Blind date


Άλλος τρόπος από το σώμα δεν υπάρχει

Γιώργος Χειμωνάς

«Μα πώς έγινε αυτό; Πώς;» ήταν η ερώτησή της, κι εκείνος κοιτούσε, δίχως να μπορεί να δώσει μιαν απάντηση.

«Δεν έχω ιδέα». Η πιο ανόητη απάντηση του κόσμου. Κι όμως, την ξεστόμισε· θαρρείς και δεν μπορούσε αλλιώς· σαν να ’ρθε πάλι εκείνη η πιεστική φωνή· με το έτσι-θέλω.

«Ώστε δεν έχεις ιδέα. Μάλιστα». Θιγμένη απ’ τη δήθεν αφαιρετική απάντηση, εκείνη σήκωσε από κάτω ένα εισιτήριο ήδη χτυπημένο. «Και τώρα, τι;»

«Τώρα, θα πάρουμε το μετρό και θα πάμε στα σπίτια μας. Θα δούμε τηλεόραση μέχρι τελικής πτώσης».

«Τηλεόραση; Μήπως παραλογίζεσαι πάλι;»

«Πάλι; Νά, δες· υπάρχει φωτογραφία· δεν σου λέω ψέματα· δες, που να με πάρει και να με σηκώσει!» Της δείχνει τη φωτογραφία· είναι αλήθεια! Με το καλό ημίπαλτο, τζην παντελόνι, τραγιάσκα, ημιαθλητικά παπούτσια, στη γωνία Πατησίων και Κεφαλληνίας, σχεδόν έξω απ’ το Au Revoir, κρατά ένα βιβλίο. Το δείχνει η φωτογραφία ξεκάθαρα.

«Μα, συγγνώμη, αυτό δεν ήταν μες στο κεφάλι σου; Έτσι δεν έλεγες την άλλη φορά;»

«Ο φάκελος· πού βρέθηκε αυτός ο φάκελος που είχε μέσα τη φωτογραφία;»

«Χριστέ μου, θα με τρελάνεις! Δεν βγάζω άκρη».

Πέρασαν τ’ ακυρωτικά μηχανήματα και άρχισαν να προχωρούν προς «Αιγάλεω/Αεροδρόμιο». Ο σταθμός του Συντάγματος, εκείνη την ώρα ―Παρασκευή νωρίς το βράδυ ήτανε, θαρρώ―, δεν είχε πολύ κόσμο. Ένας νεαρός, μ’ αυτά τα ποδήλατα που γίνονται μια σταλιά εάν τα «μαζέψεις», τους κοίταξε και σαν να τους χαιρέτησε.

«Τον ξέρεις;» τη ρώτησε.

«Από πού να τον ξέρω, καλέ; Αλλά θα τον μάθαινα ευχαρίστως».

«Πάμε λίγο πιο γρήγορα· μπορεί να πηγαίνει προς την κατεύθυνσή μας».

«Απορώ πού τη βρίσκεις την όρεξη».

«Πάμε, μπας και ανεβεί λίγο η διάθεσή μας».

Τον ακολούθησαν κατά πόδας. Αυτός έκανε πως δεν τους κατάλαβε· παρ’ όλ’ αυτά, άρχισε να περπατά πιο σιγά. Ψηλός, σαν πρώην κολυμβητής στο φυζίκ, με μια φόρμα καφετιά και μουσταρδί ζακέτα. Παπούτσια αθλητικά, μαύρα με πολλή λάσπη· πολυφορεμένα. Το ποδήλατο κάτασπρο, τέως γυαλιστερό, με πολλή λάσπη κι αυτό. Μακριά μαλλιά, καστανόξανθα, που έφταναν μέχρι την πλάτη, τόσο ώστε να καλύπτουν τη χειρολαβή της τσάντας που είχε στην πλάτη του· κόκκινη ― η τσάντα, όχι η πλάτη· με μια κονκάρδα πάνω, μάλλον ο Albert Camus.

«Μη μου πεις; Ο Camus είναι αυτός εκεί πάνω;» ρωτάει εκείνη, δήθεν εκστασιασμένη.

«Είσαι με τα καλά σου, κορίτσι μου; Πες μας ότι αυτό είναι που σε νοιάζει τώρα».

«Πες μου ότι είναι ο Camus!»

«…».

Συνέχισαν να τον ακολουθούν. Στο ενάμισι λεπτό που χρειάστηκαν για να κατεβούν και τις δεύτερες, τεράστιες σε μήκος σκάλες, αυτός στάθηκε σ’ ένα σκαλί κι έφερε μπροστά στη μούρη του την τσάντα. Πήγε να την ανοίξει, αλλά του ’φυγε το ποδήλατο και αποφάσισε ν’ αποτολμήσει το άνοιγμα αργότερα, στην αποβάθρα.

«Έχει γούστο!» είπε εκείνη μισοαστεία-μισοσοβαρά.

«Τι πράμα;»

«Πες μου ότι διαβάζει κιόλας, και θα πέσω στις ράγες του τρένου!»

«Ε, είσαι τρελή!»

Φτάσανε όλοι μαζί ―ο ποδηλάτης, αυτή, αυτός και τα μυστήρια― στην αποβάθρα. Ο λιγοστός κόσμος έμοιαζε έτοιμος να κοιμηθεί όρθιος· μόλις είχαν κλείσει τα μαγαζιά και, μάλλον, όλοι είχαν φάει πολλές ώρες στο πηγαινέλα αποδώ κι αποκεί. Μία κυρία, γύρω στα σαράντα, είχε στα χέρια της το πρόγραμμα από τα Ορφανά. Τα ορφανά· νιώθεις ορφανή ποτέ; σκέφτηκε να τη ρωτήσει, αλλά το άφησε. Εκείνη ήταν, τώρα πια, κολλημένη στον καμυφόρο ποδηλάτη της.

«Σε πέντε λεπτά θα έρθει το τρένο».

«Εντάξει, προλαβαίνεις να κάνεις ένα τσιγάρο», τον ειρωνεύτηκε.

«Κι εσύ προλαβαίνεις να του μιλήσεις».

«Όχι, δεν μπορώ. Ντρέπομαι».

«Καλά».

Τέσσερα λεπτά. Ο ποδηλάτης, αφού ακούμπησε το μαζεμένο, πια, ποδήλατό του στο τοιχίο της αποβάθρας, έφερε ξανά μπροστά του την κατακόκκινη τσάντα του. Την ανοίγει. Κολλάει το φερμουάρ. Παλεύει. Κάτι μουρμουρίζει. Τρία λεπτά. Ξαναπάει το φερμουάρ στην αρχή. Προσπαθεί και πάλι. Δεν ανοίγει. Κολλάει. Δύο λεπτά. Βρίζει λίγο πιο δυνατά. Κάτι σε «Άντε γαμήσου πάλι». Κοκκινίζει ολόκληρος. Αυτός κι η τσάντα, ένα. Ένα λεπτό. Τα καταφέρνει! Ένα λεπτό. Την ανοίγει. Ένα λεπτό. Ψαχουλεύει. Ένα λεπτό. Ξαναβρίζει. Ένα λεπτό.

Ένα…

«Τι;»

«Τι “τι;”;»

…λεπτό…

«Τι σκατά θα βγάλει;»

«Τι ’ν’ αυτά που λες;»

«Τι θα βγάλει απ’ την τσάντα του;»

«Αγόρι μου, τι σε νοιάζει τι θα βγάλει απ’ την τσάντα του; Έχεις καεί τελείως;»

Ακούγεται το τρένο απ’ τη στροφή. Έρχεται. Πλησιάζει. Ο ποδηλάτης δεν έχει βρει αυτό που ψάχνει μέχρι τώρα. Ένα δευτερόλεπτο.

«Έλα, πάμε, ήρθε», του λέει εκείνη. «Χάσαμε από ένα τρένο και οι δύο απόψε».

«Θέλω να δω τι θα βγάλει απ’ την τσάντα του».

«Αντί να τρελαίνομαι εγώ, σ’ έπιασε εσένα τώρα η μανία σου;»

«Ουφ. Πάμε. Πάμε».

Μπήκαν στον συρμό. Βρήκαν να καθίσουν. Ο ποδηλάτης δεν μπήκε. Πάλευε ακόμα με την τσάντα. «Επόμενη στάση “Ευαγγελισμός”. Next station “Evangelismos”», είπε η μαμαζελίτσα. Ο ποδηλάτης δεν μπήκε. Ο συρμός είχε ξεκινήσει. Τα φώτα τρεμόπαιζαν. Όχι· τα φώτα χάνονταν στο τούνελ. Ο ποδηλάτης δεν είχε προλάβει να μπει. Τα μάτια του ήταν γεμάτα θυμό. Ακόμα στην αποβάθρα.

Ξαφνικά, είχε γίνει αυτός ο πρωταγωνιστής της ιστορίας.

«Δεν μπορεί πάντοτε να βρίσκω τα πάντα, εκτός απ’ αυτό που ψάχνω εκείνη τη στιγμή». Ένας ηλικιωμένος τον κοίταξε βλοσυρά. Δεν τον κατάλαβε ο ποδηλάτης.

«Αχά! Σε τσάκωσα! Εδώ μου κρυβόσουν». Έβγαλε από την τσάντα του ένα βιβλιαράκι. Έξω απ’ το σώμα.

«Εδώ το είχα! Το ’ξερα», είπε θριαμβευτικά. «Αλλά έχασα το τρένο. Σκατά. Θα πάω με το ποδήλατο. Θα φτάσω πιο γρήγορα». Αρχίζει ν’ ανεβαίνει πάλι τις σκάλες.

«Επόμενη στάση “Μέγαρο Μουσικής”. Next station “Megaro Moussikis”», πάλι η μαμαζελίτσα.

Αυτός κι αυτή συνέχιζαν τη διαδρομή τους. Το ήξερε ―αυτός το ήξερε καλά― πως είχε χάσει για πάντα την ευκαιρία να βρει έναν, αυτόν, που διαβάζει αυτό το βιβλίο. Την είχε χάσει για πάντα. Τώρα.

Σου είχε κλείσει ραντεβού στο Au Revoir ― σου ’χει πει ότι ανακαινίστηκε. Κρύο· πολύ κρύο. Ατάραχος όμως ―τι βορειοελλαδίτης είσαι άλλωστε;―, τολμάς και βγαίνεις απ’ την πόρτα. Ώρα περίπου δεκάτη νυκτερινή. Βγαίνεις στην Αλεξάνδρας. Έργα της ΔΕΗ, βραδιάτικα· ένα κομμάτι της λεωφόρου σκοτεινό. Δεν σε νοιάζει. Θα περιμένεις κάποιο τρόλεϊ. Το 14. Δεν έρχεται. Τρέμεις απ’ το κρύο. Αποφασίζεις ότι είναι καλύτερο να κρυώσεις, παρά ν’ αργήσεις στο ραντεβού. Κατηφορίζεις με τα πόδια· απ’ το ύψος της Ιπποκράτους. Το μισό πεζοδρόμιο που περιβάλλει το Πεδίον του Άρεως είναι γεμάτο έλατα για τα Χριστούγεννα που έρχονται. Αναγκάζεσαι να περπατήσεις πάνω στη λεωφόρο. Ένα λεωφορείο του ΚΤΕΛ περνά ξυστά. Δεν βαριέσαι· επαγγελματίας οδηγός· ήξερε τι έπρεπε να κάνει, σκέφτεσαι. Συνεχίζεις. Είσαι πολύ κουρασμένος και κρυώνεις πολύ. Γιατί κουράζομαι τόσο πολύ τελευταία; Κοιτάζεις τριγύρω. Παγωμένοι άνθρωποι στις ενδιάμεσες στάσεις του τρόλεϊ. Πιθανόν, αυτοί δεν έχουν να πάνε κάπου όπου η συνέπεια έχει σημασία.

Στρίβεις στη Μαυρομματαίων· ακόμη περισσότερη ερημιά. Η ερημιά τους με κάνει να κλαίω ― σκέφτεσαι ότι αυτός θα ’πρεπε να είναι ο σωστός τίτλος. Κλαις απ’ το κρύο· από κείνα τα δάκρυα που δεν τα καταλαβαίνεις· έχει παγωνιά. Βγαίνεις στην Πατησίων απ’ το στενάκι της ΑΣΟΕΕ. Κι άλλοι άνθρωποι περιμένουν σε μια στάση. Κοιτάζεις πίσω να δεις αν έρχεται κάποιο τρόλεϊ. Τίποτα. Κάνουν-δεν-κάνουν απεργία οι οδηγοί, τρόλεϊ δεν υπάρχουν.

Βιτρίνες ολόφωτες στην Πατησίων. Χαμός από στολίδια και προσφορές, τράπεζες καλά φυλαγμένες, ΑΤΜ που δεν λειτουργούν. Πρέπει να βγάλω λεφτά. Δεν βγάζεις. Ας είναι. Θα τα βολέψεις μ’ αυτά που έχεις πάνω σου. Στον δρόμο, μετράς τις μέρες για ν’ απολυθείς απ’ τον στρατό. Κουράζεσαι ακόμη περισσότερο. Μετράς τις σελίδες που σου μένουν από μια μετάφραση που ’χεις αναλάβει ― θες να μπήξεις τα κλάματα· όχι της παγωνιάς. Είσαι πτώμα. Πώς θα εμφανιστώ έτσι στον άνθρωπο; Είναι αργά πια για ν’ ακυρώσεις το ραντεβού. Απέχεις μόλις πέντε λεπτά αποκεί. Χτυπά το τηλέφωνο: Έχεις φτάσει; Είμαι στη γωνία. Όχι, δεν έχεις φτάσει, και δεν ξέρεις αν φτάνεις. Δεν ξέρω αν φτάνεις. Ναι, σε πέντε λεπτά θα είμαι εκεί. Μπιπ.

Φτάνεις, και δεν ξέρεις τι πρέπει να κάνεις. Ένα λεπτό πριν, βγάζεις τα γυαλιά σου ― θες να καθαρίσεις τα μάτια σου για να μη μοιάζεις με… Κατά βάθος, δεν σε νοιάζει. Φτάνεις. Δεν τον βλέπεις καθαρά, έχεις αφήσει τα γυαλιά σου στην τσέπη· η μυωπία και το κρύο της νύχτας δεν είναι καλός συνδυασμός. Πλησιάζεις και του δίνεις το χέρι. Διαβάζει περιμένοντάς σε. Τι διάβαζες; του λες αφού έχουν γίνει οι συστάσεις. Έξω απ’ το σώμα, σου λέει.

Στο σώμα μου, ποτέ δεν άφησα να μπει ο θεός. Τον έκλεινα πάντοτε απέξω. Κυνηγούσα τα φαντάσματα. Ζόριζα τις λέξεις μου να μπουν σε μια σελίδα ― νόμιζα ότι εκεί θα βρίσκω πάντα το σώμα μου και θα το ενώνω με τον κόσμο. Θα σου ανοίξω, σου ’λεγα, την πόρτα, μόνο αν μου υποσχεθείς ότι ο κόσμος μου θα παραμείνει ο ίδιος. Έχω καιρό ν’ αφήσω το σώμα μου ελεύθερο στον κόσμο. Ο κόσμος είναι λάσπες, νερό κι αλάτι. Κι αν είσαι ’δώ κι αύριο το πρωί, να ξέρεις πως δεν θα ’μαι ο ίδιος· θα ’χω γίνει κι εγώ λάσπη, νερό κι αλάτι. Μόνο να μη φωνάζεις. Και ν’ αφήσεις το παράθυρο ανοιχτό. Να μη μυρίζει. Και να κλείσει καλά την πόρτα αν αποφασίσεις να μην είσαι ’δώ. Μόνο να μου υποσχεθείς ότι ο κόσμος μου δεν θ’ αλλάξει. Κι αν αλλάξει, άσε το παράθυρο ανοιχτό. Να μη μυρίζω.

Έχει μέρες να χτυπήσει το τηλέφωνό σου. Κομμένο· απλήρωτο πια. Τα παράθυρα ανοιχτά· τ’ άφησε για ν’ αερίζεται ο χώρος· το ’χε ξανακάνει. Το ’χε, φαίνεται, συνήθειο. Αν δεν γινόσουν διήγημα, θα ’χες ξεμείνει μόνος σ’ ένα σπίτι ― και θα σάπιζες, μες στην άγνοια του κόσμου. Τώρα, θα ζήσεις· για όσο αντέξουν οι λέξεις· κι ας πέσουν λίγα δάκρυα στη θύμησή σου απόψε.

Δημοσιεύτηκε στο “Εντευκτήριο”, τεύχος Απρίλης-Ιούνης 2011

Advertisements

μι’ αγκαλιά ρούχα [το δίλημμα είναι “πλυντήριο ή τηλέφωνο”]

 

Άπλωνε τα ρούχα με μανταλάκια, πλαστικά όχι ξύλινα, κάθε μέρα σχεδόν, στην άκρη του μπαλκονιού. Το σπίτι της κάπου στους πρόποδες ενός λόφου. Τα τηλέφωνα χτυπούσαν όλη μέρα κι εκείνη, κουνιστή λυγιστή, έτρεχε να τα προλάβει. Σχεδόν πάντα έκαναν λάθος. «Συγγνώμη, έχετε πάρει λάθος». Αυτή ήταν η φράση που ’λεγε περισσότερες φορές τη μέρα.

Το πρωί δεν ήθελε να δει κανέναν. Έβαζε πλυντήριο και, όταν τέλειωνε, κράταγε τα ρούχα αγκαλιά, βρεγμένα και μυρωδάτα όπως ήταν, και τα ’φερνε μια βόλτα ένα γύρω στο σπίτι. Μετά,  η γνωστή διαδικασία. Άπλωμα, τηλεφωνήματα. Κάνα φαγητό γι’ αλλαγή και τίποτε χτυπήματα σε μια πανάρχαια γραφομηχανή που δεν είχε πια μελάνη. Η μελάνη, και η κόκκινη και η μαύρη, είχε τελειώσει προ πολλού. Δεν την άλλαζε για να μη βλέπει τις λέξεις της γραμμένες μ’ άλλο γραφικό χαρακτήρα απ’ τον προσωπικό της. Όταν στέγνωναν τα ρούχα, πάντα αυτά, ήταν πια ήσυχη. Μπορούσε ν’ απαντάει στα τηλέφωνα χωρίς άγχος και, κυρίως, χωρίς να τη νοιάζει αν ήταν λάθος κλήση ή λάθος άνθρωπος. Ή ο κατάλληλος άνθρωπος την ακατάλληλη στιγμή.

Μια μέρα, αποφάσισε ότι έπρεπε να κάνει κι αυτή ένα τηλεφώνημα. Κάπου. Οπουδήποτε. Κάθισε, λοιπόν, και φυλλομέτρησε τον τηλεφωνικό της κατάλογο. Το καρνέ της, για να ’μαστε ακριβείς. Ξεκίνησε από το Α∙ δεν της άρεσε τίποτε. Το ίδιο και στο Β και στο Γ. Στο Δ, στάθηκε για μια στιγμή, αλλά και πάλι τίποτε. Πέρασε όλη την αλφαβήτα και την ξαναπήρε απ’ την αρχή. «Δεν μπορεί. Κάποιος θα υπάρχει». Κανείς. Εκείνη την ώρα, χτύπησε το τηλέφωνο. Το σήκωσε. «Παρακαλώ;» Καμιά απάντηση. «Ποιος είναι, παρακαλώ;» Τίποτε. Κατεβάζει τ’ ακουστικό. Και το ξανασηκώνει. Και το ξανακατεβάζει. Τ’ αφήνει κατεβασμένο. «Δε θα με πάρει ξανά κανείς, αν πρώτα δε βρω εγώ κάποιον να του τηλεφωνήσω».

Πέρασαν μέρες έτσι. Δε βγήκε απ’ το σπίτι καθόλου. Μόνο έπλενε, αγκάλιαζε τα φρεσκοπλυμένα ρούχα και τ’ άπλωνε. Ούτε έτρωγε. Ούτε σκούπιζε. Μόνο καμιά φορά πατούσε κάνα πλήκτρο στην παλιά, στην παμπάλαια, γραφομηχανή. Το τηλέφωνο ακόμα κατεβασμένο.

Βδομάδες μετά, συνειδητοποίησε ότι δεν την είχε αναζητήσει κανείς. Κανείς δεν είχε καν χτυπήσει την πόρτα της για να δει αν της συμβαίνει κάτι. Μέχρι που… Μέχρι που αποφάσισε να μπει η ίδια στο πλυντήριο. Κρύφτηκε κει μέσα για μήνες. Έτρωγε τ’ άλατα που ’χαν κολλήσει στον κάδο, κάτι κλωστές που ’χαν μείνει κάπου εκεί, κι έπινε λίγο απ’ όσο απορρυπαντικό είχε μείνει. Τα βράδια, πριν κοιμηθεί, έγλειφε λίγο απ’ το μαλακτικό και κοιμόταν ήσυχη.

Έβλεπε όνειρα. Ήταν, λέει, φόρεμα που πλενόταν κάθε μέρα, για χρόνια, και το κρεμούσαν στον ήλιο για ώρες. Το βράδυ το μάζευαν μέσα και ξανά την άλλη μέρα απ’ την αρχή. Ήταν ένα μαύρο φόρεμα με κάτι δαντέλες στα μανίκια και κάτι φραμπαλάδες στα τελειώματα. Πλενόταν στους 30 βαθμούς χωρίς μαλακτικό. Μια μέρα, λέει, φυσούσε πολύ. Εκείνη, κρεμασμένη στην απλώστρα, πήγαινε πέρα δώθε με μανία και της άρεσε. Δεν ήθελε να ’ρθει το βράδυ και να την πάνε μέσα. Ήθελε να μείνει στον αέρα να πηγαινοέρχεται χωρίς σταματημό. Μαύρη σημαία ενός αέρα τεθνεώτος.

Όταν ξυπνούσε, όταν τ’ όνειρο τελείωνε, άνοιγε την πόρτα του πλυντηρίου κι έστηνε αυτί για ν’ ακούσει αν χτυπούσε το τηλέφωνο. Είχε ξεχάσει ότι ήταν κατεβασμένο. Μπορεί και να της το ’χαν κόψει. Με μια χαιρέκακη αγαλλίαση ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της, επέστρεφε στον κάδο της κι έξυνε λίγο απ’ τ’ απορρυπαντικό που ’χε πια ξεραθεί.

Τα χρόνια περνούσαν και περνούσαν. Ο πρόσφατος σεισμός μετακίνησε το πλυντήριο από τη θέση του και τ’ οδήγησε κάποια μέτρα δεξιότερα. Εκείνη δεν ήξερε πώς έγινε αυτό, όταν ξύπνησε ένα πρωί και είδε άλλη εικόνα μπροστά της. Σκέφτηκε ότι ήρθαν και την πήραν. Ότι κάπου αλλού είχε πια μεταφερθεί.

Μ’ αυτή τη σκέψη στο μυαλό της, έβγαλε δειλά το χέρι της έξω, ψηλάφισε το καλώδιο και το ’βαλε στην πρίζα. Έβαλε το πρόγραμμα χωρίς πρόπλυση και έκλεισε την πόρτα.

[δε συνεχίζεται]

 

 

Big Sleep – Looking for a girl with a washing machine

I’m looking for a girl
with a washing machine
and a room that’s cool and shady

I’m looking for a girl
with a shower and bath
come on, baby, don’t look at me like that

I’m looking for a girl
with a washing machine
I ain’t saying
I ain’t saying I’m dirty
and I ain’t saying I’m clean

oooh oooh

I’m looking for a girl
with a washing machine
and a room that’s cool and shady

I’m looking for a girl
without plans for the night
I ain’t saying I’m lonely
but I could use some company

I’m looking for a girl
with a washing machine
I ain’t saying
I ain’t saying I’m dirty
and I ain’t saying I’m clean

oooh oooh

I bet you’ve got a washing machine
I bet you ain’t got nothing at do
but I’m just a boy who came into town
I won’t let you down

oooh oooh

 

η φωτογραφία από εδώ

"ΕΓΩ ΜΟΝΟ ΤΟΥΣ grateful dead ΞΕΡΩ" ή ΟΙ ΕΝΤΙΜΟΤΑΤΟΙ ΦΙΛΟΙ ΤΗς

Η βροχή δεν άφηνε πολλά περιθώρια, έτσι έδειχνε. Ήταν όμως μια μελωδική ηχώ που άκουγα να έρχεται απ’ τη βεράντα. Λες και έξω απ’ το δωμάτιό μου υπήρχε μόνο η βεράντα. Προσπάθησα να ξυπνήσω και να σηκωθώ το συντομότερο απ’ το κρεβάτι, από έναν ύπνο και πάλι κακό. Ανοίγοντας τα πατζούρια συνειδητοποίησα ότι υπάρχει κόσμος και πέρα από τη βεράντα μου. Η απέναντι πολυκατοικία έχασκε βρεγμένη και λιπαρή, θαρρείς, με όλα της τα πατζούρια ήδη ανοιχτά. Μα, καλά, τι ώρα ξυπνά ο κόσμος, αναρωτήθηκα και πήγα κατευθείαν στην κουζίνα. Αν κανείς μπορεί να ονομάσει αυτό το δωμάτιο “κουζίνα”, αφού μόλις έβαλα ένα θαυματουργό τηγάνι φερμένο απ’ την Κίνα, λίγο μεγαλύτερο απ’ τα συνηθισμένα, μετετράπη πάραυτα η κουζίνα σε διάδρομο που έχει την τύχη -ή την ατυχία- να φιλοξενεί κουζινικά.
Έβαλα τον καφέ να ετοιμάζεται και πήγα προς νερού μου. Καθώς ήμουν στην τουαλέτα, άκουγα εκείνον τον περίεργο θόρυβο της μηχανής του καφέ, να στάζει σιγά-σιγά το μαύρο υγρό και να απλώνει τη μυρωδιά, τη γνώριμη –του μαύρου δυνατού, σε όλο το σπίτι. Είναι μικρό και κρατά εύκολα τις μυρωδιές. Μέχρι να γίνει ο καφές και αφού κάλυψα τις πάγιες και διαρκείς βιολογικές μου ανάγκες, άνοιξα τον υπολογιστή και περίμενα. Μέχρι να “φορτώσει” τα απαραίτητα ο υπολογιστής, ο καφές ήταν ήδη έτοιμος και καυτός. Έβαλα λίγη ζάχαρη, λιγότερη από χθες, πρόσθεσα λίγες στάλες γάλα εβαπορέ και κάθισα αναπαυτικά μπροστά στον υπολογιστή συνδεόμενος στο ίντερνετ. Είχα δύο emails, κατά διαβολική τύχη πανομοιότυπα. Δύο φίλες κοιμόντουσαν ακριβώς τις ίδιες ώρες. Δεκατρείς! Και οι δύο είχαν πέσει για μεσημεριανή σιέστα και ξύπνησαν την άλλη μέρα το πρωί! Ήθελα να σπάσω την οθόνη! Προς στιγμήν αναρωτήθηκα αν με δουλεύουν και οι δύο, αλλά ακριβώς μετά σκέφτηκα ότι δε γνωρίζονται. Ούτε φατσικά. Καλά, η μία μπορεί κάπως να ξέρει την άλλη, αλλά η δεύτερη; 

Το προσπέρασα στρίβοντας ένα τσιγάρο και πίνοντας μια βαθιά γουλιά καφέ που προφανώς μου έκαψε τη γλώσσα και μου τσάκισε το φάρυγγα. Άναψα το τσιγάρο, μετά από μια βαριά κουβέντα που ξεστόμισα, και άρχισα να περιηγούμαι στα διαδικτυακά λημέρια, με την ελπίδα ότι γίνεται κάτι σημαντικό κάπου στον κόσμο και που θα το μάθω πρώτος. Φρούδες οι ελπίδες μου όπως και αυτές του κόσμου. Λίγη ώρα μετά, τηλεφώνησα σε μία από τις δύο φίλες μου προσπαθώντας και οι δύο να συνεννοηθούμε, αφού από τα γέλια η επικοινωνία μας κατέστη αδύνατος! Κανονίσαμε πολλά για την υπόλοιπη μέρα. Φαγητό (που τελικά την άφησα να πάει μόνη, αφού ανέλαβα χρέη οικιακού βοηθού για ένα φίλο που έπεσε απ’ το μηχανάκι και γύρισε τον καρπό του –κακός ο συνδυασμός λαδιών και βροχής- μέχρι να γυρίσει η φίλη του), καφέ (με μια φίλη της συγγραφέα απ’ τη Θεσσαλονίκη), σινεμά (που τελικά λόγω βροχής δεν πήγαμε –όχι, δεν ήταν θερινό, εμείς δεν μπορούσαμε να κυκλοφορήσουμε λόγω κατακλυσμού). Περάσαμε αρκετές ώρες στο σπίτι της φίλης μου, τελικά. Ήπιαμε κονιάκ και καφέ, ξεχωριστά το καθένα, και καπνίσαμε αρκετά τσιγάρα συζητώντας λίγο-λίγο για όλα και για τίποτα. 

Η βροχή μαινόταν όμορφη απ’ έξω. Και πάλι, στο σπίτι της φίλης μου (ένα ρετιρέ σε μια κεντρικότατη πλατεία της πόλης, γεμάτο βιβλία, πανέμορφους πίνακες της ποπ-αρτ, κάτι να θυμίζει νεοϋορκέζικο λοφτ με στοιχεία road movie, δώρα φίλων, ένα juke-box και πεντακάθαρο σε σημείο παραφοράς) είχα την αίσθηση ότι δεν υπάρχει κόσμος πέρα απ’ τη βεράντα. Όσο φετιχιστικό και αγοραφοβικό κι αν ακούγεται, έτσι αισθανόμουν. Υπό τους ήχους μουσικής παράξενης και σιγανής και υπό την παρουσία ενός φίλου της κινηματογραφιστή (που τρέχει από γάμο σε βάφτιση και από κηδεία σε καταδύσεις μπας και βρει καμιά γκόμενα της προκοπής –και όλα αυτά φορώντας ριγέ πουκάμισο, καπνίζοντας πούρο και οδηγώντας μηχανή φαντάζομαι με αισθαντικότητα και μπρίο), αφήσαμε την μπόρα να κοπάσει και την ώρα να περάσει. Συνέβησαν και τα δύο το ίδιο αργά και υπέροχα. 

Πήραμε τον ομματιών μας και βγήκαμε στην πόλη. Ο καφές με τη φίλη της τη συγγραφέα ήταν κι αυτός στον ίδιο χαβά: ψιλή κουβέντα, τσιγάρα, τηλεφωνήματα στο ενδιάμεσο και τα σχετικά. Το καφέ, ένας μικρός, μακρόστενος χώρος, σε κόκκινες αποχρώσεις, με ενδιαφέρουσα σ’ ένα πρώτο επίπεδο πελατεία και με τη βροχή να μας θυμίζει την τύχη μας να είμαστε εκεί. Όλα καλά, μέχρι που έσκασε το νέο της επόμενης στάσης μας. Μας περίμεναν κάποιοι φίλοι της φίλης μου στο σπίτι τους για μπύρες και μουσική υπό το άγρυπνο βλέμμα τριάντα χιλιάδων δίσκων, βγαλμένων από το χρονοντούλαπο του κελαριού της ροκ ιστορίας.
Αρχικά ακούστηκε ενδιαφέρουσα η πρόταση και οι τρεις μας ξεκινήσαμε το δρόμο του πηγεμού στο εν λόγω δισκόσπιτο. Φτάνοντας, η μυρωδιά του τσιγάρου και της σκόνης μάς υποδέχτηκε μετά βαΐων και κλάδων. Και σαν να μην έφτανε αυτό, αυτοί που μας περίμεναν, ήταν κάτι τύποι βγαλμένοι απ’ την ταινία των Doors, μόνο που οι δικές τους πόρτες παρέμεναν ερμητικά κλειστές, πρώτον για να μη φύγει η καπνίλα και δεύτερον για να μη χαλάσει η μαγιά του πολιτισμού που είχε εδώ και τριάντα χρόνια παρέλθει… Ήταν η στιγμή που αισθάνθηκα, ευχήθηκα και προσευχήθηκα να υπάρχει κόσμος έξω απ’ τη βεράντα αυτού του σπιτιού. Οι συζητήσεις, συνοδεία μουσικής άγνωστης για μένα και για τη φίλη της φίλης που προσπαθούσε να πνίξει την πλήξη της στο τσιγάρο και σε μια λιβανισμένη μπύρα –από κοντά κι εγώ με ουίσκι νερωμένο κατά παραγγελία, γυρόφερναν στις συναυλίες των Αθηνών, της Αυστραλίας και τις αναφορές σε μουσικές και μουσικούς που απλώς μου ακούγονταν κινέζικα. Μόνο τους Grateful Dead ήξερα και κανείς δε μίλησε γι’ αυτούς, αφού ξόρκισαν το κακό κρεμώντας μια αφίσα δίπλα στις πρώτες δέκα χιλιάδες δίσκων του σπιτιού. Γύρω από ένα μικρό τραπέζι, που άλλοι θα το είχαν για να βάζουν το τηλέφωνο, προσπαθούσαμε να στριμώξουμε ποτήρια, τασάκια, μπουκάλια, τσιγάρα και φυσικά τη σκόνη. 

Η ώρα κυλούσε αργά και βασανιστικά μέχρι που χτύπησε το κουδούνι. Σκέφτηκα την ίδια στιγμή ότι θα κάνει τώρα την εμφάνισή του κάποιος που δε θα ξέρει από μουσική, αλλά προφανώς έπεσα έξω. Όχι μόνο ήξερε, αλλά μπήκε κατευθείαν στο νόημα της συζήτησης, εναποθέτοντας τις δέκα μπύρες που έφερε μαζί του κάπου σε ένα άδειο σημείο του πατώματος, μεταξύ ποδιών και σκόνης. Ο ίδιος ο κουβαλητής μας, αυτός με τις δέκα μπύρες μπουκάλι και όχι κουτάκι, παραπονιόταν, ευτυχώς για μια στιγμή, ότι δεν είχε λεφτά για μια συναυλία και έτσι την έχασε. 


Εδώ ήρθε η αποκάλυψη της βραδιάς. 


Οι τρεις αυτοί τύποι, αυτοί οι άνθρωποι της ροκ αβύσσου, οι αντιπρόσωποι της ροκ κουλτούρας που χάνεται, νομίζεις, στα βάθη του ανθρώπινου νου, αυτά τα στοιχειά της μοναξιάς και της αχόρταγης απόλαυσης της μουσικής, οι εραστές της διαγραφής του παρόντος και της αποποίησης του παρελθόντος, αυτοί οι αδυσώπητοι μάρτυρες της άκρατης μυστικότητας και της χρήσης ψευδωνύμων, οι εκπρόσωποι ενός θεού που καπνίζει αρειμάνια φτηνά τσιγάρα, οι ακάθαρτοι φελλόποδες των χωρισμών και της συνήθειας, επιλέγουν σχεδόν αυστηρά προτεσταντικά να ζήσουν αλώβητοι και άφωνοι το έρμα της σκληροπυρηνικής οργάνωσης που καταναλώνει μπύρες χωρίς αναπαμό, καπνίζει ασταμάτητα, αφήνει απλήρωτους λογαριασμούς και κάποιους άλλους ανοιχτούς, που έμαθε αγγλικά απ’ τα τραγούδια και φυσικά τελετουργικά ακούει μουσική από σι-ντι που «πηδάνε» (τα μόνα) στις μηχανές αναπαραγωγής, απ’ το να βγουν στο έξω κόσμο και να δουν, έστω και για μια στιγμή, τους θρύλους τους να ενσαρκώνονται μπροστά τους.
Αυτοί οι ενδεδυμένοι παντελόνια χιλιοφορεμένα, με μαλλιά άκοπα και ατίθασα από θέση αρχής, αυτοί οι μόνοι κι έρημοι ιερωμένοι θεματοφύλακες της σκόνης και της καπνίλας, έμειναν, για πάντα θαρρείς, στο ίδιο σημείο, αφού εμείς κλείσαμε πίσω μας την πόρτα και με ενοχή και μια διάθεση ειρωνείας, προς εαυτούς και αλλήλους, βγήκαμε στη βροχή και ανασάναμε λίγο απ’ το σήμερα… ένα σήμερα που γι’ αυτούς πέρασε σαν να ’ναι χθες, το χθες του χθες… in eternam… 

Καλή σας ημέρα.

 

παράλληλες ζωές

Ήταν βράδυ όταν ήρθε η Μάγδα από τη δουλειά. Δεν ήταν πολύ κουρασμένη σήμερα, γιατί έλειπε το αφεντικό και μπόρεσε να ξεκλέψει λίγες ώρες και απλώς να μην κάνει τίποτα. Η Μάγδα δουλεύει σε ένα γραφείο συνοικεσίων. Όχι πολύ μεγάλο και γνωστό, αλλά έχει τον τρόπο του, εξαιτίας κυρίως των γνωριμιών με όλο τον υπόκοσμο που έχει ο Λευτέρης, το αφεντικό. Ο Λευτέρης είναι, πρώην γιατρός’ πρώην γιατί μια φορά ξυλοκόπησε ένα παιδάκι που δεν καθόταν να το εμβολιάσει και έτσι του αφαίρεσαν την άδεια. Δεν θα μπορούσε ποτέ να ξαναδουλέψει και, επειδή λόγω ντροπής τον αποκλήρωσε ο πατέρας του, έπρεπε να βρει κάτι αξιοπρεπές να κάνει. Σίγουρα αυτό δεν ήταν οι ήδη δύο αποτυχημένοι γάμοι του. Κι έτσι προέκυψε το γραφείο συνοικεσίων ο «Ιπποκράτης». Περίεργο όνομα για τέτοιου είδους επιχείρηση, αλλά τα απωθημένα είναι βαρύτερα από δέκα ζωές μαζί!
Η Μάγδα είναι ερωτευμένη με το Λευτέρη εδώ και τρεις περίπου μήνες, από τη στιγμή δηλαδή που έπιασε δουλειά, μόλις που είχε ανοίξει ο «Ιπποκράτης» στην Ασκληπιού, στη γωνία με τη Σόλωνος. Η διαφορά ηλικίας τους, τα δύο διαζύγια και ο ξυλοδαρμός του παιδιού ήταν αποθαρρυντικά για μια ενδεχόμενη μεταξύ τους σχέση, αλλά η Μάγδα τον ήθελε. Αυτός, ο Λευτέρης, φαινόταν να το καταλαβαίνει, αλλά δεν έδινε πολλά σημάδια που να διευκόλυναν τη νέα του γραμματέα, θες γιατί ήταν κλισέ, θες γιατί το συνοικέσιο πρέπει να πληρώνεται, δεν έκανε κανένα πρώτο βήμα αυτός. Και η Μάγδα προσπαθούσε να του το βγάλει’ ήταν σίγουρη ότι θα έκαναν πολύ καλή σχέση οι δυο τους, θα τον άλλαζε.
Το βράδυ, λοιπόν, που γύρισε σπίτι, ετοίμασε κάτι να τσιμπήσει, ελαφρύ και χαλαρωτικό, και προσπάθησε να διαβάσει λίγο πριν μπει στο μπάνιο για να ετοιμαστεί για μια έξοδο, με κάποιον πελάτη που, τελικά, στέρησε από το γραφείο… Το διαμέρισμά της στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας ήταν πολύ παλιό, όπως και ο θερμοσίφωνάς της, που χρειαζόταν μία ώρα για να ζεστάνει μια χούφτα νερό. Αλλά δε βιαζόταν σήμερα. Είχε περιθώριο να ετοιμαστεί με την ησυχία της.
Το σπίτι της Μάγδας είναι πανέμορφο. Είχε πάρει ένα μικρό δάνειο και το είχε γεμίσει με πράγματα από διάφορα μαγαζιά που θύμιζαν εργοστάσιο! Δεν είναι πολύ μεγάλο και έτσι δεν της πήρε πολλές μέρες να το τακτοποιήσει όταν το νοίκιασε. Ούτε πολλές μέρες της είχε πάρει να το βρει. Είναι στον πέμπτο όροφο με θέα την κορυφή του Λυκαβηττού κι αυτό με το ζόρι. Το μπαλκόνι της είναι μεγαλύτερο από το σπίτι, αλλά δεν την ενοχλεί αυτό μιας και μένει μόνη της προσώρας. Άλλωστε ο Λευτέρης έχει ένα οροφοδιαμέρισμα στην πλατεία Εξαρχείων και θα μπορούσαν να ζήσουν εκεί… Και επιπλέον αυτή ζούσε στο νοίκι, δεν ήταν δικό της.
Όταν πέρασε η ώρα και το νερό ήταν έτοιμο για το μπάνιο, τσάκισε τη σελίδα, ελλείψει σελιδοδείκτη, και έβγαλε τα ρούχα της που τα πέταξε κακήν κακώς στο πάτωμα του σαλονιού.
Πριν ανοίξει τη βρύση του μπάνιου, ακούστηκε ο ήχος.
***
Η Σκουφά ήταν γεμάτη κορίτσια μιας ομάδας χορού που ήρθε για κάτι χορευτικούς αγώνες. Υπέροχα κορμιά, πανέμορφα πρόσωπα, ενοχλητικές φωνές. Ο Νίκος μπήκε στο πρώτο κατάστημα με ανδρικά και σε πέντε μόλις λεπτάκια είχε φορτώσει την πιστωτική του μπαμπά του κατά ογδόντα δύο ευρώ και ενενήντα εννέα λεπτά. Είχε ήδη αγοράσει ένα υπέροχο πόλο μπλουζάκι χρώματος πορτοκαλί με καφέ ρίγες που τον ψήλωναν και τον αδυνάτιζαν. Κούκλος έδειχνε στον καθρέφτη του δοκιμαστηρίου, αλλά αυτοί οι καθρέφτες γι’ αυτό ήταν εκεί. Για το δίκιο του πελάτη.
Σε λιγότερο από επτά λεπτά είχε επιστρέψει στο σπίτι. Το σπίτι. Ένα πανέμορφο διώροφο διαμέρισμα στην Πλουτάρχου, στο Κολωνάκι, προίκα της μητέρας του στον πατέρα του. Τεράστιοι χώροι διακοσμημένοι με όλων των ειδών τους πίνακες Ελλήνων ζωγράφων που δημιούργησαν μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Βάζα και πιατάκια απ’ την Ανατολή γέμιζαν τα τραπέζια και τις βιβλιοθήκες και, φυσικά, πολλά βιβλία. Παντού βιβλία. Τόσα που να νομιμοποιούν την έδρα Ψυχανάλυσης στην Πάντειο που κατείχε ο πατέρας του αλλά και την ιδιότητα της ανεπάγγελτης αρσακειάδας που διατηρούσε η μητέρα του.
Το δωμάτιό του ήταν ένας χώρος περισυλλογής για τη μητέρα του, από τότε που αυτός έφυγε πρώτα για το Παρίσι και μετά για το Λονδίνο. Άδειο από προσωπικά αντικείμενα (υπολογιστή, κάτι βιβλία του Πολυτεχνείου, ρούχα, εσώρουχα και τσόντες), άνετα μετατράπηκε σε χώρο απομόνωσης και οδυρμού για τη μητέρα του.
Δοκίμασε το νερό στο μπάνιο και ήταν ακόμα ικανοποιητικά ζεστό. Άναψε ένα τσιγάρο (κανονικό), ήπιε μια σόδα και πήρε τηλέφωνο το φίλο του στο Λονδίνο, τον Άνταμ. Δεν το σήκωσε, κάτι που τον ανησύχησε, αλλά αποφάσισε να μην τον ξαναπάρει. Όλο αυτός έπαιρνε τόσα χρόνια. Ας έβλεπε τον αριθμό του κι ας τον έπαιρνε.
Άκουσε λίγο μουσική για να χαλαρώσει και έστριψε με τελετουργική άνεση το τσιγάρο που θα κάπνιζε μόλις έβγαινε από το μπάνιο. Έβγαλε όλα του ρούχα, τα δίπλωσε αναίτια πριν τα βάλει στα άπλυτα και μπήκε.
Πριν ανοίξει τη βρύση του μπάνιου, ακούστηκε ο ήχος.
***
Κυρίες και Κύριοι, διακόπτουμε το πρόγραμμά μας για να συνδεθούμε απευθείας με το κέντρο της Αθήνας, όπου διερχόμενο ι.χ. προσέκρουσε μετωπικά σε στάση λεωφορείου και παρέσυρε οκτώ νεαρές κοπέλες.

με την P.J. μέσα στην Plymouth (κάτι σαν sequel)

Βγήκε στο δρόμο και ξεχύθηκε στην άσφαλτο σαν να ’ταν ο άνεμος που παιδί τον έπαιρνε ψηλά και τον ταξίδευε μέχρι το ποτάμι κι από ’κει χυνόταν στο πέλαγο που έριχνε άγκυρες.
Άγκυρες ήταν οι φωνές της μητέρας του που τον ξύπναγε το πρωί να πάει στη δουλειά με το θείο του. Ελλείψει πατρός˙ τον πήρε η πόλη. Δεν άντεχε τη θάλασσα, ούτε το ποτάμι, ούτε καν τη λίμνη που δούλεψε για την κατασκευή της. Δεν αγάπησε το δημιούργημά του. Ίσως γιατί δεν ήταν μόνο δικό του, αλλά όλου του χωριού. Κι έτσι γύρισε στην πόλη, απ’ όπου τον έφερε η προίκα της γυναίκας του. Είχε σχεδιάσει μια εκδρομή εδώ και μέρες˙ μόνο που την επέσπευσε κατά εικοσιτέσσερις ώρες. Δεν άντεχε να περιμένει άλλο.
Η μέρα ήταν, μάλλον, συμπαθητική, παρόλο που ο ήλιος άργησε να λάμψει. Τι σημασία είχε, όμως; Η θάλασσα είναι πάντα εκεί, δεν κουνιέται ρούπι. Κατά τα φαινόμενα, τουλάχιστον. Γι’ αυτό έφυγε νωρίτερα. Δε χρειαζόταν να κλείσει ραντεβού μαζί της. Έτσι κι αλλιώς δεν ήταν και πολύ μακριά. Αν η θάλασσα είχε φύγει από ’κει που την άφησε την τελευταία φορά, θα επέστρεφε˙ διαφορετικός. Το αυτοκίνητο, που πάντα το παρατούσε στο πάρκινγκ του βενζινάδικου της Νέας Πόλης, τον περίμενε και ένιωσε πως είχε ήδη ανάψει τη μηχανή και περίμενε να ορμήσει προς τη θάλασσα.
Η πρώτη κίνηση που έκανε, μπαίνοντας στο αυτοκίνητο, μια Plymouth του… -ούτε ήξερε του πότε- η μόνη γονική παροχή, ήταν να βάλει μουσική. The city sunset over me, μουρμούριζε η PJ Harvey. «Έρχομαι να σου κάνω παρέα, να σε ξανακάνω παρέα μου», μουρμούρισε από πάνω. Στο δρόμο, συνάντησε πολλούς που έτρεχαν να προλάβουν τη θάλασσα. Να προλάβουν τη θάλασσα; Μα πού πήγαινε; «Μη φύγεις χωρίς να σε αποχαιρετήσω, χωρίς να σου πω αυτά που μάζευα όλον αυτόν τον καιρό», φώναξε κλαίγοντας. Το ήξερε πως οι άλλοι δεν καταλάβαιναν. Το ήξερε πως ήταν γι’ αυτούς mare incognita.
Όταν έτρεχε πάνω σ’ αυτό το δρόμο, ένιωθε τις πολυκατοικίες, τα σούπερ μάρκετ, τα πάρκα, τα σινεμά, τα café, το δημαρχείο της πόλης, να περνούν από δίπλα του και να φέρνουν όλο και πιο κοντά τη θάλασσα’ δεν ένιωθε ποτέ πως φεύγει αυτός. Ακόμα κι αυτό το βαρύ εργοστάσιο με την τεράστια καμινάδα που κατασκεύαζε οικοδομικά υλικά – αλήθεια, τι άλλο να χρειάζονται αυτές οι πόλεις σήμερα; ούτε χρώματα ούτε δάκρυα˙ οικοδομικά υλικά – ένιωθε, λοιπόν, ακόμα κι αυτό το υπέρβαρο κατασκεύασμα να περνά τρέχοντας από δίπλα του. Τις στιγμές που πήγαινε στη θάλασσα, αισθανόταν να μένει ακίνητος και όλα να την τραβούν προς αυτόν. Σχεδόν το πίστευε.
Διασχίζοντας την τελευταία γέφυρα που τον χώριζε από το λυτρωτικό νερό, την είδε και έκλεισε τα παράθυρα της Plymouth, χαμήλωσε τη μουσική και σταμάτησε το αυτοκίνητο στο βοηθητικό δρόμο. Βγήκε έξω και το αποφάσισε, επιτέλους˙ ήταν η κατάλληλη στιγμή να ουρλιάξει, να ματώσει τις χορδές του, φώναξε και έπεσε στο κενό.
Αυτή, τότε, ξεχύθηκε από τα όριά της έτρεξε να τον σώσει. Τον κράτησε στην υδάτινη αγκαλιά της και τον πήρε μαζί της. Όχι, όχι για πάντα. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα τον γύρισε στο σπίτι του και τον έβαλε να κοιμηθεί. Άνοιξε τα μάτια του μετά από δυο μέρες. Το σώμα του ήταν γεμάτο νερό και ένιωθε πως θα πλημμύριζε η πόλη, αν το πετούσε από μέσα του. Δεν τον έκανε.
Το ήθελε για πάντα μέσα του, να τον γεμίζει και να του θυμίζει τη γέφυρα στην οποία την είδε και της χαρίστηκε.

μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια πόλη

Μια φορά κι ένα καιρό ήταν μια πόλη.
Αυτή η πόλη ήταν γεμάτη λογής κόσμο, όπως και κάθε πόλη άλλωστε.Όλες οι κοινωνικές τάξεις ζούσαν σε διάσπαρτα γκέτο στην πόλη και είχαν κανονίσει τη ζωή τους έτσι, ώστε δύσκολα να εισέρχεται κάποιος που δεν ανήκε σε αυτά.Όταν κάποιος αποφάσιζε να διεισδύσει, ακόμα και με όλα τα εχέγγυα, στο χώρο μιας κοινωνικής τάξης, τότε ο αρχηγός της, όποτε μια τάξη είχε αρχηγό, δηλαδή, όταν αυτός δεν ασχολιόταν με έρωτες και τα σχετικά, τότε λοιπόν του ζητούσαν να τους αποδείξει ότι αξίζει και αυτός το έκανε με νύχια και με δόντια, επειδή το ήθελε. Τη στιγμή που κάποιος αποφάσιζε να αλλάξει χώρο και τάξη, το ήθελε πραγματικά. Όλοι φοβόντουσαν να το κάνουν έστω και για πλάκα, γιατί ήξεραν την επίπονη διαδικασία.
Η διαδικασία είχε ως εξής: ο υποψήφιος προς ένταξη σε άλλο γκέτο έπρεπε να μελετήσει την οργάνωση της μέλλουσας τάξης του και να κάνει μια ανάλυση των δομών και του πιθανού μέλλοντός της. Αυτή ήταν η πρώτη φάση.Το δεύτερο στάδιο είχε να κάνει με την παρουσιάση, ενώπιον του αρχηγού και της αυλής του, των αποτελεσμάτων στα οποία είχε καταλήξει. Η διαδικασία της παρουσίασης θα μπορούσε να διαρκέσει από ένα λεπτό μέχρι δύο μήνες το περισσότερο, ανάλογα με τις υποψηφιότητες και φυσικά τις γνωριμίες. Έχει ακουστεί ότι σε κάποια υποψήφια ποτέ δε δόθηκε η ευκαιρία της εν λόγω παρουσίασης για άγνωστους βεβαίως λόγους. Να σημειωθεί δε ότι καμμία απολύτως σημασία δεν είχε το είδος των πορισμάτων των υποψηφίων. Έπρεπε απλώς να εξυπηρετούν την ποσότητα. Αυτήν που κάθε φορά είχε οριστεί από τον αρχηγό.Η τρίτη φάση, τελευταία και φαρμακερή, ήταν παραδόξως η πιο απλή: τοιχοκολλούνταν τα αποτελέσματα της επιτυχούς έρευνας και ο κόσμος γιόρταζε για τρεις μέρες κάθε νέο μέλος. Το νέο μέλος απαγορευόταν για ανεξήγητους λόγους να είναι παρόν, μιας και έπρεπε να παρίσταται στα μοιρολόγια της τάξης, του γκέτο που τον έχανε.
Αυτό γινόταν για αιώνες. Χρειάστηκε μεγάλη προσπάθεια και κανείς δεν είχε καταφέρει με την πρώτη αυτό που ποθούσε, δηλαδή την άμεση ένταξή του σε μια νέα τάξη, σε ένα νέο γκέτο. Ο νέος υπεραρχηγός της πόλης, αυτός που ήταν κοινά αποδεκτός από όλες τις τάξεις, βλέποντας πού οδηγείται η κατάσταση και ότι πια δε βελτιώνονται τα πράγματα, αποφάσισε μία ωραία πρωία να καλέσει ειδικούς σε τέτοια ζητήματα από τη διπλανή πόλη, η οποία τα τελευταία χρόνια είχε ξεπεράσει το πρόβλημα της διαμάχης και των μετεγγραφών μεταξύ των τάξεων και παρουσιάζε άνθιση.
Οι ειδικοί, μετά από έρευνα και ανάλυση μηνών, μπορεί και χρόνων, δε θυμάμαι καλά κι εγώ, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι σ’ αυτήν την πόλη τίποτε δεν θα αλλάξει παρά μόνο αν πεθάνουν όλοι σε εύθετο χρόνο και εάν κανένας νέος πολίτης δε γεννηθεί σε κανένα γκέτο.
Ο υπεραρχηγός μάζεψε όλους τους πολίτες τους, μέσα σε κλίμα αμήχανο και απαισιόδοξο και έκανε τη μεγάλη δήλωση:
“Όταν το φως γυρίσει την πλάτη του στον κόσμο, τότε η θάλασσα του πάθους σας να γίνετε ένα άλλο, θα πλημμυρίσει την πόλη μας και θα την πνίξει. Ζήτω το σκοτάδι.”
Οι πολίτες έμειναν στη θέση τους, ακριβώς όπως ο καθένας ήταν πριν ακουστεί αυτή η δήλωση. Για χρόνια πολλά. Ούτε κι εγώ ξέρω πόσα.
Αργότερα, στη θέση των ανθρώπων αυτών, έχτισαν τον Παρθενώνα.