"Ο ΙΠΠΟΤΗΣ ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ" – ένας ΑΝΕΚΔΟΤΟΣ μονόλογος του ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ ΚΟΡΤΩ


Ο ιππότης του φθινοπώρου
Καλησπέρα. Ελάτε, περάστε, καθίστε στην αυλή μου. Καλώς ήλθατε. Όπου νά’ναι θα νυχτώσει. Είναι αργά. Η ισημερία πέρασε, κι οι μέρες μικραίνουν ολοένα. Κάνατε καλά που σταματήσατε. Θέλετε κάτι να σας φέρω; Όχι. Καλά. Ας καθίσουμε.

Τί ωραία ξανθά μαλλιά που έχετε. Κόκκινα τώρα, όπως τα βλέπω μέσ’απ’τα κεριά. Κόκκινη κι η γυαλάδα των ματιών σας, το δέρμα σας, τα χείλη, όλα κόκκινα. Κόκκινα και τα φύλλα, και το αίμα μέσ’απ’τα δικά μου χείλη, που τα δαγκώνω εδώ και ώρα. Άραγε φαίνεται; Όχι, δεν πρέπει να σας δείξω πόθο. Δεν πρέπει να το καταλάβετε. Πόσο αδύναμη είμαι.

Σας αρέσει, λέτε, το τσάι που σας έφτιαξα. Ω, είστε τόσο ευγενικός… Είμαι σίγουρη πως έχετε πιεί κι αλλού καλύτερο. Το δικό μου… δεν ξέρω… έχει μείνει πολλά χρόνια στο κουτί του, έχει χάσει κάτι από τ’άρωμα, από τη νιότη του, είναι θαρρώ λιγάκι σαν και μένα. Γερασμένο. Πώς είπατε; Όχι, όχι, είστε πολύ καλός, όμως δεν έχω πια ούτε την ώριμη ομορφιά του φθινοπώρου. Είμαι, ας πούμε, πιο κοντά στον χειμώνα. Στην παγωνιά.

Έχετε δάχτυλα ευγενικού ανθρώπου. Πρέπει, υποθέτω, να φέρεστε καλά σ’όσους σας αγαπούν. Όμως γιατί τα σκέφτομαι όλα αυτά; Τί ωφελεί; Περαστικός, είπατε να ξαποστάσετε για μια νύχτα εδώ, ψάχνατε μιαν αυλή, ένα σπίτι. Γιατί ν’αναρωτιέμαι για την τροφή του αλόγου σας και τη μυρωδιά που θα έχουν τα πόδια σας όταν βγάλετε τις ιδρωμένες μπότες; Η ομορφιά του φθινοπώρου… Ευγενικέ ιππότη, ευτυχώς. Δεν ξέρετε ότι κάτω απ’αυτό το στρώμα του χιονιού υπάρχουν ψόφιες αλεπούδες και σκαντζόχοιροι. Ψόφια ποντίκια. Κίσσες. Ερπετά. Σκουληκιασμένα.

Σας κούρασε το αποψινό ταξίδι. Μή νοιάζεστε. Γρήγορα θα ξεκουραστείτε. Θα κάνω ό,τι μπορώ. Θέλω να πώ, στην ηλικία σας εύκολα κανείς κουράζεται κι εύκολα ξεκουράζεται. Είστε σαν καταιγίδες του Αυγούστου εσείς οι νέοι. Ω, μην με κάνετε να γελώ!… Όχι, όχι, είστε γλυκός όσο γλυκό θα ήθελα να είταν το τσάι που σας φίλεψα, όμως υπάρχει διαφορά. Σίγουρα. Εγώ, θέλω να πώ, όλα αυτά είναι περασμένα. Τελειωμένα. Κάνει κρύο, μήπως να καθόμασταν μέσα;

Δεν φταίω εγώ που όλα εδώ μέσα φαίνονται τόσο φτωχικά. Ερημιά τόσα χρόνια, άγνωστοι άνθρωποι απ’την εξοχή, από τα σκοτεινά δάση, μου το ρημάξανε. Και κλέφτες τίμιοι, που τους γνώριζα. Προπαντός αυτοί. Μου αφήσαν μόνο τα μπακίρια και τα ψευτοασημικά. Ελπίζω να μην φαίνονται τα ίχνη των χεριών, τόσο πολλών χεριών, παντού μέσα στο χώρο. Ελπίζω να μην φαίνονται τα ίχνη των ελπίδων.

Ώστε στ’αλήθεια παίζετε λαγούτο; Όχι, έτσι το είπα, δεν το είχα μαντέψει. Εγώ, ξέρετε, δεν έχω πια ανάγκη μουσικής. Θλιβερό, συμφωνώ μαζί σας. Όμως γιατί να τραγουδήσω μόνη; Σε ποιόν; Για ποιόν; Τί σημασία θά’χουνε τα λόγια του τραγουδιού; Ποιός θα συγκινηθεί μαζί μου, ποιός θα με πάρει αγκαλιά αν κλάψω; Με συγχωρείτε, δεν πρέπει να σας φορτώνω με τα δικά μου. Όχι, μη. Μην το λέτε. Δεν χρειάζονται οικειότητες, σας παρακαλώ. Είμαι μόνη, πολλά χρόνια τώρα, παρακαλώ να το θυμάστε. Μην λέτε κάτι που μπορεί να μην σκεφτήκατε.

Τώρα γιατί αυτό το παιχνίδι; Είναι η ζέστη από το τζάκι, είναι η κούραση, η επιμονή; Είναι το ταξίδι που ήρθε και θα συνεχίσει, κι ας αφήσει πίσω έναν σταθμό ακόμη; Το ασθενικό οινόπνευμα του μηλίτη; Γιατί; Δεν ξέρετε πόσο εύκολο είναι; Και πόσο τραγικό για μένα; Εκτός κι αν… Όχι. Αυτό πρέπει να το ξεχάσω.Από πού έρχεστε, αν δεν γίνομαι αδιάκριτη; Ά, μάλιστα. Έχω βρεθεί εκεί μια-δυό φορές. Ναί, τί να σας πώ, οι αναμνήσεις μου είναι μπερδεμένες. Άλλωστε το μυαλό τα ταιριάζει με το χρόνο κατά πώς θέλει εκείνο. Ελπίζω πως είταν ευχάριστα. Και πού πηγαίνετε; Δεν ξέρετε; Μα είναι δυνατόν; Και το άλογό σας; Έχετε… συγγνώμη, ελπίζω να μην σας προσβάλλω, μα είστε σίγουρος πως τα τρόφιμα θα φτάσουν; Το χρυσάφι σας; Δεν φοβάστε τους ληστές, έτσι, δίχως συγκεκριμένο προορισμό; Ξέρετε, στα γύρω δάση υπάρχουνε πολλοί. Έχουνε μπεί κι εδώ.

Όχι, δεν θέλω την λύπη σας, αλλάξτε βλέμμα. Έτσι. Καλύτερα. Καλύτερα οικειότητα, κι ας κάνω πως δεν την θέλω, κι ας είναι μείγμα της φωτιάς και του μηλίτη και της νύχτας. Ένα βολικό ψέμμα είναι προτιμότερο από μιαν άβολη αλήθεια.

Ώστε είστε ένας περιπλανώμενος μουσικός στον μεγάλο κόσμο. Πόσο όμορφο ακούγεται αυτό… να ταξιδεύεις, να μην νοιάζεσαι για το αύριο, να μην ξέρεις πού θα σε βγάλει η κάθε μέρα… Θά’λεγα, κατά κάποιον τρόπο, πως οι ζωές μας μοιάζουν. Ούτε κι εγώ νοιάζομαι για το αύριο. Δεν ξέρω πού θα με βγάλει. Μόνο που αυτό συμβαίνει γιατί για μένα δεν υπάρχει αύριο. Είμαι όπως εσείς, αλλά χωρίς τον μεγάλο κόσμο. Και δίχως μουσική. Ίσως οι ζωές μας να μην μοιάζουν καθόλου.

Μην εξακολουθώ να βασανίζομαι. Ας κάνω ότι νυστάζω. Να πώ πως τελειώνουνε τα ξύλα. Να σας δείξω την κάμαρα των ξένων και να πάω να κοιμηθώ. Αύριο θά’χετε φύγει. Όμως δεν θέλω να φύγετε. Δεν θέλω να φύγετε ποτέ. Θέλω να μείνετε για πάντα εδώ, να μοιραστείτε τη φτώχεια και το κρύο του σπιτιού μου, να κοιμηθείτε στο κρεββάτι μου, για πάντα, να γεράσετε πλάι μου. Μονάχα έτσι υπάρχει ελπίδα να σταματήσω να γερνάω εγώ. Νά’την πάλι η ελπίδα. Όλα τα παράθυρα κλειστά. Από πού μπήκε;

Μου λέγατε πώς είταν η ζωή σας. Παιδάκι, με περιποιήσεις και φροντίδες, και πλούσια τραπέζια και δασκάλους και ρούχα διαλεχτά. Σ’αυτό, με συγχωρείτε που το παίρνω πάλι πίσω, μοιάζουμε πολύ. Κι εγώ ανατράφηκα σε αφάνταστο πλούτο. Δεν έλειπε τίποτε. Γλώσσες, μουσική, φαντασία, υπερβολή. Μου δίδαξαν την ευτυχία. Τώρα, πώς έφτασα εδώ, μην το ρωτάτε. Ίσως να είχα κάποιαν έμφυτη κλίση στη δυστυχία. Γελάτε; Όχι, προς Θεού, δεν τό’πα γι’αυτό. Δεν με θίξατε. Το προτιμώ, να γελάτε. Ας γελάσει και κάποιος σ’αυτό το σπίτι.

Απορείτε, καλέ μου ιππότη, με την ατσάκιγη φορεσιά και το ξανθό στεφάνι στο μέτωπο. Με περιεργάζεστε, αλλόκοτο θέαμα. Μυστήριο. Δεν ξέρετε, ή δεν θυμάστε φαίνεται, νά’χετε περάσει από πόλεις που έχουνε λιμάνι. Και δίπλα εκεί που ξεφορτώνουνε τα πλοία, στα υπόγεια των μαγέρικων που το φαγητό τους είναι πιο βρώμικο κι από το σάλιο των γλάρων, κάτι μικρά δωμάτια χωρίς φώς και χωρίς ντροπή. Κοπέλες, μόνες, που δεν τους επιτρέπεται να φύγουν. Πρέπει πρώτα να περάσει όλο το πλήρωμα, να περάσουν ορδές οι ναύτες κι οι εργάτες κι οι μεθύστακες. Να τσαλαπατήσουνε την ψιλή δαντέλλα στη λάσπη. Κάπως έτσι, λοιπόν, εξηγείται. Μην απορείτε.

Φοβάμαι ότι σας κούρασα. Δεν μιλώ πολύ, κι όταν μιλώ, μιλώ πάρα πολύ. Ζητώ συγγνώμη – η δίδυμη μορφή της μοναξιάς. Σιωπή και χάος. Αν θέλετε, μπορώ να σας δείξω τον ξενώνα. Δεν είναι κάτι το σπουδαίο, λυπάμαι, όμως για ένα βράδυ… Πώς; Θέλετε να καθίσουμε κι άλλο; Λίγο μηλίτη ακόμα; Ας είναι. Ελπίζω να μην ενεργείτε μόνο από ευσπλαχνία. Μη γελάτε. Όχι, μ’αρέσει ν’ακούω το γέλιο σας. Κάνει ωραίο αντίλαλο. Απλά, κάποιες στιγμές φοβάμαι πως…τίποτε. Πείτε μου κι άλλες ιστορίες, δεν χορταίνω να σας ακούω.

Στην πραγματικότητα όλες τις ιστορίες σας τις ξέρω καλύτερα από σας, ωραίε ιππότη. Τις έχω γράψει, τις έχω ζήσει. Θα παραστήσω μονάχα την έκπληκτη, για να μην σας τρομάξω. Όλοι τρομάζουν, κι εσείς θ’ανατριχιάζατε αν ξέρατε πόσο καλά σας ξέρω. Πόσο μπορώ, αν θέλω, να μαντέψω την παραμικρή σκέψη σας, το παραμικρό σας νεύμα προτού ακόμα γεννηθεί. Μπορώ να κατευθύνω αυτή την νύχτα. Η τραγωδία μου είναι ότι δεν μπορώ να κατευθύνω τις επόμενες.

Κάποτε αγαπήσατε πολύ, λοιπόν. Και πληγωθήκατε. Η αγάπη σας δεν βρήκε ανταπόκριση. Πνίξατε την λύπη σας στο κρασί και στο τραγούδι, κι αρχίσατε να περιπλανιέστε μόνος, με τ’άλογό σας, για να λησμονήσετε. Μην αφήνετε τη θλίψη να σας μαυρίζει τα μάτια. Ακούστε τη συμβουλή μου: Αν δεν ανιστορούσατε τώρα αυτή τη χαμένη αγάπη, θα είχατε λησμονήσει ακόμα και τη λησμονιά της. Μπορείτε, έχετε την δύναμη, το βλέπω. Πολλοί έρωτες σας περιμένουν. Ίσως να μην τους περιμένετε εσείς.

Με συγχωρείτε γι’αυτή την τόσο καλοζυγισμένη κουβέντα. Όμως, θά’πρεπε να με είχατε αναγνωρίσει από τα πεινασμένα μάτια, έστω κι αν κάτι κρύβουν οι ρυτίδες. Για ποιά ανταπόκριση μου μιλάτε; Πόσο αστείος είστε… Θά’θελα να γελάσω, κι όχι με τον γλυκό, δικό σας τρόπο, αλλά στα μούτρα σας, αγενέστατα. Τραγούδια και κρασί και το πράσινό σας άλογο έξω που βόσκει. Θά’πρεπε νά’χα στραγγίξει όλα τ’αμπέλια της οικουμένης. Κι οι λυγμοί μου νά’χανε ξυπνήσει τα πουλιά σε άλλους πλανήτες.

Και λέτε πως εγκαταλείψατε κάθε ελπίδα. Πως γυρεύετε ν’αφοσιωθείτε σε μια ζεστή καρδιά, να γείρετε πλάι το κεφάλι σας, κι εκεί ν’αποκοιμηθούν τα τραγούδια κι ο πόνος κι η κούραση των ταξιδιών σας. Μακάρι να το εννοείτε. Δεν το λέω γιατί σας αμφισβητώ, συγγνώμη αν κάπως έτσι ακούστηκε. Το λέω μονάχα για λογαριασμό κάθε ζεστής καρδιάς. Κάνει κρύο, δε νομίζετε;

Σε λίγο θ’αντιληφθείτε την ματαιότητα του αποψινού παιχνιδιού, το χαμένο χρόνο που είταν η αποψινή σας στάση. Θα με κοιτάξετε καλύτερα, θα με αναγνωρίσετε, θα δείτε χαραγμένους τους αιώνες της απόγνωσης, θα με σιχαθείτε. Δεν θα θέλετε ούτε να με φτύσετε. Ίσως πάλι και να’ρθείτε, επειδή είναι φτηνά, επειδή δεν κοστίζει τίποτε να τσαλαβουτάς μέσα στη φτώχεια όταν σου έχουν απομείνει λίγα δικά σου πλούτη, καλά κρυμμένα. Σ’αυτή την περίπτωση, ελπίζω να κρύβετε πολύ καλά τα δικά σας. Αλλιώς κινδυνεύετε σοβαρά να σας τα κλέψω.

Μα είστε σίγουρος πως θέλετε να καθίσουμε κι οι δυό σε τούτο το στενό καναπεδάκι; Νοιώθω λίγο αταίριαστη, τόσο κοντά σας. Εσείς… Πάλι γελάτε. Λοιπόν, εντάξει, ας καθίσουμε μαζί. Ίσως έτσι να ζεσταθώ λιγάκι.

Προσποιούμαστε ότι έχει κρύο. Τί άλλο; Σας εξομολογούμαι ότι έχει πολλά χρόνια να συμβεί. Ψέματα. Συνέβη μόλις χτές. Κατέβηκα μέσα στη νύχτα από ένα θόρυβο, είδα έναν κλέφτη να κοιμάται στο χαλί, η πόρτα ξεμανταλωμένη, και κουλουριάστηκα δίπλα του στο πάτωμα και κοιμήθηκα. Γιατί να μην κάνω το ίδιο και μαζί σας; Μόνο που χρειάζομαι, την τελευταία στιγμή – σας εκλιπαρώ, το έχω απόλυτη ανάγκη – να κάνετε πως πρώτος εσείς με παρακινείτε. Χαρίστε μου την ματαιοδοξία μιας σίγουρης κατάφασης.

Το χέρι σας… τα πόδια σας… σίγουρα είναι βολικά εδωπέρα; Μα… λέτε αλήθεια; Θα το θέλατε; Δεν ξέρω. Ή μάλλον, ασφαλώς. Θα είταν αδύνατον να αρνηθώ. Συγχωρήστε μονάχα, σας το λέω προκαταβολικά, το κρύο. Δεν φτάνει ως εκεί πάνω η ζέστη της φωτιάς. Κι ίσως στριμωχτούμε λιγάκι. Πώς είπατε; Τώρα με αναγκάζετε να γελάσω μαζί σας. Δεν είστε κακός, όχι, μην το λέτε. Είναι κακή η νύχτα. Η οποιαδήποτε νύχτα. Ευτυχώς κάποτε τελειώνει.

Τώρα, που ανεβαίνουμε, για σας ίσως είναι όλα φευγαλέα. Ένα στραβό μονοπάτι που πήρε το άλογό σας και χαθήκατε. Ίσως προγραμματίζετε ήδη το πόσο γρήγορα θα με ξεχάσετε. Σας ικετεύω. Ας μην είναι έτσι.

Προσέξτε εδώ, φοβάμαι πως η σκάλα είναι ετοιμόρροπη. Κάποτε θα υποχωρήσει, και θα παγιδευτώ για πάντα εκεί πάνω. Τί λέτε; Να συνέβαινε απόψε; Να παγιδευόσασταν μαζί μου; Δεν έπρεπε να πιούμε αυτό το δεύτερο ποτήρι. Νά’μαστε. Ακολουθήστε με στα Ηλύσια Πεδία. Στο δωμάτιο της Απελπισίας.

Πόσο γλυκό είναι το κορμί σας, ιππότη του φθινοπώρου… Πόσα άλλα κορμιά μου θυμίζει… Και πόσα άλλα κορμιά με τη σειρά τους θα μου το θυμίσουν… Μακάρι να σταματούσε εδώ, απόψε, η παρέλαση των σωμάτων. Έχω κουραστεί. Νοιώθω σαν χαράκωμα πολέμου. Δεν αντέχω να καταπίνω άλλους ανθρώπους. Είμαι μια ζωντανή εκατόμβη. Που κάθε φορά την παρασύρει η ίδια πλάνη. Όχι, δεν είναι πόλεμος. Όλα γίνονται για την ειρήνη.

Μη μιλάτε, σας παρακαλώ. Δε μ’ενοχλεί η φωνή σας, απλά είναι προτιμότερο όλα αυτά να γίνονται σιωπηλά. Είναι πιο εύκολο να ξεχαστούν μετά, αν ξεχαστούν. Κι όμως, θα τα ξεχάσετε. Ελάτε τώρα…είναι σκοτάδι. Με βλέπετε στο φώς ενός κεριού. Σε λίγο και χωρίς αυτό. Δεν είμαι καν η αγάπη που θελήσατε κάποτε να λησμονήσετε. Δεν θα αφηγηθείτε ποτέ καμμιά ιστορία για μένα.

Καλέ μου ιππότη, τώρα που σας σφίγγω απάνω μου, νομίζω πως τα σώματά μας μοιάζουνε στο ημίφως. Έχω απορροφήσει λίγη από την νιότη σας, έχουν τριφτεί πάνω σας κάποια ίχνη από τα γηρατειά μου. Συμπληρωνόμαστε. Αν κάποιος μας κοιτούσε απρόσεχτα, θα έλεγε πως έχουμε την ίδια ηλικία ακριβώς. Την ηλικία των εραστών, ή των πεθαμένων. Γλυκέ μου ιππότη, αν κατά τύχη διαβάσετε την σκέψη μου, μην πείτε πως είμαι μια ιδιότροπη γριά που καταριέται την μοίρα της. Ξέρω καλά πως μοίρα δεν υπάρχει, την φτιάχνουμε μόνοι μας, σαν ένα στεφάνι. Μόνο που για να πλέξει κανείς ένα στεφάνι, πρέπει να κόψει τα λουλούδια. Και τα λουλούδια, μόλις κοπούν, πεθαίνουν. Η μοίρα είναι το σάβανο που υφαίνουμε όσο ζούμε.

Όλα τελείωσαν για απόψε. Αισθάνομαι στην ανάσα σας τον ύπνο. Όχι, δε με πειράζει.
Μ’αρέσει να κοιμηθείτε στην αγκαλιά μου. Αυτός που κοιμάται τελευταίος έχει την δύναμη. Ας είμαι η δυνατή απόψε. Θα κλείσω τις κουρτίνες, μη σας ξυπνήσει ο ήλιος. Αν είταν στο χέρι μου, θα του απαγόρευα να βγεί. Δε θέλω να σας φοβίσω.Δεν θέλω να σας φοβίσω, αλλά με κάνατε πάλι να ελπίζω. Πάρτε αυτή την κατάρα από πάνω μου. Χαρίστε μου μια ζωή που να μην έχει ανάγκη την ελπίδα. Σβήστε το αύριο, κάντε το για μένα. Θα σας αγαπήσω πολύ, θα σας αγαπήσω ανυπόφορα. Θα σας κάνω να θέλετε να φύγετε μακριά μου γιατί δε θ’αντέχετε την τόση αγάπη. Κοιμάστε. Φυλάξτε με έστω ανάμεσα στ’άλλα όνειρα, όχι σαν το πιο δυνατό, δεν θα τολμούσα να ζητήσω κάτι τέτοιο. Σαν το πιο πρόσφατο. Κάποιο βράδυ, όπως ξαπλώνουμε τώρα, θα πεθάνουμε. Είναι αναπόφευκτο, ιππότη, θα πεθάνετε κι εσείς, κι εγώ, κι όσοι αγάπησαν κι όσοι αγαπήθηκαν. Και το θλιβερότερο απ’όλα, θα πεθάνουν κι εκείνοι που δεν αγαπήθηκαν. Παράλογο. Γιατί να πεθάνουν; Αφού είναι σαν να μην έζησαν. Τραβήξτε όλα τα σκεπάσματα, αφήστε με να παγώσω. Καλύτερα να πεθάνω δίπλα σας παρά να ζώ περιμένοντας περιπλανώμενους ιππότες. Είστε ένα σχήμα του μυαλού μου, μια σκιά στον τοίχο, ένα γρατσούνισμα των κλαδιών στο τζάμι από τον άνεμο. Αν σας κοιτάξω αλλιώς, μπορεί και να εξαφανιστείτε. Όμως εγώ πιστεύω σε εσάς. Είστε η ελπίδα μου. Το σπουδαιότερο, σας αγαπώ. Πάρτε το όπως θέλετε.
Αυτό είναι το όνειρο ενός ονείρου κάποιου που δεν κοιμήθηκε ποτέ.

Advertisements

Αύγουστος Κορτώ: Φυγή Ιδεών ή Απεραντολογία

[ο Αύγουστος Κορτώ, συγγραφέας του “Δαιμονιστή”, απαντά στις -σχεδόν ανύπαρκτες- ερωτήσεις μου…]
ένας γόνιμος μονόλογος
(υπό μορφήν διαλόγου
)
γιατί;;; Γιατί, γιατί… γιατί κλάνει το γατί, Δημήτρη. Γιατί έτσι είναι η φύση του ανθρώπου, Δημήτρη (δηλαδή η δική μου, κι άρα όλων των άλλων): να λέει, να διαβάζει, να γράφει. Αλλά και γιατί έχουμε το προνόμιο, Δημήτρη. Γιατί δεν μοχθούμε χειρωνακτικά (τουλάχιστον όχι εγώ). Γιατί ο Αλκιβιάδης (ο αρχαίος) ήτο παίδαρος ξεγυρισμένος (γνωστός και ως ξερολούκουμο) και γιατί ο Προύστ με τη μουστάκα τάπωνε τη χαμοκέλα του (πρώτο όροφο, Παρισινό μπον φιλέ) με φελλό για να μην του’ρθει συφόρεση αλλεργική. Και γιατί, τέλος, σ’εκείνη τη φωτογραφία που’δα πάλι προχτές και λαχτάρησα, που τράβηξε αυτός που ξεχνάω πώς τον λέγανε (ο Χρυσοχέρης, που πόθανε με την μπουκάλα;) τα ολόγδυμνα καπούλια της Σιμόν ντε Μποβουάρ έχουν μια τέτοια μοναξιά (και κυτταρίτιδα) που’ναι σαν να ζητούνε τη φωνή μου. πώς;;; Στην τέχνη, Δημήτρη, κανείς δεν ξέρει το πώς – εκτός από μένα. Ιδού λοιπόν πώς: έχεις απ’τη μια το ιερό χρέος απέναντι στ’αθάνατα αριστουργήματα (που ανατοκίζεται συνέχεια, σαν καταναλωτικό δάνειο ένα πράμα), κι από την άλλη το ταλέντο, που κανείς δεν ξέρει τι ακριβώς είναι (σαν το μεταμοντέρνο μια κατάσταση), κι αυτά τα δύο, όταν φουρταλιάσουν με καταλύτη την Μούσα (την όποια μούσα πλην της Ουρανίας, που’κανε αστρονομίες και τέτοια ξενέρωτα και δεν έχει σχέση με την καλλιτεγνία), το’χεις το δημιούργημα έτοιμο, λιμπιστερό, χάρμα οφθαλμών Δημήτρη. ναι;;; Ναι στην τόλμη. Ναι στο ξεγύμνωμα. Ναι στο – αλλά νομίζω η ερώτηση είναι πιο γενικόλογη, συγγνώμη, παρασύρθηκα. Οπότε στην ερώτησή σου θα απαντήσω λέγοντας «ίσως» (γιατί όποιος λέει κατ’ευθείαν «ναι» είναι άνθρωπος λυσσασμένος και φτού του). λες;;; Δεν κάνω και τίποτ’άλλο. Αν δεν ήμουν και ψευδός, που από συστολή (λέμε τώρα) είμαι καμιά φορά λιγόλογος (ξαναλέμε τώρα), θα είχα πάει από ξηροστομία. τι;;; Κατ’αρχάς δε λέμε «τι;» σαν τσέλιγκες ο ένας στον άλλο απ’αντικρυνά κορφοβούνια. Λέμε «ορίστε;» ή «χίλια συγγνώμη, επαναλαμβάνετε;» Αλλά εννοιολογικά, «τι θες να πεις» δηλαδή, δεν ξέρω να σου απαντήσω. Ιστορίες (όχι, δεν ακούγεται ωραίο, σκέτο «ιστορίες». «Μυθιστορίες»; Όχι, κι αυτή μαλακία λέξη είναι). Το βρήκα: θέλω να λέω τραγούδια της ψυχής (εμετικό στη διατύπωση, αλλά πολύ κοντά στην α-λήθεια, που είναι άλλο απ’την αλήθεια χωρίς παύλα, γιατί μέχρι να πεις το «-λήθεια», προλαβαίνεις να σκεφτείς ένα πιο πειστικό ψέμα και λες το ψέμα κι ησυχάζεις). εσύ;;; Πάντα εγώ. Παντού εγώ. Σ’όλους τους χαρακτήρες μου, αλλά και στους χαρακτήρες των άλλων. Έχω πρωταγωνιστήσει ερήμην των δημιουργών τους σε όλα τ’αγαπημένα μου βιβλία, έχω παίξει σε όλες τις αγαπημένες μου ταινίες, κι έχω συνθέσει όλες τις αγαπημένες μου μουσικές. Κι επιπλέον, έχω μεν μονάχα δύο ονόματα (και το ένα, φεύ, πραγματικό), αλλά κι ο Πεσσόα που’χε εβδομήντα τόσα (στα αγγλικά αυτό λέγεται ‘a psychiatrist’s field day’) είναι που δεν είχε βρει ένα και καλό και τον έτρωγε η αναποφασιστικότητα (ενώ κανονικά στο ‘Άλβαρο ντε Κάμπος’ έπρεπε να πει το μπάστα, καθ’όσον αυτό δεν είναι όνομα, είναι η καύλα προσωποποιημένη). πού;;; Στα Εξάρχεια. Πάντα. Ή – αν μιλάμε για το πού βρίσκεται η ψυχή μου, όταν «δημιουργώ» – πάλι στα Εξάρχεια. (Στο υπερπέραν βρίσκεται μόνον το αστρικό μου σώμα΄ το οποίο αστρικό σώμα κάνει συχνές στάσεις και στο Βερολίνο, γιατί τα τζιν τόνικ κάνουν τριάμισι ευρώ και μιλάμε για τζιν τόνικ σε κάτι ποτήρες σα στέρνες). πότε;;; Συνέχεια, αν δεν πεθάνω στον ανθό μου. Που δεν το πιστεύω. Θέλω να ελπίζω ότι σε μερικά χρόνια θα πουλάν καρδιές (όχι σαν το άζμα του Μητροπάνου, αλλά κλωνοποιημένες, τζιτζί για μεταμόσχευση, και ποιος τον γαμεί τον κλώνο μου τον αγέννητο. Επίσης θα χρειαστώ και πνευμόνια, ήπαρ, πάγκρεας, ίσως κανά νεφρό, και το κολλαγόνο του κλώνου που τί θα το κάνει έτσι κι αλλιώς, στο μνήμα θα το πάρει;) εγώ;;; Αν αφαιρέσεις τα ερωτηματικά, είναι η αγαπημένη μου λέξη. Εγώ… το λες και γεμίζει ο στόμας. (Και ριμάρει και με το ‘Κορτώ’, που είναι οπωσδήποτε πράγμα σημαδιακό). τέλος;;; Ποτέ. Δεν το δέχομαι. Η ζωή, η δημιουργία (ή η δημιουργία της ζωής, ή η ζωή μες στη δημιουργία, κ.ο.κ.) δε γίνεται να σταματήσουν. Τα δικά μου ιδίως, με τίποτα. Είπαμε: θα τεκνοποιήσω, θα κλωνοποιηθώ, θα γίνω πάτσγουορκ, εν ανάγκη θα πολεμήσω στους πολέμους που θα γίνονται για το νερό (με τα στρατεύματα του Evian), άμα ανέβει η στάθμη των υδάτων και τον πιεί η Μεσόγειος θα σκαρφαλώσω στο Νεπάλ σαν το γκνού, κι άμα πέσει μετεωρίτης και πεθάνουν ζώα, φυτά και σούπερ μάρκετ θα μυηθώ πάραυτα στην ανθρωποφαγία. Γιατί ο θάνατος είναι αυτό που συμβαίνει στους άλλους. Μόνο.

ο δαιμονιστής ή πούλα την ψυχή σου σε μένα επιτέλους


Το διάβασα σχεδόν απνευστί. Χωρίς ανάσα και χωρίς να μπορώ να πάρω τα μάτια μου από τις λέξεις του. Ο “δαιμονιστής” είναι το τελευταίο μυθιστόρημα του Αύγουστου Κορτώ, αλλά αυτό από μόνο του δε λέει τίποτα…
Η προηγούμενη εμπειρία μου με το συγγραφέα ήταν το “Βιβλίο των βίτσιων” το οποίο το θεώρησα γεμάτο κλισέ υπερβολές και εμφανείς επιρροές από έναν, ανώριμο ακόμα, Μαρκήσιο De Sad. Ας μην ξεχνάμε ότι όταν γράφτηκε αυτό το βιβλίο ο Αύγουστος ήταν μόλις 19 ετών, αν δεν πέφτω έξω. Από μόνο του έχει να πει πολλά.
Αλλά ο “δαιμονιστής” έχει να πει κι άλλα. Ανακεφαλαιώνει, κατά μία έννοια, όλα τα προηγούμενα βιβλία του και συγκεφαλαιώνει τις υπέροχες εμμονές του συγγραφέα. Γιατί όμως υπέροχες; Για τον απλό λόγο ότι είναι ένα βήμα μπροστά από το βίτσιο, το σαδισμό και, με λόγο απλό και μετρημένο, επάξια ίσταται ενώπιον των ευθυνών του σ’ ένα πλαίσιο γεμάτο γαμωσταυρίδια (δεν υπάρχει καταλληλότερη λέξη για να χρησιμοποιηθεί υπό διάφορες αναγνώσεις…).
Λίγα λόγια απ’ το οπισθόφυλλο του βιβλίου:
Δεν μπορώ να σας πω τ’ όνομά μου, γιατί δεν έχω όνομα. Είμαι γόνος μιας αρχαίας ράτσας.Είμαι δαιμονιστής. Κι αυτή είναι η ιστορία μου…
Έτσι ξεκινά η αφήγηση ενός ανθρώπου που δεν είναι ακριβώς άνθρωπος. Ενός πλάσματος που ζει με διάφορες μορφές ανάμεσά μας. Το πρόβλημα και ταυτόχρονα η κόλασή του είναι ο έρωτας.Γι’ αυτόν κλέβει, γι’ αυτόν σκοτώνει, γι’ αυτόν βυθίζεται διαρκώς στην αθλιότητα. Η ιστορία του διαβάζεται σαν άγριο θρίλερ ή σαν απίστευτο βέβηλο χρονικό. Όμως πίσω από τις συγγραφικές επινοήσεις που υποδαυλίζουν έντεχνα μιαν ατμόσφαιρα μυστηρίου, αγωνίας αλλά και απόγνωσης, O δαιμονιστής αποτιμάται πρώτιστα ως μια βαθιά στοχαστική αναζήτηση των ορίων και των διαστάσεων της ερωτικής επιθυμίας. Ως ένα βιβλίο φαντασίας που φωταγωγεί αδιάκριτα τις σκοτεινές ατραπούς της ηδονής, εκεί όπου θρυμματίζεται αλλά και ανασυντίθεται κάθε φορά η ανθρώπινη υπόσταση.
Ο Κορτώ φωνάζει και τρομάζει. Δεν ξέρω αν είναι μία προσωπικότητα με ένα βαθύ παρελθόν (είναι μόλις 28 χρόνων σήμερα) και σίγουρα δε με ενδιαφέρει από την ψυχαναλυτική άποψη, μιας και, σαρτρικός ων, θεωρώ ότι ο Freud απλώς κατέστρεψε τη λογοτεχνία και αλλοίωσε τον Εμπειρίκο, για να μιλήσουμε πιο συγκεκριμένα. Ο Αύγουστος, λοιπόν, φωνάζει. Ουρλιάζει στα καθωσπρέπει αυτιά μας και μας υπενθυμίζει τις μικροαστικές μας αμαρτίες χωρίς να έχει καμμία απολύτως διάθεση να μας τις συγχωρέσει. Άλλωστε, δε φαίνεται να τον αφορά αυτό, αλλά και ούτε νοιάζεται κανείς για μια τέτοια προοπτική.
Είναι ο συγγραφέας που καταφέρνει μ’ αυτό το κείμενο να αναστηλώσει τη χαμένη τιμή της ομοειδούς λογοτεχνίας των εμμονών της καταστροφής και της παρά φύσιν απορίας μιας μικροαστικής πραγματικότητας που έχει ως γνώμονα το συνεχές άλλοθι της αδηφάγου καθημερινότητας.
Ο συγγραφέας μας βγάζει έξω από αυτήν. Τη στέλνει μεγαλειωδώς στο διάολο.
Δεν προτίθεμαι να παραθέσω αποσπάσματα, ούτε να θεωρητικοποιήσω ασύστολα. Αυτό το βιβλίο είναι μια διδακτορική διατριβή για τη σαδομαζοχιστική λογοτεχνία (σαν να τον ακούω το συγγραφέα να ηδονίζεται και να πονά ταυτόχρονα καθώς γράφει) και για την ανακύκληση μιας γραφής που τολμά να ξεγυμνώσει το ένα αντιφροϋδικό εγώ τσαλαπατώντας με λύσσα το υπερεγώ που ως τέτοιο εκμηδενίζεται και πάει… Αποχαιρετήστε το.
Μετά την τελευταία σελίδα ακούς τη φρίκη να σου σιγοτραγουδά ήχους έρωτα ακραίου κι εσύ να ιδρώνεις ακατάπαυστα νιώθοντας τη σάρκα σου να τρέμει παλεύοντας να βγει στον κόσμο.
Στην αλήθεια αυτού του γαμημένου κόσμου.

[διαβάστε επίσης
BookAttack – NuwandaΣυνέντευξη που μου παραχώρησεDiavasame NeutrinoΒιβλιοκαφέ ]