Η (παλιά) Θεσσαλονίκη του περιθωρίου, του έρωτα

Θεόδωρος Γρηγοριάδης, Το Παρτάλι, εκδ. Πατάκη 2001, σελ. 472, τιμή: 15,79 ευρώ

Γιώργος Ιωάννου, Η πρωτεύουσα των προσφύγων, εκδ. Κέδρος 1997, σελ. 279, τιμή: 13,24 ευρώ

Θωμάς Κοροβίνης, Κανάλ Ντ’ Αμούρ, εκδ. Άγρα 1996, σελ. 64, τιμή: 8,12 ευρώ

Οι πόλεις χάνονται· οι πόλεις παραμένουν πάντα εκεί. Η Θεσσαλονίκη είναι μια πόλη· έχει χάσει κι έχει χαθεί· έχει μείνει πάντοτε εκεί, στο ίδιο σημείο, ν’ ατενίζει και ν’ ατενίζεται. Είναι μερικές πόλεις που, ανέκαθεν, φρόντιζαν το εσωτερικό τους ως θείον βρέφος εν μανδύα ιππότου και, την ίδια στιγμή, έχαναν τον μπούσουλα. Η Θεσσαλονίκη είναι απ’ αυτές τις πόλεις.

Μετά τη Μεταπολίτευση, η συμπρωτεύουσα άρχισε ν’ απελευθερώνεται· κρυφά κομμάτια της άρχισαν ν’ αναφαίνονται, τα φώτα λούζουν την πόλη, μα το βράδυ έρχεται πάντα για να καλύψει τον, έτσι κι αλλιώς, παράξενο ερωτισμό της. Εκεί κάπου, βιώθηκαν οι μεγάλοι έρωτες, οι παράνομες αγκαλιές, ζυμώθηκαν οι μυστικές φιλίες. Η Θεσσαλονίκη ήταν (είναι;) αυτή η μεγάλη αγκαλιά. Με το φως και το σκοτάδι της. Μέχρι που όλα μπήκαν στον χορό του ξεγυμνωμένου κέρδους.

Ο Θωμάς Κοροβίνης, στο Κανάλ Ντ’ Αμούρ βρίσκει τις κρυμμένες γωνιές της πόλης, τους κρυμμένους της ανθρώπους (όπως είχε κάνει, άλλοτε, ο Γρηγοριάδης για τον Έβρο, στ’ ομώνυμο μυθιστόρημά του) και τους φέρνει στο φως· δεν θέλει να τους προδώσει, δεν επιθυμεί να τους θυσιάσει στον βωμό ενός χαμένου -για πάντα;- ερωτισμού. Αυτό που προσδοκά είναι να διασωθεί εκείνη η αίγλη τής, όχι και τόσο παλιάς, πόλης· να παραμείνει ζωντανή η μνήμη που θάφτηκε κάτω απ’ το μπετόν αρμέ μιας νεοφερμένης, πρωτόγνωρης για την πόλη, σχεδόν ανόητης, διασκέδασης. Τα Λαδάδικα κι ο Βαρδάρης έχασαν το τρένο του περιθωριακού και απόλυτα κατακτητικού έρωτα κι επιβιβάστηκαν, αναγκαστικά, στο σάπιο πλοίο της γραμμής· ένα πλοίο που πάει την πόλη, τα μέρη αυτά ειδικά, καρφί στον αδιάφορο -ερωτικό ή μη- χορτασμό.

Η Θεσσαλονίκη του Κοροβίνη, σ’ αυτό του το έργο, καλύπτεται σ’ όλο το φάσμα της ζωής της. Στα κέντρα και στα μπαρ, στα καταγώγια και στα καφενεία, στα ξενοδοχεία και στα πεζοδρόμια, στα ραφτάδικα, στα σπίτια και στα «σπίτια». Είναι, ωστόσο, μια πόλη που αναζητά τον εαυτό της, που χτίζει τον χαρακτήρα της στον χαρακτήρα των ανθρώπων της. Είναι, ίσως, το συνεπέστερο παράδειγμα αστικού χώρου, όπου τίποτα δεν έχει αυθυπαρξία, παρά μόνον οι άνθρωποι, οι οποίοι νοηματοδοτούν τα πάντα.

Απ’ την άλλη, ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης, με το Παρτάλι, ανασταίνει και λογοτεχνικά ανασυστήνει εκείνες ακριβώς τις αφηγήσεις που ο Κοροβίνης ανέφερε. Παρενδυσία και (ομο)ερωτισμός, έρωτας πάνω απ’ όλα, ένα θαμμένο παρελθόν, υγρά ξενοδοχεία που στεγάζουν παράνομους έρωτες και ζεστά χρόνια· η Θεσσαλονίκη του Γρηγοριάδη, εδώ, παρελαύνει μπροστά μας με μιαν όμορφη σημαία στα χέρια της – έτοιμη κι αυτή να καεί στις φλόγες του ανελέητου κέρδους: «Εδώ, στη ρωγμή του χρόνου», όπως λέει ένας άλλος Θεσσαλονικιός, ο Νίκος Παπάζογλου.

Το Παρτάλι, ως βιβλίο, δεν είναι μόνον ένα έργο για την αποσάθρωση του Εγώ έναντι του Άλλου· είναι το ίδιο το Εγώ ως Άλλο, η επιθετική ερωτική σχέση του εγώ με ένα άλλο, που δεν μπορεί να υπάρξει μόνο του. Το Παρτάλι, επιπλέον, ως ήρωας του βιβλίου, είναι, καταπώς φαίνεται, η περίτρανη απόδειξη ότι τίποτα δεν είναι προφανές, τίποτα δεν κατακτάται χωρίς τη συγκατάθεση του κατακτώμενου, τίποτα δεν τελειώνεται δίχως, πρώτα, να βγει ο έσχατος μυχός της ύπαρξής μας στο φως.

Κι έρχεται ένας ακόμη, ο Γιώργος Ιωάννου, με την Πρωτεύουσα των προσφύγων, να μετρήσει, με πάθος κι αυτός, όπως κι οι άλλοι, τα όρια αυτής της πόλης και των κατοίκων της. Με τον γνωστό ερωτικό παλμό του, ο Ιωάννου μιλά για τους συγκαιρινούς του, αναμετράται με το δικό του σήμερα, δείχνει τον δρόμο που χαράσσει ο συγγραφέας, ο άνθρωπος, ο συνάνθρωπος, σε μια πόλη που τους χώρεσε, κάποτε, όλους και που, σήμερα, προσπαθεί να ξανανοίξει τα φτερά της. Σ’ αυτά τα πεζογραφήματα, η πόλη γίνεται ένας ανθρώπινος οργανισμός: με τις αρρώστιες του, με τους θυμούς του, με τα πάθη του, με τον πόθο του να βρει την αρχή και να παρατείνει το τέλος του. Ο Ιωάννου δεν χαρίζεται σε κανέναν· μέσα σε μερικές λέξεις, μπορεί να σώσει ενώπιόν μας όλη τη χαμένη αθωότητα ή όλη την αδαμάντινη κόλαση της ζωής.

Μαζί με όλ’ αυτά, ο Ιωάννου βάζει στη θέση τους πολλά πράγματα. Ας πούμε, την όψιμη αδιαφορία των Θεσσαλονικιών για τα κοινά, τη γενική τους αδιαφορία για το πού πορεύεται αυτή η πόλη. Ο συγγραφέας δεν θέλει, βέβαια, να γίνει διδακτικός· αυτό που, όπως και να ’χει, τον ενδιαφέρει, είναι η καρδιά της πόλης του· ή, καλύτερα, το σώμα της, το ιδρωμένο αυτό σώμα που αναζητά τη λύτρωση και τη δικαίωση. Ο Ιωάννου είναι αυτός που δίνει τον ρυθμό αυτού του σώματος σ’ αυτό το βιβλίο. Κι ο αναγνώστης χορεύει σ’ έναν τέτοιον ρυθμό.

Είναι πόλεις που κρύβουν και κρύβονται· είναι πόλεις που θέλεις να τις ανακαλύψεις και να τις κάνεις δικές σου. Είναι, όμως, και πόλεις -μπορεί και να ’ναι οι ίδιες, ταυτόχρονα- που δεν ξέρεις πώς να τις αφομοιώσεις· που δεν ξέρεις πώς να τις καταλάβεις. Η Θεσσαλονίκη είναι μία απ’ αυτές. Έχει όλα τα χαρακτηριστικά του έρωτα. Κι όλες, φυσικά, τις ανυπέρβλητες αντιφάσεις του.

Και όπως θα ’λεγε, μάλλον, στα Καλιαρντά του (εκδ. Νεφέλη, 2010) ένας άλλος ντόπιος, ο Ηλίας Πετρόπουλος: Η Σαλονίκη είναι καραμποντού, γεμάτη απ’ το ερωτικότερο τρεμόζουμο.

Δημοσιεύτηκε στην «Αυγή», 01/02/2011

Βαγγέλης Μπέκας | Φετίχ

 

Βαγγέλης Μπέκας, Φετίχ, μυθιστόρημα

εκδ. Μπαρτζουλιάνος 2011, σελ. 272, τιμή: 14,80 ευρώ

 

Δεν θα μας διώξει αυτή η πόλη, μωρό μου

 

 

 

Πάνω απ’ όλα ο φετιχισμός. Tι είναι ο κόσμος, εμείς οι ίδιοι τέλος πάντων, αν όχι φετιχιστές ― με λίγα λόγια, εμμονικοί. Ο Βαγγέλης Μπέκας, στο δεύτερό του μυθιστόρημα, παίρνει μιαν αλήθεια και μας την πετάει στα μούτρα· χωρίς φειδώ, δίχως καμιάν αναστολή.

Χτυπάνε πολλά καμπανάκια· ο συγγραφέας, έχοντας αναλάβει τον ρόλο του κωδωνοκρούστη, αποπειράται να κάνει σαματά στην πόλη· όπως ακριβώς και μέσα στο βιβλίο ο κάθε ήρωας παίζει άλλοτε με καμπάνες, άλλοτε με κουδούνια, κι άλλοτε με κουδουνίστρες. Ανελέητα. Σε μια καλοστημένη πόλη, ο θόρυβος που προκαλείται μέσα στο βιβλίο έχει στόχο να διαταράξει τους αμόλυντους, κατά τ’ άλλα, νοικοκυραίους και τις στρατιές των αγνών παρθένων τού «δεν ξέρω-δεν είδα-δεν άκουσα».

Το μεγαλύτερο φετίχ, κατά τη δική μου ανάγνωση, δεν είναι ούτε οι λέξεις ούτε η συγγραφή ούτε τα κραγιόν της Δανάης ούτε τα γόνατά της, για τα οποία ο γείτονάς της Παύλος γλείφεται, ούτε το Ινστιτούτο-σύμμαχος της κυβέρνησης, που θέλει να κάνει τον κόσμο δικό του χρησιμοποιώντας πειραματόζωα. Ούτε βέβαια και το ξεπατίκωμα των στίχων των μεγάλων ποιητών που έκανε ο διαφημιστής Παύλος αλλάζοντάς τους τα φώτα, σε μια κοινωνία όπου η ποίηση θεωρείται αντιεμπορική και, άρα, απαγορευμένη ― καυστικό και πικρό το χιούμορ εδώ. Ένα ιδιαίτερο φετίχ του μυθιστορήματος, η υπέρτατη, με λίγα λόγια, εμμονή είναι η ίδια η ζωή. Η ζωή ως φετίχ, ως «κόλλημα» του μυαλού και του σώματος· ως αντίσταση στην αδάμαστη επίθεση ενός κόσμου που υποθάλπει την ερωτική συνεύρεση μεταξύ ανθρώπων αλλά και μεταξύ πραγμάτων. Όσο kinky μπορεί ν’ ακούγεται αυτό! Όπως ακριβώς τα παιχνίδια και τα πειράματα της Μαρίας και του Ιάσονα, που θέλουν να παρασύρουν και τη Δανάη, την οποία γλυκοκοιτάζει, όπως είπαμε, ο Παύλος, που δεν ξέρει πού να βρει την άκρη του νήματος της ζωής της δικής του και του κόσμου, αλλά έχει πάρε-δώσε με τον Άρη, που τον προμηθεύει μ’ ένα όπλο, αλλά ο πασιφισμός του Μπέκα δεν του επιτρέπει να το χρησιμοποιήσει όπως θα ’θελε.

Τα καμπανάκια εξακολουθούν να χτυπάνε. Τα παραγόμενα προϊόντα μιας κοινωνίας γίνονται εμμονές· το σώμα γίνεται εμμονή· το σεξ, επίσης· η λογοτεχνία, εμμονή στον δρόμο προς την εξαθλίωση· πιόνια όλοι σ’ ένα παιχνίδι που φοβάται τον ίδιο του τον εαυτό· που φοβάται, τελικά, έναν καθωσπρεπισμό. Το Φετίχ όμως δεν είναι καθωσπρέπει. Έτσι, αναφαίνεται ένα ακόμη διακύβευμα: τα ένστικτα, ξανά στην επιφάνεια.

Αυτό ακριβώς που έκανε συνεχώς μες στο βιβλίο ο Τέο, αυτή η μορφή που ξέμεινε στ’ ατέρμονα «Μάταλα» της κοινωνίας αυτής. Χαρακτήρας-κλειδί, νομίζω, για να κατανοήσουν οι ήρωες και, μαζί τους, ο αναγνώστης ότι απ’ την πολλή σκέψη, την πολλή ανάλυση, τον σώνει και καλά βαθύ στοχασμό και εντοπισμό της πρόθεσης των ανθρώπων έναντι σε πράγματα και καταστάσεις μπορεί να καταλήξει στον απόλυτο ιδρυματισμό. Και, στην πραγματικότητα, αυτό ήθελε να κάνει το περίφημο Ινστιτούτο σε συνεργασία με την κυβέρνηση: να καταλυθεί το πρωτογενές ένστικτο ―αλλά και τα πάλαι ποτέ αυτονόητα διακυβεύματα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας― ώστε, τελικά, η μεθοδευμένη σκέψη και πράξη να οδηγούν στη στεγανοποιημένη κατανάλωση, στον στεγανοποιημένο τρόπο ζωής, στον στεγανοποιημένο έρωτα.

Απ’ την άλλη, όσο κι αν κάποιοι, με βαθύτατο συντηρητισμό, προσπαθούν να συγκρίνουν και να ομαδοποιήσουν ιδέες, σκέψεις, αισθητική και εν γένει βιβλία θα πρέπει να διαβλέψουν ότι, σε μιαν εποχή όπου όλα είναι ρευστά, είναι τουλάχιστον άστοχο, αν όχι αστείο, να προβαίνει κανείς σε τέτοιες αναλύσεις. Πόσω μάλλον για ένα βιβλίο που προσπαθεί, όπως εν προκειμένω, να φωτίσει πλευρές μιας ―μελλοντικής ή παροντικής― δυστοπίας.

Ας μην παρασυρόμαστε όμως. Το μυθιστόρημα του Μπέκα δεν μανιφεστάρει με γροθιές σηκωμένες και ντουντούκες, απ’ τις οποίες ακούγονται άναρθρες σωτήριες κραυγές. Το βιβλίο είναι μία ξεκάθαρη λογοτεχνική αφήγηση για τ’ ότι δεν… τα φάγαμε μαζί. Κάτι που ευχαριστεί ιδιαιτέρως τον κύριο Πικρό ή, αλλιώς, Νυφίτσα, έναν ήρωα του Φετίχ που μαζεύει κόσμο στο Ινστιτούτο. Στρατολόγος με τα όλα του, με μια φοβερή διάθεση να φέρει τον κόσμο στα μέτρα του, πριν να τον φέρει εκείνος στα δικά του, όπως έλεγε και το άσμα.

Και, τέλος, το σκηνικό. Ζούμε σε μια πόλη όπου, τελικά, τίποτα δεν θεωρείται αυτονόητο. Προφανώς, δεν φταίει η Ακρόπολη, δεν φταίει η Πανεπιστημίου, δεν φταίνε τα Εξάρχεια ή οι Αμπελόκηποι. Φταίει η χρήση μας αυτής της πόλης. Φταίει που μυρίζει μπαρούτι και Σανέλ νο. 5 ταυτόχρονα. Φταίει που αργοσβήνει η πρόθεσή μας να πάρουμε τα μικρά, τ’ αδιόρατα καθημερινά μας πράγματα στα χέρια μας. Ο Μπέκας τη χρησιμοποιεί την πόλη, τις λειτουργίες, τις δυσκολίες και τις ευκολίες της ως ένα σκηνικό που συνομιλεί με τους ήρωες και τις ιδέες τους. Η πόλη, σ’ αυτό το βιβλίο, δεν είναι ένα ξενέρωτο σκηνικό όπου αναγκαστικά πρέπει να υπάρχει γιατί δεν γίνεται αλλιώς. Είναι, καταπώς φαίνεται, η ένωση και η αλληλεπίδραση ανθρώπου και περιβάλλοντος. Η πόλη είμαστε εμείς.

Αυτός είναι ο κόσμος του Μπέκα. Εδώ μέσα, σ’ αυτό το βιβλίο, προσπαθούν όλοι να ανασάνουν, όπου, για μας, τους αναγνώστες, είναι αυτονόητη αυτή η ανάσα. Ο συγγραφέας μοιάζει να συντάσσεται με την παρακάτω, παραφρασμένη, επιτρέψτε μου, σκέψη του Ζίγκμουντ Μπάουμαν: «Γι’ αυτό έχει γίνει ντροπή να είσαι φτωχός: γιατί είσαι ανίκανος να επιτελέσεις τη βασική σου υποχρέωση ― ν’ αγοράζεις, να αισθάνεσαι, να διαβάζεις και ν’ ακούς μαλακίες».

 

*Δημοσιεύτηκε στην «Αυγή», 13/12/2011

Απ’ το Παρίσι στην Καβάλα: Ανθολογία Γαλλικής Ποίησης | Παλίμψηστο Καβάλας

Η πόλη ως αναβρασμός, η πόλη ως απλή καταγωγή

Ανθολογία Γαλλικής Ποίησης

Από τον Μπωντλαίρ ώς τις μέρες μας

Επιμ. Χριστόφορος Λιοντάκης

Καστανιώτης 2009

Σελ. 397, Τιμή €36,98

*

Παλίμψηστο Καβάλας

Ανθολόγιο Μεταπολεμικών Λογοτεχνικών Κειμένων

Εισ.-Επιμ.-Ανθολ. Ευριπίδης Γαραντούδης – Μαίρη Μικέ

Καστανιώτης – Δημοτική Βιβλιοθήκη Καβάλας 2009

Σελ. 301, Τιμή €20,90

*

(Παρίσι) Όλα από κάπου πρέπει να ξεκινούν…

Αναβρασμός. Αλλαγές. Πόνος. Φωνές. Πόσος ακόμη φόβος; Πόσους έρωτες να κρύψει αυτή η πρωτεύουσα, πόσα πάθη να σκεπάσει, πόσα σώματα να ρημάξει; Ο Σηκουάνας μυρίζει κι άλλο· διψάει για αίμα. Όλοι διψούν, αλλά πόσοι θα ξεδιψάσουν; Ο λόφος μπορεί και κρατά ακόμα τη σκιά του. Θα επιζήσει.

…αλλά πόσο έχουμε ακόμα; (Καβάλα)

Οι καπνεργάτες κατακλύζουν το λιμάνι. Από πάνω, η παλιά πόλη, ο φάρος, το πάλαι ποτέ κάστρο του Ιμπραήμ στέκουν και κοιτάζουν. Κανείς δεν ξέρει ποια θα ’ναι η αλλαγή που μέλλει να πλημμυρίσει την πόλη. Οι μυρωδιές ξεχύνονται, ο κόσμος το ίδιο. Πάνω κάτω, όλη μέρα. Τη νύχτα, ηρεμία. Τι μένει; Αυτοί που θα φύγουν και θα ξαναγυρίσουν· κι αυτοί που δεν θα επιστρέψουν ποτέ.

(Παρίσι) Τα άνθη του καλού…

Ο Μπωντλαίρ είχε καταλάβει νωρίς· κι είχε λάβει ήδη την ομορφότερη κατάρα σ’ αυτόν τον κόσμο. Κι ο Μαλλαρμέ, αλλά αυτός μπορεί να πρόλαβε κάτι παραπάνω. Ο Βερλαίν δεν πρόφτασε το γύρισμα του αιώνα, κι ο Λωτρεαμόν δεν νοιάστηκε. Ο Ρεμπώ κυλίστηκε παντού· θυσίασε όμως όλο του το αίμα· κι εμείς ακόμα πίνουμε. Only good die young. Απολλιναίρ, Λαφόργκ, Κλωντέλ, Βαλερύ, Νοάιγ, ελάτε, μόνο μη μιλήσετε δυνατά, το Παρίσι δεν έχει ακόμα ξεπεράσει τα τραύματά του. Ραντίστε με ιδρώτα λίγο περισσότερο το χώμα του. Ε, αγαπητέ Ρομπέρ Ντεσνός;

…δεν φτάνουν ακόμα στο λιμάνι. (Καβάλα)

Δειλά δειλά, οι λέξεις καταφτάνουν. Ποιητές, πεζογράφοι, βραχύβια περιοδικά, μερικά βήματα. Το μόνο μέλημα: να σωθεί ένα κομμάτι μιας μικρής ψυχής, ίσως της πόλης, των παθών και των λαθών όσων μέλλεται να περάσουν αποδώ. Και να φύγουν.

(Παρίσι) Πρωθύστεροι καημοί…

Συνέρχεται αργά η πρωτεύουσα. Όλο και συσσωρεύεται το πνεύμα, αγαπιέται η πόλη και ο λόφος περικυκλώνεται από «παιδιά». Πόσες φωνές ακόμα; Κάποιος Ζαν-Πολ ποδηγετεί. Μια Σιμόν δεν ξέρει τι να κάνει. Ένας Αλμπέρ ζητάει βοήθεια, αλλά δεν τη χρειάζεται. Κάποιος Πάμπλο κοιμάται ήσυχος, κι ο Αντρέ κουράζεται τις νύχτες. Πάντα όμως ξανάρχονται, όσο κι αν κρύβονται, ο Λαρμπώ, ο Περς, ο Ζαν Ζουβ, ο Ρεβερντύ. Ο Ελυάρ γεμάτος χώματα –μα πού τα βρήκε αυτός ο κύριος;– σιγοψιθυρίζει: «Πλησιάζουμε/Είναι η καρδιά της γης σφιγμένη». Γιατί δεν κάνετε λίγη ακόμη ησυχία, παρακαλώ; Πρέπει ν’ ακούσουμε ξανά τον Αρτώ. Και τον Βιάν.

…τις νύχτες μας ταράζουν. (Καβάλα)

Μεγαλώνει η πόλη. Μέσα κι έξω. Το λιμάνι μυρίζει πιο όμορφα, ο φάρος βρίσκει λόγους να συνεχίσει την περιστροφή του, οι καπνεργάτες γίνονται οι ήρωες της πόλης. Τα μολύβια παίρνουν φωτιά. «Χωρίς φως στη βόρεια πόλη» ο Μάρκογλου, «Φωτογραφία» ο Βασιλικός, «Αποκοτιά» ο Αξιώτης. Δεν μένει τίποτα απλησίαστο. Στο κάστρο τα δέντρα μεγαλώνουν. Η θάλασσα βαθαίνει. Ο Χειμωνάς έχει «την ψυχολογία της καρφωμένης σημαίας». Και ξεκινά η «μετατόπιση του ενδιαφέροντος από μια ποιητική του ληξιαρχείου σε μια ποιητική των διαδοχικών εγγραφών στο σώμα της πόλης».

(Παρίσι) Και ξανά πίσω…

Η Σηκουάνας γίνεται πιο ορμητικός. Αλλά βρομάει περισσότερο. Ποιος νοιάζεται; Ποιος ζητά να καθαρίσουν τα μέσα κι έξω νερά; Ο Σουπώ, ο Μισώ, ο Μπατάιγ, ο Αραγκόν; Ποιος; Ο Πρεβέρ, ο Κενώ, ο Σαρ; Μυρωδιές ολόγυρα στην πόλη. Τα φιλιά, αλλά και τα σάλια. Το νερό, αλλά και τ’ αλκοόλ. Εγώ κι εσύ. Εκείνος ο Μάης.

…εκεί που φεύγει ο στρατός και έρχονται οι στρατιές. (Καβάλα)

Ο Γραμμένος δεν αντέχει τη γύρω ατμόσφαιρα. Ο Αξιώτης τού λέει –ανεξακρίβωτη πληροφορία– πως όλα θ’ αλλάξουν. Η Κυρτζάκη ανοίγει τα φτερά της και ψάχνει τον καινούργιο δρόμο. Ο Καναβούρης δεν νιώθει λύπη, έχει μέσα του πολλή δίψα. Ο Μίσσιος πολεμάει τα σημερινά φαντάσματα· τα χθεσινά τα ’χει αγαπήσει. Ο Χαρπαντίδης έχει τη μανία της πόλης δική του. Και νά ο Γιώργος Χειμωνάς. Αδύνατος, χαμογελαστός, φανατικός, ωραίος. Ο Γιώργος είναι όμορφος. Είναι η ποίηση της ομορφιάς. Τ’ αντίστροφο το ’χει κιόλας κατακτήσει.

(Παρίσι) Ο δρόμος έχει…

Ο χρόνος περνά και χάνεται. Οι ποιητές κουλουριάζονται και παίρνουν δύναμη για να ξαναπετάξουν. Γρήγορα το ’χε καταλάβει ο Μπερζερέ· γρήγορα κι ο Λεμαίρ. Ο Γκραμόν μειδιά, αλλά δεν φωνάζει. Ο Πενσόν ακολουθεί. Στο Παρίσι θα βρέχει για πάντα.

…και κατέχει. (Καβάλα)

Ο Γρηγοριάδης κατεβαίνει απ’ το βουνό του, ερωτεύεται κι εκμοντερνίζει. Ο Ξανθόπουλος απορεί και αγαπά. Η Τριανταφυλλίδου αρωματίζει, γεμάτη ποίηση. Οι αδερφοί Κούφαλη αναστενάζουν. Η Καβάλα ζει ακόμα.

«Σήμερα μπορώ να χαιρετήσω την ομορφιά» (Ρεμπώ)

…χάρις στον Χριστόφορο Λιοντάκη και όλους τους μεταφραστές.

«…άλλος τρόπος από το σώμα δεν υπάρχει» (Χειμωνάς)

…σ’ ένα βιβλίο χάρις στον Ευριπίδη Γαραντούδη και τη Μαίρη Μικέ.

*

[Δημοσιεύτηκε στο 4ο τεύχος του BookPress, Δεκέμβριος 2009.]

νατάσα χατζιδάκι – άδηλος αναπνοή | συνάντησέ την, το βράδυ

Άδηλο σώμα, το βράδυ, αναγεννάται

Μερικές σκέψεις για το έργο της Νατάσας Χατζιδάκι

*

Νατάσα Χατζιδάκι, Άδηλος αναπνοή, Ποιήματα 1971-1990

εκδ. ύψιλον/βιβλία 2008, σελ. 205, τιμή: 14 ευρώ

Νατάσα Χατζιδάκι, Συνάντησέ την, το βράδυ, νουβέλα

εκδ. Πλέθρον 2009 (α΄ έκδοση: Μικρή Εγνατία 1979), σελ. 138, τιμή: 13 ευρώ

Με μιαν ανάσα: ο λόγος, ποιητικός ή πεζός, της Νατάσας Χατζιδάκι, απ’ τις σημαντικότερες φωνές της γενιάς του ’70, είναι σωματικός τόσο όσο το σώμα μπορεί ν’ αντιδράσει και να διαπεράσει, διεμβολίζοντας, τον χρόνο, μέσω μιας πασιφανούς ανυποχώρητης εννοιολογικής αφαιρετικότητας κι ενός γλωσσικού μινιμαλισμού, πολλάκις φορτισμένου.

Το σώμα κινείται μεταξύ ποιητικής έκστασης και πεζογραφικής ολιγάρκειας, αληθινού και ονειρικού (ή μυθικού), ρεαλιστικού και υπερρεαλιστικού. Ένα σώμα φτασμένο στο παρόν γεμάτο μνήμες παρελθόντος και νοσταλγία για το μέλλον – ή για το παρόν που αδυνατεί να παραμείνει αδρανές, όπως και ο αναγνώστης. Διαβάζοντας ταυτόχρονα τη δεύτερη συλλογή της (Ακρυλικά, 1976), που εντάσσεται στην Άδηλο αναπνοή, και τη νουβέλα Συνάντησέ την, το βράδυ (1979), μπορούμε να διαβλέψουμε το διακύβευμα της ποιήτριας: οι λέξεις ποτέ δεν είναι αρκετές, το ποίημα μεγαλώνει, το πεζό γράφεται, οι γλωσσικές επιλογές δεν υποχωρούν ενώπιον του καταιγισμού των περιγραφομένων.

Ακόμη κι όταν το νόημα καθίσταται αδιαπέραστο, η αναλογία διατηρείται στο εξής δίπολο: το σώμα ως περιφερόμενο ηχείο του κόσμου-το σώμα ως επινόηση του κόσμου. Η Χατζιδάκι λαχταρά τη λύτρωση απ’ τον κόσμο, γνωρίζοντας ότι δεν μπορεί να ζήσει χωρίς τα πάθη που αυτός προκαλεί. Οι ήρωες της νουβέλας πατούν σε δύο βάρκες: στη σκοτεινή δικτατορική Αθήνα, στο σκλαβωμένο σώμα και νου, και στην, έστω επίπλαστη, ελευθερία της ευρωπαϊκής μεγαλούπολης, όπου ο εκφοβισμός του ανθρώπου αντικαθίσταται απ’ τη (δήθεν;) γαλήνη – κι όλ’ αυτά, με υπερρεαλιστικές μεταβάσεις απ’ τον έναν τόπο στον άλλον, δίχως πάντοτε προφανή τρόπο.

Αυτές οι αδηφάγες βάρκες, με ισχυρή κόλλα στον πάτο, να μη φύγει το πόδι απ’ τη μια και περάσει στην άλλη, σχηματοποιούνται έτσι: κάθε αναφορά στην Αθήνα γίνεται με την αφήγηση θανάτου, ενώ σε κάθε αναφορά στην Ευρώπη διακρίνεται ένας διάχυτος ερωτισμός, σχεδόν εμμονικά, ενώ υποδηλώνονται τα ήδη επιλυμένα προβλήματα επιβίωσης. Η μνήμη του σώματος, ανεξάρτητα απ’ τις χωροχρονικές του συντεταγμένες, παραμένει στο προσκήνιο και ακολουθεί τη ροή της, θαρρείς αποκομμένη απ’ ό,τι την περιβάλλει.

Στην πρώτη της συλλογή (Στις εξόδους των πόλεων, 1971), η Χατζιδάκι είχε γερά κρατήματα στην οικονομία του λόγου, προτάσσοντας μιαν ορατή συνομιλία με τον Άλλον, ως αφανή ήρωα του καιρού και της ζωής. Η μαγεμένη γλώσσα, συνάμα με το μαγευτικό πέπλο της παροντικής ζωής ως προσδοκώμενης αθανασίας, χτυπούσε σαν επαναληπτικό καρφί με το πέρας κάθε ποιήματος, ενώ συγχρόνως εμφανιζόταν ένας χορός τους ρυθμούς της συγκρατημένης εξομολόγησης.

Μα η εξομολόγηση ποτέ δεν υποχωρεί. Πώς θα μπορούσε άλλωστε η σωματική γραφή της Χατζιδάκι να δημιουργηθεί έτσι, ώστε να εμφορείται διαρκώς απ’ τη δίψα για παραμονή στον κόσμο των ανθρώπων; (Τα ρητορικά ερωτήματα μοιάζουν περιττά – όσο υποχρεωτική ηχεί η διαδικασία της αναπνοής απ’ όλα τα σημεία του σώματος.) Στην τρίτη συλλογή (Δυσαρέσκεια, 1984), ο λόγος έχει πια μεγαλώσει σε έκταση και νοηματοδοσία. Ο τοκετός της αφήγησης χαρίζει θυμό και ειρωνεία, κι ίσως έναν αδιόρατο φόβο για την παρουσία του ποιητικού υποκειμένου στο σύγχρονο κοινωνικοπολιτικό γίγνεσθαι. Πιθανώς γι’ αυτόν τον λόγο η Χατζιδάκι πηγαινοέρχεται απ’ το «εγώ» στο «εμείς», μ’ ένα ενδιάμεσο «εσύ», το οποίο μεταμορφώνεται επανειλημμένα σε περιβάλλον και εσωτερική φωνή. Το σώμα ντύνεται το ρούχο που του χαρίζει ένας ανεξέλεγκτος κόσμος, το αίμα που κυλά στις φλέβες του αδημονεί να χαριστεί σε πράγματα κι ανθρώπους.

Στη συλλογή Άλλοι (1990), η μόνη που διαθέτει αφιέρωση –πράγμα καθόλου τυχαίο αν αναλογιστούμε τον τίτλο της συλλογής–, το σώμα είναι έτοιμο, σαν από καιρό, να δοθεί στον κόσμο, στους άλλους. Δεν πρόκειται για καμιά παράδοση, για κανένα αλόγιστο χάρισμα – είναι μόνον ο ανηλεής πόθος τού «εγώ» να ενωθεί με τη συνθήκη που το καθορίζει: σώμα και νους ποτέ δεν καταφέρνουν, στην ποίηση της Χατζιδάκι, να μείνουν ξέχωρα.

Επιστροφή στη νουβέλα. Αυτό το έργο μοιάζει πρωθύστερο αναφορικά με ό,τι ακολούθως δημοσίευσε η ποιήτρια. Εδώ, μοιάζουν να συναντώνται τα προηγούμενα και τα επόμενα της νουβέλας (ποιητικά) έργα της, πάντα από την άποψη της μανίας του σώματος να ενδυθεί ή να απεκδυθεί το κοινωνικό, πολιτικό, ανθρώπινο συγκείμενό του. Το μόνο που έχουν ανάγκη οι ήρωες της νουβέλας είναι να ανακτήσουν την αναπνοή τους σ’ έναν κόσμο ελεύθερο, με μιαν αβοήθητη κραυγή κατάμουτρα στον φόβο.

Για το τέλος: είναι έμφυλη η γραφή της Χατζιδάκι. Η γυναίκα δεν είναι όχημα αφήγησης, είναι, καταρχήν, η παρουσία της υπομονής του σπαραγμού σ’ έναν κόσμο που καταπίνει ασύδοτα τους πάντες. Και το έργο της αντιστέκεται με νύχια και με δόντια σ’ αυτό το αβαθές πηγάδι. Έτσι κι αλλιώς, το μόνο που χρειάζεται είναι το λιγοστό φως για την ανάγνωση και το παχύρρευστο σκοτάδι για τον στοχασμό: η σωματική και η ερωτική συνάντηση αναδημιουργούνται και παραμένουν στην ανάγνωση της σημαντικής αυτής ποιήτριας – με όλους τους κινδύνους και την ομορφιά.

Κι ίσως μένει το ερώτημα: Είναι νουβέλα τελικά αυτό το κείμενο; Μήπως παραμένει ένα εκτεταμένο ποίημα που δεν βρίσκει χώρο να χωρέσει; Μήπως ο υπότιτλος («Σημειώσεις για ένα χαμένο μυθιστόρημα») υποδηλώνει ακριβώς αυτό: ότι πάντα επιστρέφει στο Ποίημα;

Ρητορικά ερωτήματα που δεν απαντώνται. Ή που χάνονται μόλις τα ξεστομίσεις…

*

[Δημοσιεύτηκε στην “Αυγή”, Τρίτη 8/12/2009.]

θεόδωρος γρηγοριάδης – δεύτερη γέννα

Κερδισμένο στοίχημα, διαρκής πειραματισμός

Η εμπλοκή του παρελθόντος με το παρόν, τα συχνά δυσδιάκριτα όριά τους, η επίδραση του ενός έναντι του άλλου, έχουν πολλές φορές, αν όχι τις περισσότερες, απασχολήσει τη λογοτεχνία ―πεζογραφία και ποίηση― κι όχι βεβαίως μόνον αυτήν. Η τέχνη, ως πνευματική παραγωγή που μοχθεί, μεταξύ άλλων, να ερμηνεύσει και να χαρίσει «λύσεις», έστω προσωρινές κάποιες φορές, εργάζεται επί ενός πεδίου το οποίο επιστρατεύει μέσα που ο ανθρώπινος νους διαθέτει: λόγο, συναίσθημα, αίσθημα, αισθητική. Δεν είναι λίγες φορές που όλ’ αυτά συναιρούνται σ’ ένα έργο τέχνης, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, δημιουργώντας έτσι ένα σύνολο στο οποίο, κατά την ανάγνωσή του ―κυριολεκτική (στη λογοτεχνία εν γένει) ή μεταφορική (εάν πρόκειται, για παράδειγμα, για τη ζωγραφική ή τη μουσική)― αναφύονται από στιγμή σε στιγμή διαφορετικά στοιχεία.

Σε όλα αυτά τα εν πολλοίς αισθητικά κριτήρια, έρχεται το ειδολογικό κομμάτι τού έργου τέχνης να παίξει τον ρόλο του. Αν περιοριστούμε στη λογοτεχνία που εν προκειμένω μας αφορά, ο σύντομος λόγος, ο μονόλογος, η αποστασιοποιημένη τριτοπρόσωπη ή η «ερευνητική» δευτεροπρόσωπη αφήγηση, για να αναφέρουμε μόνο κάποια στοιχεία, ορίζουν το σύνολο του καλλιτεχνικού αποτελέσματος, συνάμα, ενδεικτικά, με τα ρεαλιστικά, μεταρεαλιστικά, σουρεαλιστικά, μοντέρνα ή μεταμοντέρνα διακριτικά που ο δημιουργός αναλαμβάνει να προσδώσει στο έργο του.

Ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης κατά τη συγγραφική του διαδρομή, απ’ τις αρχές του ’90 και δώθε, έχει αποδείξει ότι μπορεί να διαπερνά πλείστα όσα στάδια και επίπεδα τόσο του θεωρητικού και του αισθητικού φάσματος της εκφοράς του λόγου και της «αρχιτεκτονικής» των έργων του όσο και της εκάστοτε ιστορίας. Στα πρώτα του βιβλία (π.χ., «Κρυμμένοι άνθρωποι», «Ναύτης», «Ο χορευτής στον Ελαιώνα»), χειρίστηκε αποτελεσματικά τον μαγικό ρεαλισμό διατηρώντας την αφηγηματική παρακαταθήκη του μοντερνισμού, εντάσσοντας στα κείμενά του επιρροές απ’ τον τόπο και τον χρόνο, με αποκορύφωμα τα «Νερά της Χερσονήσου», το πρώτο του βιβλίο που έκανε φανερή χρήση της θεωρητικής του τοποθέτησης για το φύλο, με πρώτα στίγματα στην προηγηθείσα νουβέλα του, υπό τον τίτλο «Εκείνη που είχε εραστή», στη συλλογή «Ο αρχαίος φαλλός». Ενώ το προκείμενο ζήτημα της κυριαρχίας του χωροχρόνου διατηρήθηκε στα βιβλία της δεκαετίας του 2000, ας πούμε απ’ το «Παρτάλι» και μετά, αποφάσισε να κάνει μία στροφή προς έναν μεταμοντέρνο τρόπο λόγου και δομής των κειμένων του, όπως τον έχουμε συνηθίσει από ένα τμήμα της σύγχρονης αγγλοσαξονικής σχολής, την οποία παρεμπιπτόντως μελετά και διδάσκει συστηματικά, επιχειρώντας, με επιτυχία, να θέσει ενώπιον του αναγνώστη το ερώτημα για την αρμονική σύζευξη (συν)αισθηματικής και εγκεφαλικής γραφής.

Το τελευταίο του βιβλίο, η «Δεύτερη γέννα», το οποίο ευρηματικά δεν χαρακτηρίζει ειδολογικά, είναι ένας σπαρακτικός μονόλογος μιας μάνας απ’ την Καβάλα που κατεβαίνει στην Αθήνα για να ετοιμάσει τα γενέθλια της κόρης της η οποία έχει δολοφονηθεί. Η γυναίκα αυτή, την οποία το περασμένο καλοκαίρι ενσάρκωσε θεατρικά η Φιλαρέτη Κομνηνού, πηγαινοέρχεται στο παρόν και το παρελθόν σαν σε μία απόλυτα ενιαία διαδρομή η οποία όμως ενυπάρχει στον κόσμο της, μέσα κι έξω, σπειροειδώς δημιουργώντας κοινά πεδία ανάμεσα στο τώρα και στο τότε. Οι λέξεις της, ο κόσμος της ολόκληρος, τ’ αντικείμενα που την περιβάλλουν, οι άνθρωποι, γίνονται ένα στο στόμα της, στο ίδιο το κείμενο, ώστε είναι δύσκολη για τον αναγνώστη (κριτικό ή όχι) η διάκριση, σ’ αυτό το βιβλίο του Γρηγοριάδη, μεταξύ της πρωτοκαθεδρίας της αισθητικής απόλαυσης και της αφήγησης καθαυτήν.

Η μάνα, πρόσωπο ανέκαθεν τραγικό στην καθ’ ημάς λογοτεχνία, στη «Δεύτερη γέννα» θα πρέπει να ιδωθεί πρωταρχικά ως ολοκληρωμένος χαρακτήρας, και κατόπιν ως γυναίκα. Ο Γρηγοριάδης, για να το ξεκαθαρίσουμε, δεν απολυτοποιεί, όπως πάντα εξάλλου, αυτόν τον χαρακτήρα, ούτε του προσδίδει στοιχεία κι έννοιες αδιαμφισβήτητες. Αυτό που κάνει είναι να διατηρεί σε όλο το κείμενο ―σύντομα και πυκνά― άσβεστο το εξής: ο χαρακτήρας, ιδίως ο γυναικείος, δεν μπορεί να περικλειστεί στα στεγανά που πολλές φορές η σύγχρονη λογοτεχνική παραγωγή προσπαθεί να την περιορίσει με χαρακτήρες-καρικατούρες της γυναίκας.

Αυτό που ο Γρηγοριάδης καταφέρνει είναι ν’ αποδώσει την εικόνα ενός προσώπου, που τυγχάνει να ’ναι γυναίκα, αφήνοντας απέξω όλα τα υφολογικά κλισέ που συναντούμε ένθεν κακείθεν, όπου η γυναίκα περιορίζεται σε αντιαισθητικές περιγραφές και μικροαστικές επιδείξεις, όσον αφορά και τον ψυχισμό της και την παρουσία της στο αφηγηματικό παρόν. Κοντολογίς, μέσα σε ενενήντα σελίδες, ο συγγραφέας διαγράφει μία παλινδρόμηση απ’ το ένδον στο έξω της ηρωίδας του, καθιστώντας την έναν χαρακτήρα ολοκληρωμένο, τουλάχιστον για το διακύβευμα της πλοκής του βιβλίου του, ενώ, την ίδια στιγμή, συναντούμε έργα όπου οι εξαντλητικές περιγραφές και οι πληκτικές αφηγήσεις οδηγούν σ’ ένα αμφίβολο αποτέλεσμα, αναφορικά με το χτίσιμο του χαρακτήρα, το αισθητικό υπόβαθρο και το σύνολο της πλοκής.

Πιο συγκεκριμένα, ο Γρηγοριάδης μοιάζει να κάνει μια αναδρομή ―όχι πισωγύρισμα― σε όλα σχεδόν τα προηγούμενα έργα του. Ήρωες από παλαιότερα βιβλία του κάνουν κι εδώ την εμφάνισή τους, ιδέες κι έννοιες επανέρχονται στο προσκήνιο επιτείνοντας την άποψη πως ο λόγος ενός δημιουργού, το ύφος και αισθητική του μπορούν να πηγαινοέρχονται αναδεικνύοντας ένα έργο συνεχές. Να σημειώσουμε βέβαια, όπως προαναφέρθηκε, ότι η επιλογή του Γρηγοριάδη στην εξέλιξη του μονολόγου του προτυπώνει, τρόπον τινά, και ό,τι μόλις παρατέθηκε.

Τι συμβαίνει όμως με την απουσία (ή την αδήριτη παρουσία, θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί) του αντρικού φύλου; Η μάνα, ενώ παλεύει να ισορροπήσει ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν, την ίδια στιγμή καρκινοβατεί μεταξύ του δολοφόνου της κόρης της και του δικού της «δολοφόνου», που, εκτός απ’ την ίδια τη ζωή, είναι και ο άντρας της. Ακριβώς σ’ αυτό το σημείο είναι που ο Γρηγοριάδης βάζει το στοίχημα και το κερδίζει: χωρίς ούτε μια στιγμή να διαλύει την εικόνα του άντρα, σκιαγραφεί πλήρως το ψυχογράφημα της γυναίκας. Ταυτόχρονα, μοιάζει να δικαιολογεί τις επιλογές ενός συζύγου που, απ’ τη μια, έφυγε μακριά παρατώντας τη γυναίκα, αλλά, απ’ την άλλη, λάμβανε σχεδόν αδιάλειπτα τη φωνή της συνείδησής της.

Η γλώσσα που χρησιμοποιείται κινείται παράλληλα με την εσωτερική και αφηγηματική διαδρομή της ηρωίδας. Όπου η τραγική μάνα ανακαλεί γεγονότα και σκέψεις συναισθηματικά φορτισμένα, η γλώσσα μοιάζει ν’ αποτελεί το κυρίαρχο εργαλείο. Απ’ την άλλη, όταν καταλαγιάζει η ένταση, οι αφηγηματικές επιλογές, η δραματοποίηση μέσω κινήσεων και πολλές φορές διαλόγων λαμβάνει στοιχεία (αυτο)σαρκασμού, αποφεύγοντας καθ’ όλη την πορεία οποιαδήποτε μεμψιμοιρία και (αυτο)λύπηση. Και πάλι: η ενότητα λόγου, δομής, έμψυχων και άψυχων αντικειμένων, χώρου και χρόνου είναι αναντίρρητα το μεγάλο πλεονέκτημα της «Δεύτερης γέννας». Σχεδόν σε όλα τα σημεία φαίνεται πως όλα τα περιγραφόμενα αποτελούν ένα συνεχές όλον το οποίο μπορεί να διασπαστεί μόνο εκ των ενόντων: απ’ την αλλαγή πλεύσης του εσωεξωτερικού μονολόγου της μάνας ― η ίδια, επομένως, η ηρωίδα είναι που καθοδηγεί τη γλώσσα που ο συγγραφέας τής αποδίδει.

Σε έργα αυτού του είδους, όπως προσπάθησα να αναλύσω παραπάνω, το «παιχνίδι» με τον παραλήπτη είναι ακατάπαυστο. Ο Γρηγοριάδης δεν φείδεται προσφοράς είτε κανείς προτάσσει την αναγνωστική απόλαυση είτε την κριτική ματιά και την αισθητική ικανοποίηση ― εάν προγραμματικά υποθέσουμε ότι εν προκειμένω αυτά είναι που ξεχωρίζουν.

Αν βασικό μέλημα της κειμενικής πρόσληψης παραμείνει η έκπληξη, το απρόοπτο και ο συγκλονισμός απ’ τα αφηγούμενα, ο συγγραφέας ικανοποιεί όλες αυτές τις εκφάνσεις. Αν βασική αναγνωστική προϋπόθεση είναι η συνολική δυναμική ενός έργου, ο συγγραφέας καταφέρνει να δημιουργήσει ένα αναγνωστικό σύμπαν διάστικτο από τέτοιου είδους ομορφιά.

Το μόνο που μένει, κατά τη δική μου άποψη, είναι η επιβεβαίωση της πορείας του Θεόδωρου Γρηγοριάδη με την αφήγηση ως κερδισμένο στοίχημα και το υπόβαθρο των βιβλίων του ως έναν διαρκή και ανοδικό πειραματισμό.

[Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη]

[Δημοσιεύτηκε στην «Αυγή της Κυριακής», 22/11/2009.]

βασιλική ηλιοπούλου – σμιθ

Το εκεί και τότε ως εδώ και τώρα

Το φαινόμενο του υπαινιγμού και της κατά τι ρεαλιστικής απεικόνισης ως ένας συνδυασμός του οποίου τα απότοκα κινούνται παράλληλα με την εποχή στην οποία αναφέρονται, αποτελούν, μεταξύ άλλων, μία προσπάθεια εκ μέρους της λογοτεχνίας να ερμηνεύσει το κοινωνικό μέσω του ατομικού. Δεν είναι λίγες εκείνες οι φορές όπου το κρυμμένο θηρίο του πολιτικού υποκειμένου παλεύει να ιδωθεί ως εσωεξωτερικός ατομικός πόλεμος και οι καλύτερες προθέσεις του συγγραφέα γίνονται η απόλαυση του αναγνώστη.

Σ’ αυτό το μυθιστόρημα, η Ηλιοπούλου στοχάζεται το ταυτόχρονο παιχνίδι που στήνουν επαναληπτικά η επιμονή και το πάθος, ο χρόνος και όσα θέλουν να τον καταργήσουν. Στην Ελλάδα του ’50, ο χρόνος έχει σταματήσει, καμία εξέλιξη δεν μπορεί να καταγραφεί και η επιμονή δεν φτάνει για να εγκαθιδρυθεί το πάθος. Ο Θωμάς, ο υπαλληλίσκος του ΟΤΕ, που χρόνια μετά αποφασίζει να μάθει να οδηγεί και ν’ αγοράσει αυτοκίνητο (θαρρείς και προσπαθεί να παραβλέψει όλα του τα προβλήματα), και ο Άρης, ο νεαρός που θέλει να μάθει, φοβούνται τα ίδια πράγματα: πώς θα προχωρήσουν οι ζωές τους παραμένοντας πιστοί σε αρχές και όνειρα – αλλά, πάντοτε, ο πρώτος με τη διαρκή αποφυγή απάντησης, και ο δεύτερος με τα εκκρεμή ερωτηματικά για τον κόσμο στον οποίο μεγαλώνει και όπου οι «μεγάλοι» κλείνουν τα μάτια τους.

Η διαφορά τους όμως είναι και οι παράλληλοι κόσμοι του βιβλίου: ο Θωμάς ζει την παράνοια του αστυνομικού κράτους, του έρωτα και των παθών εκείνης της εποχής, ρεαλιστικά, σ’ όλο του το πετσί. Ο Άρης όμως παλεύει με τα φαντάσματα που τριγυρνούν στον κόσμο, δίχως την παραμικρή προσπάθεια να πατήσει στον πραγματικό κόσμο – του φτάνει που ζει σ’ αυτό που κρίνει ότι ισχύει. Ένα σημαντικό εύρημα της Ηλιοπούλου που διαπνέει όλες της τις σελίδες.

Είναι αξιοσημείωτο το πώς αυτή η μεταφορά απ’ τον ρεαλιστικό κόσμο στον κόσμο του νου μπορεί και γίνεται χωρίς καμία αμηχανία, με μόνο μέλημα την αφήγηση που χτίζεται αργά, αποσκοπώντας στο αυτονόητο διακύβευμα, ανάμεσα σε άλλα, της τέχνης και της ζωής, που δεν είναι άλλο παρά η ταυτόχρονη παρουσία του ανθρώπου και της εποχής του στην πραγματική και τη φανταστική σφαίρα. Η γέφυρα που ενώνει τους δύο αυτούς κόσμους είναι, καταπώς προκύπτει, η Ευανθία, η δασκάλα, που αναγκάστηκε ν’ αφήσει τα πάτρια μακεδονικά εδάφη για να ζήσει, χωρίς απαντήσεις, κάπου στα δυτικά της Αθήνας με τον Θωμά και τον Άρη, τον πατέρα και τον γιο. Κι εδώ, παρατηρείται η αφθονία της αφήγησης: η συγγραφέας δεν αφήνει τον αναγνώστη να ταυτιστεί με τους δύο κεντρικούς ήρωες, γιατί, όπως φαίνεται, αρνείται να επιλέξει ή να λειτουργήσει ως οδοδείκτης των δύο συμπληρωματικών κόσμων.

Οι υπόλοιποι ήρωες, μικροαστοί, μικρόνοες, διαρκώς κλεισμένοι πίσω απ’ την ασφάλεια ενός λανθάνοντος εγωκεντρισμού, παλαντζάρουν –κι αυτοί με μάτια κλειστά, σαν να τ’ αφήνουν όλα στην τύχη– ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό – ανάμεσα, τελικά, σ’ αυτό που βιώνουν και σ’ αυτό που νομίζουν ότι ελέγχουν. Η Ηλιοπούλου επιλέγει χαρακτήρες απ’ όλο το φάσμα της κοινωνίας, ως τα κομμάτια του παζλ που λείπουν για να συμπληρωθεί το έργο. Όπως και να ’χει, η έννοια του ανθρώπου και του συνανθρώπου δεν παύει ποτέ να υπάρχει στο ίδιο πρόσωπο. Βέβαια, δεν είναι μόνον η συγκεκριμένη κατάσταση που κατακλύζει τις ζωές των ηρώων – σε τελική ανάλυση, τα δυο πεδία που προαναφέρθηκαν δημιουργούνται, έτσι κι αλλιώς, από ισοδύναμα, όσο και αυτόνομα, γεγονότα και σκέψεις.

Η απλή, στα όρια της ποιητικής, γλώσσα της Ηλιοπούλου παραμένει και το σημαίνον στοιχείο που προφανώς παλεύει να αναφανεί ως γέννημα της παρουσίας των πρωταγωνιστών στο βιβλίο, στο χωροχρονικό τους πλαίσιο. Η στακάτες, σε πολλά σημεία, γλωσσικές επιλογές δεν αναιρούν την ήρεμη, αργή θα ’λεγε κανείς, αφήγηση. Άλλωστε, η συγγραφέας δίνει την εντύπωση πως τίποτα δεν μπορεί να επηρεάσει την εξέλιξη της ιστορίας προς ένα εσπευσμένο τέλος: η ζωή έχει τους χρόνους της, των οποίων η διασάλευση δεν εναπόκειται σε κανέναν απ’ τους ήρωες.

Το ζήτημα που προκύπτει, και που μάλλον λύνεται προς το τέλος, είναι ο ακατάπαυστος φόβος και η αποσιωπημένη ραθυμία του Θωμά και του Άρη, και μαζί όλων των άλλων, ως σιωπηλή αποδοχή της περιρρέουσας κατάστασης. Ακόμη και το όπλο, το Smith & Wesson, καθίσταται, τουλάχιστον στην αρχή, το σύμβολο αυτού που μόλις αναφέρθηκε. Η όποια «εκπυρσοκρότηση» δεν θα μπορέσει να γίνει όχημα ώστε να έρθουν τα πάνω κάτω.

Στο μυθιστόρημα της Βασιλικής Ηλιοπούλου αυτό που, καταλήγοντας, απομένει στον αναγνώστη δεν είναι μόνον η ιστορία – αυτή ίσως παραμένει επιτυχώς μετέωρη. Αυτό που σκέφτεσαι ολοκληρώνοντας είναι το τεράστιο ερωτηματικό για τη ζωή (σου/μας) σήμερα. Στο εδώ και στο τώρα.

[κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πόλις]

[Δημοσιεύτηκε στην «Αυγή», Τρίτη 24/11/2009.]