ερωτευμένος τρομοκράτης – γιώργος καρτέρης

Εύχομαι καλό χειμώνα σε όλους και όλες [άραγε πώς ακούγεται αυτό;] και σας ευχαριστώ που ερχόσαστε και τα λέγαμε καθ’ όλη τη διάρκεια του καλοκαιριού…

δ.α.

 

Μετά από έρευνα χρόνων και κατόπιν συγκέντρωσης αξιόπιστου υλικού, ο Γιώργος Καρτέρης αναβιώνει με τον δικό του τρόπο τα γεγονότα της συμπλοκής τού αντιεξουσιαστή-τρομοκράτη (με ή χωρίς εισαγωγικά) Χρίστου Τσουτσουβή (μέλους του ΕΛΑ μέχρι το 1980, οπότε και αποχώρησε ιδρύοντας την  «Αντικρατική πάλη») το 1985 με την αστυνομία. Στις 15 Μαΐου του 1985 αστυνομικοί της Ασφάλειας εντοπίζουν στου Γκύζη μια κλεμμένη μοτοσικλέτα. Έκαναν σήμα στον οδηγό να σταματήσει, αλλά αυτός δεν υπάκουσε. Εκεί είχε ξεκινήσει η καταδίωξη. Μετά έλαβε χώρα η πολύνεκρη συμπλοκή: τρεις αστυνομικοί  νεκροί καθώς και ο ίδιος ο Τσουτσουβής. Ο ίδιος, λοιπόν, και στο μυθιστόρημα, δεν κατάφερε να επιζήσει, ο σύντροφός του όμως, ο Δημήτρης, διέφυγε παίρνοντας μαζί του ως λάφυρο μια γυναίκα και το αυτοκίνητό της, την Κατερίνα, η οποία ζούσε έχοντας στο μυαλό της ότι «όλοι είμαστε καλοί – το κακό δεν υπάρχει». Μέχρι εκείνη την ημέρα.

Απ’ την απαγωγή και μετά, η Κατερίνα διαπιστώνει ότι μέρα τη μέρα ο τρομοκράτης-απαγωγέας της είναι πρώτ’ απ’ όλα άνθρωπος∙ ένας άνθρωπος που μπορεί να κρατά περίστροφο, ν’ αφαιρεί ζωές ή ό,τι άλλο φέρει μαζί της η τρομοκρατική δράση, αλλά έχει και δίψα για ζωή, γι’ αγάπη, για έρωτα. Γι’ άλλα πράγματα, που δε μυρίζουν εξαρχής μπαρούτι… Για χάρη αυτού του ανθρώπου η Κατερίνα πέρασε από γενεές δεκατέσσερις όχι μόνον εσωτερικά αλλά και απ’ την Ασφάλεια, απ’ τους φίλους της, απ’ τη ζωή την ίδια. Ολόκληρη.

Μέσα απ’ τις σελίδες του «Ερωτευμένου τρομοκράτη», ο Γιώργος Καρτέρης δεν περνά απλώς από κόσκινο τις συναισθηματικές συγκρούσεις της Κατερίνας εξαιτίας της επαφής της με το θάνατο∙ ξεσκονίζει τα κιτάπια της μεταπολιτευτικής Ελλάδας και ανασυστήνει, με απλή λογοτεχνική διάθεση, τις ιδεολογικές συγκρούσεις καθώς και το μεταπολιτευτικό ιδεολογικό ξεπεσμό της χώρας απ’ το ’70 κι εντεύθεν. Η «λογική» της Ασφάλειας, το δημοσιοϋπαλληλικό καθεστώς και οι «ιδέες» του, οι άνθρωποι που έπαψαν να είναι πολίτες κι έγινε πολιτικοί της ίδιας τους της ζωής. Ο Γιώργος Καρτέρης μοιάζει να τα ξέρει όλ’ αυτά και να προσπαθεί να τ’ αναμεταδώσει.

Ο συγγραφέας, όπως έχει δείξει και σε προηγούμενα βιβλία του (βλ. «Κάτσε καλά», εκδ. Εστία 2000), έχει βαθιές ρίζες στον καλοδουλεμένο και ανθρωπιστικά επεξεργασμένο ρεαλισμό που εντοπίζεται σε συγγραφείς όπως ο Μυριβήλης, η Αξιώτη και ο Δούκας (όσον αφορά τη θεματολογία και τη γλώσσα που επηρεάζεται απ’ τον τόπο καταγωγής), ή ο Καραγάτσης και ο Τερζάκης (όσον αφορά το λεγόμενο «αστικό ρεαλισμό»). Με μια γλώσσα, λοιπόν, «λαϊκή και ιδιωματική» (άλλωστε κατάγεται απ’ την Ερεσό της Λέσβου και διαμένει στις Σέρρες) και, εν προκειμένω, αισθητικά καλοδουλεμένη, φανερώνει ένα σύμπαν σκέψεων και πράξεων της «διπλανής πόρτας». Όλα αυτά σε συνδυασμό με όλη τη συμβολική διάσταση που θέλει ν’ αποδώσει στον «Ερωτευμένο τρομοκράτη», ο Καρτέρης, έχοντας παράλληλα φιλτράρει την ιστορία της τρομοκρατίας (πάλι, με ή χωρίς εισαγωγικά), δημιούργησε ένα μυθιστόρημα ανθρώπινο και πολιτικό.

Ωστόσο, όπως είχαμε επισημάνει και για τον Λευτέρη Μαυρόπουλο στο «Άλλο μισό μου πορτοκάλι» (εκδ. Ίνδικτος 2007), ο Καρτέρης μοιάζει ν’ απλοποιεί κίνητρα κι αιτίες στην προσπάθειά του να εξηγήσει όλα όσα διαμείβονται στον «Ερωτευμένο τρομοκράτη». Μπορεί βέβαια να πει κανείς ότι δίκην λογοτεχνικότητας και μυθιστορηματικής πλοκής, η οπτική είναι απολύτως στο χέρι του δημιουργού τού εκάστοτε έργου. Εντούτοις, η θεματολογία του «Ερωτευμένου τρομοκράτη» είναι τόσο συγκεκριμένη και αναψηλαφεί σε υπερβολικά τεντωμένο σκοινί ιδιαίτερα και ειδικά γεγονότα, που το κεντρικό θέμα ότι «όλα βασίζονται στην καλοσύνη των άλλων» μοιάζει να μην έχει «τεκμηριωθεί», όπως θα περίμενε κανείς, στο μυθιστόρημα.

Ο Λευτέρης Μαυρόπουλος με το «Άλλο μισό μου πορτοκάλι» ανασύστησε ενδελεχώς και λογοτεχνικά την εγχώρια ιστορία του μίσους απ’ τον Εμφύλιο και μετά∙ ο Κώστας Σωτηρίου με την «Αναπάντητη κλήση» (εκδ. Μελάνι 2008) μίλησε για τ’ απωθημένα και τ’ ανείπωτα της γενιάς του Πολυτεχνείου∙ ο Γιώργος Καρτέρης μοιάζει τώρα να συνοψίζει όσα προαναφέρθηκαν για να κρατήσει στο προσκήνιο την άποψη ότι μπορεί τελικά ο μανιχαϊσμός να μην είναι αρκετός για να κριθούν αντίστοιχα γεγονότα και βιώματα. Ίσως να χρειάζεται ν’ αναλύσουμε την Ιστορία -αλλά και την ιστορία- με όρους που ξεπερνούν τα όρια του καλού και του κακού…

…με όρους που υπερβαίνουν το χαρτάκι που διπλώνουμε πίσω απ’ το παραβάν κάθε τέσσερα χρόνια.

[κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μελάνι]

[Γιώργος Καρτέρης γεννήθηκε στην Ερεσό Λέσβου και σπούδασε Μαθηματικά στην Αθήνα. Έχει εκδώσει ποιητικές συλλογές: «Ήρθε και τ’ άλλο καλοκαίρι» (Αθήνα 1976), «Αγαλμάτων μεσιτείες» (εκδ. Ίκαρος 1981), «Επιθέματα» (εκδ. Περί τεχνών 1998). Το πρώτο του μυθιστόρημα ήταν το «Υπό σκιάν» (εκδ. Εστία 1992) και ακολούθησαν δυο συλλογές διηγημάτων, «Σημείο αφής» (εκδ. Περί τεχνών 1994), «Στον αστερισμό του Κυνός» (εκδ. Αμητός 1999), και τα μυθιστορήματα «Ένας Παντελής και μισός» (εκδ. Εστία 1996), «Κάτσε καλά» (εκδ. Εστία 2000), «Έρωτες στην άκρη» (εκδ. Εστία 2003). Έχει δημοσιεύσει δοκίμια, ποιήματα και διηγήματα σε περιοδικά και εφημερίδες. Ο μονόλογός του «Στο τέρμα» απέσπασε το πρώτο βραβείο σε διαγωνισμό του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Σερρών και ανέβηκε από τη «Νέα σκηνή» του θεάτρου το Δεκέμβριο του 2004. Το πρώτο του βιβλίο «Ήρθε και τ’ άλλο καλοκαίρι» τιμήθηκε από το Υπουργείο Πολιτισμού. Ζει στις Σέρρες και εργάζεται ως καθηγητής στο ΕΠΑΛ Νιγρίτας]

Advertisements