Εργαστήρι ποιητικής γραφής με την Ευτυχία Παναγιώτου

[ έχεις τα εργαλεία· τα έχεις και κάθονται· γιατί δεν πας σ’ ένα εργαστήρι που θα σ’ τα γυαλίσουν, θα σ’ τα λαδώσουν, θα σ’ τα λειάνουν; Έλα, βουρ, πάμε! Κάθε Πέμπτη, 20.00-22.00, στο Σπίρτο, στο Κάτω Χαλάνδρι ]

 

 

1426448_10151838664366464_154700059_n

ευτυχία παναγιώτου | μαύρη μωραλίνα

Η Ευτυχία Παναγιώτου, στο δεύτερο ποιητικό βιβλίο της Μαύρη Μωραλίνα, πειραματίζεται στο πεδίο της εξομολογητικής ποίησης πλάθοντας μια ιστορία για ποικίλες μορφές καταπίεσης, όπως εκφράζονται σε ένα σύστημα αποικιοκρατίας ή ολοκληρωτισμού, αλλά και στις διαπροσωπικές σχέσεις. Στην ιστορία της μαύρης Μωραλίνας, μιας νεαρής νέγρας που αναζητά στο χάρτη το σημείο όπου όλοι οι άνθρωποι είναι ευτυχισμένοι, ρόλοι και όρια είναι ρευστά και το μέλλον προμηνύεται επικίνδυνα αβέβαιο. Η μαύρη Μωραλίνα όμως δεν φοβάται πια το ύψος, δεν φοβάται το κενό, ζωγραφίζει στο τετράδιό της ένα τρίγωνο και τραγουδά ένα σπαρακτικό τραγούδι: «Με ανάπηρους τους φθόγγους των πουλιών / νεκρόφιλος κανείς δεν είναι». Πιστεύει με όλο της το είναι πως «ό,τι αντέχει / ανθίζει μουσική». Και τότε φόβος και τρέλα ανοίγονται στην έκσταση.

Η Παναγιώτου, με τη Μαύρη Μωραλίνα, δίχως να αναθεματίζει τις εσωτερικές, προσωπικές διεργασίες, υπερθεματίζει στην πολιτικοκοινωνική αγωνία. Προχωρά ένα βήμα μπροστά και καταθέτει, μέσα σε μια εποχή που ακροβατεί, τη δική της ουτοπία: το προσωπικό και το συλλογικό μπλέκονται γοητευτικά, και ο αναγνώστης διεκδικεί τη δική του θέση στις λέξεις.

Η Ευτυχία Παναγιώτου γεννήθηκε στη Λευκωσία το 1980. Σπούδασε φιλοσοφία στην Αθήνα και νεοελληνικά στο Λονδίνο. Εργάζεται ως επιμελήτρια εκδόσεων, ασχολείται με τη μετάφραση ποίησης και γράφει άρθρα σχετικά με τη λογοτεχνία σε περιοδικά και εφημερίδες.

Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, στα ιταλικά και στα γερμανικά.

Έχει γράψει τη συλλογή ποίησης μέγας κηπουρός (Κοινωνία των (δε)κάτων, 2007).

Η Μαύρη Μωραλίνα είναι το δεύτερο βιβλίο της.

* * * *

(Ποίηση, ISBN: 978-960-04-4122-2, σελ. 72, τιμή: 9,5 €, Δεκέμβριος 2010)

Anne Sexton – Ερωτικά ποιήματα (Love Poems)

Κατηγορία: Παγκόσμια Ποίηση
ISBN: 978-960-6781-70-4
Ημερ. Έκδοσης: 18/02/2010
Μετάφραση: Ευτυχία Παναγιώτου
Σελίδες: 112
Εισαγωγή-Επίμετρο: Ευτυχία Παναγιώτου

Η Ανν Σέξτον αποτελεί ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά παραδείγματα ποιητών που έγραφαν για να ζήσουν. Όταν έγραφε τα  Ερωτικά ποιήματα (1969) εμπνεόταν από το θάρρος μα και τη λάμψη της γυναίκας εκείνης που είχε γνωρίσει το θερμό χάδι της κοινωνικής αποδοχής: το βραβείο Πούλιτζερ. Παράλληλα ταλανιζόταν από τις φαντασιώσεις και την ερωτική επιθυμία της γυναίκας που παρέμενε ανέγγιχτη από τον ίδιο της τον άντρα. Στα ποιήματα αυτά πλάθει μια πολυδύναμη γυναικεία περσόνα που μοιάζει σχεδόν αδύνατον ν’ αποτελεί ένα και μόνο πρόσωπο. Με τη φωνή της, άλλοτε σπαρακτική κι οργισμένη, άλλοτε λυρική κι ονειρική, άλλοτε επηρεασμένη από το  κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο κι άλλοτε περιχαρακωμένη στο μικρόκοσμό της, καλύπτει ένα μεγάλο φάσμα της ερωτικής εμπειρίας σε περιόδους όπου οι κοινωνικές συνθήκες, ο ρόλος της γυναίκας και ειδικά ο πόλεμος καθιστούσαν τις  ανθρώπινες σχέσεις ιδιαίτερα δύσκολες, δίνοντας όμως άπλετο χώρο στη μνήμη να τις ανασκευάσει και στη φαντασία την ελευθερία να τις αναπλάσει. Η συλλογή περιλαμβάνει τόσο λυρικά ποιήματα, αντικατοπτρισμούς της νοσταλγίας τής ερωτικής αγάπης, που τις πιο πολλές φορές έχει ήδη χαθεί, όσο και πιο τολμηρά, που μοιάζουν με μανιφέστα σεξουαλικής  απελευθέρωσης, υπέρ του έρωτα έξω από τις συμβάσεις του γάμου.

Στο πλαίσιο της αντίληψης για τον έρωτα εντάσσεται και ένα παθιασμένο αντιπολεμικό αίσθημα, ένας αδιαπραγμάτευτος πόθος για την ειρήνη που, σαν την αποστερηθούν οι άνθρωποι, αποκτηνώνονται.

Η γυναίκα στα ερωτικά ποιήματα της Ανν Σέξτον μοιάζει με μια νέγρα του Βορρά που παλεύει για την ισότητα, την ελευθερία και την αδελφότητα και που σαν μαύρο πρόβατο ξεγλιστρά από την αγέλη. Για να βρει μαζί και τον έρωτα, που είναι δυσεύρετος, για να βρει την αληθινή αφή που είναι δύσκολο όπλο. Γράφοντας ποιήματα σωματικά, διαποτισμένα από την έξαψη και την έξαρση της ερωτικής επιθυμίας και, το πιο σπουδαίο, πλήρως απαλλαγμένα από ιδεολογήματα.

Εφόσον από νωρίς το κατάλαβε: μ’ ένα άγγιγμα ξεκινά η ζωή και μ’ ένα άγγιγμα τελειώνει. Με κάποιον τρόπο όμως κάπως συνεχίζεται.

Η ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

Η Ανν Γκρέι Χάρβεϊ, γνωστή ως Ανν Σέξτον, γεννήθηκε στις 9 Νοεμβρίου 1928 στο Νιούτον της Μασσαχουσέττης. Η σχέση  της με την ποίηση αρχίζει σε ηλικία περίπου 17 ετών, όταν δημοσιεύει ορισμένα από τα πρωτόλειά της στο ετήσιο σχολικό λεύκωμα. Η Ανν συνεχίζει τις σπουδές της στο Garland School της Βοστόνης, όπου γνωρίζει τον Άλφρεντ Μούλερ Σέξτον ΙΙ  (ψευδώνυμο: Κάγιο), με τον οποίο τελικά παντρεύεται και αποκτά δύο κόρες.

Εξαιτίας των οικονομικών τους προβλημάτων επιστρέφουν στη Μασσαχουσέττη, ο Κάγιο κατατάσσεται στο Ναυτικό και οδηγείται στην Κορέα, ενώ η Ανν εκμεταλλεύεται την εντυπωσιακή εμφάνισή της και παρακολουθεί μαθήματα για μοντέλα στο Hart Agency, εργαζόμενη μάλιστα ως μοντέλο για κάποιο διάστημα. Το 1954, έγκυος στη δεύτερη κόρη της, εμφανίζει έντονα συμπτώματα κατάθλιψης. Πρόκειται για το ξεκίνημα μιας ολέθριας σχέσης της ποιήτριας με το θάνατο, την απελπισία, αλλά και την ποιητική της τέχνη, την οποία αρχικά προσεγγίζει ως θεραπευτική μέθοδο, μετά την παρότρυνση του ψυχιάτρου της δρ Μάρτιν Ορν. Ανάμεσα σε απόπειρες αυτοκτονίας, ψυχωσικά επεισόδια και εγκλεισμούς σε ιδρύματα νοσηλείας, η Ανν Σέξτον εκδίδει το 1959 την πρώτη της ποιητική συλλογή, που τυγχάνει θερμής υποδοχής, όπως και η επόμενη, που κυκλοφορεί το 1962. Το 1965, μετά από επτά χρόνια εξαρτημένης ψυχοθεραπείας, ο δρ Μάρτιν Ορν μετακομίζει στη Φιλαδέλφεια, γεγονός που κλονίζει τις εύθραυστες, ούτως ή άλλως, βάσεις της ψυχικής της υγείας. Περίπου την ίδια περίοδο γράφει το βιβλίο της Ζήσε ή Πέθανε, για το οποίο  τιμάται το 1967 με το Βραβείο Πούλιτζερ. Παράλληλα, συνεχίζει να γράφει ποίηση και να διδάσκει Αγγλική Λογοτεχνία σε  Γυμνάσιο της Μασσαχουσέττης. Ακολουθεί ένα διάστημα αναγνώρισης του ποιητικού έργου της με διδακτορικούς τίτλους και υποτροφίες, ωστόσο η ψυχική της νόσος διαρκώς επιδεινώνεται. Το 1973 νοσηλεύεται τρεις φορές, ζητά διαζύγιο από τον σύζυγό της, ενώ η κατάστασή της απομακρύνει σταδιακά από κοντά της και τους πιο επιστήθιους φίλους της.

Στις 4 Οκτωβρίου επιστρέφει στο σπίτι της και κάνει μία ακόμη απόπειρα αυτοκτονίας, επιτυχημένη αυτή τη φορά, στο γκαράζ, μέσα στην κόκκινή της Cougar, αφήνοντας αναμμένη τη μηχανή και το ραδιόφωνο ανοιχτό.

* * *

Αυτό το βιβλίο το έζησα από πολύ κοντά, όπως και ο ποιητής Αργύρης Παλούκας. Αλλά δεν έχει τόση σημασία αυτό. Περισσότερη σημασία έχει να βλέπεις μια ποιήτρια να δουλεύει με όλο το πάθος και την προσήλωση που μπορεί ένας άνθρωπος ν’ αφιερώσει σ’ ένα έργο. Κι αυτό, όπως και να το δει κανείς, είναι σημαντικότερο απ’ οποιοδήποτε ποίημα, απ’ οποιαδήποτε μετάφραση. Ευτυχία, τα σέβη μου. Κι έχουμε ακόμη δρόμο…

μέγας κηπουρός – ευτυχία παναγιώτου

το χέρι που κράταγε σφιχτά το αίμα μου ήταν ωραίος
 νεκροθάφτης.
μου έδωσε ένα μαχαίρι κάτω απ’ το χώμα να εξολοθρεύω
 σκουλήκια.
κι έπειτα από ένα ταξίδι αιματηρό, έμαθα πως ποτέ δεν θα
 πεθάνω.
γιατί δεν θα ‘σαι δω μπροστά μου να κρατάς, ψυχοπομπός,
μια νόθα αναγγελία του θανάτου.

_*_*_

Δε θα ‘ναι. Κι ίσως το πάλλευκο του θάνατου το χρώμα να μυρίζει
ομορφιές και πόθους. Μαχαίρια άκοπα, σαν τα βιβλία τα παλιά που
κάποτε, και κάποτε-κάποτε, μαζεύουμε κάτω από δέντρα και
τα μυρίζουμε. Οι άνθρωποι.

_*_*_

Consider
a girl who keeps slipping off,
arms limp as old carrots,
into the hypnotist’s trance,
into a spirit world
speaking with the gift of tongues.

_*_*_

είμαι ο πόνος που γίνεται πλήγμα σε κάθε λέξη.
τρυπάω τα δόντια μου ν’ αρθρωθώ’ συνέχεια ματώνω.
με βία γεννιέμαι, ύπαρξη που απαγορεύεται.

_*_*_

Και χρόνος σαν γίνεται ο πόνος, μόνος σαν γίνεται ο χρόνος, πόνος ο μόνος.
Κανείς δε μιλά. Κανείς δε μένει μόνος. Με μια ορμή, μεμιάς η ορμή, σαν χάνεται
σε βάθη [όχι, στην επιφάνεια τη φωτεινή τη βλέπω να χάνεται] με βία
αναδεύει λέξεις κι αναφιλητά, σπαθιά κρυμμένα στις ζωές’ παράλληλα δε ζούμε.
Οι άνθρωποι.

_*_*_

Well, death’s been here
for a long time –
it has a hell of a lot
to do with hell
and suspicion of the eye
and the religious objects
and how I mourned them
when they were made obscene
by my dwarf-heart’s doodle

_*_*_

προχθές κάποιος αλήτης με είπε αθώο κοριτσάκι
και πήγα σπίτι ψάχνοντας για κάποιο χάπι,
από την τόση ειρωνεία, μαμά, για να κοιμάμαι.
τρώω λίγο’ στον ύπνο μου κυκλοφορούν φαντάσματα.
όμως, αγόρασα αδιάβροχο για τις καινούργιες μπόρες.

_*_*_

I have done it again.
One year in every ten
I manage it –

a sort of walking miracle, my skin
Bright as a Nazi lampshade,
My right foot

A paperweight,
My face a featureless, fine
Jew linen.

_*_*_

ξεγεννάω άλλο ένα όνειρο, μορφή Εφιάλτη,
και ράβω τα ίχνη σου έκτακτα σ΄ ένα στομάχι κενό.
πώς μ’ αδειάζει ο πόνος στο πάτωμα;
είναι σαν να ‘χω φύγει.

ποτέ το πρόσωπό μου δεν θα μείνει καθαρό.

_*_*_

Ας είναι. Ο πόλεμος δε μένει πια εδώ. Στη θάλασσα κοντά, σιωπές κι εκεί παρά τα γέλια,
λίγες γραμμές, ίσιες φορές-φορές, τα καταφέρνεις, να ομορφαίνουν λέξεις άλλων.
Δεν είναι ακόμα η ώρα. Ούτε ακόμη. Μόνο να βλέπεις προς το φως που έρχεται, μ’ ορμή κι αυτό,
και φέρνει μαζί του χώμα. Οι άνθρωποι. Αυτοί.

_*_*_

                                                     

All night I’ve held your hand,
as if you had
a fourth time faced the kingdom of the mad –
its hackneyed speech, it’s homicidal eye –
and dragged me home alive…

_*_*_

ντρέπομαι μικρή να υποφέρω τόσο.
αν είναι ο πόνος των μικρών ελάχιστος
θέλω ένα τίποτα να γίνω
θέλω το τίποτα – φωνάζω
τόσο, που μια μέρα θα κοπώ επιτέλους
απ’ τα τεντωμένα μου λαρύγγια.
άλαλο έμβρυο θα επιστρέψω σε σένα.

_*_*_

But then, love is where our summer
was.

_*_*_

                                                   

μπερδεμένες περιπτώσεις οι λέξεις μου.
έχουν μια εμμονή να σκάβουν σε εντόσθια
και μετά, σαν να ‘χουνε δει κανένα φάντασμα,
τρομάζουν απ’ τα πράγματα οι λέξεις,
μοιάζει με άρρωστο παραμύθι όπου
στον τρόμο της όρασης η ψυχή είναι πάντα αθώα,
κυκλοφορώ ξυπόλητη στο στιβαρό σου μπράτσο
δρασκελώντας αρτηρίες:
κοκκινίζω εύκολα δίχως συνέπειες.

_*_*_

It’s lovely just here now in the midst of night:
cool. I take back some of my imprecations,
some. I turn the fan off.
The twenty score people who count on me for tomorrow
probably will be satisfied. Maybe I will.
The summer has been rough,

I’ve booked our passage to a greener scene
and there my soul is earning.

_*_*_

Θέλω να γράψω ένα ποίημα
για την πρώτη φορά που βρέθηκα γυμνή
χωρίς να ‘μαι πια μικρή
για τα μάτια του άντρα
πώς μέτραγαν τις ατέλειές μου
πριν τις ξεπεράσουν
για τα δάχτυλα που ακολουθούσαν τα μάτια
για τον πρώτο πόνο, το πρώτο άνθος
όταν άνοιξε μες στο σκοτάδι που με χάιδευε σαν φως
για τα ρούχα, τόσο ενοχλητικά μετά
για τα φαγητά που ξύπναγαν πια
μιαν άλλη πείνα.
Θέλω να γράψω ένα ποίημα
για την πρώτη φορά…
Αλλ’ ούτ’ η ψυχή μου τη γεύση αυτή
δεν έχει συγκρατήσει.

_*_*_

Γαλάζιος είναι ο ορίζοντας
στον τόπο των ονείρων
Κι εκεί μήτε εγώ μήτε εσείς
Κι εκεί μήτε ο θνητός μήτε αθάνατος
Παρά μονάχα οι οσμές του αέναου χωροχρόνου

Μες σε χειμώνες και μελαγχολικά πρωινά Σαββάτου
με σύρματα τηλεφωνικά περιελιγμένος
με σιωπές που ο βόμβος των ονείρων μου φανερώνεται αληθής
τρισάγιος κι αμνήμων έρπομαι.

_*_*_

μου αρέσει να κοιτώ τις σκέψεις μου σαν χάνονται
στο διάστημα ορφανές και
ξαναβρίσκονται στο στόμα άλλων,
τις κινήσεις σαν μιμούνται αγριανθρώπων και
επιστρέφουν σε μένα ξένες.

ωραίες σαν το κεφάλι μου – εκσφενδονίζεται
συνένοχο.

                                                

 

_*_*_*_*_*_*_*_*_

Με τη σειρά, διαβάζουμε στο post:

  1. Ευτυχία Παναγιώτου, per funeral, “μέγας κηπουρός”
  2. Δημήτρης Αθηνάκης, άτιτλο
  3. Anne Sexton, Briar Rose (Sleeping Beauty), “Transformations”
  4. Ευτυχία Παναγιώτου, ενδοφλέβια, “μέγας κηπουρός”
  5. Δημήτρης Αθηνάκης, άτιτλο
  6. Anne Sexton, Live, “Live or Die”
  7. Ευτυχία Παναγιώτου, σύλβια, “μέγας κηπουρός”
  8. Sylvia Plath, Lady Lazarus, “Ariel”
  9. Ευτυχία Παναγιώτου, τόκος, “μέγας κηπουρός”
10. Δημήτρης Αθηνάκης, άτιτλο
11. Robert Lowell, Man and Wife, “Life Studies”
12. Ευτυχία Παναγιώτου, καρδιογράφημα, “μέγας κηπουρός”
13. Anne Sexton, Loving the killer, “Love Poems”
14. Ευτυχία Παναγιώτου, l’ opera aperta, “μέγας κηπουρός”
15. John Berryman, 274, “The Dream Songs”
16. Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, ΙΙΙ, “Στον ουρανό τού τίποτα με ελάχιστα”
17. Γιάννης Αντιόχου, Χωροχρόνος, “Ανήλικης Νυκτός Παρίστιον Δέρμα”
18. Ευτυχία Παναγιώτου, το κεφάλι μου σύμπαν ολόκληρο, “μέγας κηπουρός”