Ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης απόψε, 20/1/2013, στις 20.00, αποκαλύπτει το μυστικό της Έλλης ― και όχι μόνον…

Αφίσα Ελλη Δυάρι

Advertisements

Η (παλιά) Θεσσαλονίκη του περιθωρίου, του έρωτα

Θεόδωρος Γρηγοριάδης, Το Παρτάλι, εκδ. Πατάκη 2001, σελ. 472, τιμή: 15,79 ευρώ

Γιώργος Ιωάννου, Η πρωτεύουσα των προσφύγων, εκδ. Κέδρος 1997, σελ. 279, τιμή: 13,24 ευρώ

Θωμάς Κοροβίνης, Κανάλ Ντ’ Αμούρ, εκδ. Άγρα 1996, σελ. 64, τιμή: 8,12 ευρώ

Οι πόλεις χάνονται· οι πόλεις παραμένουν πάντα εκεί. Η Θεσσαλονίκη είναι μια πόλη· έχει χάσει κι έχει χαθεί· έχει μείνει πάντοτε εκεί, στο ίδιο σημείο, ν’ ατενίζει και ν’ ατενίζεται. Είναι μερικές πόλεις που, ανέκαθεν, φρόντιζαν το εσωτερικό τους ως θείον βρέφος εν μανδύα ιππότου και, την ίδια στιγμή, έχαναν τον μπούσουλα. Η Θεσσαλονίκη είναι απ’ αυτές τις πόλεις.

Μετά τη Μεταπολίτευση, η συμπρωτεύουσα άρχισε ν’ απελευθερώνεται· κρυφά κομμάτια της άρχισαν ν’ αναφαίνονται, τα φώτα λούζουν την πόλη, μα το βράδυ έρχεται πάντα για να καλύψει τον, έτσι κι αλλιώς, παράξενο ερωτισμό της. Εκεί κάπου, βιώθηκαν οι μεγάλοι έρωτες, οι παράνομες αγκαλιές, ζυμώθηκαν οι μυστικές φιλίες. Η Θεσσαλονίκη ήταν (είναι;) αυτή η μεγάλη αγκαλιά. Με το φως και το σκοτάδι της. Μέχρι που όλα μπήκαν στον χορό του ξεγυμνωμένου κέρδους.

Ο Θωμάς Κοροβίνης, στο Κανάλ Ντ’ Αμούρ βρίσκει τις κρυμμένες γωνιές της πόλης, τους κρυμμένους της ανθρώπους (όπως είχε κάνει, άλλοτε, ο Γρηγοριάδης για τον Έβρο, στ’ ομώνυμο μυθιστόρημά του) και τους φέρνει στο φως· δεν θέλει να τους προδώσει, δεν επιθυμεί να τους θυσιάσει στον βωμό ενός χαμένου -για πάντα;- ερωτισμού. Αυτό που προσδοκά είναι να διασωθεί εκείνη η αίγλη τής, όχι και τόσο παλιάς, πόλης· να παραμείνει ζωντανή η μνήμη που θάφτηκε κάτω απ’ το μπετόν αρμέ μιας νεοφερμένης, πρωτόγνωρης για την πόλη, σχεδόν ανόητης, διασκέδασης. Τα Λαδάδικα κι ο Βαρδάρης έχασαν το τρένο του περιθωριακού και απόλυτα κατακτητικού έρωτα κι επιβιβάστηκαν, αναγκαστικά, στο σάπιο πλοίο της γραμμής· ένα πλοίο που πάει την πόλη, τα μέρη αυτά ειδικά, καρφί στον αδιάφορο -ερωτικό ή μη- χορτασμό.

Η Θεσσαλονίκη του Κοροβίνη, σ’ αυτό του το έργο, καλύπτεται σ’ όλο το φάσμα της ζωής της. Στα κέντρα και στα μπαρ, στα καταγώγια και στα καφενεία, στα ξενοδοχεία και στα πεζοδρόμια, στα ραφτάδικα, στα σπίτια και στα «σπίτια». Είναι, ωστόσο, μια πόλη που αναζητά τον εαυτό της, που χτίζει τον χαρακτήρα της στον χαρακτήρα των ανθρώπων της. Είναι, ίσως, το συνεπέστερο παράδειγμα αστικού χώρου, όπου τίποτα δεν έχει αυθυπαρξία, παρά μόνον οι άνθρωποι, οι οποίοι νοηματοδοτούν τα πάντα.

Απ’ την άλλη, ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης, με το Παρτάλι, ανασταίνει και λογοτεχνικά ανασυστήνει εκείνες ακριβώς τις αφηγήσεις που ο Κοροβίνης ανέφερε. Παρενδυσία και (ομο)ερωτισμός, έρωτας πάνω απ’ όλα, ένα θαμμένο παρελθόν, υγρά ξενοδοχεία που στεγάζουν παράνομους έρωτες και ζεστά χρόνια· η Θεσσαλονίκη του Γρηγοριάδη, εδώ, παρελαύνει μπροστά μας με μιαν όμορφη σημαία στα χέρια της – έτοιμη κι αυτή να καεί στις φλόγες του ανελέητου κέρδους: «Εδώ, στη ρωγμή του χρόνου», όπως λέει ένας άλλος Θεσσαλονικιός, ο Νίκος Παπάζογλου.

Το Παρτάλι, ως βιβλίο, δεν είναι μόνον ένα έργο για την αποσάθρωση του Εγώ έναντι του Άλλου· είναι το ίδιο το Εγώ ως Άλλο, η επιθετική ερωτική σχέση του εγώ με ένα άλλο, που δεν μπορεί να υπάρξει μόνο του. Το Παρτάλι, επιπλέον, ως ήρωας του βιβλίου, είναι, καταπώς φαίνεται, η περίτρανη απόδειξη ότι τίποτα δεν είναι προφανές, τίποτα δεν κατακτάται χωρίς τη συγκατάθεση του κατακτώμενου, τίποτα δεν τελειώνεται δίχως, πρώτα, να βγει ο έσχατος μυχός της ύπαρξής μας στο φως.

Κι έρχεται ένας ακόμη, ο Γιώργος Ιωάννου, με την Πρωτεύουσα των προσφύγων, να μετρήσει, με πάθος κι αυτός, όπως κι οι άλλοι, τα όρια αυτής της πόλης και των κατοίκων της. Με τον γνωστό ερωτικό παλμό του, ο Ιωάννου μιλά για τους συγκαιρινούς του, αναμετράται με το δικό του σήμερα, δείχνει τον δρόμο που χαράσσει ο συγγραφέας, ο άνθρωπος, ο συνάνθρωπος, σε μια πόλη που τους χώρεσε, κάποτε, όλους και που, σήμερα, προσπαθεί να ξανανοίξει τα φτερά της. Σ’ αυτά τα πεζογραφήματα, η πόλη γίνεται ένας ανθρώπινος οργανισμός: με τις αρρώστιες του, με τους θυμούς του, με τα πάθη του, με τον πόθο του να βρει την αρχή και να παρατείνει το τέλος του. Ο Ιωάννου δεν χαρίζεται σε κανέναν· μέσα σε μερικές λέξεις, μπορεί να σώσει ενώπιόν μας όλη τη χαμένη αθωότητα ή όλη την αδαμάντινη κόλαση της ζωής.

Μαζί με όλ’ αυτά, ο Ιωάννου βάζει στη θέση τους πολλά πράγματα. Ας πούμε, την όψιμη αδιαφορία των Θεσσαλονικιών για τα κοινά, τη γενική τους αδιαφορία για το πού πορεύεται αυτή η πόλη. Ο συγγραφέας δεν θέλει, βέβαια, να γίνει διδακτικός· αυτό που, όπως και να ’χει, τον ενδιαφέρει, είναι η καρδιά της πόλης του· ή, καλύτερα, το σώμα της, το ιδρωμένο αυτό σώμα που αναζητά τη λύτρωση και τη δικαίωση. Ο Ιωάννου είναι αυτός που δίνει τον ρυθμό αυτού του σώματος σ’ αυτό το βιβλίο. Κι ο αναγνώστης χορεύει σ’ έναν τέτοιον ρυθμό.

Είναι πόλεις που κρύβουν και κρύβονται· είναι πόλεις που θέλεις να τις ανακαλύψεις και να τις κάνεις δικές σου. Είναι, όμως, και πόλεις -μπορεί και να ’ναι οι ίδιες, ταυτόχρονα- που δεν ξέρεις πώς να τις αφομοιώσεις· που δεν ξέρεις πώς να τις καταλάβεις. Η Θεσσαλονίκη είναι μία απ’ αυτές. Έχει όλα τα χαρακτηριστικά του έρωτα. Κι όλες, φυσικά, τις ανυπέρβλητες αντιφάσεις του.

Και όπως θα ’λεγε, μάλλον, στα Καλιαρντά του (εκδ. Νεφέλη, 2010) ένας άλλος ντόπιος, ο Ηλίας Πετρόπουλος: Η Σαλονίκη είναι καραμποντού, γεμάτη απ’ το ερωτικότερο τρεμόζουμο.

Δημοσιεύτηκε στην «Αυγή», 01/02/2011

θεόδωρος γρηγοριάδης – δεύτερη γέννα

Κερδισμένο στοίχημα, διαρκής πειραματισμός

Η εμπλοκή του παρελθόντος με το παρόν, τα συχνά δυσδιάκριτα όριά τους, η επίδραση του ενός έναντι του άλλου, έχουν πολλές φορές, αν όχι τις περισσότερες, απασχολήσει τη λογοτεχνία ―πεζογραφία και ποίηση― κι όχι βεβαίως μόνον αυτήν. Η τέχνη, ως πνευματική παραγωγή που μοχθεί, μεταξύ άλλων, να ερμηνεύσει και να χαρίσει «λύσεις», έστω προσωρινές κάποιες φορές, εργάζεται επί ενός πεδίου το οποίο επιστρατεύει μέσα που ο ανθρώπινος νους διαθέτει: λόγο, συναίσθημα, αίσθημα, αισθητική. Δεν είναι λίγες φορές που όλ’ αυτά συναιρούνται σ’ ένα έργο τέχνης, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, δημιουργώντας έτσι ένα σύνολο στο οποίο, κατά την ανάγνωσή του ―κυριολεκτική (στη λογοτεχνία εν γένει) ή μεταφορική (εάν πρόκειται, για παράδειγμα, για τη ζωγραφική ή τη μουσική)― αναφύονται από στιγμή σε στιγμή διαφορετικά στοιχεία.

Σε όλα αυτά τα εν πολλοίς αισθητικά κριτήρια, έρχεται το ειδολογικό κομμάτι τού έργου τέχνης να παίξει τον ρόλο του. Αν περιοριστούμε στη λογοτεχνία που εν προκειμένω μας αφορά, ο σύντομος λόγος, ο μονόλογος, η αποστασιοποιημένη τριτοπρόσωπη ή η «ερευνητική» δευτεροπρόσωπη αφήγηση, για να αναφέρουμε μόνο κάποια στοιχεία, ορίζουν το σύνολο του καλλιτεχνικού αποτελέσματος, συνάμα, ενδεικτικά, με τα ρεαλιστικά, μεταρεαλιστικά, σουρεαλιστικά, μοντέρνα ή μεταμοντέρνα διακριτικά που ο δημιουργός αναλαμβάνει να προσδώσει στο έργο του.

Ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης κατά τη συγγραφική του διαδρομή, απ’ τις αρχές του ’90 και δώθε, έχει αποδείξει ότι μπορεί να διαπερνά πλείστα όσα στάδια και επίπεδα τόσο του θεωρητικού και του αισθητικού φάσματος της εκφοράς του λόγου και της «αρχιτεκτονικής» των έργων του όσο και της εκάστοτε ιστορίας. Στα πρώτα του βιβλία (π.χ., «Κρυμμένοι άνθρωποι», «Ναύτης», «Ο χορευτής στον Ελαιώνα»), χειρίστηκε αποτελεσματικά τον μαγικό ρεαλισμό διατηρώντας την αφηγηματική παρακαταθήκη του μοντερνισμού, εντάσσοντας στα κείμενά του επιρροές απ’ τον τόπο και τον χρόνο, με αποκορύφωμα τα «Νερά της Χερσονήσου», το πρώτο του βιβλίο που έκανε φανερή χρήση της θεωρητικής του τοποθέτησης για το φύλο, με πρώτα στίγματα στην προηγηθείσα νουβέλα του, υπό τον τίτλο «Εκείνη που είχε εραστή», στη συλλογή «Ο αρχαίος φαλλός». Ενώ το προκείμενο ζήτημα της κυριαρχίας του χωροχρόνου διατηρήθηκε στα βιβλία της δεκαετίας του 2000, ας πούμε απ’ το «Παρτάλι» και μετά, αποφάσισε να κάνει μία στροφή προς έναν μεταμοντέρνο τρόπο λόγου και δομής των κειμένων του, όπως τον έχουμε συνηθίσει από ένα τμήμα της σύγχρονης αγγλοσαξονικής σχολής, την οποία παρεμπιπτόντως μελετά και διδάσκει συστηματικά, επιχειρώντας, με επιτυχία, να θέσει ενώπιον του αναγνώστη το ερώτημα για την αρμονική σύζευξη (συν)αισθηματικής και εγκεφαλικής γραφής.

Το τελευταίο του βιβλίο, η «Δεύτερη γέννα», το οποίο ευρηματικά δεν χαρακτηρίζει ειδολογικά, είναι ένας σπαρακτικός μονόλογος μιας μάνας απ’ την Καβάλα που κατεβαίνει στην Αθήνα για να ετοιμάσει τα γενέθλια της κόρης της η οποία έχει δολοφονηθεί. Η γυναίκα αυτή, την οποία το περασμένο καλοκαίρι ενσάρκωσε θεατρικά η Φιλαρέτη Κομνηνού, πηγαινοέρχεται στο παρόν και το παρελθόν σαν σε μία απόλυτα ενιαία διαδρομή η οποία όμως ενυπάρχει στον κόσμο της, μέσα κι έξω, σπειροειδώς δημιουργώντας κοινά πεδία ανάμεσα στο τώρα και στο τότε. Οι λέξεις της, ο κόσμος της ολόκληρος, τ’ αντικείμενα που την περιβάλλουν, οι άνθρωποι, γίνονται ένα στο στόμα της, στο ίδιο το κείμενο, ώστε είναι δύσκολη για τον αναγνώστη (κριτικό ή όχι) η διάκριση, σ’ αυτό το βιβλίο του Γρηγοριάδη, μεταξύ της πρωτοκαθεδρίας της αισθητικής απόλαυσης και της αφήγησης καθαυτήν.

Η μάνα, πρόσωπο ανέκαθεν τραγικό στην καθ’ ημάς λογοτεχνία, στη «Δεύτερη γέννα» θα πρέπει να ιδωθεί πρωταρχικά ως ολοκληρωμένος χαρακτήρας, και κατόπιν ως γυναίκα. Ο Γρηγοριάδης, για να το ξεκαθαρίσουμε, δεν απολυτοποιεί, όπως πάντα εξάλλου, αυτόν τον χαρακτήρα, ούτε του προσδίδει στοιχεία κι έννοιες αδιαμφισβήτητες. Αυτό που κάνει είναι να διατηρεί σε όλο το κείμενο ―σύντομα και πυκνά― άσβεστο το εξής: ο χαρακτήρας, ιδίως ο γυναικείος, δεν μπορεί να περικλειστεί στα στεγανά που πολλές φορές η σύγχρονη λογοτεχνική παραγωγή προσπαθεί να την περιορίσει με χαρακτήρες-καρικατούρες της γυναίκας.

Αυτό που ο Γρηγοριάδης καταφέρνει είναι ν’ αποδώσει την εικόνα ενός προσώπου, που τυγχάνει να ’ναι γυναίκα, αφήνοντας απέξω όλα τα υφολογικά κλισέ που συναντούμε ένθεν κακείθεν, όπου η γυναίκα περιορίζεται σε αντιαισθητικές περιγραφές και μικροαστικές επιδείξεις, όσον αφορά και τον ψυχισμό της και την παρουσία της στο αφηγηματικό παρόν. Κοντολογίς, μέσα σε ενενήντα σελίδες, ο συγγραφέας διαγράφει μία παλινδρόμηση απ’ το ένδον στο έξω της ηρωίδας του, καθιστώντας την έναν χαρακτήρα ολοκληρωμένο, τουλάχιστον για το διακύβευμα της πλοκής του βιβλίου του, ενώ, την ίδια στιγμή, συναντούμε έργα όπου οι εξαντλητικές περιγραφές και οι πληκτικές αφηγήσεις οδηγούν σ’ ένα αμφίβολο αποτέλεσμα, αναφορικά με το χτίσιμο του χαρακτήρα, το αισθητικό υπόβαθρο και το σύνολο της πλοκής.

Πιο συγκεκριμένα, ο Γρηγοριάδης μοιάζει να κάνει μια αναδρομή ―όχι πισωγύρισμα― σε όλα σχεδόν τα προηγούμενα έργα του. Ήρωες από παλαιότερα βιβλία του κάνουν κι εδώ την εμφάνισή τους, ιδέες κι έννοιες επανέρχονται στο προσκήνιο επιτείνοντας την άποψη πως ο λόγος ενός δημιουργού, το ύφος και αισθητική του μπορούν να πηγαινοέρχονται αναδεικνύοντας ένα έργο συνεχές. Να σημειώσουμε βέβαια, όπως προαναφέρθηκε, ότι η επιλογή του Γρηγοριάδη στην εξέλιξη του μονολόγου του προτυπώνει, τρόπον τινά, και ό,τι μόλις παρατέθηκε.

Τι συμβαίνει όμως με την απουσία (ή την αδήριτη παρουσία, θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί) του αντρικού φύλου; Η μάνα, ενώ παλεύει να ισορροπήσει ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν, την ίδια στιγμή καρκινοβατεί μεταξύ του δολοφόνου της κόρης της και του δικού της «δολοφόνου», που, εκτός απ’ την ίδια τη ζωή, είναι και ο άντρας της. Ακριβώς σ’ αυτό το σημείο είναι που ο Γρηγοριάδης βάζει το στοίχημα και το κερδίζει: χωρίς ούτε μια στιγμή να διαλύει την εικόνα του άντρα, σκιαγραφεί πλήρως το ψυχογράφημα της γυναίκας. Ταυτόχρονα, μοιάζει να δικαιολογεί τις επιλογές ενός συζύγου που, απ’ τη μια, έφυγε μακριά παρατώντας τη γυναίκα, αλλά, απ’ την άλλη, λάμβανε σχεδόν αδιάλειπτα τη φωνή της συνείδησής της.

Η γλώσσα που χρησιμοποιείται κινείται παράλληλα με την εσωτερική και αφηγηματική διαδρομή της ηρωίδας. Όπου η τραγική μάνα ανακαλεί γεγονότα και σκέψεις συναισθηματικά φορτισμένα, η γλώσσα μοιάζει ν’ αποτελεί το κυρίαρχο εργαλείο. Απ’ την άλλη, όταν καταλαγιάζει η ένταση, οι αφηγηματικές επιλογές, η δραματοποίηση μέσω κινήσεων και πολλές φορές διαλόγων λαμβάνει στοιχεία (αυτο)σαρκασμού, αποφεύγοντας καθ’ όλη την πορεία οποιαδήποτε μεμψιμοιρία και (αυτο)λύπηση. Και πάλι: η ενότητα λόγου, δομής, έμψυχων και άψυχων αντικειμένων, χώρου και χρόνου είναι αναντίρρητα το μεγάλο πλεονέκτημα της «Δεύτερης γέννας». Σχεδόν σε όλα τα σημεία φαίνεται πως όλα τα περιγραφόμενα αποτελούν ένα συνεχές όλον το οποίο μπορεί να διασπαστεί μόνο εκ των ενόντων: απ’ την αλλαγή πλεύσης του εσωεξωτερικού μονολόγου της μάνας ― η ίδια, επομένως, η ηρωίδα είναι που καθοδηγεί τη γλώσσα που ο συγγραφέας τής αποδίδει.

Σε έργα αυτού του είδους, όπως προσπάθησα να αναλύσω παραπάνω, το «παιχνίδι» με τον παραλήπτη είναι ακατάπαυστο. Ο Γρηγοριάδης δεν φείδεται προσφοράς είτε κανείς προτάσσει την αναγνωστική απόλαυση είτε την κριτική ματιά και την αισθητική ικανοποίηση ― εάν προγραμματικά υποθέσουμε ότι εν προκειμένω αυτά είναι που ξεχωρίζουν.

Αν βασικό μέλημα της κειμενικής πρόσληψης παραμείνει η έκπληξη, το απρόοπτο και ο συγκλονισμός απ’ τα αφηγούμενα, ο συγγραφέας ικανοποιεί όλες αυτές τις εκφάνσεις. Αν βασική αναγνωστική προϋπόθεση είναι η συνολική δυναμική ενός έργου, ο συγγραφέας καταφέρνει να δημιουργήσει ένα αναγνωστικό σύμπαν διάστικτο από τέτοιου είδους ομορφιά.

Το μόνο που μένει, κατά τη δική μου άποψη, είναι η επιβεβαίωση της πορείας του Θεόδωρου Γρηγοριάδη με την αφήγηση ως κερδισμένο στοίχημα και το υπόβαθρο των βιβλίων του ως έναν διαρκή και ανοδικό πειραματισμό.

[Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη]

[Δημοσιεύτηκε στην «Αυγή της Κυριακής», 22/11/2009.]

χάρτες – θεόδωρος γρηγοριάδης

«Άρχισε να τρώει ρύζι και η ακοή του μίκρυνε, το τούνελ έκλεινε και ξαφνικά μόνον ο θόρυβος του πιρουνιού ακουγόταν. Δεν είχε λόγο να εξηγήσει οτιδήποτε. Ήταν πολύ αργά πια για να προειδοποιήσει.»

[Απόσπασμα απ’ το βιβλίο]

Η λογοτεχνία του Θεόδωρου Γρηγοριάδη μέχρι πρότινος κινούνταν γύρω από το σώμα: ανδρικό, γυναικείο, άφυλο, παρενδυτικό. Το σώμα, γυμνό, χαμένο, δοσμένο, χαρισμένο. Το ταξίδι του σώματος στο έργο του Γρηγοριάδη ήταν η αρχή και το τέλος της δικής του αφήγησης.

Στο τελευταίο του βιβλίο, «Χάρτες», προσπάθησε και κατάφερε να μας ταξιδέψει, μέσω τώρα πια άυλων εν πολλοίς σωμάτων –άρα σωμάτων ως καταστάσεων, σε επαρχίες και χωριά, πόλεις και συνοικίες, ξενιτιές και εξορίες, ουτοπίες-δυστοπίες. Σε αυτά τα τέσσερα μέρη χωρίζονται οι εβδομήντα (70) ιστορίες -δυόμισι το πολύ σελίδες η καθεμιά- στο τελευταίο αυτό έργο του.

Για να δούμε τι είναι οι «Χάρτες».

Οι «Χάρτες» του Γρηγοριάδη είναι ένα καταστασιακό παλίμψηστο ιδεών και θέσεων. Για καιρό προσπαθούσα να πείσω τους μαθητές μου ότι ο παράδεισος και η κόλαση δεν είναι τόποι αλλά καταστάσεις. Αυτό το ίδιο προσπαθώ και τώρα να πω. Με άξονα μια παρέα φίλων, παράδοξη αλλά δεμένη, ο συγγραφέας αφηγείται, κατά τρόπο αφαιρετικό αλλά όχι αφηρημένο, το πέρασμα του μυαλού, της ψυχής, του παρόντος και του παρελθόντος μέσα από καταστάσεις που χρειάζονται δύναμη και αποφασιστικότητα, χρόνο και πάθος για να τις μετέλθεις.

Ένα μουγκό αγόρι που μιλάει, μία παράδοξη ερωτική στιγμή του παρελθόντος, παρεξηγήσεις και συναντήσεις, μια υποψία επανόδου της παρενδυσίας έστω και με αφορμή το καρναβάλι, μια διαδραστική ποιητική παρουσίαση με μαχαιροφόρους εισβολείς, μια γυναίκα που αποπατεί όπου βρει, ένας γιος που κινηματογραφεί τον πατέρα του καθώς αυτός αποφυλακίζεται, ένας συγγραφέας που ζει τη ζωή του και την τελειώνει μέσα από τα βιβλία ως ήρωας των αναγνωσμάτων του, ένας μόλις βιωμένος αποκεφαλισμός και –τέλος- ο Παράδεισος, είναι μερικές μόνο απ’ τις ιστορίες που απαρτίζουν τους «Χάρτες» του Θεόδωρου Γρηγοριάδη.

Ο συγγραφέας με αυτήν τη συλλογή ανανεώνει τη λογοτεχνική του πρόταση. Γνήσιος μεταμοντέρνος λογοτέχνης, προτάσσει την αφήγηση ως μέσο καταβύθισης σε έναν κόσμο φτιαγμένο από υλικά που στη χώρα μας δεν εντοπίζονται συχνά: απότομες εναλλαγές αφηγηματικών προσώπων και αφηγηματικού χρόνου, παιχνίδια με το μυαλό και την αίσθηση του αναγνώστη, λέξεις βαλμένες η μία δίπλα στην άλλη, που σαν ριπές φιλτράρουν όλα όσα έχουν οι ήρωες βιώσει μετουσιώνοντάς τα σε ένα παρόν που σε κάνει να μη νοιάζεσαι για το μέλλον. Και το κυριότερο: γλώσσα και ύφος υπαινικτικό, ανοιχτό σε ερμηνείες, που κάθε φορά αλλάζει η δομή του ανάλογα με το ποιος μιλά, τι λέει, τι είναι, τι θέλει, πάνω απ’ όλα τι θυσιάζει για να ζήσει.

Διαβάζοντας τις ιστορίες αυτές είδα ότι το -ανοιχτό και αδιαμφισβήτητα κινούμενο στη σύγχρονη πραγματικότητα- μυαλό τού συγγραφέα ανέλαβε ρόλο προφητικό, προειδοποιητικό.

Αντιγράφω από τη διεισδυτική κριτική τής Μικέλας Χαρτουλάρη στην εφημερίδα «Τα Νέα»: «Ο Θεόδωρος Γρηγοριάδης είναι από τους ελάχιστους συγγραφείς της νεώτερης γενιάς που μελετώνται σε διεθνή συνέδρια. Όχι επειδή τόλμησε από νωρίς να εισαγάγει γκέι χαρακτήρες στα βιβλία του, αλλά επειδή συλλαμβάνει κοινωνικές πραγματικότητες, τάσεις, προβληματισμούς, πριν ακόμα καθιερωθούν. Και ενώ η συγγραφική του δεξιοτεχνία σηκώνει βελτίωση, η συγγραφική του διαίσθηση έχει μεγάλο ενδιαφέρον- παράδειγμα το τέταρτο μέρος των Χαρτών

Οι «Χάρτες» του Γρηγοριάδη δεν αφήνουν τον αναγνώστη παραπονεμένο, δεν τον αφήνουν να μελαγχολήσει, ακόμα και όταν ο πατέρας -που μόλις αποφυλακίζεται- λέει στο γιο του ότι εξαιτίας του σκότωσε τη μάνα του, αλλά καλά θα κάνει να ψάξει ποιανού γιος είναι! Ή ακόμα όταν η μάνα σκοτώνει το κοριτσάκι της στην πιο παράξενη και ίσως δυνατότερη ιστορία της συλλογής (που –φυσικά- εντάσσεται στους ου-τόπους).

Αυτό συμβαίνει όχι γιατί υπάρχει μια διάχυτη διάθεση απόδοσης happy end –σε καμία περίπτωση· γίνεται γιατί ο συγγραφέας αρνήθηκε να βάλει οποιοδήποτε οριστικό και αμετάκλητο τέλος, αφήνοντας, έτσι, απόλυτη ελευθερία στον αναγνώστη να βρει εκείνος την άκρη.

Ωστόσο, ο εξοικειωμένος με το έργο του Θεόδωρου Γρηγοριάδη αναγνώστης θα παρατηρήσει για ακόμη μία φορά ότι ο συγγραφέας κάπου σταμάτησε το βηματισμό του, ένιωσε συστολή και δεν ξετυλίχτηκε όλος ο κόσμος που κρύβει στο μυαλό του. Εδώ τίθεται και πάλι το ερώτημα: τι σταματά τον συγγραφέα να μιλήσει απόλυτα και ξεκάθαρα έξω από τα δόντια; Η απάντηση θα δοθεί από τον αναγνώστη και μόνο, εφόσον βέβαια δημιουργηθεί μέσα του αυτό το ερώτημα. Και στη μία και στην άλλη περίπτωση, βρίσκω ότι ο Γρηγοριάδης κρατά καλά κρυμμένα κάθε φορά κάποια από τα χαρτιά του. Πότε θα τα ανοίξει, είναι ένα ερώτημα που θα απαντηθεί σε κάποιο ίσως επόμενο βιβλίο του.

Ο έρωτας, η ηδονή, το γέλιο, η λύπη –όλα γνώριμα στο έργο του Γρηγοριάδη- τώρα παίρνουν μία ακόμη σημασία: κλείνουν το ταξίδι τους πατώντας στους χάρτες που μέχρι σήμερα έχουν διάπλατα ανοίξει σε τραπέζια που πριν είχαν πάνω τους φιλοξενήσει όνειρα. Έχω τη σοβαρή υποψία ότι, αν ο πρώτος κύκλος του Θεόδωρου Γρηγοριάδη είχε κλείσει με τα «Νερά της Χερσονήσου» (Κέδρος), ο δεύτερος κλείνει με τους «Χάρτες». Καιρός δείξεται και πάλι…

Σκέψη πριν το τέλος: οι απαιτητικοί συγγραφείς δεν χρειάζονται απαιτητικούς αναγνώστες. Χρειάζονται ανοιχτά μυαλά…

[κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πατάκη]

[Το πρώτο διαδικτυακό σπίτι του Θεόδωρου Γρηγοριάδη βρίσκεται στις σελίδες της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης των Σερρών. Στο νέο του blog μπορεί κανείς να βρει το Ημερολόγιο των «Χαρτών» αλλά και τους νέους λογοτεχνικούς χάρτες που ο συγγραφέας ξετυλίγει]

το παρτάλι – θεόδωρος γρηγοριάδης

Ακόμα ένα παλαιότερο βιβλίο. Είναι καλή η εποχή να επιστρέφει κανείς σε διαβάσματα του παρελθόντος. Το “Παρτάλι” είναι ένα βιβλίο που ο Θόδωρος Γρηγοριάδης, επιτέλους, μετά από χιλιάδες σελίδων, επιστρέφει σε ένα αστικό κέντρο, τη Θεσσαλονίκη.

Η Θεσσαλονίκη. Λίγο μετά την πτώση της δικτατορίας των συνταγματαρχών, τότε που η διανοήση προσπαθεί να ανασυνταχθεί με πρωτοπόρους τους φοιτητές. Στη Θεσσαλονίκη, κάτι αρχίζει να κινείται στο background του βιβλίου, κάτι αρχίζει να μυρίζει πρωτοπορία. Επτά χρόνια ήταν αρκετά. Ήρθε η ώρα της αντίστασης στη νέα, κεκαλυμμένη καταπίεση’ οι καλλιτέχνες και οι διανοούμενοι αρχίζουν να ξυπνούν από το λήθαργο, θαρρείς, αιώνων. Αλλά αυτό είναι ό,τι συνυπάρχει βοηθητικά στο μυθιστόρημα αυτό.

Αλλού είναι το ζουμί του κειμένου.

Ο Γρηγοριάδης, πιστός οπαδός του μεταμοντερνισμού, άξιο παιδί του Joyce και της αγγλοσαξωνικής λογοτεχνίας, και -γιατί όχι;- του Κάφκα σε τούτο τουλάχιστον το βιβλίο, επεξεργάζεται και κομματιάζει εις τα εξ ων συνετέθησαν τις καλύτερες στιγμές του νέου ρεύματος που η λογοτεχνική παραγωγή έχει πια ανάγκη. Μορφολογικά και αισθητικά, για να ξεκινήσει κανείς να απαριθμεί τα πλεονεκτήματά του, το “Παρτάλι” ως σχήμα και “πράγμα” είναι έτοιμο να σου μιλήσει, αν όχι να σε κατακτήσει, κάτι που το χρειάζεσαι έτσι κι αλλιώς… Πάνω απ’ όλα, κατακτά τον αναγνώστη ο πίνακας του εξωφύλλου (του εξαιρετικού Αλέξη Βερούκα) που δεν ξαφνιάζει απλώς, αλλά οδηγεί τη φαντασία στο ένδον μιας Άλλης ύπαρξης που ούτε καν υποψιαστήκαμε ποτέ ότι ενυπάρχει μέσα μας, στον ίδιο μας τον εαυτό. Εδώ, στο εξώφυλλο, ξεκινά όλη η ιστορία.

Θεσσαλονίκη. ‘Ενα αινιγματικά γοητευτικό πλάσμα, με παλιομοδίτικα φορέματα, περιφέρεται στα στενά του Βαρδαρίου.

«Παρτάλι», τον φωνάζουν. Ποιος είναι; Τι ψάχνει; Από πού έρχεται; Ποιο είναι το παρελθόν του; Κανείς δεν ξέρει κι όλοι θέλουν να μάθουν Πανεπιστήμιο. Ο Μανουήλ και ο Μάικ, φοιτητές της Φιλοσοφικής Σχολής, σαγηνευμένοι, εισβάλλουν ριψοκίνδυνα στη ζωή του…

Ερμηνεύουν με τον τρόπο τους την περιπέτειά του, μάλιστα κάποιοι τον υποδύονται. Στην πραγματικότητα όμως, το Παρτάλι είναι εκείνο που εισβάλλει στη ζωή των άλλων και τους κατακτάει.

Η παγίδα έχει ήδη στηθεί… Τίποτα δεν είναι αυτό που φαίνειαι. Το Παρτάλι δεν είναι απλώς το «κοριτσάκι» της Κατοχής. Δεν είναι καν η σκοτεινή και διφορούμενη προσωπικότητα της Νέας Υόρκης. Κρύβει πολλά ακόμη μυστικά στους ξεφλουδισμένους τοίχους του ξενοδοχείου “Λιμάνι”.

Η κάθαρση θ’ αργήσει, αλλά θα είναι καθοριστική. Μαζί με τα πραγματικά γεγονότα, η αλήθεια θα βγει στο φως, τα φορέματα θα γλιστρήσουν στο πάτωμα και τα σκηνικά θα πεταχτούν.

Το “Παρτάλι” είναι ένα βιβλίο συγκινητικό και ανθρώπινο, μυστηριώδες και τολμηρό, με ζωντανούς και σαν παραμυθένιους χαρακτήρες και με απρόβλεπτες καταστάσεις. Και στο φόντο η πόλη στα όρια της συντέλειας. (Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Το στόρυ στο οπισθόφυλλο στερεί το ψωμί των κριτικών, απλώς γιατί μετά δεν έχεις να πεις και να προσθέσεις τίποτε άλλο, στο πλαίσιο πάντα του μέσου όρου τη κριτικής μας παραγωγής σήμερα. Είναι ίσως ό,τι καλύτερο σχετικό έχω διαβάσει. Αλλά πάντα έχεις κάτι πιο προσωπικό να πεις, όχι ως κριτικός (αλίμονο!) αλλά ως ένας κάποιος αναγνώστης. Άλλωστε, η υποκειμενικότητα κάποτε θα νικήσει…

Η παρενδυσία ως κατάδυση στον Άλλον. Παλιά ιστορία. Ταχτσής, ο πρώτος διδάξας του Άλλου, ως “παρένδυσης” του Εγώ. Υπάρχει και συνέχεια. Το “Παρτάλι” δεν είναι μόνο η αποσάρθρωση του Εγώ στο βωμό του Άλλου. Είναι το ίδιο το Εγώ ως Άλλο, είναι η επιθετική ερωτική σχέση του Εγώ με ένα Άλλο που δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς εμένα και τανάπαλιν.

Το “Παρτάλι”, ως βιβλίο αλλά και ως ήρωας βιβλίου, είναι -στη δική μου ανάγνωση- η περίτρανη απόδειξη ότι τίποτα δεν είναι προφανές, τίποτα δεν κατακτάται χωρίς τη συγκατάθεση του κατακτώμενου, τίποτα δεν τελειώνεται χωρίς να βρεθεί ο έσχατος μυχός της ύπαρξής μας στο φως και στις αλήθειες. Κομμάτιασμα απ’ το Εγώ και επανασυγκόλληση στο Άλλο, πιο σταθερά και σθεναρά τη δεύτερη φορά.

Έχω την αίσθηση ότι η παρενδυσία που ο Γρηγοριάδης εισάγει και προτείνει στοχεύει στην υιοθέτηση της ιδέας ότι ο άνθρωπος υπάρχει μόνο ως συνάνθρωπος, αν βέβαια απαλλάξουμε την ίδια την ιδέα από την όποια φιλοσοφική, κοινωνιολογική ή άλλη εξωλογοτεχνική της καταγωγή. Ο Γρηγοριάδης δεν θεωρητικοποιεί, δεν φιλοσοφεί, δεν δημιουργεί ήρωες-φερέφωνα των οποιωνδήποτε ιδεών, προτιμήσεών ή επιθυμιών του.

Το “Παρτάλι” είναι το πρωθύστερο αριστούργημα του συγγραφέα, που δυστυχώς, απ’ τον επίσημο κύκλο των βιβλίων, σχεδόν κανείς δεν τόλμησε να το αναδείξει. Καταφέρνει κανείς να συναισθανθεί το τρέμουλο της γης όταν φτάσει στην τελευταία λέξη του μυθιστορήματος που “η λούγκρα γη έβγαλε βόλτα τα σωθικά της φορώντας τα πιο στραβά τακούνια”, αφού όμως έχει διαβάσει κι άλλο βιβλίο μέσα στο βιβλίο (μπίνγκο, κι άλλος πασιφανής μεταμοντερνισμός!), αφού έχει καταφέρει να ξελασπώσει από τις τύψεις για τις παραλείψεις του έναντι του Άλλου, όχι ως κυρία μιας φιλανθρωπικής ψευτοκλαψιάρικης ενώσεως, αλλά ως ένας γενναίος λαθρεπιβάτης κάποιου ονείρου που δεν του ανήκει και γι’ αυτό το απολαμβάνει.

Ο Θόδωρος Γρηγοριάδης δεν είναι απλώς ένας περίτεχνος συγγραφέας. Είναι εκείνο το χέρι, για το οποίο έχω ξαναμιλήσει, που σε παίρνει και σε στέλνει στο διάολο, έστω και δια της βίας.

Και σ’ αρέσει πολύ…