καινός διαιρέτης – [εις τα εξ ων συνετέθην μ’όνειρα απόψε…] – ένας διάλογος – [μπλε του γιάννη – λευκά δικά μου]


“Έφτασα, φανερώθηκα
σωτήρας τιμωρός
με το χωλό σου βήμα συμπορεύτηκα
κρυφή την ένωσή μας ονειρεύτηκα.”
…περπάτησα, που λες, ώρες ατέλειωτες χωρίς αναπαμό
δεν βρήκα πουθενά το θείο σου κορμί, θολό πια να ρέει,
και γυμνός, πιο γυμνός από ποτέ, γύρισα να κοιμηθώ
χορτάτος και ιδρωμένος ήδη από άπρεπα αγγίγματα


“Το σώμα, το σώμα ν’ αφανίσουμε,
σπάραγμα πάνω στους λειμώνες να αφήσουμε,
όσο στην έξω γη κρατάει ο χορός.”

…μιας και τίποτα από το χθες δεν έμεινε να μας θυμίζει
εκείνα τα παρακάλια που σε στιγμές αδύναμες
φώναζε για λύτρωση το σύμπαν όλο
-πού ξενυχτά το σώμα σου απόψε;




“Κι η ερημιά του φαροφύλακα που κάθε αυγή με ίδια πάντα αγωνία
τρέχει να βρει το τελευταίο κύμα που άφησε αργά τη νύχτα πλάι
στα βότσαλα προτού μιλήσει
η απομόνωση στις τόσες φιλικές, δικές φωνές του.”

…και μοναξιά στους φύλακες των φάρων
που κρέμονται απ’ το λίγο τού απείρου…
είπε ολόρθος ο ποιητής και, ζωσμένος δυο-τρεις συμπτώσεις,
ύψωσε το χέρι του και κατάφερε μιαν ανηλεή γροθιά
στην ιαχή των γλάρων
-μόνος κι αυτός όπως και τα μεσημέρια του.


“Και στους πιο άνυδρους καιρούς το ασώματο φως είναι πάντα εκεί.
Το ξέρεις.”

…και δεν μιλάς, δεν λες στους χρόνους πού γερνάς
και δεν μιλάς, δεν είσαι κόκκινη σαν τον καιρό
που
πόρος του σώματός σου έγινε και σε άδειασε.
Να μην γυρίσεις.

“Κι αν δεν με γέννησες,
γεννάς την ελπίδα μου.”

…ουρλιάζοντας πάνω σε μια δαιμονισμένη επιστροφή
στο ένα και στο πάντα.
Εκεί δεν χώρεσα ποτέ. Ήμουν ανώφελη χαραμάδα που χάριζε το κρύο.
Που χάριζε το κρύο.


“Δεν έχω πει τα λόγια
που γι’ αυτά γεννήθηκα.”

…μιας και το ποτήρι μου διαιρέθηκε στα τρία.
Ένα για σένα, ένα για μένα κι ένα για τον αιώνα.
Διαιρεθηκε καινά και χάρισε εκείνη τη φοβισμένη ελευθερία
σε σώμα ξένο.
Δεν υπάρχει πια ο καιρός.
Υπάρχει ο χώρος.

Έλα.
****************************************************
Διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας τη συλλογή τού Γιάννη Ευθυμιάδη, προσπαθώντας να ανιχνεύσω τον “Καινό Διαιρέτη”, έφτασα εδώ… Δεν ξέρω πού ακριβώς. Ξέρω όμως ότι έφτασα κάπου. Γιάννη, με συγχωρείς που δανείστηκα τις λέξεις σου ως ώθηση. Και σ’ ευχαριστώ.