θερμοκρασία δωματίου – δήμητρα κολλιάκου

Η Δήμητρα Κολλιάκου γεννήθηκε το 1968 στην Αθήνα. Σπούδασε κλασική φιλολογία και θεωρητική γλωσσολογία στην Αθήνα και στο Eδιμβούργο, και είναι επίκουρος καθηγήτρια γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο του Newcastle. Το πρώτο της μυθιστόρημα (Το Mαγείο, Eστία 1999) τιμήθηκε με το Bραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα Jim Wilson, που απένειμε για μοναδική φορά το 2000 το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου. Ανήκει στη σύγχρονη γενιά Ελληνίδων συγγραφέων και στην υποκατηγορία αυτών που έχουν σπουδάσει στη Μεγάλη Βρετανία. Αναφέρω τη χώρα αυτή συγκεκριμένα, γιατί εκεί ακριβώς παρατηρείται ένα λογοτεχνικό κύμα που αναπτύσσεται τόσο ραγδαία και τόσο κυριαρχικά που ακόμα και Έλληνες συγγραφείς που έχουν σπουδάσει ή ζουν εκεί σήμερα, εμφανίζουν επιρροές, σχετικά πάντα με τη μορφολογία του κειμένου τους αλλά και με το περιεχόμενό του. Επιπλέον, αυτή η υποκατηγορία συγγραφέων αποδεικνύει με τον πιο όμορφο τρόπο ότι η ελληνική λογοτεχνική παραγωγή μπορεί και πρέπει να ταξιδέψει πέρα από τη Θήβα.

Αν θεωρήσει κανείς τη Μεγάλη Βρετανία ως τη θερμοκοιτίδα της σύγχρονης τέχνης, με όλο αυτό το συνονθύλευμα πολιτισμών, συνηθειών αλλά και παραδοσιακής φλεγματικής υπόστασης, τότε δεν μπορεί κανείς να αρνηθεί τη δυναμική που μπορεί να παρουσιάζει αυτό το γεγονός σε όποιον, ξένο βεβαίως, επιχειρεί να ζήσει μέσα σε αυτό.
Το περιοδικό (δέ)κατα, δικαίως της απένειμε το Athens Prize for Literature για το 2007 και επιτέλους απέδειξαν κάποιοι ότι η λογοτεχνία εκ μέρους των γυναικών κινείται πέρα από τα όρια που μας έχει συνηθίσει…
Η ηρωίδα της Κολλιάκου, που ποτέ δε μαθαίνουμε το όνομά της (ένα στοιχείο ίσως της ενδοσκοπικής διάθεσης της συγγραφέα) γνωρίζει στο Λονδίνο, όπου σπουδάζει, έναν Εβραίο καθηγητή όπου την επέβλεπε στα μαθήματα Δημιουργικής Γραφής, τον ερωτεύεται και τον ακολουθεί στο Ισραήλ, όπου αυτή μαθαίνει εβραϊκά και προσπαθεί να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες. Αυτές συμπεριλαμβάνουν τον αδιάγνωστο πόνο στη μέση που οδηγούν σε προβλήματα ύπαρξης και ταυτότητας, ένταξης στη νέα αυτή χώρα, τη μητέρα του φίλου της, μια ψυχαναλύτρια ύποπτης επαγγελματικότητας και ένα «φιλικό» περιβάλλον που πολλές φορές παραπέμπει, μέσω λόγων, έργων και συμπεριφοράς, σε στοιχεία που συναντά κανείς σε νουάρ μυθιστορήματα.
Γενικά, όλο το βιβλίο είναι ένας αδιάκοπος εσωτερικός μονόλογος, στοιχείο που καθιστά το μυθιστόρημα μια διαρκή αναζήτηση ταυτότητας και ανανέωσης θα έλεγε κανείς του εσωτερικού κόσμου, που σε καμία περίπτωση δεν είναι αποκομμένος από τον εξωτερικό. Οι συνεχείς υποθέσεις και οι ιστορίες που πλάθει στο μυαλό της η αφηγήτρια από τη μια χτίζουν μια μονόπλευρη αφήγηση, αλλά, από την άλλη, είναι απολύτως ολοκληρωμένες που το μυθιστόρημα αυτό δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από το χτίσιμο των χαρακτήρων που η Atwood ή η Ogawa μάς έχουν χαρίσει, για να δώσω μόνο δύο παραδείγματα.
Οι λεπτομερείς περιγραφές, τέλος, μπορεί να κουράσουν κάποιους αναγνώστες, ωστόσο η δομή του βιβλίου είναι τέτοια ώστε να φαντάζουν υπαρξιακή ταύτιση του εγώ της ηρωίδας με το εγώ του κόσμου στον οποίο ζει.
Στην ερώτηση το τι (άλλο ή τι τελικά) είναι αυτό το βιβλίο, αβίαστα θα απαντούσα ότι είναι το κομμάτι των νευρώσεων που όλοι μας θέλουμε να αποκρύψουμε, άλλα όλοι αποκαλύπτουμε σε γράμματα με άγνωστο παραλήπτη. Κάπως έτσι γράφτηκε, θέλω να φαντάζομαι, αυτό το βιβλίο. Η διαφορά είναι ότι η Δήμητρα Κολλιάκου έχει παραλήπτη: Το σύγχρονο status μιας κοινωνίας που έχει από τη μια ξεπεράσει τη δήθεν σύγχρονη διανόηση και από την άλλη έχει βαλθεί να αποδείξει ότι ενδιαφέρεται, για παράδειγμα, και για τις κοινωνικές/πολιτικές ανακατατάξεις στη Μέση Ανατολή.
Αλλά ας δούμε πιο συγκεκριμένα κάποια επιπλέον στοιχεία.
Μεταμοντερνισμός. Σε όλο του το μεγαλείο. Εγκιβωτισμοί, in media res για τους σχολαστικούς, αναπολήσεις, πισωγυρίσματα και νευρώσεις και αναζήτηση της ταυτότητας του σύγχρονου homo universalis. Το σήμερα. Όλο το σήμερα που το ίδιο το βιβλίο το προσπερνά. Και το πάει ένα βήμα παραπέρα: Στην αναίρεση. Το βιβλίο είναι μια διαρκής αναίρεση. Αναίρεση των κοινωνισμών, ως πλαισίου ψευδεπίγραφης διαφυγής από το προσωπικό, ως δήθεν ενσωμάτωση στον κοινωνικό ρου μιας ζωής που αποζητά λύτρωση από τα προβλήματα που η ίδια έχει δημιουργήσει. Θεωρίες…
Η ηρωίδα του βιβλίου της Κολλιάκου, όμως, παρουσιάζεται να ζει όλες αυτές τις θεωρητικοποιήσεις. Στο τώρα που είναι όλως σχηματισμένο και οριοθετημένο στο χθες. Το σήμερα της ηρωίδας είναι ο καθρέφτης των εμπειριών της. Λανθάνον κλισέ, το ομολογώ. Εντούτοις, είναι έτσι δοσμένο που μυρίζει φρέσκο αέρα, που δηλώνει την άλλη πλευρά ενός ακόμα πιο κλισέ φεγγαριού. Που ζει κι αυτό στ’ αλήθεια. Με όλη την τρομολαγνεία ή τρομοϋστερία του σύγχρονου κόσμου (η ιστορία εκτυλίσσεται και στην ταραγμένη Ιερουσαλήμ), με τα κέντρα της ζωής και νέων δομών των παγκόσμιων κοινωνιών (Λονδίνο), αλλά και σε μια κοινωνία που προσπαθεί να υψώσει ανάστημα και να ακουστεί (Αθήνα).
Στο βιβλίο υπάρχουν ψήγματα των νέων επιστημονικών ερευνών (εξελικτική βιολογια, -απάνθρωπη- γενετική), νύξεις για τα μαθήματα creative writing ή γίνε-καλός-συγγραφέας-σε-δέκα-μέρες, με αναγωγές ίσως στη σύγχρονη αντίληψη της λογοτεχνίας για τον εαυτό της.
Η Κολλιάκου καθρεφτίζει (μήπως υποκαθιστά;) στα πρόσωπα του περιβάλλοντος (στο αφηγηματικό παρόν) της ηρωίδας με όλα τα πρόσωπα που κατά καιρούς την περιτριγύριζαν και, εμφανώς, τη διαμόρφωσαν.
Ο Γιαΐρ υποκαθιστά τον Ορέστη –τον ξάδερφο της ηρωίδας με τον οποίο ήταν ερωτευμένη στο παρελθόν, η Μάγδα, η μέλλουσα πεθερά της, τη νευρωτική και υπερπροστατευτική μάνα που υπονοείται στο βιβλίο, η θεία της είναι μάλλον πιο καταλυτικός παράγοντας, η Αστάρ, μια ψυχαναλύτρια μάλλον κομπογιαννίτικης υποστάσεως και σίγουρα αμφιβόλου προελεύσεως, μαζί με τον άτεγκτο γενετιστή του τέλους του βιβλίου, καθρεφτίζουν τις υστερίας μιας ολόκληρης κοινωνίας που φοβάται να μιλήσει στον πλησίον του, φοβάται να φωνάξει για να ακουστεί, παρά μόνο ψιθυρίζει κάποια λίγα πραγματάκια για όλα όσα την πονάνε και μόνο για λόγους ευθιξίας ή υποχρέωσης. Αλλά και δειλά κάνει νύξη όχι για τη μοναξιά του ενός αλλά για τη μοναξιά του Ενός ως Μισού που ανήκει σε ένα Άλλο: “Το ονοματεπώνυμό μου κι η διεύθυνσή μας”, λέει στη σελίδα 212.
Η συγγραφέας θεωρητικοποιεί, επίσης, στο βιβλίο της αυτό. Όταν αναφέρεται, στις σελίδες 216-217, στην παρατηρητικότητα του μοναχικού ανθρώπου, δηλώνει περίτρανα ότι ο συγγραφέας δεν έχει χώρα, δεν έχει χώρο, ανήκει στη μνήμη του και στις εμμονές του, όπου αυτές εντάσσονται, εδράζεται κι αυτός. Κάνει, επιπλέον, λόγο -υπαινικτικό πάντα, δεν είναι δασκάλα- για τις σύγχρονες ψυχαναλυτικές θεωρίες αλλά και για τον πατέρα τους, τον Freud.
Ένα από τα ωραιότερα σημεία του βιβλίου βρίσκονται στη σελίδα 216 όταν γράφει πως ο Γιαΐρ “είχε υπόψη του πως ο κρετίνος συνδέεται ετυμολογικά με τη λέξη χριστιανός”. (Από το chrettienne, στα γαλλικά;) Εδώ έρχεται να μιλήσει για τη γλωσσολογία, άλλωστε την έχει σπουδάσει και τώρα τη διδάσκει, σε συνδυασμό και με ένα άλλο σημείο του κειμένου που αναφέρεται στη σύνταξη, την (αν)ορθογραφία και τη σημειολογία ενός γράμματος που η ηρωίδα έλαβε.
Η “Θερμοκρασία Δωματίου” έχει και κάποια αρνητικά στοιχεία, για να αποδώσω τα του Καίσαρος τω Καίσαρι. Η αδιάκοπη αναφορά στις νευρώσεις της πρωταγωνίστριας, όσο κι αν γίνεται με εύσχημο τρόπο, πολλές φορές μοιάζει παράταιρη με το κείμενο. Κουράζει, ίσως, και, κάποιες φορές, η λεπτομερής θεωρητικοποίηση σε διάφορα ζητήματα που έχει ήδη αναφέρει. Όπως προανέφερα, ίσως ο αναγνώστης νιώσει ότι οι λεπτομερείς αναφορές σε περιγραφές του περιβάλλοντα κόσμου αλλά και της μονολογικής έξαρσης της ηρωίδας, οδηγούν την ιστορία σε μονοπάτια που θεωρούνται πισωγύρισμα της σύγχρονης λογοτεχνίας σε λογοτεχνικά ρεύματα των αρχών του αιώνα. Αλλά ο μεταμοντερνισμός έχω την αίσθηση ότι είναι μέσα σ’ όλα ακριβώς το χωνευτήρι όλων των ρευμάτων της λογοτεχνίας που βράζουν στο καζάνι του και το αποτέλεσμα είναι η αδυσώπητη αποκάλυψη των σύγχρονων συνθηκών των ανθρώπων και των κοινωνιών που χτίζουν.
Όλα αυτά η Κολλιάκου τα κομματιάζει και τα επανασυνθέτει τόσο όμορφα που απλώς τελειώνει το βιβλίο και μένεις να κοιτάς τις τελευταίες λέξεις με έκπληξη και θαυμασμό: Στη νέα εξορία (που δε μας επιβλήθηκε, αλλά την επιβάλαμε εμείς στον εαυτό μας) θα βγαίναμε μαζί απ’ τον φαύλο κύκλο, θα κάναμε μαζί τη νέα αρχή.

[διαβάστε επίσης
AnnaBookLover – Βιβλία και Ξερό Ψωμί

Συνέντευξη που μου παραχώρησε ]

ΔΗΜΗΤΡΑ ΚΟΛΛΙΑΚΟΥ – Είναι κρυμμένη η ευτυχία;


Η αλήθεια…Μ’ αρέσει η μεταφορά του σπασμένου καθρέφτη. Μαζεύεις ένα θρύψαλο προσέχοντας μην κοπείς και βλέπεις μέσα ένα μικρό τμήμα του εαυτού σου ή του χώρου στον οποίο βρίσκεσαι. Η αλήθεια είναι υποκειμενική, υπάρχουν πολλές αλήθειες, έχει σημασία όχι μόνο τι γυαλί κρατάς αλλά και ποιος είσαι. (Ποιος είσαι ως συγγραφέας, ποιος είσαι ως αναγνώστης.) Έχει σημασία πού διαλέγεις στρέψεις το θρύψαλο. Όσον αφορά την αφηγηματική αλήθεια, ποια θρύψαλα θα δείξεις. Οι λεπτομέρειες είναι που δίνουν αληθοφάνεια στο τεχνητό κατασκεύασμα. Είναι όπως τα κομμάτια ενός παζλ: κάποια κομμάτια σε βοηθάνε να συμπληρώσεις την εικόνα, άλλα λιγότερο. Τα πρώτα είναι απαραίτητα, τα δεύτερα μπορούν (ή πρέπει) να παραλειφθούν, τα συμπληρώνει ο αναγνώστης από μόνος του.

Το σώμα και η γλώσσα

Το σώμα υφίσταται περιορισμούς για να μπορέσει να βρει τη γλώσσα. (Όλο αυτό το καθισιό μπροστά στην ίδια οθόνη, η ίδια θέα απ’ το παράθυρο, οι ίδιοι αρχινισμένοι χαρακτήρες που για καιρό δεν ξέρεις τι πρόκειται να τους συμβεί.) Κι όμως, το σώμα δεν είναι αμέτοχο. Γράφοντας μεταφέρεις και εμπειρίες σώματος. Πολλές φορές, ξένων σωμάτων που κάπως πρέπει να τα οικειοποιηθείς.Όταν ολοκλήρωνα αυτό το χειρόγραφο ήμουν οκτώ μηνών έγκυος. Δύο σώματα, αλλά αυτό ήταν άσχετο. Έπρεπε να υποδύομαι ένα άλλο σώμα.

Το δωμάτιο και η θερμοκρασία του

Το δωμάτιο είναι ο κλειστός χώρος, αλλά και ο οικείος και εντελώς προσωπικός χώρος. Η θερμοκρασία δωματίου είναι όμως θερμοκρασία συντήρησης. Σε τέτοια «δωμάτια» ζουν πρόσωπα που τους αφαίρεσαν τα αισθήματα (θραύσμα ενός στίχου του Ελύτη), που τα αισθήματα τους υπόκεινται σ’ έναν διαρκή εργαστηριακό έλεγχο, εκτοπισμένα και αποσυνδεδεμένα απ’ τους ίδιους, έλεγχο στον οποίο όμως τα υποβάλλουν αυτοί οι ίδιοι.

Tις Κυριακές στην Αγγλία

(και οπουδήποτε αλλού) τις περνάμε με τα παιδιά. Έχουμε δύο κόρες πολύ απαιτητικές (και καλά κάνουν). Παιδικά πάρτι, χειροτεχνίες, κανένα μουσείο, καμιά εκδρομή. Δεν μπορώ να πω πάντως πως δε μ’ αρέσουν οι Δευτέρες.

Το Πανεπιστήμιο και η λογοτεχνία

είναι δυο εντελώς ξεχωριστά πράγματα, με βασικά κοινά σημεία την καθιστική ζωή, την πειθαρχία που απαιτεί αυτού του είδους η καθιστική ζωή, και το ντελίριο που ενίοτε προκαλεί αυτού του είδους η πειθαρχία.

Τα λόγια και οι καταστάσεις σ’ ένα βιβλίο

πρέπει να σε κάνουν να βλέπεις τη ζωή των άλλων (των χαρακτήρων του βιβλίου) σαν να ήταν η δική σου. Ούτε και τη δική σου ζωή την καταλαβαίνεις πάντα -συνήθως τη ζεις προς τα μπρος και την καταλαβαίνεις προς τα πίσω-, το ίδιο ισχύει και για τους χαρακτήρες ενός βιβλίου. Αν είναι καλοί, τότε επιστρέφουν στη μνήμη σου αργότερα, σου μεταφέρουν σκέψεις που έκαναν εκτός βιβλίου, τους μιλάς, ίσως να θέλεις κάποια στιγμή να τους γνωρίσεις.

Οι ανεκπλήρωτοι πόθοι

είναι οι πιο οδυνηροί. Αλλά έτσι κι εκπληρωθεί ένας πόθος (π.χ. γίνεις συγγραφέας όπως το ήθελες πάντα, ή βρεις τον εκλεκτό σου ή ο,τιδήποτε) το δύσκολο είναι να τον κρατήσεις ζωντανό. Ίσως όμως ο αληθινός πόθος να είναι και εσαεί, εν μέρει τουλάχιστον, ανικανοποίητος πόθος. Όσο κοντύτερα φτάνεις στο στόχο, τόσο καθαρότερα βλέπεις πως αυτό που ήθελες ήταν κάπως διαφορετικό, πως έχει κι άλλο.

Η Αθήνα και η ξενιτιά.

Είναι φορές που και η μεν και η δε μου προκαλούν φυσικό πόνο, ούτε εκεί είμαι ούτε εδώ, ούτε ελληνικά μιλάω πια καλά ούτε αγγλικά, φορές που θέλω να γυρίσω πίσω (για πρακτικούς λόγους δε γίνεται), φορές που μου φαίνεται πως τελικά καλά είμαι εδώ, σε μια κάποια απόσταση. Γράφω στα ελληνικά για να μειώσω την απόσταση απ’ τη χώρα που άφησα, μεγαλώνοντας έτσι την απόσταση απ’ τη χώρα που ζω. Μάλλον κάπου με τρέφει αυτός ο διχασμός.

Το παρελθόν και οι αναμνήσεις

μπορούν να τροφοδοτήσουν το μέλλον ή να το στραγγαλίσουν. Ως συγγραφέας, πρέπει να βρεις τη σωστή δοσολογία.

Είναι κρυμμένη η ευτυχία;

Υπάρχει το επικίνδυνο είδος του να περνάς καλά και χαλαρά (η μεγαλύτερη χαλάρωση είναι βέβαια ο θάνατος) και το δυσκολότερο είδος του να βρεις πώς θέλεις να διαθέσεις τον εαυτό σου. Θέλεις να είσαι σαν τους άλλους ή να είσαι διαφορετικός, αυτό είναι το ζητούμενο. (Μέχρι να το βρεις, μπορεί να ‘χει περάσει όλη σου η νεότητα. Δεν πειράζει, σημασία έχει το ταξίδι όχι ο προορισμός.)

Στο τέλος, η Δήμητρα…

Κι εγώ διερωτώμαι τι θα γίνω στο τέλος. Προτιμώ όμως να μην το σκέφτομαι και τόσο. Το τέλος, εννοώ. Όσον αφορά το πώς θα γράφω στο τέλος -αν θα γράφω καλύτερα και πόσο καλύτερα- σίγουρα δε θα ήθελα να βρίσκομαι ήδη στο τέλος. Ούτε καν στην αρχή του τέλους, αλλά ίσως στο τέλος της αρχής.