Invitation to Miss Marianne Moore – Elizabeth Bishop

Αυτό το ποίημα διαβάζεται με το “δίδυμό” του… Μ’ αυτό δηλαδή.

Από το Μπρούκλυν, πάνω απ’ τη Γέφυρα του Μπρούκλυν, αυτό το υπέροχο πρωινό,
ελάτε, σας παρακαλώ, πετώντας.
Μες σ’ ένα σύννεφο από εύφλεκτα ωχρά χημικά,
ελάτε, σας παρακαλώ, πετώντας,
στ’ αστραπιαίο στριφογύρισμα των χιλιάδων μικρών γαλάζιων τυμπάνων
βυθιζόμενη έξω απ’ το συννεφιασμένο ουρανό
πάνω απ’ τη θαμποβόλα αποβάθρα του υδάτινου καταφυγίου,
ελάτε, σας παρακαλώ, πετώντας.

Σφυρίχτρες, εμβλήματα και καπνός ξεσπούν. Τα πλοία
κάνουν σινιάλο εγκάρδια με χιλιάδες σημαίες
που ανυψώνονται και πέφτουν σαν πουλιά ολόγυρα απ’ το λιμάνι.
Εισαγωγή: δυο ποτάμια με σεβασμό κουβαλούν
αμέτρητες μικρές διάφανες μέδουσες
σε βιτρώ κατασκευές που σέρνονται σ’ ασημένιες αλυσίδες.
Η μάχη είναι ακίνδυνη· ο καιρός είναι κανονισμένος.
Τα κύματα τρέχουν κατά στοίχους αυτό το υπέροχο πρωινό.
Ελάτε, σας παρακαλώ, πετώντας.

Ελάτε με τη μυτερή άκρη καθενός απ’ τα μαύρα παπούτσια
αφήνοντας πίσω ένα ζαφειρένιο ισχυρό φως,
με μια μαύρη κάπα γεμάτη φτερά πεταλούδων κι ευφυολογήματα,
μ’ ένας θεός ξέρει πόσους αγγέλους όλους να πετούν
πάνω στο φαρδύ μαύρο γείσο του καπέλου σας,
ελάτε, σας παρακαλώ, πετώντας.

Κουβαλώντας ένα μουσικό ανήκουστο άβακα,
μιαν αμυδρά επικριτική συνοφρύωση, και μπλε κορδέλες,
ελάτε, σας παρακαλώ, πετώντας.
Εγκλήματα κι ουρανοξύστες αχνοφέγγουν στην παλίρροια· το Μανχάταν
είναι ολόκληρο πλημμυρισμένο με ηθική αυτό το υπέροχο πρωινό,
οπότε ελάτε, σας παρακαλώ, πετώντας.

Καβαλικεύοντας τον ουρανό μ’ έμφυτο ηρωισμό,
πάνω απ’ τ’ ατυχήματα, πάνω απ’ τις μοχθηρές ταινίες,
τα ταξί και τις αδικίες γενικά,
την ώρα που οι κόρνες αντηχούν στα όμορφα αυτιά σας
που ταυτόχρονα ακούν
μιαν απαλή πρωτάκουστη μουσική, που εναρμονίζεται με το ελάφι,
ελάτε, σας παρακαλώ, πετώντας.

Γι’ αυτόν που τ’ άγρια μουσεία θα υποταχτούν
σαν καλότροπα αρσενικά πουλιά του παραδείσου,
γι’ αυτόν που τα ευάρεστα λιοντάρια κείτονται εν αναμονή
στα σκαλιά της Δημόσιας Βιβλιοθήκης,
ανυπόμονα να σηκωθούν και ν’ ακολουθήσουν μέσ’ απ’ τις πύλες
μέχρι πάνω στ’ αναγνωστήρια,
ελάτε, σας παρακαλώ, πετώντας.
Μπορούμε να καθίσουμε και να κλάψουμε· μπορούμε να πάμε για ψώνια,
ή να παίξουμε με μισή καρδιά ένα παιχνίδι που θα ‘μαστε για πάντα λάθος
μ’ έναν ανεκτίμητο σωρό από γλωσσάρια,
ή μπορούμε γενναία να θρηνήσουμε, αλλά σας παρακαλώ,
ελάτε, σας παρακαλώ, πετώντας.

Με αυστηρά συστήματα από αρνητικές συγκρίσεις
που σκοτεινιάζουν και πεθαίνουν γύρω σας,
με γραμματική που ξάφνου γυρνά και φέγγει
σαν σμήνη από θαλασσοπούλια που πετούν,
ελάτε, σας παρακαλώ, πετώντας.

Ελάτε σαν φως στον άσπρο συννεφιασμένο ουρανό,
ελάτε σαν της μιας ημέρας τον κομήτη
μ’ ένα μακρύ ανέφελο συρμό από λέξεις,
από το Μπρούκλυν, πάνω απ’ τη Γέφυρα του Μπρούκλυν, αυτό το υπέροχο πρωινό,
ελάτε, σας παρακαλώ, πετώντας.

Μετάφραση: Δημήτρης Αθηνάκης