έντεκα μικροί φόνοι – βάσια τζανακάρη

Δεν είναι καθόλου περίεργο που ο Nick Cave αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για μια συγγραφέα∙ πόσω μάλλον που η συγγραφέας, η Βάσια Τζανακάρη, είναι γεννημένη το 1980 και μοιάζει να έχει γαλουχηθεί με τα τραγούδια του Κέιβ ή άλλων, του ίδιου βεληνεκούς και μήκους κύματος, τραγουδιστών. Όπως μας πληροφορεί η ίδια, οι ιστορίες που απαρτίζουν τους «Έντεκα μικρούς φόνους» βρίσκουν την έμπνευσή τους στο επαναληπτικό άκουσμα της μουσικής τού Νικ Κέιβ. Κάπως έτσι φαίνεται να εξελίσσονται και οι έντεκα ιστορίες του προκείμενου βιβλίου: σαν ένα επαναληπτικό άκουσμα μιας ιστορίας που στόχο έχει να πιάσει τον αναγνώστη, ή τον ακροατή (έχω την αίσθηση ότι το βιβλίο, παράλληλα, μπορεί ν’ ακούγεται), απ’ τ’ αυτί όχι εν είδει «μαλώματος» αλλά χάριν μιας προσπάθειας της πρωτοεμφανιζόμενης Τζανακάρη να μπει μ’ ορμή στη λογοτεχνία με μια πρώτη, ροκ, εμφάνιση.

Αλλά ας δούμε λίγο τη θεματολογία. Όπως δηλώνει ξεκάθαρα και ο τίτλος του βιβλίου, κάθε ιστορία έχει κι από έναν φόνο. Έτσι όπως είναι κάθε ιστορία δοσμένη, ο φόνος τις περισσότερες φορές είναι «δικαιολογημένος», ενώ τις υπόλοιπες αποτελεί αποκύημα ενός παρανοϊκού μυαλού που δολοφονεί ετσιθελικά, καταπώς φαίνεται απ’ τη ροή των αντίστοιχων διηγημάτων. Ένα θρησκόληπτο χωριό κυνηγά να σκοτώσει μια γυναίκα που γέννησε ένα παιδί με την ουρά του διαβόλου∙ μια πόρνη ερωτεύεται για μια φορά στη ζωή της κι ο άντρας αυτός θέλει να γίνει μαστροπός της∙ ένα καλό παιδί αποδεικνύεται ότι ζει όχι μόνο μες στη φαντασία του αλλά και μέσα σε ψυχιατρείο∙ τα παιχνίδια ενός κοριτσιού παίρνουν σάρκα και οστά δημιουργούν ένα βασίλειο που το «τρώνε» οι έριδες και οι έρωτες∙ ένας που θέλει να μιμηθεί τον Έλβις, πουλά την ψυχή του στο Διάβολο και χάνει τη σκιά του∙ ένας παρανοϊκός, κακοφτιαγμένος γιατρός φυλακίζει, ακρωτηριάζει και τελικά αποκεφαλίζει το αντικείμενο του έρωτά του στο εργαστήρι του∙ αυτές και άλλες ιστορίες αποτελούν τους «Έντεκα μικρούς φόνους» της Βάσιας Τζανακάρη. Αυτό, πάντως, που παρατηρείται σε όλες τους «μικρούς» φόνους, είναι ενταγμένοι στη γενικότερη διάθεση της Βάσιας Τζανακάρη να πει παραμύθια για μεγάλους∙ είναι όλοι οι ήρωες και οι ηρωίδες μέρη και μέλη μιας παραμυθένιας κοινωνίας που θέλει μόνο με το φόνο να λύσει τις όποιες διαφορές αναφύονται μεταξύ εαυτών και αλλήλων.

Είναι σχεδόν σίγουρο ότι διάφοροι θρησκόληπτοι, ηθικολόγοι και οι συν αυτοίς θα έβρισκαν πάλι πάτημα να μιλήσουν με το δείκτη σηκωμένο για τη «διαβολική» ροκ μουσική, για το τι μπορεί να γεννήσει στο μυαλό των ακροατών της κ.λπ. κ.λπ. Αυτό όχι μόνο είναι εκ προοιμίου τουλάχιστον αστείο, αλλά συγχρόνως αποτελεί και περί του αντιθέτου απόδειξη όσον αφορά τη διαφαινόμενη απόπειρα της συγγραφέως: ο σαρκασμός και η ειρωνεία, που κρύβεται πίσω απ’ τους εμπνευσμένους απ’ τον Κέιβ «φόνους», είναι μόνον ένα τέχνασμα της Τζανακάρη για όλα τα παραπάνω∙ σκοπός της, κατά τα φαινόμενα, δεν είναι να εξισώσει τη ροκ με το φόνο, αλλά να εξισορροπήσει αυτή τη μουσική με τη ζωή που προηγείται, έστω κι αν αποκλειστική θεματολογική επιλογή αποτελεί η λούμπεν πλευρά της∙ κομμάτι της είναι κι αυτό…

Τα διηγήματα, με τίτλους ως επί το πλείστον παρμένους από ομότιτλα κομμάτια τού Κέιβ, πραγματεύονται νουάρ ιστορίες με μια γερή δόση ρομαντισμού και μια σαρκαστική «κουταλιά του γλυκού». Κάτι σαν συμπαγής και αυστηρή συνταγή. Διατηρώντας η συγγραφέας σχεδόν απαράλλακτο το ύφος και τη δομή κάθε διηγήματος, δημιουργεί ένα καλογραμμένο και ευανάγνωστο συνονθύλευμα από μακρηγορούντα τραγούδια, με μια γλώσσα καλοδουλεμένη, αλλά ενδεχομένως λίγο συντηρητική (κάτι που δικαιολογείται λόγω της πρώτης εμφάνισης). Με λίγα λόγια, ο ρυθμός που διατηρείται ο ίδιος, σαν να παίζει με τ’ αυτί του αναγνώστη ή του ακροατή, μοιάζει να θέλει ν’ αναπαραστήσει ενώπιόν μας το εξής, χιλιοϊδωμένο παρ’ όλ’ αυτά, στοιχείο: κάθε ήρωας ή ηρωίδα που εμφανίζεται, είναι σαν ν’ αποτελεί τον ανιόντα και ταυτόχρονα τον κατιόντα κάθε επόμενου και προηγούμενου. Επομένως, δεν παρατηρούνται διαφορές στο χτίσιμο του ήρωα της ιστορίας «Ο καλός γιος» με αυτόν του «Τραγουδιού της χαράς» αλλά και ούτε μ’ αυτήν του «Αναπόφευκτου θανάτου του νταβατζή με το κοτλέ κουστούμι» κ.ο.κ.

Η Βάσια Τζανακάρη, μπορεί να μην καταφέρνει να εκπλήξει με την πρώτη της εμφάνιση, σίγουρα όμως μπαίνει με πολλά εφόδια στην ελληνική λογοτεχνία. Έχω την αίσθηση ότι, αν απ’ τη μια διατηρηθεί αυτή η αφηγηματική της ευχέρεια κι απ’ την άλλη η ορμητική της διάθεση, στα επόμενα βιβλία της θα δούμε, ίσως, ένα ακόμη πεζογραφικό χέρι, ανάμεσα σε λίγα -δυστυχώς- άλλα, να προσπαθεί να βγάλει απ’ την ανία και το τέλμα αναγνώστες και αναγνώστριες που ενδεχομένως θα θελήσουν να δουν, ουσιαστικά, και την άλλη πλευρά του νομίσματος της νεοελληνικής λογοτεχνίας…

[κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μεταίχμιο]

[Η Βάσια Τζανακάρη γεννήθηκε το 1980. Εργάζεται ως δημοσιογράφος στην εφημερίδα Athens Voice και στο περιοδικό Sonik. Οι «Έντεκα μικροί φόνοι» είναι το πρώτο της βιβλίο]