Ο θάνατος μωρό | Anne Sexton


1. Όνειρα

Ήμουν ένα παιδί του πάγου.

Έγινα γαλάζιο του ουρανού.

Τα δάκρυά μου έγιναν δυο γυάλινες χάντρες.

Το στόμα μου έγινε άκαμπτο σ’ ένα βουβό ουρλιαχτό.

Λένε ότι ήταν όνειρο

όμως εγώ θυμάμαι αυτήν τη σκλήρυνση.

Η αδερφή μου στα έξι της

είδε σε όνειρο νυχτερινό το θάνατό μου:

«Το μωρό έγινε πάγος.

Κάποιος την έβαλε στο ψυγείο

κι έγινε τόσο σκληρή όσο ένα παγωτό ξυλάκι».

Θυμάμαι την απαίσια μυρωδιά του λουκάνικου από συκώτι.

Πώς κάθισα πάνω σε μια πιατέλα και ξάπλωσα

ανάμεσα στη μαγιονέζα και το μπέικον.

Η τάξη του ψυγείου

είχε διασαλευτεί.

Το μπουκάλι με το γάλα σφύριζε σαν φίδι.

Οι ντομάτες ξέρναγαν τα σωθικά τους.

Το χαβιάρι έγινε λάβα.

Τα τυριά φιλιόντουσαν σαν του έρωτα θεοί.

Κινιόμουν σαν αστακός,

ολοένα και πιο αργά και πιο νωχελικά.

Ο αέρας ήταν ψιλός.

Ο αέρας δεν μου έκανε.

*

Ήμουν στο πάρτι των σκύλων.

Ήμουν το κόκαλό τους.

Είχα πέσει αναίσθητη στο σπιτάκι τους

σαν φρέσκια γαλοπούλα.

Αυτό ήταν τ’ όνειρο της αδερφής μου

όμως εγώ θυμάμαι αυτή τη διαίρεση στα τέσσερα∙

θυμάμαι τη μυρωδιά του κρεβατιού του πόνου

του πατώματος που ’ταν γεμάτο πριονίδια, τα ροζ μάτια,

τις ροζ γλώσσες και τα δόντια, εκείνα τα νύχια.

Μ’ έσυραν σαν τον Μωυσή

και μ’ έκρυψαν απ’ τα πόδια

δέκα μπουλ-τερριέ απ’ τη Βοστόνη,

δέκα άγριων ταύρων

που αναπηδούσαν σαν τεράστιες κατσαρίδες.

Στην αρχή είχα τριφτεί,

σκληρή σαν γυαλόχαρτο.

Έγινα πολύ καθαρή.

Μετά το χέρι μου έλειπε.

Κοβόμουν σε κομμάτια.

Μ’ αγαπούσαν μέχρι

να πεθάνω.

2. Η κούκλα Dy-dee[i]

Η κούκλα μου Dy-dee

πέθανε δυο φορές.

Μια, όταν τράβηξα απότομα

το κεφάλι της

και τ’ άφησα να επιπλέει στην τουαλέτα

και μια, κάτω απ’ τη λάμπα ηλιοθεραπείας

προσπαθώντας να ζεσταθεί

έλιωσε.

Ήταν απελπιστική,

με το πρόσωπό της ν’ αγκαλιάζει

τα μικρά κυρτά χεράκια της.

Πέθανε μέσα σ’ όλη τη λαστιχένια της στωικότητα.

3. Εφτά φορές

Πέθανα εφτά φορές

μ’ εφτά τρόπους

αφήνοντας στο θάνατο να μου δώσει σημάδι,

αφήνοντας στο θάνατο ν’ αφήσει το σημάδι του στο μέτωπό μου,

σταυρωμένο, σταυρωμένο.

Κι ο θάνατος έβγαλε ρίζες σ’ αυτόν τον ύπνο.

Σε κείνο τον ύπνο κρατούσα ένα μωρό του πάγου

και το νανούριζα

και με νανούριζε.

Ω, Μαντόνα μου, κράτα με.

Είμαι μια μικρούλα χούφτα.

4. Μαντόνα

Η μητέρα μου πέθανε

χωρίς νανούρισμα, χωρίς να τη νανουρίσουν.

Βδομάδες στο νεκροκρέβατό της

κοιτάζοντας τον εαυτό της να τραντάζεται πάνω στις μεταλλικές ράβδους,

σαν ένα ψάρι που σπαρταρά στ’ αγκίστρι

κι εμένα χαμηλά όπως με κοίταγε από ψηλά,

αφήνοντας την ιέρεια να χορεύει μόνη,

θέλοντας να κλείσει το κεφάλι μου στην αγκαλιά της

ή ακόμη και να την πάρω στα χέρια μου κάπως

και να χαϊδέψω τα μπλεγμένα γκρίζα της μαλλιά.

Ωστόσο το κουνιστό της αλογάκι ήταν πόνος

μ’ εμετό ν’ αχνίζει απ’ το στόμα της.

Η κοιλιά της ήταν φουσκωμένη μ’ ένα ακόμη μωρό,

μωρό του καρκίνου, μεγάλο σαν μπάλα ποδοσφαίρου.

Ο πόνος μου αθεράπευτος.

Με κάθε εξόγκωμα και κάθε ράγισμα

η Μαντόνα όλο και λιγόστευε

μέχρι που αυτές οι παράξενες ωδίνες την πήραν.

Τότε το δωμάτιο χρεοκόπησε.

Αυτό ήταν η αποπληρωμή της.

5. Μαξ

Η Μαξ κι εγώ

δυο αδερφές έξαλλες,

δυο συγγραφείς έξαλλες,

δυο καταπονημένες,

κάναμε μια συμφωνία.

Να νικήσουμε το θάνατο μ’ ένα ξυλαράκι.

Να του επιβληθούμε.

Να χτίσουμε το θάνατό μας σαν ξυλουργοί.

Όταν έσπασε την πλάτη της,

κάθε βράδυ χτίζαμε τον ύπνο της.

Μιλώντας ακατάπαυστα στο τηλέφωνο

μέχρι που τα μάτια πέφταν σαν σκιές.

Και συμφωνήσαμε σ’ αυτά τα σιωπηλά μακρά τηλεφωνήματα

ότι όταν θα ’ρθει η στιγμή

θα μιλάμε ορθά-κοφτά,

θα εκσφενδονίζουμε λέξεις κατευθείαν απ’ το ένδον μας,

θα το πάρουμε όπως έρχεται.

Ναι,

όταν ο θάνατος έρθει με την κουκούλα του

δεν θα ’μαστε ευγενικές.

6. Μωρό

Θάνατε,

ξαπλώνεις στην αγκαλιά μου σαν χερουβείμ,

τόσο βαρύς όσο η ζύμη του ψωμιού.

Τα πάλλευκα φτερά σου είναι τόσο ακίνητα όσο το πλαστικό.

Τα μαλλιά τόσο απαλά όσο η μουσική.

Τα μαλλιά στο ηχόχρωμα της άρπας.

Και μάτια φτιαγμένα από γυαλί,

τόσο εύθραυστα όσο ο κρύσταλλος.

Κάθε φορά που σε νανουρίζω

νομίζω ότι θα σπάσεις.

Νανουρίζω. Νανουρίζω.

Μάτι γυαλί, μάτι πάγος,

αρχέγονο μάτι,

μάτι λάβα,

μάτι καρφί,

μάτι που σπάει,

πώς με καρφώνεις με τα μάτια σου!

Σαν το βλέμμα των μικρών παιδιών

ξέρεις τα πάντα για μένα.

Έχεις φορέσει τα εσώρουχά μου.

Έχεις διαβάσει την εφημερίδα μου.

Έχεις δει τον πατέρα μου να με χτυπά με καμτσίκι.

Μ’ έχεις δει να σπάω το καμτσίκι του πατέρα μου.

Νανουρίζω. Νανουρίζω.

Βυθιζόμαστε μπρος και πίσω

ο ένας μες στον άλλον.

Είμαστε πέτρα.

Είμαστε καμπυλωτοί, μια πιετά

που λικνίζεται, που λικνίζεται.

Έξω, ο κόσμος είναι ένας ψυχρός στρατός.

Έξω, η θάλασσα έχει γονατίσει.

Έξω, το Πακιστάν έχει γίνει μια χαψιά.

Νανουρίζω. Νανουρίζω.

Είσαι το πέτρινο παιδί μου

με μάτια μαρμαρωμένα.

Υπάρχει ένας θάνατος μωρό

για κάθε έναν από μας.

Μας ανήκει.

Η μυρωδιά του είναι η μυρωδιά μας.

Προσοχή. Προσοχή.

Υπάρχει μια τρυφερότητα.

Υπάρχει μια αγάπη

γι’ αυτόν τον βουβό ταξιδιώτη

που περιμένει στα ροζουλί του σκεπάσματα.

Κάποια μέρα,

βαριά απ’ τον καρκίνο και τον όλεθρο

θα κοιτάξω προς τη Μαξ

και θα πω: Ήρθε η ώρα.

Δώσ’ μου τον θάνατο μωρό

και τότε θα πληρωθεί

το έσχατο νανούρισμα.

[Μτφρ. Δημήτρης Αθηνάκης – Ευτυχία Παναγιώτου | Δημοσιεύτηκε στο 2ο τεύχος της Ποιητικής, Φθινόπωρο-Χειμώνας 2008.]


[i] Περιώνυμες κούκλες των ΗΠΑ, που έμοιαζαν πολύ με αληθινά μωρά. Εδώ η Σέξτον κάνει λογοπαίγνιο με το Dy και το die [πεθαίνω]. (Σ.τ.Μ.)

Anne Sexton – Ερωτικά ποιήματα (Love Poems)

Κατηγορία: Παγκόσμια Ποίηση
ISBN: 978-960-6781-70-4
Ημερ. Έκδοσης: 18/02/2010
Μετάφραση: Ευτυχία Παναγιώτου
Σελίδες: 112
Εισαγωγή-Επίμετρο: Ευτυχία Παναγιώτου

Η Ανν Σέξτον αποτελεί ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά παραδείγματα ποιητών που έγραφαν για να ζήσουν. Όταν έγραφε τα  Ερωτικά ποιήματα (1969) εμπνεόταν από το θάρρος μα και τη λάμψη της γυναίκας εκείνης που είχε γνωρίσει το θερμό χάδι της κοινωνικής αποδοχής: το βραβείο Πούλιτζερ. Παράλληλα ταλανιζόταν από τις φαντασιώσεις και την ερωτική επιθυμία της γυναίκας που παρέμενε ανέγγιχτη από τον ίδιο της τον άντρα. Στα ποιήματα αυτά πλάθει μια πολυδύναμη γυναικεία περσόνα που μοιάζει σχεδόν αδύνατον ν’ αποτελεί ένα και μόνο πρόσωπο. Με τη φωνή της, άλλοτε σπαρακτική κι οργισμένη, άλλοτε λυρική κι ονειρική, άλλοτε επηρεασμένη από το  κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο κι άλλοτε περιχαρακωμένη στο μικρόκοσμό της, καλύπτει ένα μεγάλο φάσμα της ερωτικής εμπειρίας σε περιόδους όπου οι κοινωνικές συνθήκες, ο ρόλος της γυναίκας και ειδικά ο πόλεμος καθιστούσαν τις  ανθρώπινες σχέσεις ιδιαίτερα δύσκολες, δίνοντας όμως άπλετο χώρο στη μνήμη να τις ανασκευάσει και στη φαντασία την ελευθερία να τις αναπλάσει. Η συλλογή περιλαμβάνει τόσο λυρικά ποιήματα, αντικατοπτρισμούς της νοσταλγίας τής ερωτικής αγάπης, που τις πιο πολλές φορές έχει ήδη χαθεί, όσο και πιο τολμηρά, που μοιάζουν με μανιφέστα σεξουαλικής  απελευθέρωσης, υπέρ του έρωτα έξω από τις συμβάσεις του γάμου.

Στο πλαίσιο της αντίληψης για τον έρωτα εντάσσεται και ένα παθιασμένο αντιπολεμικό αίσθημα, ένας αδιαπραγμάτευτος πόθος για την ειρήνη που, σαν την αποστερηθούν οι άνθρωποι, αποκτηνώνονται.

Η γυναίκα στα ερωτικά ποιήματα της Ανν Σέξτον μοιάζει με μια νέγρα του Βορρά που παλεύει για την ισότητα, την ελευθερία και την αδελφότητα και που σαν μαύρο πρόβατο ξεγλιστρά από την αγέλη. Για να βρει μαζί και τον έρωτα, που είναι δυσεύρετος, για να βρει την αληθινή αφή που είναι δύσκολο όπλο. Γράφοντας ποιήματα σωματικά, διαποτισμένα από την έξαψη και την έξαρση της ερωτικής επιθυμίας και, το πιο σπουδαίο, πλήρως απαλλαγμένα από ιδεολογήματα.

Εφόσον από νωρίς το κατάλαβε: μ’ ένα άγγιγμα ξεκινά η ζωή και μ’ ένα άγγιγμα τελειώνει. Με κάποιον τρόπο όμως κάπως συνεχίζεται.

Η ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

Η Ανν Γκρέι Χάρβεϊ, γνωστή ως Ανν Σέξτον, γεννήθηκε στις 9 Νοεμβρίου 1928 στο Νιούτον της Μασσαχουσέττης. Η σχέση  της με την ποίηση αρχίζει σε ηλικία περίπου 17 ετών, όταν δημοσιεύει ορισμένα από τα πρωτόλειά της στο ετήσιο σχολικό λεύκωμα. Η Ανν συνεχίζει τις σπουδές της στο Garland School της Βοστόνης, όπου γνωρίζει τον Άλφρεντ Μούλερ Σέξτον ΙΙ  (ψευδώνυμο: Κάγιο), με τον οποίο τελικά παντρεύεται και αποκτά δύο κόρες.

Εξαιτίας των οικονομικών τους προβλημάτων επιστρέφουν στη Μασσαχουσέττη, ο Κάγιο κατατάσσεται στο Ναυτικό και οδηγείται στην Κορέα, ενώ η Ανν εκμεταλλεύεται την εντυπωσιακή εμφάνισή της και παρακολουθεί μαθήματα για μοντέλα στο Hart Agency, εργαζόμενη μάλιστα ως μοντέλο για κάποιο διάστημα. Το 1954, έγκυος στη δεύτερη κόρη της, εμφανίζει έντονα συμπτώματα κατάθλιψης. Πρόκειται για το ξεκίνημα μιας ολέθριας σχέσης της ποιήτριας με το θάνατο, την απελπισία, αλλά και την ποιητική της τέχνη, την οποία αρχικά προσεγγίζει ως θεραπευτική μέθοδο, μετά την παρότρυνση του ψυχιάτρου της δρ Μάρτιν Ορν. Ανάμεσα σε απόπειρες αυτοκτονίας, ψυχωσικά επεισόδια και εγκλεισμούς σε ιδρύματα νοσηλείας, η Ανν Σέξτον εκδίδει το 1959 την πρώτη της ποιητική συλλογή, που τυγχάνει θερμής υποδοχής, όπως και η επόμενη, που κυκλοφορεί το 1962. Το 1965, μετά από επτά χρόνια εξαρτημένης ψυχοθεραπείας, ο δρ Μάρτιν Ορν μετακομίζει στη Φιλαδέλφεια, γεγονός που κλονίζει τις εύθραυστες, ούτως ή άλλως, βάσεις της ψυχικής της υγείας. Περίπου την ίδια περίοδο γράφει το βιβλίο της Ζήσε ή Πέθανε, για το οποίο  τιμάται το 1967 με το Βραβείο Πούλιτζερ. Παράλληλα, συνεχίζει να γράφει ποίηση και να διδάσκει Αγγλική Λογοτεχνία σε  Γυμνάσιο της Μασσαχουσέττης. Ακολουθεί ένα διάστημα αναγνώρισης του ποιητικού έργου της με διδακτορικούς τίτλους και υποτροφίες, ωστόσο η ψυχική της νόσος διαρκώς επιδεινώνεται. Το 1973 νοσηλεύεται τρεις φορές, ζητά διαζύγιο από τον σύζυγό της, ενώ η κατάστασή της απομακρύνει σταδιακά από κοντά της και τους πιο επιστήθιους φίλους της.

Στις 4 Οκτωβρίου επιστρέφει στο σπίτι της και κάνει μία ακόμη απόπειρα αυτοκτονίας, επιτυχημένη αυτή τη φορά, στο γκαράζ, μέσα στην κόκκινή της Cougar, αφήνοντας αναμμένη τη μηχανή και το ραδιόφωνο ανοιχτό.

* * *

Αυτό το βιβλίο το έζησα από πολύ κοντά, όπως και ο ποιητής Αργύρης Παλούκας. Αλλά δεν έχει τόση σημασία αυτό. Περισσότερη σημασία έχει να βλέπεις μια ποιήτρια να δουλεύει με όλο το πάθος και την προσήλωση που μπορεί ένας άνθρωπος ν’ αφιερώσει σ’ ένα έργο. Κι αυτό, όπως και να το δει κανείς, είναι σημαντικότερο απ’ οποιοδήποτε ποίημα, απ’ οποιαδήποτε μετάφραση. Ευτυχία, τα σέβη μου. Κι έχουμε ακόμη δρόμο…

«Απ’ τον τάφο γράφε μου, Άννα!»

«Απ’ τον τάφο γράφε μου, Άννα!»

Ήταν μια μέρα ηλιόλουστη, που έσφυζε ζωή, και Εκείνη ήταν καλοδιάθετη. Συνάντησε την ψυχοθεραπεύτριά της Μπάρμπαρα Σουάρτζ έπειτα από εννέα μήνες, και της έδωσε να διαβάσει ένα ποίημα με τον τίτλο «Η αυτοβιογραφία ενός σχιζοφρενούς κοριτσιού», όπου εξέφραζε την ευγνωμοσύνη της για όσα η γιατρός της είχε προσφέρει μετά το διαζύγιο που πήρε από τον Κάγιο. Μετά συνάντησε την καλύτερή της φίλη Μαξίν Κούμιν για φαγητό, με την οποία ολοκλήρωσαν τη διόρθωση της τελευταίας της εν ζωή συλλογής με τον τίτλο Το Τρομερό Κωπηλάτισμα προς τον Θεό και αποχαιρετίστηκαν κανονικά. Έπειτα επέστρεψε στο σπίτι, έκανε ένα τηλεφώνημα για ν’ αλλάξει την ώρα του βραδινού της ραντεβού, φόρεσε το γούνινο παλτό της μαμάς της και κατευθύνθηκε προς το γκαράζ με ένα ακόμη ποτήρι βότκα. Τα τσιγάρα της τα είχε κρύψει ήδη στο γραφείο της Σουάρτζ, σημάδι ανησυχητικό για μια μανιώδη καπνίστρια. Κάθισε λοιπόν στην κόκκινή της Cougar, άναψε το βεντζινοκινητήρα, άνοιξε το ραδιόφωνο, και αφέθηκε τρυφερά στον άλλο κόσμο.

Δεν άφησε σημείωμα, δεν υπήρξε προειδοποίηση, καθότι ο θάνατός της, ανένδοτος σαν την αγάπη, ήταν στην ουσία ένα είδος επιστροφής στη ζωή, στην αγκαλιά της ζεστής μήτρας που τη γέννησε και την οποία είχε τιμήσει γενναία τόσο στην ποίησή της όσο και στη ζωή.

Ήταν μια ηλιόλουστη μέρα της 4ης Οκτωβρίου 1974 όταν η Ανν Σέξτον κωπηλάτησε προς τον Θεό που ατένιζε ως μια, αστεία κάπως, Γυναίκα Θεά. Σε αντίθεση με όσους ποιητές έφυγαν νωρίς, η ίδια πέτυχε κάτι το αξιομνημόνευτο: Υπέφερε αργά και γι’ αυτό αγέρωχα το σκήνωμα του θανάτου της ζώντας βυθισμένη στις ψυχωμένες της λέξεις. Γιατί είχε το χάρισμα να πιστεύει σε αυτές ή, με άλλα λόγια, ήταν η ίδια η φρεναπάτη των λέξεων να γράφουν τον εαυτό τους.

Τα Άπαντα Ποιήματά της έφτασαν στα χέρια μας κάτω από ιδιάζουσες συνθήκες και η μετάφραση πολλών ποιημάτων της εξακολουθεί να αποτελεί για μας μια συγκλονιστική εμπειρία, από εκείνες που αγαπάς και μισείς παράλληλα, καθότι σε φέρνουν αντιμέτωπο με τον πιο αδίστακτο Κριτή, τον σκοτεινό καθρέφτη του εαυτού σου. Η μετάφραση ενός ποιήματος της Ανν Σέξτον από δύο ανθρώπους περιλαμβάνει ενίοτε διαφωνίες μα και αλληλοσυμπληρώσεις, συζητήσεις και προβληματισμούς που τους καθιστούν καλύτερους αναγνώστες της ποίησης.

Βρήκαμε στο αντίτυπο με τη χρονολογία έκδοσης 1982 ένα υπογραμμισμένο με μολύβι στίχο, από το πρώτο ποίημα που μεταφράσαμε παρακάτω, της τελευταίας συλλογής που επιμελήθηκε και εξέδωσε η κόρης τής Ανν Σέξτον Λίντα Σέξτον, με τον τίτλο Τελευταία Ποιήματα.

Πρόκειται για τον εξής στίχο, που αφιερώνουμε σε σας:

Love? Be it man. Be it woman.

* * *

Νουθεσίες σε κάποιον άνθρωπο ξεχωριστό

Φυλάξου απ’ την εξουσία,

η ισχύς της μπορεί να σου ανοίξει το λάκκο,

χιόνι, χιόνι, χιόνι, σου ακινητοποιεί το βουνό.

Φυλάξου απ’ το μίσος,

μπορεί το στόμα του ν’ ανοίξει και να σε εκτινάξει

να φας το πόδι σου, λεπρός της μιας στιγμής.

Φυλάξου απ’ τους φίλους,

γιατί σαν τους προδώσεις,

όπως και θα κάνεις,

θα θάψουν το κεφάλι τους στην τουαλέτα

και θα χαθούν τραβώντας το καζανάκι.

Φυλάξου απ’ το πνεύμα,

γιατί ξέρει τόσα που δεν ξέρει τίποτα

και σε αφήνει ανάποδο εκκρεμές,

εκστομίζοντας γνώση, ενόσω η καρδιά σου

καταρρέει απ’ το στόμα σου.

Φυλάξου απ’ τα παιχνίδια, το κομμάτι του ηθοποιού,

το λόγο που σχεδιάζεται, μαθαίνεται, δίδεται,

καθώς θα σε δώσουν

και θα στέκεσαι σαν απογυμνωμένο αγοράκι

που κατουρά το ίδιο του το παιδικό κρεβάτι.

Φυλάξου απ’ την αγάπη

(εκτός κι αν είναι αληθινή,

και κάθε σημείο του σώματός σου λέει ναι, και τα δάχτυλα ακόμη),

θα σε τυλίξει σαν μούμια,

και η κραυγή σου δεν θα εισακουστεί

και από τα ζωτικά σου όργανα δεν θα λειτουργεί κανένα.

Αγάπη; Κάνε την άντρα. Κάνε τη γυναίκα.

Πρέπει να είναι ένα κύμα μες στο οποίο να θες να γλιστρήσεις,

στο οποίο θα δώσεις το σώμα σου, στο οποίο το γέλιο σου θα δώσεις,

δώσε, σαν η χαλικώδης άμμος σε παρασύρει,

τα δάκρυά σου στη γη. Το να αγαπάς κάποιον είναι κάτι

σαν προσευχή που δεν τη σχεδιάζεις, απλώς πέφτεις

στην αγκαλιά της, αφού η πίστη σου τη δυσπιστία σου ξεκάνει.

Άνθρωπε ξεχωριστέ,

αν ήμουν στη θέση σου, σημασία δεν θα ‘δινα

στις νουθεσίες μου,

μισές φτιαγμένες από δικές σου λέξεις

και κομματάκι δικές μου.

Μια σύμπραξη.

Δεν πιστεύω λέξη απ’ όσα είπα,

αν εξαιρέσεις μερικές, αν εξαιρέσεις ότι σε σκέφτομαι σαν κάποιο νέο δέντρο

με κολλημένα τα φύλλα του επάνω, και ξέρω πως θα ριζώσεις

ώστε η αληθινή πρασινάδα να φανεί.

Αφέσου. Αφέσου.

Ω, άνθρωπε ξεχωριστέ,

φύλλα εν δυνάμει,

αυτή η γραφομηχανή στο διάβα της προς αυτά σε βρίσκει καλό,

μα θέλει κρυστάλλινα ποτήρια να διαλύσει

ως ένδειξη τιμής,

για σένα,

όταν ο σκοτεινός φλοιός ξεπεταχτεί

και θα αεροπορείς ανάλαφρα

σαν ένα φουσκωμένο μπαλόνι.

24 Μαρτίου 1974

(δημοσιευμένο μετά θάνατον – το πρώτο της συλλογής)

* * *

Ερωτικό γράμμα γραμμένο μέσα σ’ ένα φλεγόμενο κτίριο

Αγαπημένε μου Φόξυ,

Είμαι μέσα σ’ ένα ξύλινο καφάσι,

το καφάσι που ήταν κάποτε δικό μας,

γεμάτο άσπρα πουκάμισα και σαλατικά,

το ψυγείο χτυπά με τ’ απολαυστικά μας χτυπήματα,

και φόρεσα ταινίες στα μάτια μου,

και συ φορούσες αυγά στην τρύπα σου,

και κυλιστήκαμε στα πατώματα, στα πατώματα, στα πατώματα

όλη μέρα, ακόμη και στο μπάνιο σαν σεληνιασμένοι.

Μα σήμερα έβαλα φωτιά στο κρεβάτι

κι ο καπνός πνίγει το δωμάτιο,

αρχίζει και γίνεται αρκετή ζέστη εδώ μέσα ώστε να λιώσουν οι τοίχοι,

και το ψυγείο, ένα γλιτσιασμένο άσπρο δόντι.

Φορώ μια μάσκα για να γράψω τις τελευταίες μου λέξεις,

κι είναι μόνον για σένα, και θα τις βάλω

στο ψυγείο φυλάγοντάς τες για τη βότκα και τις ντομάτες,

κι ίσως να κρατήσουν έτσι.

Η σκύλα όμως όχι. Τα στίγματά της θα λιγοστέψουν.

Τα παλιά γράμματα θα λιώσουν μέσα σε μια μαύρη μέλισσα.

Τα νυχτικά ήδη κομματιάζονται

χάρτινα θαρρείς, το κίτρινο, το κόκκινο, το μοβ.

Το κρεβάτι -εδώ που τα λέμε, τα σεντόνια έχουν γίνει χρυσαφένια-

βαρύ, βαρύ χρυσάφι, και το στρώμα

φιλιέται μες σε μια πέτρα.

Όσο για μένα, αγαπημένε μου Φόξυ,

τα ποιήματά μου για σένα μπορεί, μπορεί και όχι, να φτάσουν το ψυγείο

και τη φερέλπιδα αιωνιότητά του,

για σένα αυτό δεν φτάνει;

Αυτό όπου ονοματίζεις

τ’ όνομά μου ακριβώς έξω δίπλα στη θέση του παραλήπτη;

Αν τα δάχτυλα των ποδιών μου δεν ήταν σαν αρπακτικού

θα ‘λεγα όλη την ιστορία –

όχι μόνον την ιστορία για τα σεντόνια

αλλά την ιστορία για τον αφαλό,

την ιστορία με τα βλέφαρα που ήταν δύσκολο ν’ ανοίξουν,

την ιστορία της-πικρής-απ’-το-ουίσκι-θηλής –

και θα φτυάριζα την αγάπη μας πίσω εκεί όπου ανήκε.

Παρ’ όλα τα γάντια μου από αμίαντο,

ο βήχας με πνίγει μ’ απελπισία,

και μια κόκκινη σκόνη κυλά μέσ’ απ’ τις φλέβες μου,

το μικρό μας σκελετωμένο σπίτι συντρίβεται τόσο ανοιχτά

και χωρίς να το θέλει, βλέπεις,

σημαίνει μια μοναχική πράξη,

την αποτέφρωση μιας αγάπης,

αλλά αντίθετα μοιάζουμε να καταρρέουμε

ακριβώς στη μέση του Ρωσικού δρόμου,

οι φλόγες κάνουν τον ήχο τού

αλόγου που το χτυπάς και το χτυπάς,

το μαστίγιο λατρεύει τον ανθρώπινό του θρίαμβο

την ώρα που οι μύγες περιμένουν, τίναγμα το τίναγμα,

ακριβώς κατευθείαν απ’ την εταιρεία United Fruit[i].

27 Σεπτεμβρίου 1974

(δημοσιευμένο μετά θάνατον – το τελευταίο της συλλογής)

Απ’ τον τάφο γράφε μου, Άννα!

Δεν είσαι τίποτα άλλο από στάχτη, όμως, όπως και να ‘χει

πάρε τον Parker που σου χάρισα.

Γράφε μου.

Γράφε[ii].

* * *

Δημήτρης Αθηνάκης & Ευτυχία Παναγιώτου


[i] Τεράστια και υπερ-αποδοτική εταιρεία των ΗΠΑ που ιδρύθηκε το 1945 και εμπορευόταν τροπικά φρούτα που εισήγαγε ή καλλιεργούσε στον Τρίτο Κόσμο. Η United Fruit, Inc. Λέγεται ότι συνέβαλε στην οικονομική άνθιση της Λατινικής Αμερικής. Ωστόσο, κατηγορήθηκε για κακό εργασιακό περιβάλλον, για εκμετάλλευση των εργατών, για κυβερνητικές βοήθειες και παράνομες φοροαπαλλαγές με ανταλλάγματα κ.λπ. Εδώ, η Σέξτον φαίνεται να θέλει να εντάξει στο όλο ποίημα και αυτή τη φθορά και διαφθορά. Η μαγεία των ερωτικών ποιημάτων να υπερβαίνουν το προφανές. (Σ.τ.Μ.)

[ii] «Anna Who Was Mad» («Άννα – που ήταν τρελή»), Book Of Folly, 1972.

For John, Who Begs Me Not To Enquire Further – Anne Sexton

 

Όχι ότι ήταν όμορφο,
αλλ’ ότι, στο τέλος, υπήρχε
μια συγκεκριμένη αίσθηση τάξης εκεί•
κάτι που ν’ αξίζει να μάθω
σ’ αυτό το στενόχωρο ημερολόγιο του μυαλού μου,
στους κοινόχρηστους χώρους του ασύλου
όπου ο ραγισμένος καθρέφτης
ή ο ίδιος ο εγωιστής μου θάνατος
μ’ ανάγκασαν να υποκύψω.
Κι αν δοκίμαζα
κάτι άλλο να σου δώσω,
κάτι έξω από μένα,
δε θα καταλάβαινες
ότι το χειρότερο κομμάτι καθενός
μπορεί, στο τέλος, να ’ναι
μια σύμπτωση ελπίδας.
Χτύπησα το ίδιο μου το κεφάλι•
ήταν γυαλί, γυάλα ανεστραμμένη.
Ένα ελάχιστο πραγματάκι,
όσος είσαι, να ’ναι μια γυάλα όλο κι όλο.
Στην αρχή, ήταν ολόδικό μου.
Μετά, ήταν κάτι πέρα από μένα•
ήταν εσύ, ή το σπίτι σου
ή η κουζίνα σου.
Κι αν γυρίσεις να φύγεις μακριά
γιατί δεν υπάρχει τίποτε εδώ να μάθεις
θα κρατήσω την άτεχνή μου γυάλα,
μ’ όλα τα σπασμέν’ αστέρια της να λάμπουν
σαν ένα μπερδεμένο ψέμα,
και θα δέσω ένα καινούργιο δέρμα γύρω της
θαρρείς πορτοκάλι να ’ντυνα
ή έναν ήλιο παράξενο.
Όχι ότι ήταν όμορφο,
αλλά ότι βρήκα μια κάποια τάξη εκεί.
Εκεί θα πρέπει να υπάρχει κάτι μοναδικό
για κάποιον
σ’ αυτού του είδους την ελπίδα.
Αυτό ’ναι κάτι που ποτέ δε θα ’βρισκα
σε μέρος ομορφότερο, αγαπητέ μου,
παρόλο που ο φόβος σου είναι σαν του καθενός το φόβο,
σαν ένα αόρατο πέπλο σ’ όλους μας ανάμεσα…
και κάποιες φορές μοναχικά,
στην κουζίνα μου, στην κουζίνα σου,
μες στο πρόσωπό μου, μες στο πρόσωπό σου.

Μετάφραση: Δημήτρης Αθηνάκης

Said the Poet to the Analyst – Anne Sexton

 

Δουλειά μου είν’ οι λέξεις. Οι λέξεις είναι σαν εμβλήματα,
ή κέρματα, ή μάλλον σα σμήνος μελισσών.
Ομολογώ ότι έχω καταρρεύσει απ’ των πραγμάτων το βάθος’
θαρρείς κι οι λέξεις να ‘ταν μέλισσες νεκρές σε μια σοφίτα,
αποκομμένες από τα κίτρινα μάτια και τ’ άνυδρα φτερά τους.
Πρέπει πάντα να ξεχνώ πώς μια λέξη μπορεί να ξεδιαλέγει
μία άλλη, πώς τη χειρίζεται, μέχρι που έχω μπροστά μου
κάτι που θα ‘ναι σα να ‘χω πει…
αλλά δεν είπα.

Δουλειά σου είναι να παρακολουθείς τις λέξεις μου. Κι όμως καμιά μου
πόρτα δεν ανοίγω. Δουλεύω με τις δυνάμεις μου όλες, να ένα παράδειγμα,
όταν μπορώ να γράψω την ωδή μου σ’ ένα παιγνίδι τύχης,
εκείνη τη νύχτα στη Νεβάδα: λέγοντας πώς το μαγικό τζακ-ποτ
μου ‘ρθε καμπάνες κουδουνίζοντας, τρεις τον αριθμό, πάνω στην τυχερή οθόνη.
Αλλά αν θα ‘πρεπε να πεις ότι αυτό ‘ναι κάτι που δεν είναι,
τότε φυτρώνω ασθενική, ανακαλώντας πώς τα χέρια μου αστεία τα ‘νιωσα
και γελοία συνάμα και μαζί πιεστικά γεμάτα μ’ όλα
τα πιστευτά νομίσματα.

Απόδοση: Δημήτρης Αθηνάκης

A Story for Rose on the Midnight Flight to Boston – Anne Sexton

sexton.jpg

Μέχρι τη νύχτα ετούτη τις έλεγες ξέχωρες ομορφιές,
ιστορίες άλλες, υπέροχες μες στον πόνο τους.
Μέσα στην καυτή καμπίνα μου επιστρέφοντας, θυμάμαι
το γέλιο της Μπέτσι• γέλαγε όπως εσύ, Ρόουζ, στην πρώτη
ιστορία. Κάποια μέρα, της το υποσχέθηκα, θα γίνω κάποια
που κάπου θα πηγαίνει, μαζί το είχαμε ονειρευτεί στο βαρετό μέχρι θανάτου
σχολείο για κορίτσια καθωσπρέπει. Τον επόμενο Απρίλη τ’ αεροπλάνο
με πέταξε σαν άλογο, η σέλα μου έγειρε
κι ο φόβος φύσηξε μέσα μου βαθιά, η τελευταία βέβηλη ένδειξη
από ’να στομάχι που ανέβαινε. Κι αργότερα, πίσω πάλι
στη στεριά εγώ, τόσο απαίσια νιώθοντας όσο κάθε ναύτης που η θάλασσα ναυτία του χαρίζει,
ακριβώς στα δεκαοχτώ μου• η πρώτη μου εμπειρία, η αστεία αποτυχία μου.
Ίσως, Ρόουζ, υπάρχει πάντα και μια ακόμα ιστορία,
καλύτερα ανείπωτη, ίσως βασανιστική ίσως αβαθής ίσως σαν αρπαχτικό.

Μισό μίλι κάτω από μένα τα φώτα των ανάμεσα πόλεων
γυρίζουν τα μάτια τους επάνω μου. Και θυμάμαι την ιστορία της Μπέτσι,
εκείνης της απριλιάτικης νύχτας τον εναέριο χαμό των ανθρώπων
και τ’ αναπάντεχο τ’ όνομά της ανορθόγραφο στη φυλλάδα
το βάθος του κλονισμού και το πεταμένο στ’ άχρηστα χαρτί
δέκα χρόνια τώρα. Εξαργύρωσε το εισιτήριο μ’ επιστροφή που της έδωσα.
Αυτός ήταν ο άτιμος ο πεθαμός της• δύο αεροπλάνα
να συγκρούονται στη μέση των αιθέρων πάνω απ’ την Ουάσιγκτον, θαρρείς αόμματα πουλιά.
Και μετά νεκρούς ν’ ανασύρουν, οι νεκροθάφτες να βάζουν τα πτώματα
στις νεκροφόρες και να τα ενώνουν σαν παζλ
για να συγκολλήσουν ένα πόδι ή ένα πρόσωπο. Μια φωτογραφία ταυτότητας
απέμεινε απ’ αυτήν, χαμένος τόσο μες στο χρόνο πια ο φόβος.
Ξεχωριστή τη νύχτα αυτή που ιστορία την έπλασα
που μεγαλώνοντας συνήθισα, να ξέρω και να σώζω.

Λόγος ταραχής είναι,

Ρόουζ, όταν αναπλάθεις ένα θάνατο παλιό,
κι επιζώντας έξω απ’ τον κύκλο της επιρροής, για να μάθεις ότι προσποιείσαι.
Πετάμε πάνω απ’ τη Βοστόνη. Είμαι σώα. Φοράω το καπέλο μου.
Είμαι σαν κάποια που επέστρεψε. Η ιστορία τέλειωσε.

Απόδοση: Δημήτρης Αθηνάκης