βίλα κομπρέ – αλέξης σταμάτης

 

Το μυστήριο του θανάτου ή το μυστήριο της ζωής; Η μετάβαση από το ψέμα ή η μετάβαση σ’ αυτό; Η αλήθεια δεν είναι αυτό που βλέπουμε ή, τελικά, δεν μπορούμε να δούμε αυτό που είναι αλήθεια, πριν – τουλάχιστον – βρεθούμε στα βάθη του ψέματος. Ερωτήματα, πεποιθήσεις, δόγματα, μυστήριο, ρεαλισμός, είναι τα βασικά συστατικά στοιχεία του τελευταίου μυθιστορήματος του Αλέξη Σταμάτη, «Βίλα Κομπρέ». Το μότο “Τίποτε από εμένα δε φαίνεται” του Άμλετ του Σαίξπηρ, που μοιάζει να είναι το “σύνθημα” του Σταμάτη σ’ αυτό το μυθιστόρημα, και το κεντρικό σημείο του χτισίματος των χαρακτήρων και της ιστορίας του. Μέχρι αποδείξεως, βεβαίως, του αντιθέτου.

Όλα στο μυθιστόρημα φαίνεται να έχουν γραφεί για ένα βασικό λόγο: για την πραγμάτευση της έννοιας και της ουσίας τού θανάτου, που όμως δεν μπορεί να νοηθεί χωρίς την ταυτόχρονη έρευνα της έννοιας της ζωής. Παρόλο, βέβαια, που η «παράταση» της ύπαρξης του ήρωα στο μάταιο τούτο κόσμο είναι το σημαίνον διακύβευμα του Σταμάτη, ωστόσο η ανυπαρξία αποτελεί τον εννοιακό πρωταγωνιστή.

Ένας νέος, ο Θάνος, λίγο πριν τα τριάντα, χάνει τον πατέρα του, τον Πολύβιο, που υπήρξε νεκροθάφτης και που φωτογράφιζε τους νεκρούς λίγο πριν τους θάψει. Όταν ο Πολύβιος πεθαίνει, αφήνει, εκτός από κάποια χρήματα, ένα μυστηριώδες φθαρμένο γράμμα και μια φωτογραφία στον Θάνο. Εκεί ξεκινά η ιστορία και το ξετύλιγμα των θεωρητικών και εν πολλοίς ποιητικών αναζητήσεων του Αλέξη Σταμάτη, μέσω του Θάνου βέβαια.

Σιγά-σιγά, ο Θάνος περνά από τη χωρίς νόημα και σχεδόν καταστραμμένη ζωή του (σχόλιο για τις σημερινές, ίσως, γενιές στην Ελλάδα) στην εμπλοκή του στη ζωή της Βίλας Κομπρέ, μιας έπαυλης στα βόρεια προάστια των Αθηνών, όπου βρίσκεται η αρχή του νήματος της ιστορίας, που σε κάποιο σημείο έχει την αίσθηση ότι είναι δική του, αλλά λανθάνει μέχρις εσχάτων. Τουλάχιστον, όμως, επιτυγχάνει να ζήσει, με νόημα πια, τη δική του ζωή.

Στην ιστορία συμπεριλαμβάνεται σε όλο αυτό το γαϊτανάκι παράλληλων ιστοριών ένα μεγάλο κομμάτι της εξέλιξής της στην Αφρική, και συγκεκριμένα στο Καμερούν. Ο Σταμάτης δε χρησιμοποιεί τη χώρα αυτή ως ένα όχημα σχολιασμού της σημερινής ή ιστορικής της κατάστασης, πολιτικής ή κοινωνικής, όπως έκανε η Σώτη Τριανταφύλλου στο «Λίγο από το αίμα σου» (Πατάκης 2008), αλλά περισσότερο ως αυτό που μας έχει συνηθίσει και σε προηγούμενα βιβλία του: στη χρήση τόπων, προσώπων, ιδεών και εικόνων στο πλαίσιο της οικοδόμησης μιας ποιητικής αναζήτησης και μεταφυσικής ανησυχίας που θέλει τον αναγνώστη να συμμετέχει, ίσως, κατά το δοκούν.

Κοντολογίς, ο Θάνος, ο ήρωας, με το να χάνεται και το να χώνεται στα βάθη της μυστηριώδους ζούγκλας αναζητώντας το πρόσωπο-κλειδί στην ιστορία, είναι, αφενός, σαν να συνεχίζει το μυστήριο της σύντομης επαφής του στη Βίλα Κομπρέ των Αθηνών, και, αφετέρου, επεκτείνει τη ζωή του σε μεταφυσικές έννοιες στην προσπάθειά του να βρει το νόημα της ζωής του και ίσως την αρχή της, αποσκοπώντας πάντοτε στην αποσαφήνιση του νοήματος που τον κρατά στη ζωή.

Ο πατέρας τού Θάνου, ο Πολύβιος, ο νεκροθάφτης που συνηθίζει να κρατά φωτογραφίες, θυμίζει έντονα δύο χαρακτήρες απ’ την «Τρομπέτα» της Τζάκι Κέι (μτφ. Κ. Ματσούκας, Μελάνι 2007), το νεκροθάφτη και το ληξίαρχο, όπου είχαν μια «ιδιαίτερη» σχέση με τους νεκρούς και τους συγγενείς τους, προσπαθώντας, έστω και εν θανάτω, να τους κατανοήσουν και να τους εντάξουν σ’ ένα πλαίσιο που είχαν δημιουργήσει στο δικό τους, ενδεχομένως μόνο σ’ αυτό, μυαλό. Από την άλλη, η Εσθαλία-Μιρέλλα, η οικονόμος της Βίλας Κομπρέ, που απελευθερώνεται με τη βοήθεια του Θάνου και πάει να ζήσει μαζί του την «αληθινή ζωή», καθώς και η διασαλευμένη της σχέση με την εκπεσούσα ιδιοκτήτρια της Βίλας, φέρνει στο μυαλό τη σχέση, τηρουμένων πάντα των αναλογιών, της Αντουανέτ Κόσγουεϊ με το σύζυγό της, κύριο Ρότσεστερ, στην «Πλατιά θάλασσα των Σαργάσσων» της Τζην Ρυς (μτφ. Αρ. Μαντόγλου, Μελάνι 2007). Η τελευταία, βέβαια, σχέση που αναφέρεται, θα μπορούσε κάλλιστα να αναχθεί και στη σχέση που έχει αναπτύξει ο Θάνος με την ίδια τη ζωή και, κατ’ επέκταση εν προκειμένω, με το θάνατο∙ μια σχέση που, στην ουσία της «Βίλας Κομπρέ» του Αλέξη Σταμάτη, μπορεί και να μην υπάρχει τελικά κατ’ απόλυτο τρόπο.

Το κράμα ρεαλισμού και ο ποιητικού στοχασμού του συγγραφέα, γνώριμα στοιχεία ήδη από προηγούμενα βιβλία του, επιτυγχάνονται μεν να αποδοθούν ικανοποιητικά, ωστόσο οι εξαντλητικές περιγραφές και η συνεχής χρήση συμβολισμών μπορεί να κάνουν το μυθιστόρημα άνισο σε κάποια του σημεία. Δηλαδή, ο Θάνος που συμβολίζει το θάνατο, ο νεκροθάφτης πατέρας του, που προτυπώνει τη σχέση με το θάνατο, η Εσθαλία-Μιρέλλα που δηλώνει τη μετάβαση απ’ το θάνατο στη ζωή, και η Αφρική η οποία υπονοεί τη γέφυρα μεταξύ ζώντος και τεθνεώτος, αποτελούν απλά πραγματολογικά τεχνάσματα και συνήθεις συμβολισμούς, που βρίσκουν την πηγή τους στα ρεαλιστικά, αφενός, και συμβολικά, αφετέρου, μυθιστορήματα του 19ου αιώνα. Αν θέλαμε να βρούμε παρόμοιες αναφορές στις προκείμενες έννοιες, δύο μυθιστορήματα, το «Καθένας» του Φίλιπ Ροθ (μτφ. Αχ. Κυριακίδης, Πόλις 2006) και το «Περί θανάτου» του ανιαρού Ζοζέ Σαμαράγκου (μτφ. Αθ. Ψυλλιά, Καστανιώτης 2007), αλλά μόνο ως προς το υπό πραγμάτευση θέμα και όχι ως προς τον τρόπο που αυτό γίνεται.

Πάντως, ο συγγραφέας κινείται άνετα στο σύγχρονο χώρο της ελληνικής λογοτεχνίας, σ’ ένα πλαίσιο που προσπαθεί να δημιουργήσει χώρο έκφρασης των καθημερινών αγωνιών του σύγχρονου ανθρώπου, κάτι που συναντούμε στους συνομήλικους ομότεχνούς του, όπως είναι ο Θανάσης Χειμωνάς, ο Λένος Χρηστίδης, ο Κώστας Κατσουλάρης ή ο Δημήτρης Σωτάκης, με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ο καθένας, αλλά με τις ίδιες ωσμώσεις απ’ το παρόν που ζουν και συμμετέχουν ενεργά.

Ο Αλέξης Σταμάτης έχει κυκλοφορήσει ένα μυθιστόρημα που παλαντζάρει ανάμεσα στο ποιητικό και το πεζογραφικό του “εγώ”. Το στοιχείο αυτό μπορεί να δημιουργεί φορές-φορές ένα ευανάγνωστο από πολλές απόψεις αποτέλεσμα, εντούτοις δημιουργεί μια σύγχυση στον αναγνώστη αναφορικά με την ενότητα και την ισορροπία του βιβλίου. Με λίγα λόγια, φαίνεται σε διάσπαρτα σημεία της «Βίλας Κομπρέ» ότι ο Σταμάτης δεν κατάφερε με απόλυτη επιτυχία να παντρέψει τις δύο προαναφερθείσες “ταυτότητες”, πράγμα που ίσως καταδεικνύει αυτό που παρατηρείται συχνά τελευταία στην ελληνική λογοτεχνία: την έξαρση του ποιητικού μυθιστορήματος, που συχνά, ευτυχώς όχι πάντα, δεν έχει τα επιθυμητά αποτελέσματα μιας πεζογραφικής προσπάθειας προσπαθώντας να συνδυάσει το συναισθηματικό και λεξιλάγνο λόγο και την αντίστοιχη σκέψη, με τη μυθιστορηματική βάση και πλοκή.

“Απόκειται τοις ανθρώποις άπαξ αποθανείν. Μετά δε τούτο κρίσις.” [Προς Εβραίους 9.27]

 

[κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη]

[Περισσότερα για το έργο και τη ζωή του Αλέξη Σταμάτη, μπορείτε να βρείτε στις σελίδες της Δ. Κ. Βιβλιοθήκης Σερρών, στη στήλη «Πρόσωπα», καθώς και να ανατρέξετε στο προσωπικό του blog και σε μια συνέντευξη που μου είχε παραχωρήσει]

ΑΛΕΞΗς ΣΤΑΜΑΤΗς έφα…

Στον Αλέξη Σταμάτη δόθηκαν οι χρωματισμένες λέξεις και του ζητήθηκε, ελεύθερα και συνειρμικά, να τις ακολουθήσει… Χωρίς επαγγελματισμούς, ακαδημαϊσμούς, με μόνο προαπαιτούμενο την γραφή του, το ένστικτό του… Άλλωστε, εκεί δεν κρύβεται η αλήθεια ενός ανθρώπου; Ή ΚΑΙ εκεί…

Κομμάτια και θρύψαλα είναι το υλικό. Μνήμες, λησμονημένες εικόνες – μια σκηνή, επτά χρονών στη Ρόδο στα γυρίσματα μιας ταινίας, ένα καυτερό μεσημέρι σ’ ένα φέρι μπόουτ, ένα ποίημα ν’ απλώνει, να «παθαίνει» πλοκή μια μεθυσμένη κουβέντα ενός φίλου: «να σου χαρίσω μια λέξη;», μια παράσταση χοροθεάτρου του Κωνσταντίνου Ρήγου∙ ο χορευτής να βάζει τη μάσκα του Μινώταυρου, μια πεταμένη πολαρόιντ τριακονταετίας. Από τέτοια κομμάτια φτιάχνονται τα βιβλία.

 

Η λογοτεχνία είναι μοναχικός Πόθος, μοναχικό πάθος. Γιατί δεν μπορεί ένας άνθρωπος να κάθεται ήσυχα σ’ ένα δωμάτιο; (Πασκάλ) Γιατί ακόμα κι αν βλέπεις όλη μέρα μπροστά σου γεράνια και καλλιστήμονες στη βεράντα, αυτή τη μοναξιά θες να την κανείς ταξίδι, γιατί αυτή η ανάγκη για την άλλη «πλευρά», για τα «άλλα μάτια», σε κάνει, μέσα από τη ονειρική μηχανική της πραγματικότητας, να νιώθεις καρχαρίες στο δωμάτιο και να γραφείς, Έλληνας εσύ, στο διαμέρισμα της Θεολόγου για την Νέα Υόρκη.

 

«Ελληνική» φούγκα; Μα η «Φούγκα» είναι ελληνική, έστω κι αν εκτυλίσσεται στην Αμερική. Έλληνας ο ήρωας, Έλληνας ο συγγραφέας. Έμπνευση από το ταξίδι στην Αμερική, έμπνευση από το ταξίδι στην Αμοργό – έγινε δεν έγινε – έμπνευση και από το ταξίδι στην παιδική ηλικία. Ποιος θα μας λογοκρίνει την αφορμή; Τα «ντουλαπάκια» στην τέχνη αφορούν εκείνους που τα ’χουν στο μυαλό. Η προοικονομία στη λογοτεχνία φορά στην πλοκή όχι στο σχεδιασμό. Δεν γίνεται τέχνη με προγραμματικές δηλώσεις και οικονομικό – κοινωνική έρευνα. Άφησε που το έθνος δεν είναι μονό χωροταξική έννοια…

Αστείο λοιπόν να «κατηγορούνται» Έλληνες συγγραφείς ότι «αμολάνε» τους ήρωές τους στο εξωτερικό. Το θέμα είναι το βιβλίο να μιλάει. Κι ένα καλό βιβλίο μπορεί να μιλάει μέσα από το χωριό της επαρχίας, αλλά και μέσα από το υπερατλαντικό (αλλά και, γιατί όχι, και το διαγαλαξιακό) ταξίδι.

Ακόμα δεν έχω γράψει κάτι για το Λονδίνο, πόλη που σπούδασα, στα καλύτερά της, λίγο μετά το πανκ. Πόλη που καταβυθίστηκα σε μια δεκαετή περιπέτεια στην «άλλη όχθη». Πόλη που ξαναβρήκα αλλιώτικη. Όπως αλλιώτικη είναι κι η Αθήνα πια.

Υπάρχουν πράγματα εδώ που αγαπώ και άλλα που με λυπούν, που με γεμίζουν αποστροφή.

Αποστροφή; Πολύ σκληρό. Όχι – όπως είπα- λύπη. Λύπη για κάποιες εικόνες, αισθήσεις, καταστάσεις που χαθήκαν ανεπιστρεπτί, λύπη για φίλους που άλλαξαν, λύπη για μια δεκαετία πεταμένη στα σκουπίδια.

Αυτές τις ανακλήσεις όμως προσπαθώ να τις κόψω μαχαίρι. Μαχαίρι, πιστόλι, θηλιά. Εργαλεία θανάτου. Εργαλείο. Διαμεσολάβηση δράσης. Δράση. Ανάδραση. Έρωτας. Μνήμη, μίλα.

Θα θυμάμαι, πάντοτε το Δεκέμβριο του τέσσερα. Και κάποιους κόκκους καφέ. Ιδού το εργαλείο. Η ανάκληση, η ζωή, η αγάπη.

Η Λύτρωση.

Αλέξης έφα.