όλα στο μηδέν – αργυρώ μαντόγλου

Ποντάροντας (τα) πάντα στη γραφή

ola_sto_miden_argyro_mantogloy

Η Αυγή, καθηγήτρια δημιουργικής γραφής στην Αγγλία, επιστρέφοντας στην Ελλάδα, αποφασίζει να γράψει ένα μυθιστόρημα. Ο Σταύρος, απόλυτα παθιασμένο πλάσμα, αποτελεί την αφορμή για την πρώτη αράδα, αλλά και καταδεικνύει –μέσω του πάθους για τον τζόγο– την περιπέτεια της γραφής, το τυχαίο, τον υπαρξιακό κίνδυνο. Η Αργυρώ Μαντόγλου ρισκάρει να ονοματίσει το πάθος της γραφής ως τζόγο, τονίζοντας ένα σημαίνον στοιχείο: την καθημερινή (ρώσικη;) ρουλέτα.

Η ηρωίδα πλησιάζει τα 36α γενέθλιά της έχοντας στο μυαλό τη δυσοίωνη πρόβλεψη (συγκαιρινή μας υστερία) κάποιου Ινδού σταθμάρχη στο Λονδίνο ότι τότε θα κόψει το νήμα της ζωής της. Η ίδια, αποφασίζοντας επιτέλους να αναλάβει τη μοίρα της, επιστρέφει στην Ελλάδα κι οδηγείται στην Πάρνηθα – κοπιώδης ανάβαση στο όρος του εξορκισμού.

Εκεί, την περιμένει ο Σταύρος, που «εκεί όπου οι άλλοι κρεμάνε την Παναγία, εσύ έβαλες τον ανθρώπινο εαυτό σου»· γκρουπιέρης, αριβίστας, γεμάτος αισθησιασμό. Βιώνουν μια ανεξέλεγκτη ερωτική παράνοια. Τρέχουν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου, προσπαθώντας να σωθούν απ’ τον εαυτό τους, με τον Σταύρο να τρέχει και σ’ άλλες αγκαλιές προκειμένου να σώσει το τομάρι του: στης Σίλια, φερειπείν, συζύγου του βαθύπλουτου και παράλυτου Αντρέα, της οποίας γίνεται ο πληρωμένος έρωτας, σε αντίθεση με την Αυγή που πληρώνει σε «είδος» και ακριβά: το να έρθεις αντιμέτωπος με το είδωλό σου δεν είναι και λίγο. Η αδερφή της Αυγής, η Ελεάννα, το πρόσωπο-κλειδί του βιβλίου –ως φωνή της λογικής– με τη μητρική της υστερία, προσπαθεί να σώσει την Αυγή απ’ το αδιάκοπο παιχνίδι με τη ζωή της.

Αμφότεροι κρύβουν ένα μυστικό. Η Αυγή, συμβολικό όνομα, κρύβει το μυθιστόρημα που γράφει, προσπαθώντας να κατανοήσει, και μαζί η συγγραφέας, τον Σταύρο, ίδιο ασήκωτο σταυρό, ο οποίος κρύβει πως η Αυγή είναι πολύ φωτεινή γι’ αυτόν και τρέχει αλλού να βρει την έντονη, έτσι νομίζει, ζωή. Οι δύο αυτοί ήρωες είναι τα πρόσωπα του τελευταίου διηγήματος του προηγούμενου βιβλίου της Μαντόγλου, του «Bodyland–Χωρασωμάτων».

Μπορεί οι ήρωες, τελικά, να σώζονται ο ένας απ’ τον άλλον, όμως τι συμβαίνει με τη γραφή; Η συγγραφέας ξεδιπλώνει αριστοτεχνικά τη θεωρητική της θέση, αποδίδοντας το μυθιστόρημα της Αυγής με την εγκιβωτισμένη δευτεροπρόσωπη αφήγηση, που πλησιάζει δειλά δειλά τον Άλλο, ενώ επικρατεί το τρίτο πρόσωπο του παντεπόπτη αφηγητή, χωρίς ποτέ να πατρονάρονται οι ήρωες μετατρεπόμενοι σε φερέφωνα. Χαρακτηριστική είναι και η μετάβαση της Αυγής απ’ τη διδασκαλία της γραφής στην ίδια τη γραφή. Καλομελετημένη, δε, η διάκριση των κεφαλαίων σε «Περιπέτεια του μηδενός» –με χωρισμό των ενοτήτων σε διαδοχικά μηδενικά– και σε «Περιπέτεια εσωτερικού χώρου» – τίτλος του μυθιστορήματος που γράφει η Αυγή. Σε κάποιες ενότητες, η λέξη «Περιπέτεια» χάνεται, συμβολίζοντας μια μάλλον περιρρέουσα, παρότι σύντομη, ηρεμία.

Το μυθιστόρημα εντάσσεται στη γενική δομή των βιβλίων της Μαντόγλου, πιστή στον μεταμοντερνισμό, διατρέχοντας τις σύγχρονες τάσεις, δίχως να ξεχνά το παρελθόν και δίχως να αγκυλώνεται σε καμιά δογματική αφηγηματική και δομική αρχή. Από άποψη περιεχομένου, γνώριμος ο μεταφεμινισμός της, βασιζόμενος στο θεωρητικό υπόβαθρο του λεγόμενου Δεύτερου Κύματος του Φεμινισμού, που αναπτύχθηκε το ’70, και ο οποίος επιτάσσει μια σύγχρονη αναζήτηση, θεωρητική και πρακτική, της θέσης της γυναίκας – θεωρώντας πάντοτε δεδομένες τις κατακτήσεις του παρελθόντος.

Με επιρροές απ’ τη Βιρτζίνια Γουλφ και την Τζανέτ Γουίντερσον, αναφορικά με τη χωρίς χάσματα, σχεδιασμένη με ακρίβεια, θεματική και υπαρξιακή της αναζήτηση, η συγγραφέας μοιάζει να συνομιλεί, αυτή τη φορά, περισσότερο με σύγχρονους ομοτέχνους της, όπως τον Ουίλιαμ Τρέβορ, την Άλι Σμιθ, ίσως και τον Μάρτιν Έιμις, όσον αφορά τους γρήγορους ρυθμούς και την κοφτή γλώσσα της γραφής της, ενώ ταυτόχρονα θέτει υποδηλωτικά και το ζήτημα της ταυτότητας των ηρώων της στον σύγχρονο κόσμο.

Η Μαντόγλου παίζει περίτεχνα και με την παρουσία του ίδιου του συγγραφέα, αφού δειλά μα καταλυτικά εμφανίζεται ως ήρωας-αερικό και ως από μηχανής θεός σε δύο τρία σημεία του μυθιστορήματος (π.χ., σ. 33 και 364). Αυτό που προκαλεί εντύπωση είναι ότι δεν ποντάρει, σ’ αυτό το μυθιστόρημα, αποκλειστικά στη δύναμη της γλώσσας, μιας γλώσσας λιγότερο αυστηρής αλλά συμβατής με την ταχύτητα που προϋποθέτει το ρίσκο, αποσκοπώντας, έτσι, να δώσει άπλετο χώρο στο θέμα και τη δομή.

Το ρίσκο και το πάθος της γραφής και του γραφιά: η συγγραφέας δείχνει να μη φοβάται να ξεσκεπάσει την αγωνία για το υπαρξιακό κομμάτι της λογοτεχνίας· μοιάζει να μη θέλει, παράλληλα, να το αποκαθηλώσει απ’ το βάθρο, που μπορεί να γίνει και βάραθρο. Το ποιος θα σταθεί όρθιος θα το δείξει η μπίλια.

Η Μαντόγλου, πάντως, δείχνει πως αυτό το παιχνίδι ξέρει να το παίζει καλά.

[κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα]

[Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην «Αυγή», Τρίτη 12/05/2009]

Advertisements

bodyland/χωρασωμάτων – αργυρώ μαντόγλου

bodyland

A thinking woman sleeps with monsters
(Adrianne Rich)

Ξεκινώ απότομα: η Αργυρώ Μαντόγλου κατάφερε να βρει την έξοδο. Το «Bodyland – Χωρασωμάτων» είναι το μυθιστόρημα-(δι)έξοδος από εκείνον τον κόσμο της λογοτεχνίας που θέλει τις γυναίκες νοικοκυρές, συζύγους, αδιάφορες ερωμένες και περισπούδαστες θυγατέρες που σπάνε οικογενειακούς δεσμούς για να χτίσουν άλλους, επίσης αποπνικτικούς αλλά με μια δήθεν δόση επαναστατικότητας. Το βιβλίο αυτό είναι η γυναίκα η ίδια και, τελικά, και εδώ είναι η μεγάλη ανατροπή σε όλα τα προαναφερθέντα, ο ίδιος ο άνθρωπος• ανεξαρτήτως φύλου.

Η Μαντόγλου χωρίζει το μυθιστόρημά της σε δύο μέρη: στις Ιστορίες του Δρόμου και τις Ιστορίες του Τρόμου. Στο πρώτο μέρος, που ξεκινά με την εισαγωγική ιστορία της Χ (άγνωστη Χ, μεταβλητή, μεταβαλλόμενη), οι ηρωίδες αντιμετωπίζουν καθημερινές ιστορίες, ιστορίες υπαρξιακές, εξωτερικές και μαζί ονειρικές. Στο δεύτερο μέρος, που τώρα τελειώνει με την ΕυΧή (και που πανέμορφα προοιωνίζεται ένα μυθιστόρημα που επίκειται, με ήρωες τον Σταύρο και την Αυγή), οι γυναίκες-πρωταγωνίστριες μετέρχονται καταστάσεις στην κόψη του ξυραφιού, ανατρέπουν και γεμάτες απρόοπτα ξαναχτίζουν τις ζωές τους με ρίσκο, με κίνδυνο την ίδια τους την ύπαρξη, όχι ως σώμα, αλλά ως εν δυνάμει οντολογική ύπαρξη. Και στις δύο περιπτώσεις, η αναζήτηση της ταυτότητας κυριαρχεί, η εναγώνια προσπάθεια τοποθέτησης στον κόσμο που διανύουμε είναι κάτι περισσότερο από ξεκάθαρη.

Όλες οι ηρωίδες θα μπορούσαν να είναι γυναίκες της διπλανής πορτας, μόνο που τώρα αυτή η «πόρτα» δεν κρύβει μόνο τα ταψιά, τις σφουγγαρίστρες, τις πάνες του μωρού και τις σιδερωμένες «αλλαξιές»• κρύβει συνάμα αιωρούμενες και διαχεόμενες, στο σήμερα και στο πάντα, ψυχές και σώματα που διαθέτουν τον εαυτό τους σε δύο σημεία: στην κάλυψη των αναγκών τους και στην απόλυτη προσφορά τους στον Άλλον.

Η συγγραφέας της «Bodyland» επέλεξε ως συνοδευτικό τίτλο τη -δικής της επινόησης λέξη- «Χωρασωμάτων». Αν τη διασπάσουμε, θα μπορούμε να φτιάξουμε εκ νέου συνδυασμούς όπως: Χώρα Σωμάτων ή Χώρ’ Ασωμάτων. Και εκεί στοχεύει, σύμφωνα με τη δική μου αναγνωστική αντίληψη, η Μαντόγλου. Σώματα και ασώματα επικοινωνούν, διαδέχονται το ένα το άλλο, εμφιλοχωρούν εκατέρωθεν και δημιουργούν τον κόσμο της χώρας αυτής.

Τα δύο ξεκάθαρα στοιχεία που επιβεβαιώνονται στο μυθιστόρημα αυτό, είναι οι ποιητικές καταβολές και η μεταφεμινιστική ιδεολογική τοποθέτηση της συγγραφέως. Ο μεταφεμινισμός, απομακρυσμένος από τον φεμινισμό των σουφραζεττών, αλλά και από το λεγόμενο Δεύτερο Κύμα του Φεμινισμού που αναπτύχθηκε τη δεκαετία του ’70, αναπτύχθηκε περί τα τέλη της δεκαετίας του ’80. Βασική του αρχή είναι η εναλλακτική, πια, θεωρητική και –συνεκδοχικά- εμπράγματη αναζήτηση της θέσης της γυναίκας στον σύγχρονο κόσμο, θεωρώντας εν γένει δεδομένες κάποιες κατακτήσεις εκ μέρους των προηγηθέντων φεμινιστικών, θεωρητικών και αγωνιστικών, κινημάτων.

Έτσι, η δομή του μυθιστορήματος, οι σπασμένες και μη επαναλαμβανόμενες φόρμες, η εκτός της τρέχουσας πραγματικότητας αφήγηση, καθώς και οι ιδέες/εικόνες που συναντά ο αναγνώστης, είναι καταφανείς βεβαιώσεις για την ποιητικότητα της Μαντόγλου. Απ’ την άλλη, οι γυναίκες ως απόλυτες και κυρίαρχες υπάρξεις, οι άντρες που λιώνουν μέσα σ’ αυτές, χωρίς να υποτιμώνται σχεδόν ποτέ, καθώς επίσης και οι βασικές περιγραφές των αναγκών της σύγχρονης γυναίκας, αποτελούν την επιβεβαίωση της πολιτικοϊδεολογικής τοποθέτησης της συγγραφέως έναντι της τέχνης.

Αυτά τα δύο στοιχεία, εντούτοις, όταν σε κάποια σημεία της «Bodyland» εμφανίζονται με έναν υπερβολικό τόνο, αδικούν το μυθιστόρημα και το οδηγούν, μόνο σ’ εκείνα τα σημεία, σε ποιητικό αφενός, και φεμινιστικό αφετέρου, μονοδιάστατο μανιφεστάρισμα. Εδώ δίνω τον αρνητικό μου βαθμό στο μυθιστόρημα αυτό.

Ολοκληρώνοντας, η Αργυρώ Μαντόγλου παρέδωσε ένα μυθιστόρημα –συνέχεια των ασκήσεων ύφους και της σωματικότητας της γραφής των προηγούμενων βιβλίων της- που, δομικά και ιδεολογικά, αποκατέστησε τη βαρετή, ανυπόφορα κλισέ και άχαρη εικόνα που δίνουν για τη λογοτεχνία γενικά και τη γυναίκα ειδικά οι περισσότερες (ομοεθνείς, ας περιοριστώ) συναδέλφισσές της.

Γιατί, αναμφίβολα, καλό είναι το φαγητό της μαμάς μας, αλλά ας κοιτάξουμε μήπως κάτω από την μπεσαμέλ κρύβεται κάποια άλλη ζωή, λιγότερο καλοψημένη…

[κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος]

[Η Αργυρώ Μαντόγλου είναι συγγραφέας δύο μυθιστορημάτων, μιας νουβέλας και δύο ποιητικών συλλογών. Σπούδασε Αγγλική Λογοτεχνία, Κριτική Θεωρία και Φιλοσοφία στην Αγγλία. Έχει δημοσιεύσει ποιήματα, διηγήματα, δοκίμια για θέματα λογοτεχνίας, μεταφράσεις και βιβλιοκριτικές. Είναι συνεργάτρια του ένθετου για το βιβλίο  Βιβλιοθήκη  της Ελευθεροτυπίας. Ανάμεσα στους συγγραφείς που μετέφερε στα ελληνικά είναι και οι Τζορτζ Έλιοτ, Βιρτζίνια Γουλφ, Χένρι Τζέιμς, Άντζελα Κάρτερ, Τζόις Κάρολ Όουτς, Κέιτ Άτκινσον κ.ά.]