Day – Α. Λ. Κέννεντυ

 

Μετάφραση:  ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΑΘΗΝΑΚΗΣ
Σελίδες:        472
ISBN:            978-960-518-335-6
Τιμή:            24,00€

Εκδόσεις Ίνδικτος
 
Ο Άλφρεντ Ντέι ήθελε το δικό του πόλεμο. Στη δίνη του βρήκε το σκοπό της ζωής του ως πυροβολητής σʼ ένα βομβαρδιστικό Lancaster∙ ανακάλυψε την άγρια, σκοτεινή όψη της φιλίας στο πλήρωμά του και, πάνω απʼ όλα, ανακάλυψε την Τζόις, τη γυναίκα που αγάπησε. Όμως όλα τούτα έχουν πια τελειώσει – ο πόλεμος τα ρούφηξε όλα. Ίσως ρούφηξε κι αυτόν. Τώρα, στα 1949, δουλεύοντας ως κομπάρσος σε πολεμική ταινία που αντηχεί τις αληθινές του εμπειρίες, ο Ντέι αρχίζει να θυμάται αυτά που θα προτιμούσε να ξεχάσει…

«Μια γυναίκα που γεννήθηκε το 1965 και γράφει μυθιστόρημα για έναν πυροβολητή της Βασιλικής Πολεμικής Αεροπορίας κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, χρειάζεται ταλέντο για να δώσει σάρκα και οστά στην ιστορία, όπως και ψυχική δύναμη και παλικαριά. Η οπτική της για το τι προκαλεί ο πόλεμος στον άνθρωπο, βρίσκεται στην ίδια μοίρα με τη θηριώδη οργή […] η αφηγηματική της δεινότητα είναι εκπληκτική».

[GUARDIAN]

«Το Day είναι κάτι παραπάνω από μυθιστόρημα, είναι μια καταβύθιση στη δυσκολία τού να ζεις».

[IRISH TIMES]

«Ένα συγκλονιστικό ανάγνωσμα».

[DAILY MAIL]

 

Μεταφραστικά  Ύστερα

«Οι ευχές είναι τα όνειρα που κάνουμε όταν είμαστε ξύπνιοι».

Ο Άλφρεντ Ντέι είναι μόνος. Περπατά, περπατά εις το δάσος όταν η Τζόις δεν είναι κει κι όταν το πλήρωμά του έχει αποδεκατιστεί∙ πριν να ολοκληρώσει τις τριάντα αποστολές που του είχαν ανατεθεί. Βρετανική Αεροπορία. Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Έχει τελειώσει προ πολλού, αλλά ο Άλφρεντ επιμένει να επαναφέρει στη μνήμη του όλα όσα βίωσε στο πετσί του –στην κυριολεξία. Παραληρηματικά. Ειδικά τώρα που επιστρέφει στο στρατόπεδο συγκέντρωσης, όπου είχε πιαστεί αιχμάλωτος πολέμου, τώρα πια ως κομπάρσος σε μια ταινία που αναβιώνει εκείνες τις στιγμές. Και είναι πια άλλος.

Ο Άλφρεντ είχε βάλει μερικούς σκοπούς στη διάρκεια της ζωής του∙ να καταταγεί στην Αεροπορία, να μείνει για πάντα ένα με το πλήρωμά του, να κατακτήσει την Τζόις -που γνώρισε εν τω μεταξύ-, και να σκοτώσει τον πατέρα του που ασκούσε βία στη μητέρα του. Τελικά, κατάφερε μόνον το πρώτο και το τελευταίο∙ μόνον το θανατικό κομμάτι της ζωής του.

Ο Άλφρεντ Ντέι κουβαλούσε το θάνατο από γεννησιμιού του.

Ο Μόλλοϋ, ο Πλάκροουζ, ο Μπάσταρδος Χάνσον, ο Μάιλς, ο Τόρρινγκτον, ο Κυβερνήτης – και μετά ο Παρκς, όταν ο Πλάκροουζ φεύγει γι’ άλλους κόσμους. Το πλήρωμά του. Η οικογένεια που ο Άλφρεντ ποτέ δεν είχε. Και που ποτέ -μάλλον- δεν απέκτησε. Είχε και τον Άιβορ ως alter ego. Η Τζόις ήταν το ego τού κόσμου. Του δικού του κόσμου.

Ο Άλφρεντ Nτέι κουβαλούσε το ego των άλλων από γεννησιμιού του.

Αυτά.

*  *  *

Η Άλισον Λουίζ Κέννεντυ δεν είναι εύκολη συγγραφέας. Είναι σίγουρα η σημαντικότερη σύγχρονη Σκοτσέζα και μια απ’ τις σπουδαιότερες Βρετανίδες τής εποχής μας. Έχει μεταφραστεί άλλες τρεις φορές στα ελληνικά: από την Μαρία Καμπύλη (Αρχέγονη Ευτυχία – εκδ. Οδυσσέας) και απ’ την Αλεξάνδρα Κονταξάκη (Ανεξίτηλες πράξεις & Παράδεισος, εκδ. Εστία).

Και τώρα απ’ τον υποφαινόμενο.

Και παραφράζοντας αυτά που διαβάζαμε στο «Μετάξι» του Αλεσσάντρο Μπαρίκκο:
«Ίσως είναι καλό να διευκρινίσουμε πως πρόκειται για μια ιστορία του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, για να μην περιμένει κανείς κινητά, πλυντήρια και ψυχαναλυτές. Δεν υπάρχουν. Μια άλλη φορά ίσως…»

 

Δημήτρης Αθηνάκης

 

Απόσπασμα απ’ το μυθιστόρημα που δημοσιεύτηκε στη Lifo

 στο φύλλο τής 10/07/08

 

Προσγειώνεσαι μ’ έναν τρόπο που δεν πολυνιώθεις και τ’ αλεξίπτωτο σ’ ακολουθεί σαν ένα υγρό δέρμα, σαν το σάβανό σου, και καταπίνεις νερό, αλλά όλα είναι αλλόκοτα – τα πόδια σου δε λειτουργούν, δεν καταλαβαίνουν τίποτε απ’ το νερό που βρίσκεσαι μέσα του – και τα χέρια σου πιάστηκαν για μια στιγμή σ’ ετούτο το μαλακό πράμα, το ζεστό – πριν να καταλάβεις καλά σε τι κατάσταση βρίσκεσαι και πού βρίσκεσαι κι ότι έχεις την Τζόις για να ’σαι ακόμα ζωντανός, ίσως και τίποτε άλλο, αλλά αυτή αρκεί – κι εσύ σέρνεις και σέρνεις και σέρνεις τ’ αλεξίπτωτο απ’ την πλάτη σου, το κεφάλι σου, αλλά συνάμα στέκεσαι, τα δάχτυλα των ποδιών σου έχουν βυθιστεί σε μια κρεμώδη λάσπη –σχεδόν– μια και το νερό εδώ σε φτάνει μέχρι το στέρνο και τώρα είσαι λεύτερος, ανοιχτός, και βρέχει – μια κρύα κι όμορφα λεπτή βροχή πέφτει πάνω σου, αποκαθαίρει το πρόσωπό σου, κι αυτό το χλιαρό νερό που ’σαι μέσα του κλεισμένος, που μπορείς να το διαπεράσεις –ζωντανός– ένας άντρας ζωντανός που ’χει πέσει από ’να αεροπλάνο και δεν έχει πεθάνει – σπρώχνεις προς τα κάτω τ’ αλεξίπτωτο, το βυθίζεις όσο περισσότερο μπορείς – και παλεύεις να βγεις στη στεριά απ’ αυτή τη λιμνοθάλασσα που ’ναι ολόλαμπρη με τις ριπές του ήλιου, π’ αστράφτει καθώς βουλιάζει στους μηρούς σου και μετά στα γόνατά σου.

Δεν είναι και τόσο δύσκολο να συνεχίσεις να διασχίζεις με τα πόδια κατά μήκος αυτό το κανάλι – μικρά πουλιά που κελαηδούν φεύγοντας μακριά από σένα, αλλά καμιά άλλη ταραχή, καμιά φωνή, κανένας συναγερμός. Σε κάποιο σημείο το κανάλι ξεραίνεται και γίνεται κάτι σαν λαστιχένιο χώμα και μετά υπάρχουν θάμνοι και δέντρα, μυρίζουν πεύκο – τόσο σποραδικά για να σε κρύψουν. 

Συνεχίζεις να περπατάς και να σου ένας μικρός δρόμος να περάσεις απέναντι και να τρέξεις προς την άλλη πλευρά μέχρι που βρέθηκες σε χορτάρι – απαίσια σκληρό πράμα που σε πονά στα πόδια, κι έτσι, προχωράς σ’ ένα μονοπάτι και γίνεται όλο και πιο φωτεινή η μέρα – καθόλου σπίτια, καμιά ένδειξη καταφυγίου, αλλά αυτό ίσως και να ’ναι καλό – κανένας ένα γύρω, σιωπηλή ακινησία, ωστόσο υπάρχει μια αργυρένια λάμψη παντού που κάνει το κεφάλι σου να πονά – πονάς πολύ – αλλά εξακολουθείς να προχωράς – άμμος τώρα, φιλικότερη – και συνεχίζεις, βρίσκεσαι σ’ αμμόλοφους – ήχος απ’ τον ωκεανό σε πλησιάζει καθώς και ριπές τ’ ανέμου, τα υπολείμματα της καταιγίδας σ’ εγκαταλείπουν καθώς η βροχή σβήνει σιγά-σιγά και να ετούτη η υπέροχη μυρωδιά τριαντάφυλλων και τίποτε άλλο, κι αυτό σε πονά, ωστόσο πέφτεις με τα μούτρα σ’ αυτήν – κι η μαυρίλα που ’ρχεται όταν κοιτάς και τώρα πρέπει να κοιμηθείς, στ’ αλήθεια έχεις την ανάγκη να κοιμηθείς.

Κι όταν ξυπνάς εμφανίζεται κάτι σαν ο ίδιος ο παράδεισος εκεί μαζί σου.

Ανέφελος ουρανός και ζέστη κι η μυρουδιά απ’ της μητέρας σου τον κήπο –τόσο πολλά τριαντάφυλλα– και μια ήσυχη φουσκοθαλασσιά έρχεται και φεύγει κάπου στην άκρη της πάλλευκης άμμου που πάνω της ξαπλώνεις.

Αγριοτριανταφυλλιές.

Κι ένα μικρό μπλε λουλουδάκι δίπλα στο πρόσωπό σου, αναρριγεί.

Είναι τόσο άνετα εδώ.

Εκτός για τον ώμο και τα πόδια σου.

Και θα ’χουν καταλάβει πια, πίσω στο στρατόπεδο – ότι έχεις αργήσει τόσο πολύ για να ’σαι κάτι άλλο από νεκρός.

Και συνειδητοποιείς ότι είσαι διψασμένος, γεύση χώματος κι αλατιού στο στόμα σου.

Και στριφογυρνάς έτσι, που σου προκαλεί αυτόν το μακρύ, τραβηγμένο πόνο και σηκώνεις τα μάτια σου κι αντικρίζεις τρία πρόσωπα, τρεις άντρες να στέκονται από πάνω σου, με πηλήκια κυριλέ βαλμένα και μουστάκια-αλφάδι – σου φέρνει στο μυαλό μια ταινία, μια κωμική όπερα ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων – φανταχτερές μπότες και κομψά βαριά πανωφόρια.

Γαμημένοι Γερμαναράδες, βεβαίως-βεβαίως.

Καταλαβαίνεις. Ό,τι κι αν κάνουν, δεν μπορούν να σ’ αιφνιδιάσουν: πάντα θα το ξέρεις.

Dulag Luft: αυτό πρέπει να ’ναι το μέρος που σ’ οδηγήσανε, αλλά δε νομίζεις ότι είσαι κει. Αυτό δε θα γινόταν σ’ ένα τέτοιο μέρος. Δε σου λένε πού είσαι και δεν μπορείς να καταλάβεις. Υπάρχει μόνο αυτό το δωμάτιο κι ακόμη ένα.

Δεν έχεις πει σε κανέναν ότι έχεις χάσει το σκουφάκι σου, εκείνο που σου ’χε κάνει η Τζόις και δεν υπάρχει χρόνος να το κλάψεις. Υπάρχει μόνο αυτό το δωμάτιο κι ακόμη ένα.

Λένε ότι δεν είσαι τρομοκράτης αεροπόρος – γιατί κανείς δεν άκουσε τ’ αεροπλάνο σου – γιατί κανείς δεν το ’δε – γιατί κανείς δε βρήκε τ’ αλεξίπτωτό σου – γιατί δε φοράς ολόκληρη τη στολή σου – γιατί περίμεναν κάποιον που δεν είναι τρομοκράτης αεροπόρος κι αυτό που περιμένουν πρέπει να ’ναι το σωστό. Κάτι που σημαίνει απλώς ότι είναι ηλίθιοι, αλλά δεν μπορείς να τους το πεις κατάμουτρα. Δε σκέφτονται ότι είσαι στ’ αλήθεια αεροπόρος και δεν πιστεύουν τ’ όνομά σου ή τον αριθμό μητρώου σου ή το βαθμό σου. Τους τα λες και τα τρία, για καλό και για κακό. Όποτε κι αν σε ρωτούν. Ό,τι κι αν σε ρωτούν. Αλλά δεν τους κάνεις να σταματήσουν να πιστεύουν ότι είσαι κάτι άλλο, κάτι λάθος.

Πήρε πολύ καιρό να βρεθείς εδώ κι οι άνθρωποι δεν ήταν ευγενικοί και ποτέ δε σε πίστεψαν, κι έτσι, μένεις εδώ – πίσω σ’ αυτό που καταλαβαίνεις. Υπάρχει μόνο αυτό το δωμάτιο κι ακόμη ένα.

Πάντα έπεφτα έξω. Και τίποτε περισσότερο δεν άρεσε στον πατέρα μου απ’ τους τρόπους που θα μπορούσα να πέσω έξω: να λέω πράματα που δεν έπρεπε, να φαίνομαι αστείος, να κάνω σαν χαζός, να κάνω σαν βλάκας – έγινα από τέτοια υλικά, ώστε να πέφτω συνέχεια έξω. Και το βγάζεις αυτό, και το βγάζεις από ’να παιδί, γαμώτο, το μειώνεις μέχρι να το νιώσει ώς τα μπούνια και το χτυπάς στο δόξα πατρί.