτε στιγμή ή, ακόμη καλύτερα, πώς σκοπεύετε να δημιουργήσετε σε αυτήν την πλατφόρμα νέο περιεχόμενο;».
Οπωσδήποτε αναμένουμε ότι μια από τις συνηθέστερες πρακτικές στα μηνύματα tweet, η αποστολή μιας URL (της διεύθυνσης ενός πόρου στον παγκόσμιο ιστό), θα χρησιμοποιηθεί και στη διάρκεια του διαγωνισμού. Το πείραμα θα επεκταθεί συνεπώς και προς την κατεύθυνση της «υπερλογοτεχνίας», δηλαδή των διαδραστικών κειμένων που ενσωματώνουν και κάνουν εκτεταμένη χρήση των υπερσυνδέσμων, διανθίζοντας τον γραπτό λόγο με άλλα κείμενα, εικόνα, ήχο, χάρτες κτλ. και καταλύοντας τη γραμμική ανάγνωση.
Συντομία και αποσπασματικότητα, συνθηματική γλώσσα, πολυφωνία και θεματική ποικιλία, είναι τα χαρακτηριστικά του Twitter, το οποίο ο αμερικανός πεζογράφος Τζόναθαν Φράνζεν, χαρακτήρισε σε πρόσφατη συνέντευξή του «ανείπωτα εκνευριστικό»Σχολίασε ότι το Twitter είναι ένα ανεύθυνο μέσο, χώρος όχι για σοβαρούς αναγνώστες και συγγραφείς αλλά για όσους αγαπούν να φλυαρούν άσκοπα για το άτομό τους και πρόσθεσε: «Το Twitter αντιπροσωπεύει όλα όσα απεχθάνομαι. Είναι δύσκολο να παραθέσεις γεγονότα ή να δομήσεις ένα επιχείρημα σε 140 χαρακτήρες… Είναι σαν να γράφεις ένα μυθιστόρημα χωρίς το γράμμα Π…».
Έχοντας σπουδάσει φιλολογία, ο Φράνζεν γνωρίζει βέβαια ότι τέτοιοι εκφραστικοί περιορισμοί, σχετικοί με την έκταση μιας πρότασης ή με τον αριθμό ή το είδος των γραμμάτων που θα χρησιμοποιηθούν σε ένα κείμενο δεν αποτελούν εφεύρεση του Twitter. Το πρωτοποριακό γαλλικό Εργαστήριο Δυνητικής Λογοτεχνίας OuLiPo των Ρεϊμόν Κενό, Φρανσουά Λε Λιονέ, Ζορζ Περέκ κ.ά. ασκεί την πειραματική λογοτεχνία από το 1960 θέτοντας διάφορους μορφολογικούς περιορισμούς στη λογοτεχνική σύνθεση και συνδυάζοντας τη γραφή με τη ζωγραφική και τα μαθηματικά. Γράφτηκαν κείμενα αποκλειστικά με λέξεις που αρχίζουν και τελειώνουν με το ίδιο γράμμα ή συνθέσεις από τις οποίες λείπει εντελώς ένα γράμμα, όπως το μυθιστόρημα «La disparition» (1969, H εξαφάνιση) του Ζορζ Περέκ, όπου απουσιάζει εντελώς το e, το πιο συνηθισμένο γράμμα στη γαλλική γλώσσα.
Το θέμα είναι ότι, παρά το ενδιαφέρον τους, αυτοί οι πειραματισμοί συνήθως δεν καταφέρνουν να έχουν ευρεία αποδοχή, να υπερβούν τα στενά όρια της ομάδας που τους εμπνεύστηκε και να έχουν διάρκεια. Με το Twitter θα δούμε αν στην εποχή του διαδικτύου η πειραματική λογοτεχνία μπορεί να έχει ευρύτερη αναγνώριση ή αν οι παραδοσιακές μορφές αφήγησης αποδεικνύονται ισχυρότερες των τεχνολογικών προκλήσεων.
Η σπουδαία νέα παράμετρος που εισάγει το Διαδίκτυο και το Twitter είναι ο χρόνος: Παρακολουθούμε ένα κείμενο εν τη γενέσει του. Η χρονική απόσταση των tweets, η πύκνωσή ή η αραίωσή τους στον χρόνο αποτελεί στοιχείο ύφους. Παράλληλα, η κατανάλωση του κειμένου σε πραγματικό χρόνο επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό το νόημα και την ερμηνεία του. Όλα αυτά είναι εντελώς νέα δεδομένα, και συναρπαστικά. Παραδοσιακά μέσα, όπως το αμερικανικό περιοδικό «New Yorker», υποστηρίζουν θερμά το φεστιβάλ ενώ η Δημόσια Βιβλιοθήκη της Νέας Υόρκης έχει προγραμματίσει μεγάλη σχετική ανοιχτή συζήτηση.
Όσοι ενδιαφέρονται να υποβάλουν συμμετοχή στο Twitter Fiction Festival μπορούν να συμπληρώσουν τη σχετική αίτηση ως τις 15 Νοεμβρίου. Οι επιλεγμένοι συγγραφείς θα ανακοινωθούν στις 19 Νοεμβρίου. Ο διαγωνισμός θα πραγματοποιηθεί online από τις 28 Νοεμβρίου ως τις 2 Δεκεμβρίου.

ΤΟ ΒΗΜΑ – Γράψε μια ιστορία στο Twitter – πολιτισμός.

[Ευχές]

Χριστούγεννα ―αλλά όχι μόνο αυτά― είναι να μαζεύεσαι γύρω απ’ το τραπέζι, να γράφεις σ’ ένα χαρτάκι τ’ απαραίτητα ―τι να κάνουμε;― ψώνια του σούπερ-μάρκετ και εσύ να σκέφτεσαι πως, παρότι δεν έχεις μία, θέλεις να πάρεις δώρα στους φίλους σου και πως δεν σε νοιάζει, ας πούμε, το βούτυρο. Χρόνια πολλά σε όλους και όλες.

Βάσεις δεδομένων, fan clubs ή στεγνή πληροφορία;

Οι έλληνες λογοτέχνες και οι σελίδες γι’ αυτούς – Γενικές παρατηρήσεις

Παρακολουθώντας συχνά τη λογοτεχνική κίνηση στο, έτσι κι αλλιώς, φτωχό ελληνικό διαδίκτυο, έχει τύχει πολλές φορές να επισκεφτώ blogs ή sites που δημιουργήθηκαν με αφορμή κάποιον έλληνα πεζογράφο ή ποιητή. Αυτές οι σελίδες που δημιουργήθηκαν στο διαδίκτυο είχαν εν πολλοίς ως σκοπό την προβολή του έργου και του βίου του εκάστοτε λογοτέχνη, με παράλληλες αναρτήσεις συνεντεύξεων ή κριτικών που έχουν δημοσιευτεί και τον αφορούν. Ωστόσο, δύσκολα μπορεί κανείς να βρει μιαν ολοκληρωμένη βάση δεδομένων, τουλάχιστον που να μην την έχει ήδη συναντήσει σε χώρους -και εκτός- διαδικτύου.

Θ’ αναρωτηθεί εύλογα κανείς για τη χρησιμότητα και τη λογική αυτών των “αφιερωμάτων” σε συγγραφείς. Η απάντηση, όσον αφορά το διαδίκτυο πάντοτε, είναι η ανάγκη γι’ αυτή την ελευθερία έκφρασης που γιγαντώθηκε ακόμη περισσότερο απ’ τη στιγμή που αυτό έγινε εργαλείο προσβάσιμο στα χέρια όλων – ή σχεδόν όλων προς ώρας. Και ίσως αυτό είναι και το σημαντικότερο. Κανείς δεν μπορεί να παραβλέψει την καταρχήν ανάγκη τού σύγχρονου ανθρώπου για έκφραση, εν προκειμένω λογοτεχνική και μάλιστα που ξεπερνά τα προσωπικά όρια, χωρίς να τα προσπερνά εξ ολοκλήρου. Εξηγούμαι: μπορεί, αφ’ ενός, η αναφορά σε κάποιο άλλο πρόσωπο εκτός του δικού μας να είναι πέρα απ’ την αναφορά στο εγώ, εντούτοις, κανείς δεν μπορεί να παραβλέψει την ιδιοσυγκρασιακή δόμηση αυτής της αναφοράς, με τον παράλληλο “φωτισμό” συγκεκριμένων πλευρών του εκάστοτε τρίτου δημιουργού.

Έχω την αίσθηση ότι και οι συγκεκριμένες σελίδες του διαδικτύου ξεκίνησαν όπως όλες οι άλλες. Η επαφή με τον “έξω” κόσμο, έστω και τον ψηφιακό, είναι μεταξύ άλλων και μια προσπάθεια προβολής και αυτοπροβολής, άμεσα ή έμμεσα, χωρίς απαραίτητα όλο αυτό το γεγονός ν’ αποτελεί και σκοπό που θ’ αποφέρει κάποια οφέλη, πέρα απ’ αυτή την ελευθερία της έκφρασης, η οποία στις περισσότερες των περιπτώσεων είναι και αυτοσκοπός. Άλλωστε, ακριβώς εξαιτίας της έλλειψης τέτοιων σκοπών δημιουργούνται και καινούργιες ανάγκες στην πορεία, οι οποίες μπορεί να καταλήξουν εντελώς διαφορετικές απ’ τ’ αρχικά κίνητρα.

Αυτό όλο είναι ένα πρώτο θεωρητικό τμήμα. Τι συμβαίνει όμως στην ιντερνετική πραγματικότητα στους κύκλους της λογοτεχνίας, και δη σ’ αυτούς των προσωπογραφιών; Προσπαθούν, άραγε, οι δημιουργοί τέτοιων ιστοσελίδων ή ιστολογίων ν’ αναπαραγάγουν ένα λόγο προσωπικό σχετικά με όλα όσα αναφέρουν για τον εκάστοτε λογοτέχνη ή μήπως τελικά, μέσα σ’ όλα, λειτουργούν κυρίως ως αποδελτιωτές παλαιότερων και νεότερων αναφορών; Είναι άραγε μια κατηγορία που δημιουργείται από κάποιον προς έναν τρίτο ή μπορεί μήπως να δημιουργηθεί μια βάση δεδομένων “από μένα για μένα”, όπως για παράδειγμα συμβαίνει με τους συγγραφείς που διατηρούν τον προσωπικό διαδικτυακό χώρο και όπου δημοσιεύουν ό,τι τους αφορά;

Πάντως, ακόμη πιο σπάνιο είναι να εντοπίσει κανείς ένα χώρο στο διαδίκτυο όπου να ‘ναι ξεκάθαρα και αποκλειστικά το ένα ή το άλλο, που αποφεύγει κοντολογίς να υπεισέλθει σε χώρους πέραν των αρχικών προθέσεων. Κι εκεί είναι ενδεχομένως και αυτή η ομορφιά του ίντερνετ: αυτή η παλινδρόμηση μέσω της οποίας οι χρήστες του διαδικτύου αποδεικνύουν την (όποια) ελευθερία του μέσου ή δική τους.

Σ’ αυτό το άρθρο δε θ’ αποπειραθούμε να κάνουμε μιαν ενδελεχή και ολοκληρωμένη αναφορά στο λογοτεχνικό σύμπαν του ελληνικού ίντερνετ, παρά μόνο θ’ αναφερθούμε σε μερικά γενικά παραδείγματα ιστοχώρων σχετικών με το θέμα μας. Η επιλογή, βεβαίως, δεν είναι τυχαία, αλλά και τα κριτήρια δεν ήταν αυστηρά και απαραβίαστα.

Εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι η δημιουργία σελίδων για νεότερους και παλαιότερους λογοτέχνες είναι εν γένει ισοβαρής, με μια κλίση προς τους νεότερους. Για παράδειγμα, ο κύπριος συγγραφέας και blogger Λάκης Φουρουκλάς έχει δημιουργήσει σελίδες τόσο για τη Σώτη Τριανταφύλλου, όσο και για τη Μυρτιώτισσα, τη Γαλάτεια Καζαντζάκη,  τη Λιλή Ζωγράφου και τη Μαρία Πολυδούρη. Στις προκείμενες ιστοσελίδες, ο Λάκης Φουρουκλάς έχει αναλάβει το δύσκολο αλλά, καταπώς φαίνεται, γεμάτο αγάπη έργο τής συγκέντρωσης υλικού για τις λογοτέχνιδες, που όχι μόνο περιλαμβάνει τα έργα τους (που, πάντως, δεν είναι ολοκληρωμένα, π.χ. όσον αφορά τη Σώτη Τριανταφύλλου), αλλά και σχετικές κριτικές, συνεντεύξεις (όπου κρίνεται εφικτό!) και φωτογραφίες. Μπορεί οι συγκεκριμένες ιστοσελίδες να μην είναι από αισθητικής άποψης άρτια δομημένες, ωστόσο κανείς δεν μπορεί ν’ αρνηθεί τον κόπο που κατέβαλε ο δημιουργός τους για να τις “χτίσει” βήμα-βήμα.

Η Σώτη Τριανταφύλλου έχει την τιμητική της και σε άλλες δύο ιστοσελίδες: στο http://www.alicecafe.gr καθώς και στο ιστολόγιο του βιβλιοπωλείου “Σύγχρονη Έκφραση”. Σ’ αυτές τις δύο περιπτώσεις, η πολυδιαβασμένη συγγραφέας παρουσιάζεται, παρ’ όλ’ αυτά, λιγότερο συστηματικά απ’ ό,τι στις σελίδες του Λάκη Φουρουκλά· αυτό που κυριαρχεί σε αμφότερες τις σελίδες είναι μερικές φωτογραφίες, καθώς επίσης και η εργογραφία της ή, στη δεύτερη περίπτωση, μια μικρή ανασκόπηση στο πρόσφατο έργο της.

Απ’ την άλλη, ο Νίκος Σαραντάκος, συγγραφέας ο ίδιος, έχει “ανεβάσει” στην ιστοσελίδα του κείμενα γύρω απ’ τον Καβάφη, τον Λαπαθιώτη, τον Παλαμά, τον Σουρή, τον Παπαδιαμάντη και άλλους. Εδώ κυριαρχεί η πλήρης απλότητα. Βασικό μέλημα του Νίκου Σαραντάκου είναι το ίδιο το κείμενο, χωρίς παράλληλα να τον απασχολεί η αισθητική. Αυτό, αφ’ ενός, καταδεικνύει την πρόθεσή του, εντούτοις, οι δυσκολίες της ανάγνωσης ενός απλού και “στεγνού” κειμένου, εντάσσονται στο πλαίσιο της, ούτως ή άλλως, δύσκολης ανάγνωσης στην οθόνη. Υπάρχει βέβαια πάντοτε ο εκτυπωτής…

Στη συνέχεια, στο Πολιτικό Καφενείο – Ιστοσελίδα Αντιπληροφόρησης και Γνώσης μπορεί κανείς να βρει ένα αρκετά εκτενές αφιέρωμα για τον Ανδρέα Εμπειρίκο, που αγγίζει τα όρια του fan club: πλήρες βιογραφικό χρονικό, τα ποιήματα του Εμπειρίκου, τα πεζά του, κριτικές που γράφτηκαν, φωτογραφίες, χρονικά, μαρτυρίες, κάτι που σπάνια συναντά κανείς και, μάλιστα, τόσο οργανωμένα. Η καταβλημένη προσπάθεια εκ μέρους των δημιουργών είναι πασιφανής απ’ το πρώτο “κλικ” και, χωρίς δεύτερη κουβέντα, μπορεί να συναγωνιστεί “επίσημες” σχετικές ιστοσελίδες.

Στο ίδιο περίπου πλαίσιο κινείται και ο Γιάννης Η. Παππάς, ο οποίος έχει δημιουργήσει ένα αρκετά εκτενές ιστολόγιο για τον Αντρέα Φραγκιά. Παλαιότερες και νεότερες κριτικές αναλύσεις, στοιχεία για τη ζωή και το έργο του, καθώς και αποσπάσματα από κείμενά του, μπορεί κανείς να βρει στο ιστολόγιο αυτό, ωστόσο όχι με τον ίδια συστηματική οργάνωση για τον Ανδρέα Εμπειρίκο που προαναφέρθηκε. Το παρόν ιστολόγιο αποτελεί μια ευρεία και εύχρηστη από πολλές απόψεις βάση δεδομένων για το έργο του Φραγκιά, που αγγίζει, mutatis mutandis, τα όρια της ψηφιακής βιβλιοθήκης για το συγγραφέα.

Για τον Καβάφη υπάρχει ένας επίσημος διαδικτυακός τόπος, απ’ τη μια, αλλά, απ’ την άλλη, σπανίζουν οι αναφορές ή οι αφιερωμένοι σ’ αυτόν ιστότοποι, κάτι που προκαλεί εντύπωση, αφού ο αλεξανδρινός ποιητής είναι ευρέως αγαπημένος και διαδεδομένος· εξαίρεση αποτελεί η σελίδα στη διεύθυνση http://cavafis.compupress.gr/index3.htm, όπου το έργο του ποιητή παρατίθεται αυτούσιο κατά κατηγορίες. Το ίδιο ακριβώς παρατηρείται και για τον Νίκο Εγγονόπουλο: ενώ υπάρχει ο επίσημος ιστότοπός του, δεν είναι διαδεδομένες οι διαδικτυακές σελίδες που ν’ αναφέρονται σ’ αυτόν. Τέλος, κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και με την ανατρεπτική φωνή των ελληνικών γραμμάτων, τον Ρένο Αποστολίδη, όπου η σελίδα του παρουσιάζεται εξαιρετική και σχεδόν πλήρης.

Σελίδα υπάρχει και για την Κική Δημουλά στον ελεύθερο χώρο των geocities, αλλά εκεί μπορεί κανείς να βρει μόνον το έργο της σε μορφή εικόνων, προκειμένου -όπως αναφέρεται- να διατηρηθεί το πολυτονικό σύστημα της γραφής της.

Στις σελίδες του translatum.gr μπορεί κανείς να βρει πλούσιο ποιητικό υλικό, όπως, για παράδειγμα, σχετικά με τους ποιητές και τους πεζογράφους της Θεσσαλονίκης. Μεταξύ άλλων, ανθολογούνται οι εξής λογοτέχνες: Βαφόπουλος, Θέμελης, Καρέλλη, Πεντζίκης, Αναγνωστάκης, Βαρβιτσιώτης, Ιωάννου, Ασλάνογλου, Κέντρου-Αγαθοπούλου, Μέσκος, Χριστιανόπουλος, Δημητριάδης κ.ά. Στα υπόλοιπα φόρα τού translatum μπορεί κανείς να βρει πολλές θεματικές ενότητες και συνολικά για συγγραφείς αλλά και για κάποια συγκεκριμένα έργα τους.

Μπορεί εύκολα κανείς να βρει περιφερόμενος στο διαδίκτυο και γενικότερες θεματικές σελίδες που αφορούν την ελληνική (και όχι μόνο) λογοτεχνία. Οι περισσότερες, μέχρι του σημείου που ο υπογράφων γνωρίζει, σελίδες στο ελληνικό διαδίκτυο αφορούν νεότερους λογοτέχνες, ωστόσο, για παράδειγμα, οι χρήστες που τους αφορά μια παρόμοια αναζήτηση μπορούν να βρουν και λογοτέχνες παλαιότερων γενεών, με βιογραφικά κείμενα που συνοδεύονται από αποσπάσματα έργων τους.

Αυτό, όμως, που παρατηρείται ευρέως στο ελληνικό διαδίκτυο, όσον αφορά το θέμα που μας απασχολεί εν προκειμένω, είναι η αποσπασματικότητα. Μ’ ένα γρήγορο ψάξιμο στις διάσημες μηχανές αναζήτησης, μπορεί κανείς να εντοπίσει σε λίγα δευτερόλεπτα αυτό που ψάχνει, αλλά εκείνο που γενικώς ισχύει είναι αυτή η απουσία ολοκληρωμένων βάσεων δεδομένων για μείζονες ή ελάσσονες συγγραφείς – πεζογράφους ή ποιητές.

Έχω την αίσθηση ότι όλο αυτό το θέμα δεν μπορεί παρά να εντάσσεται στο γενικότερο πλαίσιο που αναφέρθηκε νωρίτερα σχετικά με το πόσο “φτωχό” μοιάζει να ‘ναι το ελληνικό (λογοτεχνικό) ίντερνετ. Γενικά, είναι απορίας άξιον που πολλές φορές είναι ευκολότερο να βρεις μιαν αγγλική, ή και γαλλική ακόμη, ιστοσελίδα για ένα θέμα “ελληνικό” που να είναι περισσότερο ενημερωμένη απ’ όσο μια ελληνική.

Χαρακτηριστικό, δε, είναι ότι βρίθουν τα fan clubs των τραγουδιστών και τραγουδιστριών, των ποδοσφαιριστών και των αθλητικών ομάδων (με real time ενημέρωση μάλιστα!). Αυτό δεν μπορεί παρά ν’ αποτελεί ένα γενικό στοιχείο που περιγράφει τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα σ’ ένα ευρύτερο πλαίσιο, αλλά ας μην πιάσουμε τώρα τ’ αυτονόητα…

Αν, τώρα, αποπειραθούμε να κάνουμε μια γενική σύγκριση για το τι συμβαίνει στο εξωτερικό, τότε αυτόχρημα θα δούμε πως οι σχετικές διαδικτυακές σελίδες είναι works in progress, υπό την έννοια ότι η ενημέρωσή τους αφορά σύγχρονους συγγραφείς των οποίων οι αφιερωμένοι σ’ αυτούς ιστοχώροι συμβαδίζουν μ’ αυτό που συμβαίνει σε πραγματικό χρόνο, δημιουργώντας έτσι μια ψηφιακή βιβλιοθήκη προσβάσιμη σε όλους, με σχεδόν πλήρες υλικό, και γνωστικά και αισθητικά. Αυτοί οι χώροι είναι δομημένοι στη λογική των fan clubs, κάτι που ελλείπει στο εγχώριο διαδίκτυο, ωστόσο εδώ ελλοχεύουν και κίνδυνοι που αγγίζουν τα όρια της λατρείας, όπως για παράδειγμα συμβαίνει με τα fan clubs του Harry Potter (που δε μοιάζουν να διαφέρουν, ενδεικτικά, απ’ αυτά της Oprah Winfrey), που ήρθε με το δικό του τρόπο στην ιντερνετική Ελλάδα μέσα απ’ τις σελίδες των εκδόσεων Ψυχογιός, ένας εκδοτικός οίκος που διατηρεί δικό του fan club-λέσχη ανάγνωσης, καθώς και δικό του φόρουμ.

Η ισορροπία, όμως, νομίζω ότι επέρχεται με τα ιστολόγια που ασχολούνται με το ίδιο το βιβλίο. Θ’ αναρωτηθεί κανείς στη σύγχρονη εποχή της πληροφορίας (η οποία, πολύ φοβάμαι, ότι, τουλάχιστον στο διαδίκτυο, τείνει ν’ αντικαταστήσει τη γνώση) εάν είναι χρησιμότερο ή, έστω πιο ενδιαφέρον, να υπάρχουν στο ίντερνετ σελίδες που αφορούν ένα συγγραφέα και μόνον ή αν τελικά μπορεί ν’ αποβεί πιο χρηστικό να γράφουμε για βιβλία. Προφανώς και υπεισέρχεται εδώ το θέμα της “σοβαρής” ενασχόλησης με το βιβλίο, αλλά τα όρια αναμφίβολα τίθενται απ’ τους ίδιους τους χρήστες, είτε τους “παθητικούς” (τους αναγνώστες) είτε τους “ενεργητικούς” (τους γράφοντες – που είναι τις περισσότερες φορές και αναγνώστες).

Είναι σαφές ότι επί του παρόντος δεν τίθενται θέματα για το τι πρέπει να γίνει και τι όχι. Αυτό που έχει πρωτίστως σημασία είναι να βρούμε τον τρόπο το εγχώριο ίντερνετ να γίνει όλο και πιο εκτεταμένο σε όλους τους τομείς. Δεν έχει καμιάν απολύτως σημασία να ευχόμαστε και ν’ απευχόμαστε να γίνουν “πράγματα”, έτσι, θεωρητικά και γενικόλογα. Καλόν είναι να δούμε με ποιον τρόπο όλοι και όλες εμείς που είμαστε καθημερινά μπροστά σε μιαν οθόνη, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, θ’ αρχίσουμε ν’ αφήνουμε λίγο το scroll down του ποντικιού μας στην άκρη και να μένουμε λίγο παραπάνω σ’ αυτό που απεικονίζεται μπροστά μας. Κι αυτό δεν είναι σε καμιά περίπτωση θέμα κανενός κινήματος· είναι θέμα πρώτα-πρώτα ατομικό. Γι’ αυτό και δύσκολο για μας τελικά.

Και ας έχουμε πάντοτε στο μυαλό μας ότι άλλο πράγμα είναι η συνέχεια κι άλλο η εξέλιξη.

*

Κατάλογος ιστοχώρων που αναφέρθηκαν στο άρθρο:

[Το άρθρο δημοσιεύτηκε αρχικά στο περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 16, χειμώνας 2008/09]

IANOS – Τρίτη 4/11 – 6.00 μ.μ.

Τρίτη, 4 Νοεμβρίου 2008 στις 18:00

στο Βιβλιοπωλείο IANOS – Σταδίου 24

ξένη λογοτεχνία

από τις εκδόσεις ίνδικτος

Οι εκδόσεις ΙΝΔΙΚΤΟΣ παρουσιάζουν την πρόσφατη σοδειά

της ξένης λογοτεχνίας τους

σε μιαν εκδήλωση που τον λόγο θα έχουν τρεις bloggers:

ΝΑΥΤΙΛΟΣ [ΑΛΕΞΗΣ ΔΑΜΙΓΟΣ]

ΠΑΝΔΟΧΕΙΟ [ΛΑΜΠΡΟΣ ΣΚΟΥΖΑΚΗΣ]

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΘΗΝΑΚΗΣ

οχτώ μείον 1 αλήθειες

Ο Αλέξανδρος με κάλεσε να παίξω σ’ αυτό το παιχνίδι με τις εφτά αλήθειες.

Συνεχίζω, λοιπόν, τώρα μ’ αυτές τις αλήθειες, που μπορεί μερικές απ’ αυτές να ‘ναι απλώς της εποχής κι όχι “αιώνιες” – σίγουρα δεν είναι τυχαία επιλεγμένες:

1. Να πίνω (κρύο) νερό απ’ το μπουκάλι. Ίδιο φιλί πολλές φορές.

2. Δύο υπέροχα depon μετά από τρελό μεθύσι. Την άλλη μέρα δεν έχω ποτέ hang-over.

3. Πρωινός καφές και τσιγάρο. Αν τελειώσουν, μπορώ να ξανακοιμηθώ μέχρι κάποιος να μου φέρει!

4. Τα βραδινά τηλεφωνήματα. Εκείνα τα βραδινά τηλεφωνήματα. Αυτά τα βραδινά τηλεφωνήματα.

5. Η Πειραιώς – το βράδυ. Με αυτοκίνητο. Μόνο.

6. Η μεταγραφή ποιημάτων στα ελληνικά – το βράδυ. Λειτουργώ σαν τις νταλίκες: μετά από χιλιόμετρα στο δρόμο, όταν μπουν στη rest area, πρέπει να μείνουν στο ρελαντί για λίγη ώρα. Αλλιώς θα σκάσει η μηχανή.

7. Ένα βλέμμα. Εκείνο το βλέμμα. Αυτό το βλέμμα. Δουλειά μας είναι [και] τα βλέμματα. Όλων.

____________________

Εννοείται, όποιος θέλει συνεχίζει.

____________________

Οι κανόνες λένε τα εξής:

Βάλε Link (σύνδεση) προς το άτομο που σε έκανε tag. Γράψε 7 αλήθειες για σένα στο blog σου, κάποιες κοινές, κάποιες περίεργες. Κάνε tag 7 άτομα στο τέλος της ανάρτησης βάζοντας τα ονόματα τους και links προς το blog τους. Ειδοποίησε τους ότι τους έχεις κάνει tag αφήνοντας σχόλιο στο blog τους.

Ε, κάποιους απ’ αυτούς τους προσπεράσαμε…

περί βιβλίων, λιστών και άλλων δεινών [part 2]

Σ’ ένα ποστ σ’ αυτό εδώ το blog πριν από 13 μήνες (22 Σεπτεμβρίου 2007) είχα αναφερθεί σ’ ένα θέμα “περί βιβλίων, λιστών και άλλων δεινών”. Έλεγα μεταξύ άλλων:

“Περιφερόμενος στο διαδίκτυο και αναζητώντας την παγκόσμια κίνηση του βιβλίου, έπεσε το μάτι μου σε ένα άρθρο των New York Times Book Review σχετικά με τα ευπώλητα, τις λίστες και πώς δημιουργούνται αυτές. Το κεντρικό θέμα του άρθρου είχε να κάνει με μια πρωτοβουλία της εφημερίδας να καταρτίσει μία λίστα με βιβλία, έξω από τους γίγαντες των best sellers. Αυτή η λίστα, σκέφτηκαν, ότι θα περιλαμβάνει είτε βιβλία που δεν πούλησαν εξαιρετικά αλλά είναι αξιολογότατα, είτε εκδόσεις μικρών οίκων.

(Να ξεκαθαρίσω εξ αρχής βεβαίως ότι δεν πιστεύω σε καμμία περίπτωση ότι όσα βιβλία πουλούν πολλά αντίτυπα δεν είναι άξια λόγου και ανάγνωσης ή δεν αποτελούν συγκλονιστικά λογοτεχνικά αποτελέσματα. Κάποιες φορές η ποιότητα συμβαδίζει με την ποσότητα και αυτό δεν είναι τίποτε άλλο παρά ευτυχές.)

[Διευκρίνηση: η διάκριση μεταξύ μυθιστορήματος και λογοτεχνικού μυθιστορήματος έχει, για παράδειγμα, να κάνει με τη διαφορά μεταξύ ενός βιβλίου της Εύας Ομηρόλη (ή της Λένας Μαντά) και της Μαρίας Μήτσορα (ή της Ιωάννας Μπουραζοπούλου). Ακόμη ένα παράδειγμα: Σκεφτείτε τη διαφορά μεταξύ ενός μυθιστορήματος του Γιώργου Πολυράκη και ενός του Χρήστου Χωμενίδη (ή του Νίκου Παναγιωτόπουλου)]

Για να επανέλθω στις λίστες. Ο διαχωρισμός αυτός ή η σχετική αναφορά σε “διαφορετικά”, “πρωτοποριακά”, “προχωρημένα”, “εναλλακτικά” ή εν γένει εξαιρετικότατα μυθιστορήματα, βοηθά στην ανακάλυψη βιβλίων που, για κάποιους προφανείς ή όχι λόγους, παραμένουν σε μια κάποια αφάνεια. Έτσι, αφενός οι νέες αυτές λίστες παίρνονται από βιβλιοπωλεία που δεν είναι αλυσίδες αλλά από αυτά που έχουν άλλη φιλοσοφία ή ζητούν από τις αλυσίδες τις πωλήσεις χαμηλότερης κλίμακας, αφετέρου προωθούν έναν κύκλο βιβλίων που οι νόμοι του marketing έχουν καταπιεί και ήδη χωνέψει…

Οι μεγάλες αλυσίδες, ασφαλώς όχι όλες αδιακρίτως, διαμορφωμένες πλήρως μέσα στις νέες συνθήκες της παγκόσμιας αγοράς, λογικά διαφημίζουν και πουλούν μυθιστορήματα που εξ αρχής είναι προορισμένα για best sellers για λόγους μάλλον αυτονόητους. Είμαι σίγουρος πως άλλη είναι η λίστα των ευπώλητων του Fnac, άλλη της Πρωτοπορίας, άλλη του Λεμονιού (Θησείο) ή του Ναυτίλου (Χαρ. Τρικούπη).”

* * *

Μετά από όλους αυτούς τους μήνες, έρχεται το θέμα στην επιφάνεια με ένα άρθρο του κριτικού και δοκιμιογράφου κ. Νίκου Μπακουνάκη στο “Βήμα της Κυριακής” (ένθετο “Βιβλία”) – με του οποίου χαρακτηρισμούς και αναφορές διαφωνώ σε σημεία. Σταχυολογώ:

Οι λίστες ευπωλήτων τού «New York Times Book Review» έχουν διαφοροποιηθεί τον τελευταίο καιρό, προφανώς για να μην μπαίνουν στον ίδιο «στάβλο» οι αμνοί και τα ερίφια. Έτσι δημιουργήθηκαν δύο νέες κατηγορίες, η «Trade Fiction» και η «Mass Market Fiction», που σε ελεύθερη μετάφραση θα μπορούσαν να αποδοθούν ως «εμπορική μυθοπλασία» και «μαζική μυθοπλασία». Το κριτήριο που επικρατεί για αυτή τη νέα κατάταξη έρχεται από την αγορά. Δεν έχει όμως σχέση τόσο με τις πωλήσεις όσο με την κατασκευή, δηλαδή μια μυθοπλασία που φτιάχνεται ακολουθώντας κανόνες οι οποίοι υπακούουν σε ένα εκδοτικό μάρκετινγκ. Για να χρησιμοποιήσω μια λέξη της μόδας που μας έρχεται από το χρεοκοπημένο εν τέλει νεοφιλελεύθερο (δηλαδή νεοσυντηρητικό) λεξιλόγιο, έχουμε μια αυτορρύθμιση, η οποία δεν θα μπορούσε να προέλθει παρά από τη χώρα του εκδοτικού μάρκετινγκ και της εκδοτικής βιομηχανίας.

Στην Ελλάδα κάτω από τις λίστες ευπωλήτων, που τα «Βιβλία» του «Βήματος» καθιέρωσαν, κατατάσσουμε πλέον δικαίους και αδίκους, υψηλή λογοτεχνία και ερωτικά μαντζούνια. Καθώς όμως η «μυθοπλασία κομμωτηρίου», όπως θα μπορούσαμε να μεταφέρουμε στα καθ’ ημάς τον όρο «mass market fiction», μεγαλώνει και ανδρώνεται (καλύτερα: γυναικώνεται) είναι καιρός να σκεφτούμε τη διαφοροποίηση.

[…]

Τα μίντια είναι σήμερα ένας άλλος παράγοντας που επηρεάζει το εκδοτικό μάρκετινγκ. Το βιβλίο για να παρουσιαστεί πρέπει να έχει να μας πει μια ιστορία. Μια ιστορία που να είναι όμως έξω από το βιβλίο ή παρά-το-βιβλίο. Αν είναι γραμμένο από μια 29χρονη ταμία σε σουπερμάρκετ μπορεί να έχει μεγαλύτερη τύχη για να προβληθεί σε σχέση με ένα άλλο που είναι γραμμένο από έναν «κανονικό» συγγραφέα. Το περιεχόμενο του βιβλίου, η ποιότητά του δεν μετρούν. Εκείνο που μετράει είναι η δυνατότητα για ένα καλό μιντιακό πακετάρισμα.

[…]

Στην Ελλάδα μπορεί να μην έχουμε αυτούς τους μιντιακούς συγγραφείς έτσι όπως τους περιγράφει ο Λακλαβτίν. Τηρουμένων των αναλογιών έχουμε όμως και εμείς τους μαϊντανούς μας, αυτούς δηλαδή που δημιουργούν με την παρουσία τους την ψευδαίσθηση της αντιπροσωπευτικότητας στα τηλεοπτικά πάνελ όπου οι μόνιμοι πανελίστες μοιάζουν σαν ενεργούμενα ενός αυτιστικού θιάσου”.

* * *

Χαίρομαι ιδιαιτέρως που αναφύεται το θέμα αυτό και σε ένα έντυπο όπως είναι τα “Βιβλία” του “Βήματος” με τα οποία μεγάλωσαν γενιές βιβλιόφιλων, και από έναν “αυστηρό” κριτικό λογοτεχνίας, όπως είναι ο κ. Νίκος Μπακουνάκης.

Χαίρομαι και για έναν ακόμη λόγο: Γιατί παρ’ όλες περί του αντιθέτου κρίσεις κι επικρίσεις, στα blogs, γενικά στο διαδικτυακό λόγο στην Ελλάδα του φτωχού εν πολλοίς διαδικτύου, τ’ ανακλαστικά είναι γρήγορα και, πολλές φορές, right-to-the-point.

Αλλά ας μη μείνουμε μόνο σ’ αυτό. Σημαντικό είναι το γεγονός ότι εμφανίζονται στο προσκήνιο λογοτεχνικά ζητήματα που θα μας απασχολήσουν εν καιρώ.

Και το θέμα των λιστών είναι πάντοτε εδώ.
Και ίσως το ζήτημα της αναδιοργάνωσης ή κατάργησής τους!
Ένα ζήτημα σίγουρα πιο βαθύ.
Οι λίστες είναι το πρώτο επίπεδο…

Ζιγκ ζαγκ στις νεραντζιές της Λουκίας Ρικάκη… [άντε πάλι τα ίδια]

Ξανά και ξανά τα ίδια.

Ξανά και ξανά…

Οι γνωστοί-άγνωστοι του ίντερνετ (της ίδια της ζωής τελικά) ξαναχτυπούν με flags και με ταμπούρλα προς την Google, ειδοποιώντας τη πως το blog της σκηνοθέτιδος Λουκίας Ρικάκη είναι άσεμνο και απρεπές.

Εννοείται. Εννοείται.

Όχι μόνο είναι άσεμνο και απρεπές, αλλά προσπαθεί και να δημιουργήσει, άκουσον άκουσον, μια ταινία με τη συμμετοχή του κοινού στη συγγραφή του σεναρίου!

Οποία δημοκρατικότης!

Δε φταίνε ποτέ, δυστυχώς, αυτοί οι τρομοκράτες των πλήκτρων και τα συμπαρομαρτούντα τους, φταίμε κι εμείς, οι politically correct, που δίνουμε βήμα σε τέτοιες φωνές, που φωνάζουν για να βγάλουμε το σκασμό διά παντός όλοι οι υπόλοιποι.

Αυτό πρέπει να σταματήσει. Πώς ή πότε, κανείς δεν ξέρει ακόμα. Είμαστε ακόμα σε στάδιο νηπιακό όσον αφορά τη χρήση της “δημοκρατίας”. Καλά να πάθουμε.

Βέβαια, ο πόλεμος, ακόμη και στο διαδίκτυο, δεν πολεμάται με διαδικτυακές φανφάρες σαν και του λόγου μου. Όχι! Αν ακολουθήσουμε το καλώδιο που μας συνδέει με το ηλεκτρονικό σύμπαν, θα φτάσουμε στην πρίζα. Αν ακολουθήσουμε την πρίζα, θα φτάσουμε στην πηγή του ρεύματος. Ακόμη παραπέρα, στη συνειδητοποίηση ότι “ο πολιτισμός μας τελειώνει όταν πέσει ο γενικός διακόπτης” (από σύνθημα σε τοίχο των Εξαρχείων). Θα φτάσουμε σ’ εμάς τους ίδιους. Καθρέφτες παντού, λοιπόν…

Στο χέρι μας είναι αν θ’ ακολουθήσουμε τα “καλώδια” που μας ενώνουν όλους και όλες μας ή αν, τελικά, θα τ’ αφήσουμε να μας τυλίξουν μέχρι πνιγμού. Στην ίδια κουταλιά νερό με την οποία προσπαθούμε να ποτίσουμε της ζωές μας.

Εδώ είμαστε, όσο και όπως μπορούμε.

Μην τα ξαναλέμε.

***

[Ας κρατάμε και μικρό καλάθι. Μπορεί οι “flaggers” να μην είναι μόνον της “αγίας του Κυρίου δεξιάς”, όπως συχνά αναφέρεται. Μπορεί και να ‘ναι εκείνης της συνομοταξίας που θέλει να τρέφεται από κουτσομπολιά, δολιοφθορές και καταστάσεις που απλώς δυσκολεύουν το έργο των άλλων. Ας μην κρυβόμαστε. Υπάρχουν κι αυτοί (δήθεν αριστεροί, δήθεν δεξιοί, δήθεν νεοφιλελεύθεροι, δήθεν “κεντρώοι”, δήθεν δήθεν) που ζουν από τη φθορά των συναδέλφων τους. Και κυκλοφορούν ως άλλοι της -όποιας- τέχνης ηγεμόνες…]

***

Προειδοποίηση προς τους γνωστούς-αγνώστους του ποστ τής Έρσης Σωτηροπούλου:

Αυτή τη φορά θα διαγράφεστε αμέσως. H Politically Correctness μάς τελείωσε. Δώσαμε-δώσαμε!

Στήλη Blogs στο περιοδικό (.poema..)

 

Η ποίηση. Το χέρι. Η οθόνη. Το Διαδίκτυο. Οι ποιητές. Οι αναγνώστες. Μυστικά αλλά όχι ψέματα.
Κάπου στο ηλεκτρονικό σύμπαν φωλιάζουν φωνές φωνασκούσες. Ψάχνουν να βρεθούν μ’ ένα(ν) Αλλο που κανείς δεν ξέρει ποιο(ς) να ‘ναι. Ή σχεδόν κανείς.

Εδώ. Λίγη ακόμη ποίηση. Ενα ακόμη χέρι. Μια ακόμη οθόνη, αναγνωστική τούτη τη φορά. Το Διαδίκτυο. Δικό τους και δικό μας. Οι θεατές. Οι σχολιαστές. Φανερά κι αληθινά. Εδώ είμαστε.

Βρίσκουμε αυτά που έχουν εφευρεθεί.
Το (.poema..) αγαπά την ποίηση – γι’ αυτήν υπάρχει – καθ’ οιονδήποτε τρόπο.
Ανακαλύπτουμε, λοιπόν, τούτες τις φωλιασμένες φωνές του διαδικτυακού σύμπαντος και τις “τοποθετούμε” εδώ- φανερά και φωναχτά.

Γιατί κάτι πάντοτε υπάρχει που δεν το ξέρουμε ακόμη.
Καιρός να το μάθουμε.
Σιγά σιγά θα ανακαλύψουμε τούτες φωνές. Επιμένω. Φωνές.
Φωνάξτε.

δ.α.

 

[Με το περιοδικό ποίησης (.poema..) εγκαινιάσαμε σήμερα μια καινούργια στήλη, στην οποία σε τακτά χρονικά διαστήματα θα δημοσιεύουμε ποιητικές φωνές που θ’ ανακαλύπτουμε στο σύμπαν του διαδικτύου, με σκοπό ν’ ακουστούν, όσο γίνεται περισσότερο.

Σιγά-σιγά, λοιπόν…

Όλα για την ποίηση…]

[αυτόγραφον]

Για το: http://autographcollectors.blogspot.com/

 

Η Κοπρόγατα μου ζήτησε να παίξω σ’ αυτό το παιχνίδι κι εγώ ανταποκρίθηκα.

Πρόκειται για την πρωτότυπη συλλογή ιδιόχειρων σημειωμάτων από bloggers και αναγνώστες τους και οι οδηγίες έχουν ως εξής:

1. Γράψε (με το χέρι)

2. Σκάναρε (ή φωτογράφισε)
3. Πόσταρε.
4. Ειδοποίησε! Απαραίτητα στο τέλος του ποστ γράψε: για το http://autographcollectors.blogspot.com/
5. Προσκάλεσε άλλους 5 ή και περισσότερους bloggers να συμμετέχουν.

Με τη σειρά, λοιπόν, καλώ ν’ ανταποκριθούν ιδιογράφως και ιδιοχείρως οι:

sexton

duchamp

Παράξενος Ελκυστής

Πετρούλα

ALittleWhisper

Dana Semitecolo

Εύα Εξάρχου

Μαρία Ι.

123 (6-7-8)

western_canon

 

Όπως και ο Σέξπιρ, ο Δάντης μπορεί να κάνει ό,τι θέλει, αφού αμφότεροι οι ποιητές ξεπερνούν τα όρια των άλλων ποιητών. Η διαβρωτική ειρωνεία (ή αλληγορία) του δαντικού έργου είναι πως εμφανίζεται να αποδέχεται τα όρια τη στιγμή που τα διαρρηγνύει. Κάθε καίρια πρωτοτυπία του Δάντη είναι απολύτως προσωπική και αυθαίρετη, αλλά παρουσιάζεται σαν να ήταν η αλήθεια, καθαγιασμένη από την παράδοση, την πίστη και τη λογική.”

[Χάρολντ Μπλουμ, Ο Δυτικός Κανόνας, εκδ. Gutenberg, μτφ. Κατερίνα Ταρβατζόγλου, Εισαγωγή-Επιμέλεια: Δημήτρης Αρμάος]

*********************************

 

Το Στερεότυπο Μυαλό, ο greekGayLolita και ο Παράξενος Ελκυστής, με κάλεσαν να συμμετάσχω στο παιχνίδι που έχει τους παρακάτω όρους:

1. Πιάσε το βιβλίο που βρίσκεται πιο κοντά σε σένα.
2. Άνοιξε το βιβλίο στη σελίδα 123 (αν το βιβλίο διαθέτει λιγότερες από 123 σελίδες, άφησέ το και πήγαινε στο επόμενο κοντινότερο).
3. Βρες την πέμπτη περίοδο (=από τελεία σε τελεία, αν θυμάσαι) της σελίδας.
4. Ανάρτησε τις επόμενες τρεις περιόδους (δηλ. την έκτη, την έβδομη και την όγδοη).
5. Ζήτα από πέντε ανθρώπους να κάνουν το ίδιο.

 

Ακολουθώντας πιστά (!) τους κανόνες του παιχνιδιού, τώρα μένει να προσκαλέσω άλλους πέντε bloggers να κάνουν το ίδιο. Ιδού:

 

1. Duchamp

2. Ναυτίλος

3. Alef

4. Εύα Εξάρχου

5. Χώρα του Ποτέ – Ποτέ

προσθέτω και τον ALittleWhisper, ως εξαίρεση και επιβεβαίωση του “πιστά”!

Στα πάντα ήρθαμε αλλιώτικοι και φωναχτοί

grace 2_joel_harrison

Στα αθέλητα θέλγητρα μιας ίσιας ζωής
αυτής του φόβου που μας κρατά
καρφωμένους σε μια ταφική τυφλότητα
                    εμφανιστήκαμε
-τυφλοπόντικες λέξεων
                                     τρωγλοδύτες υψηλοί-

(στα μελλούμενα και στ’ ασυγχώρητα
κανείς δε βρήκε λύτρωση)

στα πάντα ήρθαμε αλλιώτικοι και φωναχτοί
(εγκάθετοι μιας σκέψης κόντρα στους φιλάνθρωπους)

-φωτοπληξία και ανατολή-

ας μπούμε τώρα κι ας έχουμε αργήσει να νυχτώσουμε
στο αίμα που ξεχάσαμε
                                         και νυχτωθήκαμε
αιτούντες μιας τρωτότητας ανεπίδοτης

και του προσωρινού όψιμοι θιασώτες
-δύο, τρεις, πόσοι είμαστε;-
 
αργά και σταθερά πια – σαν τ’ αεροπλάνα της αφίσσας
( τα όνειρα είναι τσάμπα
ή
τσάμπα είναι τα όνειρα; )

photo: Joel Harrison, ‘grace 2’ (2005)   

[Τιμή και συμμετοχή στο παιχνίδι της ευτυχίας που με κάλεσε να παίξω η αγαπημένη alef. Έτσι, για να ξορκίσουμε τ’ αντίθετα και τ’ ασυγχώρητα… Γι’ αυτό…

Μακάρι να συνεχιστεί από όλους και όλες εσάς… Εν αναμονή!]

[αξέχαστα λόγια]

rear window

Grace Kelly (Lisa Carol Fremont): How’s your leg?

Jimmy Stewart (L.B. “Jeff” Jefferies): Hurts a little.

Grace Kelly (Lisa): Your stomach?

Jimmy Stewart (Jeff): Empty as a football.

Grace Kelly (Lisa): Anything else bothering you?

Jimmy Stewart (Jeff): Yes, who are you?

**************************

Ευχαριστώ τον sensual monk για την πρόσκληση στο παιχνίδι των “αξέχαστων λόγων” από ταινίες θαμμένες κάπου… Ή και όχι…

Ας συνεχίσουν, όσοι θέλουν, αν θέλουν!

Ω, φαιδρά μου καθημερινότης…

strike

Η Πετρούλα με προσκάλεσε με τη σειρά της σε ένα καινούριο παιχνίδι που αναφέρεται στην καθημερινότητα του καθενός που συμμετέχει σ’ αυτό. Θα ήταν ωραίο να μην μπορώ να συμμετέχω, μιας και θα ήθελα η κάθε μέρα να είναι εντελώς διαφορετική από την άλλη. Όμως… Υπάρχει πάντα ένας μέσος όρος ημερών που κρύβει (ή φανερώνει) τις ίδιες κινήσεις, πολλές φορές τις ίδιες σκέψεις, ανεξάρτητα πάντα απ’ τα επιμέρους που προκύπτουν κατά την εξέλιξη του χρόνου.

Στις 9 (το αργότερο 9:30) χτυπά το ξυπνητήρι, που συνοδεύεται από διάφορα γλυκόλογα εκ μέρους μου… Σε ένα τέταρτο έχω πια σηκωθεί και πατήσει το κουμπί της καφετιέρας. Γλυκός ο ήχος της, όπως και η μυρωδιά που αναδύεται άμα τη ετοιμασία του καφέ. Τσιγάρο ευθύς και λίγη μουσική και λίγες ειδήσεις (τι να σου πουν πια κι αυτές;) είτε απ’ το δίκτυο είτε απ’ το κοινώς χρησιμοποιούμενον ραδιόφωνο.

Εκεί αρχίζει η ζούγκλα της ημέρας. Μετά από κάποια ανώφελα τσιγάρα, ο προγραμματισμός προσπαθεί να επιβεβαιώσει το όνομά του’ ανεπιτυχώς. Όμως, αρκεί να υπάρχει θέληση. Τηλέφωνα χτυπούν ή χτυπιούνται, σημειώσεις κρατούν ή κρατιούνται και αρχίζει αμέσως μετά η προσήλωση. Η προτεσταντική συγκέντρωση στη δουλειά. Πώς αλλιώς; Γραφείο ή καναπές, πολυθρόνα ή πάτωμα. Δεν έχει σημασία. Ανάλογα με τις απαιτήσεις. Πάντα όμως στο σπίτι. Τα τσιγάρα και ο  καφές δεν φτάνουν ποτέ, η δουλειά κι αυτή τις περισσότερες φορές. Όχι. Η μέρα δεν φτάνει ποτέ. Η μέρα.

Έρχεται το μεσημέρι. Ωραία ώρα. Και για μένα και για την Αθήνα (δηλαδή πάλι για μένα). Ίσως μια μικρή βολτά, ίσως κάποιο ραντεβού, ίσως μια μικρή σιέστα. Λίγο blogging, λίγο net surfing, καθόλου τηλεόραση. Το απόγευμα που έρχεται αντικαθιστά τον καφέ με τσάι και τα τσιγάρα με τσιγάρα (περισσότερα). Η δουλειά συνεχίζεται εντατικότερα μιας και η μέρα μοιάζει να τελειώνει. Γιατί τελειώνει η μέρα;

Το βράδυ. Διάβασμα επιτέλους. Λίγο δουλειά προσωπική. Παντός είδους. Ησυχία. Λίγο τζιν τόνικ (που δεν το αντέχω αλλά ούτε και του αντιστέκομαι) και μετά ησυχία. Που μπορεί να συνοδεύεται από μουσική σε κάποιο μπαρ του κέντρου, αλλά παραμένει ησυχία. Οι φίλοι είναι ησυχία. Και ταιριάζουν τόσο όμορφα στο βράδυ. Κάθε βράδυ. Ακόμα κι όταν δεν τους βλέπεις. Κι άλλα τόσα…

*********************************

Θα ήθελα πολύ συμμετέχετε πολλοί από εσάς, αλλά δεν θα κάνω ονομαστικές προσκλήσεις. Όποιος θέλει ας συμμετέχει. Καλησπέρα, καλημέρα, καληνύχτα…

“Αντισταθείτε!”

Ῥομαντικὸς ἐπίλογος – Νίκος Καροῦζος

Μὴ μὲ διαβάζετε ὅταν δὲν ἔχετε
παρακολουθήσει κηδεῖες ἀγνώστων
ἢ ἔστω μνημόσυνα.
Ὅταν δὲν ἔχετε
μαντέψει τὴ δύναμη
ποὺ κάνει τὴν ἀγάπη
ἐφάμιλλη τοῦ θανάτου.
Ὅταν δὲν ἀμολήσατε ἀϊτὸ τὴν Καθαρὴ Δευτέρα
χωρὶς νὰ τὸν βασανίζετε
τραβώντας ὁλοένα τὸ σπάγγο.
Ὅταν δὲν ξέρετε πότε μύριζε τὰ λουλούδια
ὁ Νοστράδαμος.
Ὅταν δὲν πήγατε τουλάχιστο μιὰ φορὰ
στὴν Ἀποκαθήλωση.
Ὅταν δὲν ξέρετε κανέναν ὑπερσυντέλικο.
Ἂν δὲν ἀγαπᾶτε τὰ ζῶα
καὶ μάλιστα τὶς νυφίτσες.
Ἂν δὲν ἀκοῦτε τοὺς κεραυνοὺς εὐχάριστα
ὁπουδήποτε.
Ὅταν δὲν ξέρετε πῶς ὁ ὡραῖος Modigliani
τρεῖς ἡ ὥρα τὴ νύχτα μεθυσμένος
χτυποῦσε βίαια τὴν πόρτα ἑνὸς φίλου του
γυρεύοντας τὰ ποιήματα τοῦ Βιγιὸν
κι ἄρχισε νὰ διαβάζει ὦρες δυνατὰ
ἐνοχλώντας τὸ σύμπαν.
Ὅταν λέτε τὴ φύση μητέρα μας καὶ ὄχι θεία μας
Ὅταν δὲν πίνετε χαρούμενα τὸ ἀθῶο νεράκι.
Ἂν δὲν καταλάβατε πῶς ἡ Ἀνθοῦσα
εἶναι μᾶλλον ἡ ἐποχή μας.
ΠΡΟΣΟΧΗ
ΧΡΩΜΑΤΑ
Μὴ μὲ διαβάζετε
ὅταν
ἔχετε
δίκιο.
Μὴ μὲ διαβάζετε ὅταν
δὲν ἤρθατε σὲ ρήξη μὲ τὸ σῶμα…
Ὥρα νὰ πηγαίνω
δὲν ἔχω ἄλλο στῆθος.

************************************

Συμμετέχω κι εγώ στο ποιητικό παιχνίδι που ξεκίνησε απ’ την Εαρινή Συμφωνία και πήρα τη σκυτάλη απ’ το alef! Με ένα ποίημα αντισταθείτε, λοιπόν… Αντισταθείτε όπου μπορείτε ή έχετε ανάγκη.

Με τη σειρά μου καλώ να συμμετέχουν οι:

Θεόδωρος Γρηγοριάδης

Εύα Εξάρχου

Πετρούλα

ALittleWhisper

GreekGayLolita

Βασίλης Ρούβαλης

Γιάννης Αντιόχου

Duchamp

George Le Nonce

Sensual Monk

Aeglie

Παράξενος Ελκυστής

Στράτος Φουντούλης

Alefάκι μου, σ’ ευχαριστώ….

ενθύμιο της απερισκεψίας μου


Δεκέμβριος 2005

Νοσοκομείο – ΩΡΛ Κλινική
Εγχείρηση Αμυγδαλών

Χειρουργείο Πρώτο
Όλα είχαν πάει καλά. Την επομένη τής μικροεπέμβασης μπορούσα να πω μερικές κουβέντες.
Οι γιατροί είχαν πει ότι καλό θα ήταν να αρχίσω να τρώω κάποια πράγματα σε μερικές μέρες για να αρχίσει να συνηθίζει ο λαιμός μου.
Δεν εννοούσαν φυσικά πατάτες τηγανητές, κρέας στο φούρνο και σαλάτες…

Παραμονή Χριστουγέννων 2005
Πόνοι, πόνοι, πόνοι
Χριστούγεννα 2005
Το δεύτερο χειρουργείο ήταν αναπόφευκτο…
Οξυγόνο…
Δεύτερη βδομάδα μέσα…

——–
Η παραπάνω ιστορία είναι μέρος του παιχνιδιού “ενθύμια της απερισκεψίας μου” και συμμετείχα μετά από πρόσκληση της Πετρούλας.

Καλώ με τη σειρά μου να συμμετέχουν:

Εύα Εξάρχου

Παράξενος Ελκυστής

GreekGayLolita

Είδα, έψαξα, ενθουσιάστηκα… – κείμενο στο "Έθνος της Κυριακής"

Επιμέλεια: Ελένη Γκίκα
Είναι “εκπαιδευτικός, blogger, γραφιάς, διαβαστής και -εσχάτως- συνεργάτης τής Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης των Σερρών. Επίμονος κάτοικος τού κέντρου”. Τον συναντάμε εδώ. Ο Δημήτρης Αθηνάκης ανεβάζει συνήθως συνεντεύξεις, κριτικές, μουσικές και δικές του, ιδιαίτερου ύφους, λογοτεχνικές ιστορίες. Αλλά ας δούμε τι λέει ο ίδιος για το μπλογκ του:
Το blogging για μένα ξεκίνησε διαφορετικά από τη μορφή και τη σημασία που του έχω δώσει σήμερα. Τον Ιούνιο του 2006 είχα δημιουργήσει ένα blog, αναρτώντας για μία και μοναδική φορά μια φωτογραφία και μερικές λέξεις.
Έκτοτε και μέχρι το Μάη του 2007, δεν είχα ξανασχοληθεί. Ξαφνικά, περιηγούμενος σχεδόν ασκόπως στο ίντερνετ, έπεσα πάνω στο ιστολόγιο του nuwanda. Μπήκα, είδα, έψαξα, ενθουσιάστηκα και θυμήθηκα ότι είχα ξεκινήσει κι εγώ ένα ιστολόγιο. Πληκτρολογώντας τη διεύθυνση εμφανίστηκε μπροστά μου ένα χρωματιστό «πράγμα» με την αστεία φωτογραφία και το εξίσου αστείο κειμενάκι. Τα διέγραψα αμέσως!
Άρχισα σιγά-σιγά να διαμορφώνω την αισθητική τού blog προσπαθώντας να βρω προς ποια κατεύθυνση θα κινούμουν. Δεν ήταν και τόσο δύσκολο. Και νά που δημιουργήθηκε ένα ακόμα ιστολόγιο -ερωτευμένο κι αυτό με το βιβλίο.
Κριτικές και βιβλιοπαρουσιάσεις, ελεύθερα κείμενα, φωτογραφίες, συνεντεύξεις και μουσική. Όλα μαζί στην προσπάθεια, εγγενή και δύσκολα προσπελάσιμη, να βρω μια κάποια άκρη, όχι πια συζητώντας με τον εαυτό μου, αλλά δημευόμενος και καθαρός ενώπιον του διαδικτυακού σύμπαντος που εξελίσσεται τόσο ραγδαία (ακόμα και τώρα που γράφω, οι λέξεις «διαδίκτυο», «ιστολόγιο», «blog» και τα σχετικά, υπογραμμίζονται με τη γνωστή κόκκινη, κυματιστή γραμμή του –κατά τα άλλα- updated word ως λέξεις λανθασμένες ή…άγνωστες!).
Μέσα από κριτικές ή παρουσιάσεις βιβλίων, από συνεντεύξεις συγγραφέων, από προσωπικά μου κείμενα, μπήκα σε ένα δρόμο επαφής με ανθρώπους με κοινά ενδιαφέροντα, ανεξάρτητα από την εκάστοτε τοποθέτησή μας στο ίδιο θέμα. Η επιλογή της λογοτεχνίας ως σηματοδότη του δικού μου ιστολογίου, μπορεί να σημαίνει (και είναι, στο κάτω-κάτω της γραφής) ένα ακόμη blog χαμένο στο άπειρο του ψηφιακού κόσμου. Ωστόσο, αυτό έρχεται σε δεύτερη μοίρα όταν μια λέξη –πολλές φορές θυμωμένη ή επιθετική, είναι κι αυτό στο παιχνίδι- ένα χαμόγελο (ξέρετε, αυτό με την άνω και κάτω τελεία και την παρένθεση!) εμφανίζονται μπροστά σου ως μήνυμα από το υπερπέραν, σου δίνει κίνητρο να προχωρήσεις. Αυτό που ονομάζεται «αύρα», εκπέμπει και μέσα από τον ψηφιακό κόσμο.
Δεν ξέρω τι δύναμη έχουν τα blogs, δεν ξέρω καν αν μπορούν να ενταχθούν σε κάποια κοινωνιολογική κατηγορία ή κίνημα. Πιθανότατα μπορούν. Στην όμορφη αναρχία και σχεδόν απόλυτη ελευθερία του διαδικτύου, το να βρίσκεις κοινό τρόπο και τόπο έκφρασης, μπορεί να μη σε κάνει κίνημα, αποδεικνύει όμως για μια ακόμη φορά ότι κάπου εκεί έξω κυκλοφορούν άνθρωποι που, μολονότι δεν μπορείς να αγγίξεις, να ακούσεις, να δεις πάνω απ’ όλα, αποτελούν μια (όχι πάντα) αλληλέγγυα -εντούτοις αέρινη- οικογένεια εμφανιζόμενη μπροστά σου στα εκατομμύρια pixels της οθόνης. Πάντως, δεν είναι τυχαία η αντικατάσταση της λέξης «ιστοχώρος» από τη λέξη «ιστολόγιο» που κρύβει μέσα της την ομιλία.
Τα blogs ίσως να μην καταφέρουν να «αλλάξουν» τον κόσμο (και μάλλον δεν θα το κάνουν), είμαι σίγουρος όμως ότι κάνουν τον ιστολόγο να συνεχίζει ή να εξελίσσεται. Γιατί αναμφισβήτητα υπάρχει διαφορά.
*****************************************
Κυρία Γκίκα, Ελένη μου, σ’ ευχαριστώ μέσα απ’ την καρδιά μου.
Όπως και όλους και όλες εσάς που -καθημερινά πια- τα λέμε…

η ΩΡΑΙΟΤΕΡΗ διαδήλωση

Μόλις επέστρεψα από το Σύνταγμα.
Έβαλα τα μαύρα μου και πήγα.
Ήταν η ωραιότερη διαδήλωση που έχω συμμετάσχει.
Όχι για τον παλμό της.
Όχι για το πάθος της.
Όχι για τις φωνές της.
Ακριβώς για το αντίθετο…
Κανείς δε φώναξε, κανείς δεν έβρισε, κανείς δεν ακούστηκε περισσότερο απ’ το διπλανό του.
Ίσως επειδή ήταν ακομμάτιστη, αλλά βαθύτατα πολιτική.
Βαθύτατα ηθική και ανθρώπινη.
Ανθρώπινη πάνω απ’ όλα.
Ήμασταν αρκετοί άνθρωποι μαζεμένοι εκεί.
Σεβαστήκαμε τους νεκρούς και τα καμμένα.
Δεν κάψαμε παραπάνω.
Δε λερώσαμε περισσότερο.
Οι αστυνομικοί ήταν εκεί χωρίς λόγο.
Εμείς όμως είχαμε λόγο.
Δεν ξέρω πόσο ο καθένας και η καθεμιά από εμάς ήταν πραγματικά στενοχωρημένος και θρηνούσε εσωτερικά για όλα αυτά και σε ποιο βαθμό (αυτό σχεδόν δε με αφορά), αλλά ήμασταν εκεί για να μη δημιουργήσουμε φασαρία ή θόρυβο.
Λες και είχαμε κάνει σιωπηρή συμφωνία σεβασμού προς τους νεκρούς.
Γυρνώντας σκεφτόμουν πόσο όμορφοι (μπορούμε να) είμαστε οι άνθρωποι.
Πόσο (μπορούμε να) είμαστε αληθινοί και υπέροχοι.