Βαγγέλης Μπέκας | Φετίχ

 

Βαγγέλης Μπέκας, Φετίχ, μυθιστόρημα

εκδ. Μπαρτζουλιάνος 2011, σελ. 272, τιμή: 14,80 ευρώ

 

Δεν θα μας διώξει αυτή η πόλη, μωρό μου

 

 

 

Πάνω απ’ όλα ο φετιχισμός. Tι είναι ο κόσμος, εμείς οι ίδιοι τέλος πάντων, αν όχι φετιχιστές ― με λίγα λόγια, εμμονικοί. Ο Βαγγέλης Μπέκας, στο δεύτερό του μυθιστόρημα, παίρνει μιαν αλήθεια και μας την πετάει στα μούτρα· χωρίς φειδώ, δίχως καμιάν αναστολή.

Χτυπάνε πολλά καμπανάκια· ο συγγραφέας, έχοντας αναλάβει τον ρόλο του κωδωνοκρούστη, αποπειράται να κάνει σαματά στην πόλη· όπως ακριβώς και μέσα στο βιβλίο ο κάθε ήρωας παίζει άλλοτε με καμπάνες, άλλοτε με κουδούνια, κι άλλοτε με κουδουνίστρες. Ανελέητα. Σε μια καλοστημένη πόλη, ο θόρυβος που προκαλείται μέσα στο βιβλίο έχει στόχο να διαταράξει τους αμόλυντους, κατά τ’ άλλα, νοικοκυραίους και τις στρατιές των αγνών παρθένων τού «δεν ξέρω-δεν είδα-δεν άκουσα».

Το μεγαλύτερο φετίχ, κατά τη δική μου ανάγνωση, δεν είναι ούτε οι λέξεις ούτε η συγγραφή ούτε τα κραγιόν της Δανάης ούτε τα γόνατά της, για τα οποία ο γείτονάς της Παύλος γλείφεται, ούτε το Ινστιτούτο-σύμμαχος της κυβέρνησης, που θέλει να κάνει τον κόσμο δικό του χρησιμοποιώντας πειραματόζωα. Ούτε βέβαια και το ξεπατίκωμα των στίχων των μεγάλων ποιητών που έκανε ο διαφημιστής Παύλος αλλάζοντάς τους τα φώτα, σε μια κοινωνία όπου η ποίηση θεωρείται αντιεμπορική και, άρα, απαγορευμένη ― καυστικό και πικρό το χιούμορ εδώ. Ένα ιδιαίτερο φετίχ του μυθιστορήματος, η υπέρτατη, με λίγα λόγια, εμμονή είναι η ίδια η ζωή. Η ζωή ως φετίχ, ως «κόλλημα» του μυαλού και του σώματος· ως αντίσταση στην αδάμαστη επίθεση ενός κόσμου που υποθάλπει την ερωτική συνεύρεση μεταξύ ανθρώπων αλλά και μεταξύ πραγμάτων. Όσο kinky μπορεί ν’ ακούγεται αυτό! Όπως ακριβώς τα παιχνίδια και τα πειράματα της Μαρίας και του Ιάσονα, που θέλουν να παρασύρουν και τη Δανάη, την οποία γλυκοκοιτάζει, όπως είπαμε, ο Παύλος, που δεν ξέρει πού να βρει την άκρη του νήματος της ζωής της δικής του και του κόσμου, αλλά έχει πάρε-δώσε με τον Άρη, που τον προμηθεύει μ’ ένα όπλο, αλλά ο πασιφισμός του Μπέκα δεν του επιτρέπει να το χρησιμοποιήσει όπως θα ’θελε.

Τα καμπανάκια εξακολουθούν να χτυπάνε. Τα παραγόμενα προϊόντα μιας κοινωνίας γίνονται εμμονές· το σώμα γίνεται εμμονή· το σεξ, επίσης· η λογοτεχνία, εμμονή στον δρόμο προς την εξαθλίωση· πιόνια όλοι σ’ ένα παιχνίδι που φοβάται τον ίδιο του τον εαυτό· που φοβάται, τελικά, έναν καθωσπρεπισμό. Το Φετίχ όμως δεν είναι καθωσπρέπει. Έτσι, αναφαίνεται ένα ακόμη διακύβευμα: τα ένστικτα, ξανά στην επιφάνεια.

Αυτό ακριβώς που έκανε συνεχώς μες στο βιβλίο ο Τέο, αυτή η μορφή που ξέμεινε στ’ ατέρμονα «Μάταλα» της κοινωνίας αυτής. Χαρακτήρας-κλειδί, νομίζω, για να κατανοήσουν οι ήρωες και, μαζί τους, ο αναγνώστης ότι απ’ την πολλή σκέψη, την πολλή ανάλυση, τον σώνει και καλά βαθύ στοχασμό και εντοπισμό της πρόθεσης των ανθρώπων έναντι σε πράγματα και καταστάσεις μπορεί να καταλήξει στον απόλυτο ιδρυματισμό. Και, στην πραγματικότητα, αυτό ήθελε να κάνει το περίφημο Ινστιτούτο σε συνεργασία με την κυβέρνηση: να καταλυθεί το πρωτογενές ένστικτο ―αλλά και τα πάλαι ποτέ αυτονόητα διακυβεύματα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας― ώστε, τελικά, η μεθοδευμένη σκέψη και πράξη να οδηγούν στη στεγανοποιημένη κατανάλωση, στον στεγανοποιημένο τρόπο ζωής, στον στεγανοποιημένο έρωτα.

Απ’ την άλλη, όσο κι αν κάποιοι, με βαθύτατο συντηρητισμό, προσπαθούν να συγκρίνουν και να ομαδοποιήσουν ιδέες, σκέψεις, αισθητική και εν γένει βιβλία θα πρέπει να διαβλέψουν ότι, σε μιαν εποχή όπου όλα είναι ρευστά, είναι τουλάχιστον άστοχο, αν όχι αστείο, να προβαίνει κανείς σε τέτοιες αναλύσεις. Πόσω μάλλον για ένα βιβλίο που προσπαθεί, όπως εν προκειμένω, να φωτίσει πλευρές μιας ―μελλοντικής ή παροντικής― δυστοπίας.

Ας μην παρασυρόμαστε όμως. Το μυθιστόρημα του Μπέκα δεν μανιφεστάρει με γροθιές σηκωμένες και ντουντούκες, απ’ τις οποίες ακούγονται άναρθρες σωτήριες κραυγές. Το βιβλίο είναι μία ξεκάθαρη λογοτεχνική αφήγηση για τ’ ότι δεν… τα φάγαμε μαζί. Κάτι που ευχαριστεί ιδιαιτέρως τον κύριο Πικρό ή, αλλιώς, Νυφίτσα, έναν ήρωα του Φετίχ που μαζεύει κόσμο στο Ινστιτούτο. Στρατολόγος με τα όλα του, με μια φοβερή διάθεση να φέρει τον κόσμο στα μέτρα του, πριν να τον φέρει εκείνος στα δικά του, όπως έλεγε και το άσμα.

Και, τέλος, το σκηνικό. Ζούμε σε μια πόλη όπου, τελικά, τίποτα δεν θεωρείται αυτονόητο. Προφανώς, δεν φταίει η Ακρόπολη, δεν φταίει η Πανεπιστημίου, δεν φταίνε τα Εξάρχεια ή οι Αμπελόκηποι. Φταίει η χρήση μας αυτής της πόλης. Φταίει που μυρίζει μπαρούτι και Σανέλ νο. 5 ταυτόχρονα. Φταίει που αργοσβήνει η πρόθεσή μας να πάρουμε τα μικρά, τ’ αδιόρατα καθημερινά μας πράγματα στα χέρια μας. Ο Μπέκας τη χρησιμοποιεί την πόλη, τις λειτουργίες, τις δυσκολίες και τις ευκολίες της ως ένα σκηνικό που συνομιλεί με τους ήρωες και τις ιδέες τους. Η πόλη, σ’ αυτό το βιβλίο, δεν είναι ένα ξενέρωτο σκηνικό όπου αναγκαστικά πρέπει να υπάρχει γιατί δεν γίνεται αλλιώς. Είναι, καταπώς φαίνεται, η ένωση και η αλληλεπίδραση ανθρώπου και περιβάλλοντος. Η πόλη είμαστε εμείς.

Αυτός είναι ο κόσμος του Μπέκα. Εδώ μέσα, σ’ αυτό το βιβλίο, προσπαθούν όλοι να ανασάνουν, όπου, για μας, τους αναγνώστες, είναι αυτονόητη αυτή η ανάσα. Ο συγγραφέας μοιάζει να συντάσσεται με την παρακάτω, παραφρασμένη, επιτρέψτε μου, σκέψη του Ζίγκμουντ Μπάουμαν: «Γι’ αυτό έχει γίνει ντροπή να είσαι φτωχός: γιατί είσαι ανίκανος να επιτελέσεις τη βασική σου υποχρέωση ― ν’ αγοράζεις, να αισθάνεσαι, να διαβάζεις και ν’ ακούς μαλακίες».

 

*Δημοσιεύτηκε στην «Αυγή», 13/12/2011

το 13ο υπόγειο – βαγγέλης μπέκας

Η συνείδηση του απελεύθερου και τα όρια της ελευθερίας

vaggelis_mpekas_to_13o_ypogeio

Προκαλεί έκπληξη το γεγονός πως, διαβάζοντας κείμενα που εμπεριέχουν φουτουριστικά στοιχεία, νιώθεις πως αυτό που περιγράφουν δεν σου προκαλεί κατάπληξη και πως όλα αυτά δεν αναλογούν αποκλειστικά σε μία εποχή που απέχει πολύ από τη δική μας. Αυτός ήταν ένας από τους στόχους του πρωτοεμφανιζόμενου Βαγγέλη Μπέκα (γενν. 1976), ο οποίος, χρησιμοποιώντας τους σύγχρονους ρυθμούς ζωής, έχτισε ένα μυθιστόρημα στα πρότυπά τους.

Όπως ο καταναλωτισμός καθιερώθηκε, τουλάχιστον σε χώρες σαν τη δική μας, ως ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού, έτσι, σε αυτό το μοτίβο, το εμπορικό κέντρο New Bios (νέος βίος – σοφόν το σαφές) εξαπλώνεται, χωρίς κανείς να μπορεί να αντιδράσει, ως πόλις εν πόλει στην πρωτεύουσα, της οποίας οι δυνάμεις μοιάζουν να εξασθενούν. Πιο συγκεκριμένα, ανάγοντας την πρωτεύουσα σε πυρήνα ενός κόσμου, βρίσκουμε αυτόν ακριβώς τον πυρήνα να μετατοπίζεται από το κέντρο προς την εξωτερική, και άρα ευάλωτη, επιφάνεια του ιστού. Τη θέση του πυρήνα καταλαμβάνει αυτή η “πόλη”, που δεν είναι άλλη από την εταιρεία που προαναφέρθηκε.

Το New Bios στηρίζεται σε μια καταστατική λειτουργία τόσο αυστηρή, που ακόμη και ολοκληρωτικά καθεστώτα θα ζήλευαν. Ο Μπέκας κάτι τέτοιο είχε κατά νου, όχι μόνον ως παράδειγμα του παρελθόντος αλλά και ως προφητεία για το μέλλον. Με γνώμονα αυτό το καταστατικό, το χαώδες εμπορικό κέντρο κρατά τους υπαλλήλους-υπηρέτες του με τη λογική του καρότου και του μαστιγίου: αφενός, κανείς δεν κινείται πέρα από τα όρια, αφετέρου, ακριβώς αυτά τα όρια είναι που μπορούν να προσφέρουν σχεδόν τα πάντα.

Αυτό το «σχεδόν» είναι που οδηγεί τον Πέτρο -αντιπροσωπευτική μορφή της γενιάς των 700 ευρώ, με όλες τις καθημερινές ανησυχίες που, ωστόσο, δεν επισκιάζουν τις εσωτερικές διεργασίες (ένα από τα πετυχημένα στοιχεία που απέδωσε ο Μπέκας)- όχι μόνο να μπλεχτεί στα πλοκάμια του New Bios, μα, παράλληλα, να θελήσει, για χάρη του έρωτά του με την Αργυρένια -η οποία ήδη εγκαταβιώνει στα άδυτα του εμπορικού κέντρου, που λειτουργούν ως ζωοδότες του πάνω κόσμου- να κατεβεί μέχρι τα θεμέλιά του, όπου τελούνται κάθε λογής ανομίες και βασιλεύει η διαφθορά.

Αν εξαιρέσει κανείς τον απλό αριθμητικό συμβολισμό, η σταθερή πορεία προς την κόλαση της εταιρείας αποτελεί και το αφηγηματικό όχημα, στο οποίο εντάσσεται -και κάποτε προτάσσεται- το ιδεολογικό και προσεκτικά κατατεθειμένο οπλοστάσιο του συγγραφέα. Με πολιτικές αιχμές και με σχόλια που συναιρούν το ερωτικό στοιχείο ως πολιτικό, και το πολιτικό διακύβευμα ως μία κατάσταση προσδοκίας παραδείσου, ο Μπέκας πέτυχε να συνδέσει την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο με τη διψασμένη απαντοχή της απελευθέρωσης, χωρίς, εντούτοις, αυτή η απελευθέρωση να συνεπάγεται αυτόχρημα και την ελευθερία.

Η ελευθερία είναι μία έννοια που απασχόλησε συστηματικά τον συγγραφέα, κάτι που, όμως, άφησε να αιωρείται κατά την κυκλοτερή, και πιθανόν αμήχανη, ολοκλήρωση του μυθιστορήματος. Επιπλέον, μέσα στο μυθιστόρημα υπάρχει ακόμη μία περιρρέουσα έννοια: της συνείδησης της ελευθερίας. Παρ’ ότι η Αργυρένια και ο Πέτρος θέλουν να ελευθερωθούν, κατά βάθος δεν ξέρουν τι να την κάνουν αυτή την ελευθερία, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να την κατανοήσουν σε όλο της το εύρος. Ένα ακόμη σαφές και επιτυχές σχόλιο του συγγραφέα που αποσκοπεί στην επισήμανση του ακόλουθου σταδίου της ελευθερίας: τα καινούργια όρια του απελεύθερου. Το πόσο εκτεταμένα θα είναι αυτά, εξαρτάται, όπως αποδεικνύεται και στο προκείμενο βιβλίο, από τον βαθμό της προετοιμασίας.

Με μια συνεπή προφορικότητα, ο Μπέκας διατηρεί την πλήρη απομάκρυνσή του από τη λογοτεχνικότητα της γλώσσας, πέφτοντας, σε σημεία, σε παγίδες εντυπωσιασμού. Καθώς εξελίσσεται το μυθιστόρημα, με όλα του τα κινηματογραφικά στοιχεία που αναμφίβολα το διέπουν, δημιουργείται κάποτε στον αναγνώστη η αίσθηση της ασύνδετης αφήγησης η οποία θέλει να απεμπλακεί με «έξυπνα» τεχνάσματα. Και τα καταφέρνει.

Εντέλει, ο ιδιότυπος σουρεαλισμός του Μπέκα οδηγεί όχι απλώς στην προαναγγελία ενός αδιανόητου μέλλοντος, αλλά μάλλον λειτουργεί ως επαγρύπνηση στο απροσδόκητο παρόν. Κι αυτό ο συγγραφέας μοιάζει να το έχει αφομοιώσει καλά.

[κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μπαρτζουλιάνος]

[Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην «Αυγή», Τρίτη 31/03/2009]