10112012 | «Το Κεφάλαιο του Μαρκ» | AmagiRadio.com | Καλεσμένος ο Γιώργος Προκοπάκης

Advertisements

Μια ανάσα από το πλεόνασμα | Γιώργος Προκοπάκης | Protagon.gr

Σε προηγουμενο σημειωμα (εδω) ξεκινησαμε τη συζητηση της προτασης του κ. Γιάνη Βαρουφάκη (ΓΒ) για άρνηση της καταβολής της δόσης των €31.5 δισ (ολοκληρωμένη εδώ). Η πρόταση ξεκινάει από το γεγονός πως η Ελλάδα βρίσκεται μόλις €2.5 μακριά από τον μηδενισμό του πρωτογενούς ελλείμματος. Κατά συνέπεια, με συντονισμένη και στοχευμένη δράση περικοπών από τις υψηλές μισθοδοσίες του δημοσίου, μπορούμε να μηδενίσουμε το πρωτογενές έλλειμμα από σήμερα και να διαπραγματευθούμε όλα τα υπόλοιπα ζητήματα με τους πιστωτές μας χωρίς τον κίνδυνο κατάρρευσης. Ας δούμε τι σημαίνει ότι βρισκόμαστε «μια ανάσα» από το πλεόνασμα.

 

Έλλειμμα πίσω από την κουρτίνα

Υπάρχουν τρεις απολύτως βέβαιες πηγές «ελλείμματος εν αναμονή», υποχρεώσεις, δηλαδή, του δημοσίου οι οποίες δεν καταγράφονται στον προϋπολογισμό, γίνονται όμως έλλειμμα μόλις χρειασθεί να εξοφληθούν (υπάρχουν και άλλες, αλλά περιοριζόμαστε στις πέραν πάσης αμφισβητήσεως). Αυτές είναι:

  1. Οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του δημοσίου. Αυξάνουν τα τρία τελευταία χρόνια με καθαρό ρυθμό περίπου €2 δισ το χρόνο, με εξάρσεις τις περιόδους καθυστερήσεως δόσεων της τρόικας. Το τελευταίο τρίμηνο (χωρίς τη δόση) αυξάνουν με ρυθμό περίπου €6 δισ το χρόνο. Το μεγαλύτερο ποσοστό τους είναι οφειλές για φάρμακα, προμήθειες νοσοκομείων και οφειλές προς ΟΤΑ. Σήμερα είναι €8.3 δισ.
  2. Οι εξοπλιστικές δαπάνες. Το 2010 και 2011 οι δαπάνες εξοπλιστικών προγραμμάτων που καταγράφονται στον προϋπολογισμό μειώθηκαν κατά €2 δισ (από €2.6 δισ σε €600 εκατ). Το μέγιστο ποσοστό δεν αφορά προγράμματα και παραγγελίες που ακυρώθηκαν, αλλά πληρωμές που μεταφέρθηκαν στο μέλλον, μέσω διακανονισμών και συνεννοήσεων με τους προμηθευτές.
  3. Οι εγγυήσεις του δημοσίου. Το δημόσιο εγγυάται μεταξύ άλλων δάνεια ΔΕΚΟ, ΟΤΑ και παραχωρήσεων. Όταν ο δανειολήπτης οργανισμός αδυνατεί να εξοφλήσει το δάνειο η εγγύηση καταπίπτει και το δημόσιο υποχρεούται στην εξόφληση. Κάθε χρόνο εγγράφονται στον προϋπολογισμό καταπτώσεις εγγυήσεων περίπου €1.5 δισ. Σήμερα οι εγγυήσεις του δημοσίου είναι λίγο πάνω από €20 δισ.

Η «μια ανάσα απόσταση» από το πλεόνασμα (είπαμε, μόλις €2.5 δισ), παραμένει μια ανάσα και δεν γίνεται μερικά χιλιόμετρα, υπό την προϋπόθεση ότι όλες οι συνθήκες που οδηγούν σε εμφάνιση ελλειμμάτων είναι υπό έλεγχο. Στην σχετικά καλή κατάσταση της παραπάνω λίστας οδηγηθήκαμε μετά από (α) το ξεκαθάρισμα «κρυφών» οφειλών από την εποχή Αλογοσκούφη (Οκτώβριος 2010), (β) εξόφληση προμηθευτών νοσοκομείων με ομόλογα (κουρεύτηκαν και αυτά!), (γ) διαδοχικές ενισχύσεις των τελικών οφειλετών μέσω του προϋπολογισμού, (δ) κούρεμα δανείων (κυρίως ΔΕΚΟ) ύψους €13 δισ στο πλαίσιο του PSI+. Στην λίστα παραπάνω παρατίθενται οι υποχρεώσεις που έχουν απομείνει ή επαναδημιουργηθεί.

Στο Μνημόνιο 3 που μόλις ψηφίσθηκε, λαμβάνονται μέτρα για να σταματήσει η επαναδημιουργία αυτών των «ελλειμμάτων εν αναμονή»: δραστική περιστολή φαρμακευτικής και νοσοκομειακής δαπάνης, δραστική περιστολή δαπανών ΟΤΑ, δραστική περιστολή αμυντικών δαπανών.  Η δανειακή σύμβαση προβλέπει ρητά την εξόφληση των ληξιπρόθεσμων οφειλών του δημοσίου και τα μέτρα διαφυλάσσουν από την επανεμφάνισή τους. Η βελτίωση των οικονομικών ΔΕΚΟ και ΟΤΑ θα περιορίσουν τις καταπτώσεις εγγυήσεων. Οι περικοπές αμυντικών δαπανών θα ισοσταθμίσουν τις μεταχρονολογημένες πληρωμές.

Δηλαδή, εάν δεν ληφθούν τα μέτρα (ή ισοδύναμα) που προβλέπονται στο Μνημόνιο 3, όλα τα παραπάνω θα γίνουν κάποια στιγμή έλλειμμα και χρέος. Εάν σταματήσει η χρηματοδότηση του δημοσίου όπως προτείνεται, οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις θα αυξάνουν ανεξέλεγκτα – το πιθανότερο είναι να μπει λουκέτο σε νοσοκομεία και να καταρρεύσουν οι ΟΤΑ – και οι καταπτώσεις εγγυήσεων θα ξεπερνούν κατά πολύ το σημερινό «ταπεινό» €1.5 δισ το χρόνο.

Οι μνημονιακές κυβερνήσεις συρρίκνωσαν, αναλώμασι των πολιτών της χώρας, το πρωτογενές έλλειμμα από €24 δισ σε μόλις €2.5 δισ, υπό την προϋπόθεση όμως πως τόσο η χρηματοδότηση του δημοσίου θα συνεχισθεί όσο και πως θα γίνουν δραστικές περικοπές ή αναδιαρθρώσεις σε όλους τους εμπλεκόμενους φορείς ώστε το επίπεδο αυτό του ελλείμματος να είναι διατηρήσιμο και να πέσει ακόμη περισσότερο.

 

Ας μηδενίσουμε λοιπόν το πρωτογενές έλλειμμα

Από τα αναφερόμενα στο προηγούμενο εδάφιο κρατάμε για την ανάλυσή μας μόνον τα σχετικά με τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του δημοσίου, ώστε να παραμείνουμε στο ίδιο πλαίσιο με την πρόταση ΓΒ.

Τι χρειάζεται, λοιπόν, για να μηδενίσουμε το πρωτογενές έλλειμμα;

  1. Περικοπή δαπανών όσο είναι το πρωτογενές έλλειμμα του προϋπολογισμού, €2.5 δισ. Ο ΓΒ προτείνει περικοπή από την υψηλή μισθοδοσία του δημοσίου.
  2. Περικοπή δαπανών όση θα είναι η μείωση των εσόδων του δημοσίου από τις περικοπές για μηδενισμό του ελλείμματος. Από τα €2.5 δισ των υψηλόμισθων δημοσίων υπαλλήλων, το δημόσιο «χάνει» έσοδα από φορολογία, άμεση και έμμεση, και εισφορές τουλάχιστον το 1/3, περίπου €0.8 δισ.
  3. Εξόφληση των σημερινών ληξιπρόθεσμων οφειλών του δημοσίου, €8.3 δισ. Ο ΓΒ προτείνει την ανταλλαγή με μελλοντικές φοροελαφρύνσεις μέσω ειδικών ομολόγων σε μια εξαετία, δηλαδή μείωση εσόδων του δημοσίου κατά €1.4 δισ ετησίως.
  4. Λήψη μέτρων αμέσου αποτελέσματος ώστε να μη συσσωρεύονται οι ληξιπρόθεσμες οφειλές. Χωρίς καμιά άλλη χρηματοδότηση αυτές «τρέχουν» με ρυθμό €6 δισ ετησίως.

Για να είναι η Ελλάδα αυτάρκης και σίγουρη ώστε να μπορεί να διαπραγματευθεί για διακανονισμούς του χρέους, παροχή ρευστότητας στις τράπεζες, αναπτυξιακά πακέτα και ό,τι άλλο χρειάζεται, χωρίς τον κίνδυνο κατάρρευσης, απαιτείται να φροντίσει κάθε ένα από τα τέσσερα σημεία παραπάνω. Αυτά αθροίζονται σε μέτρα €10.7 δισ.

Περίπου όσα μας ανάγκασε η τρόικα να πάρουμε ώστε να συνεχισθεί η στήριξη. Σ’ αυτά δεν περιλαμβάνονται οι εξοφλήσεις των μεταχρονολογημένων δαπανών εξοπλιστικών, ούτε οι καταπτώσεις εγγυήσεων (πέραν των «συνήθων» €1.5 δισ).

Ο ΓΒ παρουσιάζει μια «ελκυστική» πρόταση, στην οποία όμως μόνον το «λογιστικό» έλλειμμα των €2.5 δισ λαμβάνεται υπ’ όψιν(σημείο 1)  – ούτε καν οι επιπτώσεις στα έσοδα της δικής του πρότασης (σημεία 2 και 3). Εάν στα σοβαρά περνούσε από το μυαλό κάποιου πολιτικού ηγέτη ή του πρωθυπουργού η άρνηση λήψης της δόσης, καλά θα έκανε να το ξανασκεφθεί.

 

 

*Ο Γιώργος Προκοπάκης είναι σύµβουλος επιχειρήσεων σε θέµατα οργάνωσης και διαχείρισης πληροφοριών, πρώην καθηγητής στο Columbia University.

 

Το κείμενο δημοσιεύτηκε εδώ.

Είναι βιώσιμο το χρέος; | Γιώργος Προκοπάκης | ΤΑ ΝΕΑ

Με τη δημοσια «διαμαχη» Λαγκαρντ – Σοϊμπλε, η βιωσιμοτητα του χρεους έχει γίνει κύριο ζήτημα στη διαχείριση της ελληνικής κρίσης, ακόμη και για την εκταμίευση της καθυστερούμενης δόσης των 31,5 δισ. ευρώ. Οσον αφορά το ΔΝΤ, η συνέχιση της συμμετοχής του στο πρόγραμμα στήριξης της Ελλάδας εξαρτάται από το αν το χρέος είναι βιώσιμο και η ευρωζώνη πιέζεται να προχωρήσει σε κινήσεις που θα εγγυώνται ακριβώς αυτό – πιέζεται ποικιλοτρόπως και η Ελλάδα.

Η βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους πάντα ήταν πρόβλημα και μέλημα για την τρόικα. Ανεδείχθη ρητώς και ως ποσοτικός στόχος με την απόφαση της Συνόδου Κορυφής της 17/10/2011: 120% του ΑΕΠ το 2020. Την εικόνα θολώνει το ότι η βιωσιμότητα του χρέους δεν εξαρτάται μόνο από τον δείκτη χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ. Η αναφορά σε αυτόν δίνει λαβή σε προσχηματικούς προβληματισμούς τύπου, «η Ιαπωνία έχει χρέος 200% του ΑΕΠ», και αποπροσανατολιστική ρητορική όπως το προεκλογικό, «θα έχουμε περάσει από μια δεκαετή κόλαση για να ξαναγυρίσουμε εκεί που είχε αφήσει η ΝΔ το χρέος το 2009». Θα επιχειρήσουμε να ρίξουμε λίγο φως στο ζήτημα.

Κάθε χρέος είναι βιώσιμο εφόσον ο οφειλέτης μπορεί να το εξυπηρετεί. Δηλαδή, εάν μπορεί να πληρώνει τους τόκους και όταν λήγει το χρέος να καταβάλλει το χρεολύσιο. Εάν ο οφειλέτης έχει πλεονάσματα ή «έκτακτα» έσοδα από πώληση περιουσιακών στοιχείων, τα χρησιμοποιεί για την εξόφληση των λήξεων του χρέους. Εάν όχι (ή εάν δεν επαρκούν) υποχρεούται να ανανεώσει το χρέος δανειζόμενος από άλλη πηγή (αναχρηματοδότηση). Οσο πιο απλωμένο χρονικά είναι το χρέος τόσο ευκολότερη είναι η αναχρηματοδότησή του. Το 120% του ΑΕΠ του 2009 στο οποίο αναφερόταν προεκλογικά η ΝΔ, διαφέρει ουσιαστικά από το χρέος με τον ίδιο δείκτη που φανταζόταν η κ. Μέρκελ στις 27/10/2011. Το μεν απαιτούσε αναχρηματοδότηση στο σύνολό του κάθε επτά χρόνια (κάθε χρόνο έπρεπε να βρίσκει ο υπουργός Οικονομικών περίπου 16% του ΑΕΠ από τις αγορές), το δε, επειδή σχεδιαζόταν με κύκλο αναχρηματοδότησης εικοσαετίας, θα απαιτούσε κάθε χρόνο μόνο 5% του ΑΕΠ από τις αγορές. Επίσης, το μέσο επιτόκιο του ελληνικού δανεισμού ήταν το 2009 περίπου 4,6%, ενώ τα τροϊκανά δάνεια σήμερα παρέχονται με επιτόκιο κάτω από 2%.

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως ακόμη και μετά τη μεγαλύτερη αναδιάρθρωση χρέους στην ιστορία με το PSI+, το ελληνικό χρέος δεν είναι βιώσιμο με τα σημερινά δεδομένα.

Πώς μπορεί να γίνει βιώσιμο;

Πρώτον, και προφανώς, μειώνοντάς το απολύτως: με ιδιωτικοποιήσεις και αγορά χρέους, με πλεονάσματα και σταδιακή αγορά χρέους, με επαναγορά βαθιά υποτιμημένου χρέους από τις αγορές, με διακανονισμό με τους δανειστές για μείωση του χρέους (κούρεμα – του επίσημου τομέα, πια).

Δεύτερον, απλώνοντάς το χρονικά, ώστε η αναχρηματοδότησή του να είναι πιο εύκολη, και με περίοδο χάριτος ώστε να έχουν γίνει εν τω μεταξύ οι αλλαγές στην οικονομία που θα επιτρέπουν μακροπρόθεσμα την εξυπηρέτησή του – πάλι με διακανονισμό με τους δανειστές.

Τρίτον, με μείωση του κόστους εξυπηρέτησης (του επιτοκίου, δηλαδή) και με διοχέτευση του οφέλους στην οικονομία για πολλαπλασιασμό του – πάλι με διακανονισμό με τους δανειστές.

Τέταρτον, με ραγδαία εφαρμογή διαρθρωτικών αλλαγών που θα ενισχύουν την ανάπτυξη και τη δημιουργία πλούτου.

Πέμπτον, με τη δημιουργία συνθηκών που θα προσελκύουν επενδύσεις, οι οποίες με τη σειρά τους θα οδηγήσουν στην ανάπτυξη.

Ολα αυτά έχουν κόστος. Σε μια συναινετική διαδικασία, όπως είναι (θεωρητικά τουλάχιστον) το πρόγραμμα στήριξης της Ελλάδας, επιχειρείται να βρεθεί συμβιβαστική λύση, με κατανομή του κόστους στους συμμετέχοντες. Επειδή η κατάληξη σε βιώσιμο χρέος θα έχει κόστος για όλους, με καθέναν να έχει διαφορετικές αντοχές, περιορισμούς (κοινωνικούς, πολιτικούς, οικονομικούς, ή θεσμικούς), ακόμη και ιδιοτέλειες, θα γίνεται διαπραγμάτευση μέχρι την τελευταία στιγμή.

Για την ώρα, με το Μνημόνιο ΙΙΙ που ψηφίστηκε, η ελληνική κοινωνία ανέλαβε το δικό της κόστος. Είναι μεγάλο, είναι δυνητικά καταστροφικό για τον κοινωνικό ιστό. Μπορεί όμως να σηματοδοτεί και την αρχή του τέλους της κρίσης, εάν οι εταίροι ανταποκριθούν και αναλάβουν όσο το δυνατόν μεγαλύτερο κόστος ώστε το ελληνικό χρέος να γίνει όχι μόνο βιώσιμο αλλά και βιωτό.

 

Ο Γιώργος Προκοπάκης είναι σύµβουλος επιχειρήσεων σε θέµατα οργάνωσης και διαχείρισης πληροφοριών, πρώην καθηγητής στο Columbia University

 

Το κείμενο από εδώ.