Editorial | Φώτης Γεωργελές | AthensVoice

Ησκηνη ειναι γνωστη, την εχει δειξει η τηλεοραση δεκαδες φορες. Ενας άντρας τρέχει έντρομος να σωθεί, πίσω του ένα τσούρμο τον κυνηγάει, τον βρίζει, τον χτυπάει στην πλάτη με γροθιές, του πετάει στο κεφάλι μπουκάλια και καφέδες. Οι διαδηλωτές δεν έχουν τίποτα προσωπικό με τον Γερμανό πρόξενο στη Θεσσαλονίκη. Το πιθανότερο είναι να μην τον ξέρουν καν. Βάζουν ναζιστικά εμβατήρια στα μεγάφωνα και του ορμάνε επειδή είναι Γερμανός. Στη δικιά μας πρωτόγονη και ανορθολογική αντίληψη της πραγματικότητας οι ξένοι είναι οι εχθροί, φταίνε για την τύχη μας. Οι μαυροντυμένοι ακροδεξιοί χτυπάνε Πακιστανούς, Ινδούς, Αφρικανούς, οι κόκκινοι συνδικαλιστές προπηλακίζουν Ευρωπαίους. Οι ξένες πρεσβείες εκδίδουν ταξιδιωτικές οδηγίες προς τους υπηκόους τους. Να αποφεύγουν την κυκλοφορία στην πόλη, ιδίως αν είναι ασιατικής ή αφρικανικής καταγωγής.

Με την ανοσία 3 χρόνων παράνοιας και εκτροχιασμού, ξεχνάμε το γεγονός γρήγορα. Δεν το ξεχνάει κανένας άλλος. Για τον υπόλοιπο πλανήτη ό,τι συνέβη είναι αδιανόητο. Στον πολιτισμένο κόσμο οι πρεσβευτές, οι εκπρόσωποι μιας χώρας, είναι ιεροί. Ακόμα και στη διάρκεια πολέμου είναι ιεροί. Μόνο στο Ιράν, στη Λιβύη συμβαίνουν τέτοια γεγονότα. Οι σκηνές αυτές, που είδε ολόκληρος ο πλανήτης, παρουσιάζουν μια χώρα άναρχη, πρωτόγονη, υποανάπτυκτη, φανατική, μισαλλόδοξη, βίαιη. Κι αυτό ποτέ η Δύση δεν θα το ξεχάσει. Για να μιλήσω τη γλώσσα που καταλαβαίνει αυτή η χώρα, τη γλώσσα του συμφέροντος, αυτά τα λίγα τηλεοπτικά λεπτά στη διάρκεια των επόμενων χρόνων θα μας κοστίσουν πολύ ακριβά, στις δουλειές μας, στα εισοδήματά μας. Εκατοντάδες χιλιάδες τουρίστες θα ακυρώσουν τις διακοπές τους. Επενδυτές ούτε που θα διανοηθούν να κάνουν επενδύσεις στην Ελλάδα, η κοινή γνώμη των ευρωπαϊκών χωρών θα πιέσει τα κοινοβούλια, κάθε λύση ευνοϊκή για τη ρύθμιση του χρέους μας, για παραπάνω δανεισμό, θα γίνει πιο δύσκολη.

Εμείς παίζουμε ακόμα το τυχοδιωκτικό και ανεύθυνο παιχνίδι που μας έχει οδηγήσει μέχρι εδώ. Τα κόμματα της αντιπολίτευσης υπερασπίζονται τους δράστες καταγγέλλοντας «ακραία καταστολή, δικαστικό πραξικόπημα, ποινικοποίηση αγώνων». Δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς, οι βουλευτές τους μέσα στη Βουλή προβλέπουν για τους πολιτικούς τους αντιπάλους το φρικτό τέλος του Αμερικανού πρεσβευτή στη Λιβύη. Οι βουλευτές τους ονομάζουν τον ανάπηρο Γερμανό υπουργό Οικονομίας, ο «κουτσός». Υπάρχουν εφημερίδες που περιγράφουν τα γεγονότα της Θεσσαλονίκης υπό τον τίτλο «αστυνομικές δυνάμεις προβαίνουν σε συλλήψεις επειδή οι πολίτες αντέδρασαν στις δηλώσεις Φούχτελ». Όχι πια στα υπόγεια της κοινωνίας, αλλά στον κυρίαρχο δημόσιο διάλογο, το αδιανόητο έχει γίνει αποδεκτό. Αν δεν σ’ αρέσουν οι δηλώσεις κάποιου, τον δέρνεις. Ακόμα χειρότερα, δέρνεις τους ομοεθνείς του. Έπειτα, καταγγέλλεις το φασισμό και καταθέτεις στεφάνι στο Πολυτεχνείο.

Τα κόμματα που υποδαυλίζουν, που υπερασπίζονται τη βία, εγκληματούν. Γιατί νομιμοποιούν τη βία, την κάνουν αποδεκτή. Όταν μιλάνε για «πραξικόπημα, εκτροπή από το δημοκρατικό πολίτευμα, τροϊκανή χούντα, μνημονιακή δικτατορία», δεν είναι τρελοί. Ξέρουν ότι δεν είναι έτσι. Ξέρουν ότι σιτίζονται από αυτή τη «δικτατορία» με 14 εκατομμύρια το χρόνο κομματική επιχορήγηση. Η παραποίηση της πραγματικότητας έχει στόχο τη νομιμοποίηση της βίας. Μόνο αν έχουμε δικτατορία, η βία των πολιτών είναι αποδεκτή. Μπορούν να μιλάνε οι βουλευτές τους «για καλάσνικοφ που θα βγουν στις πλατείες», οι συνδικαλιστές τους για «ρουκέτες στις ερπύστριες».

Οι δημοσιογράφοι και οι πολιτικοί που μιλάνε για τη «βία της απόλυσης, τη βία της μείωσης των μισθών, τη βία του τραπεζικού δανείου που δεν έχεις να πληρώσεις τη δόση», εγκληματούν. Γιατί σχετικοποιούν τη βία, την κάνουν αποδεκτή. Δήθεν δεν μπορούν να κάνουν τη διάκριση με την πολιτική βία, οι δυσκολίες γίνονται βία, η αδικία ονομάζεται βία, η φτώχεια είναι βία, όλα ίδια είναι με το να πληγώνεις το σώμα του άλλου. Αν σου μειώνουν το μισθό, δέρνεις. Αν σου κόβουν τη σύνταξη, πυρπολείς το Αττικόν. Αν σε απολύουν, καις ζωντανούς 3 ανθρώπους στη Μαρφίν. Έτσι δεν κάνουν όλοι; Έτσι δεν κάνουν παντού;

Λένε ψέματα. Ο «κόσμος» δεν κάνει τίποτα απ’ όλα αυτά. Οργανωμένες πολιτικές ομάδες είναι που χτυπάνε, που πληγώνουν. Οι άνθρωποι δεν μαχαιρώνουν μετανάστες. Οι άνθρωποι δεν κυνηγάνε Γερμανούς. Δεν δέρνουν πολιτικούς, δεν γιαουρτώνουν συγγραφείς, δεν χτίζουν καθηγητές.

Άγνοια, ιδεοληψίες, κοινωνικός εγωισμός, κομματικές επιδιώξεις, ιδιοτέλειες και συμφέροντα, εκτροχιασμένα, καταστροφικά και αυτοκαταστροφικά, οδηγούν την παραζαλισμένη κοινωνία σε αυτοκτονικά άκρα. Όποιος σπέρνει αίμα, θερίζει αίμα. Σαν ν’ ανοίξαμε μια κλειδωμένη πόρτα αυτά τα τελευταία χρόνια και ξαφνικά έγινε ευκολότερο να σκεφτόμαστε τους άλλους ανθρώπους ως αντικείμενα. Ως ανθρώπους που δεν ματώνουν το ίδιο κόκκινα με μας. Υποκριτικά, οι ενορχηστρωτές της πολιτικής βίας προσπαθούν να πάρουν τις αποστάσεις τους από τα ναζιστικά, αντιδημοκρατικά, αντικοινοβουλευτικά φαινόμενα. Ναι, είναι αλήθεια ότι η ύφεση δημιουργεί το εύφορο έδαφος για την εμφάνιση ρατσιστικών και ολοκληρωτικών απόψεων. Είναι όμως αλήθεια ότι την πολιτική βία και τη ρητορική του μίσους κάποιοι άλλοι φρόντισαν να την κάνουν οικεία, αποδεκτή, ανθρώπινη. «Δικαιολογημένη αγανάκτηση και δίκαιη οργή».
Όσα ήταν κλειδωμένα κάτω από μια επιδερμική, όπως φάνηκε, επιφάνεια δημοκρατίας και πολιτισμού, τώρα βγαίνουν στο φως. Και την κληρονομιά της πολιτικής βίας και του πολιτικού ανορθολογισμού θα την κληρονομήσουν οι πιο αδίστακτοι εις βάρος όλων.

Αν όλα αυτά είναι μια προσπάθεια εκλογίκευσης 
των όσων νιώθω σε κάθε τέτοιο περιστατικό, στ’ αλήθεια, η ενστικτώδης απέχθεια που νιώθω είναι πέρα από πολιτική. Ίσως γιατί μεγάλωσα σε μια εποχή που όταν γυρνούσαμε από το σχολείο με κατεβασμένο φρύδι και αίματα οι πατεράδες μας το πρώτο πράγμα που ρωτούσαν ήταν «εσείς πόσοι είσαστε;», κι αν η απάντηση ήταν «περισσότεροι» τρώγαμε άλλο ένα χαστούκι. Γιατί μεγαλώναμε μαθαίνοντας ότι οι άντρες δεν τα βάζουν ποτέ δύο εναντίον ενός. Αν έχεις προσέξει, σε όλα αυτά τα πάνω από 600 περιστατικά πολιτικής και ρατσιστικής βίας που συνέβησαν σε ένα χρόνο, το μοτίβο ήταν πάντα ίδιο: ένας όχλος κυνηγάει ένα ανυπεράσπιστο θύμα να το γιουχάρει, να το χτυπήσει, να το εξευτελίσει. Κρυμμένοι μέσα στο πλήθος, σίγουροι ότι μετά θα τρέξουν οι βουλευτές τους να τους υπερασπιστούν, θα κλαφτούν για την «άδικη δίωξη» και την «ποινικοποίηση των αγώνων». Και σχεδόν πάντα, η αποκαλυπτική λεπτομέρεια, θα πετάξουν καφέδες. Είναι η ριζοσπαστικότητα της τσάμπα μαγκιάς, η θρασυδειλία της ασυλίας, η διαδήλωση του φραπέ.

the paper – Edito 414 | www.athensvoice.gr.

Μια ανάσα από το πλεόνασμα | Γιώργος Προκοπάκης | Protagon.gr

Σε προηγουμενο σημειωμα (εδω) ξεκινησαμε τη συζητηση της προτασης του κ. Γιάνη Βαρουφάκη (ΓΒ) για άρνηση της καταβολής της δόσης των €31.5 δισ (ολοκληρωμένη εδώ). Η πρόταση ξεκινάει από το γεγονός πως η Ελλάδα βρίσκεται μόλις €2.5 μακριά από τον μηδενισμό του πρωτογενούς ελλείμματος. Κατά συνέπεια, με συντονισμένη και στοχευμένη δράση περικοπών από τις υψηλές μισθοδοσίες του δημοσίου, μπορούμε να μηδενίσουμε το πρωτογενές έλλειμμα από σήμερα και να διαπραγματευθούμε όλα τα υπόλοιπα ζητήματα με τους πιστωτές μας χωρίς τον κίνδυνο κατάρρευσης. Ας δούμε τι σημαίνει ότι βρισκόμαστε «μια ανάσα» από το πλεόνασμα.

 

Έλλειμμα πίσω από την κουρτίνα

Υπάρχουν τρεις απολύτως βέβαιες πηγές «ελλείμματος εν αναμονή», υποχρεώσεις, δηλαδή, του δημοσίου οι οποίες δεν καταγράφονται στον προϋπολογισμό, γίνονται όμως έλλειμμα μόλις χρειασθεί να εξοφληθούν (υπάρχουν και άλλες, αλλά περιοριζόμαστε στις πέραν πάσης αμφισβητήσεως). Αυτές είναι:

  1. Οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις του δημοσίου. Αυξάνουν τα τρία τελευταία χρόνια με καθαρό ρυθμό περίπου €2 δισ το χρόνο, με εξάρσεις τις περιόδους καθυστερήσεως δόσεων της τρόικας. Το τελευταίο τρίμηνο (χωρίς τη δόση) αυξάνουν με ρυθμό περίπου €6 δισ το χρόνο. Το μεγαλύτερο ποσοστό τους είναι οφειλές για φάρμακα, προμήθειες νοσοκομείων και οφειλές προς ΟΤΑ. Σήμερα είναι €8.3 δισ.
  2. Οι εξοπλιστικές δαπάνες. Το 2010 και 2011 οι δαπάνες εξοπλιστικών προγραμμάτων που καταγράφονται στον προϋπολογισμό μειώθηκαν κατά €2 δισ (από €2.6 δισ σε €600 εκατ). Το μέγιστο ποσοστό δεν αφορά προγράμματα και παραγγελίες που ακυρώθηκαν, αλλά πληρωμές που μεταφέρθηκαν στο μέλλον, μέσω διακανονισμών και συνεννοήσεων με τους προμηθευτές.
  3. Οι εγγυήσεις του δημοσίου. Το δημόσιο εγγυάται μεταξύ άλλων δάνεια ΔΕΚΟ, ΟΤΑ και παραχωρήσεων. Όταν ο δανειολήπτης οργανισμός αδυνατεί να εξοφλήσει το δάνειο η εγγύηση καταπίπτει και το δημόσιο υποχρεούται στην εξόφληση. Κάθε χρόνο εγγράφονται στον προϋπολογισμό καταπτώσεις εγγυήσεων περίπου €1.5 δισ. Σήμερα οι εγγυήσεις του δημοσίου είναι λίγο πάνω από €20 δισ.

Η «μια ανάσα απόσταση» από το πλεόνασμα (είπαμε, μόλις €2.5 δισ), παραμένει μια ανάσα και δεν γίνεται μερικά χιλιόμετρα, υπό την προϋπόθεση ότι όλες οι συνθήκες που οδηγούν σε εμφάνιση ελλειμμάτων είναι υπό έλεγχο. Στην σχετικά καλή κατάσταση της παραπάνω λίστας οδηγηθήκαμε μετά από (α) το ξεκαθάρισμα «κρυφών» οφειλών από την εποχή Αλογοσκούφη (Οκτώβριος 2010), (β) εξόφληση προμηθευτών νοσοκομείων με ομόλογα (κουρεύτηκαν και αυτά!), (γ) διαδοχικές ενισχύσεις των τελικών οφειλετών μέσω του προϋπολογισμού, (δ) κούρεμα δανείων (κυρίως ΔΕΚΟ) ύψους €13 δισ στο πλαίσιο του PSI+. Στην λίστα παραπάνω παρατίθενται οι υποχρεώσεις που έχουν απομείνει ή επαναδημιουργηθεί.

Στο Μνημόνιο 3 που μόλις ψηφίσθηκε, λαμβάνονται μέτρα για να σταματήσει η επαναδημιουργία αυτών των «ελλειμμάτων εν αναμονή»: δραστική περιστολή φαρμακευτικής και νοσοκομειακής δαπάνης, δραστική περιστολή δαπανών ΟΤΑ, δραστική περιστολή αμυντικών δαπανών.  Η δανειακή σύμβαση προβλέπει ρητά την εξόφληση των ληξιπρόθεσμων οφειλών του δημοσίου και τα μέτρα διαφυλάσσουν από την επανεμφάνισή τους. Η βελτίωση των οικονομικών ΔΕΚΟ και ΟΤΑ θα περιορίσουν τις καταπτώσεις εγγυήσεων. Οι περικοπές αμυντικών δαπανών θα ισοσταθμίσουν τις μεταχρονολογημένες πληρωμές.

Δηλαδή, εάν δεν ληφθούν τα μέτρα (ή ισοδύναμα) που προβλέπονται στο Μνημόνιο 3, όλα τα παραπάνω θα γίνουν κάποια στιγμή έλλειμμα και χρέος. Εάν σταματήσει η χρηματοδότηση του δημοσίου όπως προτείνεται, οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις θα αυξάνουν ανεξέλεγκτα – το πιθανότερο είναι να μπει λουκέτο σε νοσοκομεία και να καταρρεύσουν οι ΟΤΑ – και οι καταπτώσεις εγγυήσεων θα ξεπερνούν κατά πολύ το σημερινό «ταπεινό» €1.5 δισ το χρόνο.

Οι μνημονιακές κυβερνήσεις συρρίκνωσαν, αναλώμασι των πολιτών της χώρας, το πρωτογενές έλλειμμα από €24 δισ σε μόλις €2.5 δισ, υπό την προϋπόθεση όμως πως τόσο η χρηματοδότηση του δημοσίου θα συνεχισθεί όσο και πως θα γίνουν δραστικές περικοπές ή αναδιαρθρώσεις σε όλους τους εμπλεκόμενους φορείς ώστε το επίπεδο αυτό του ελλείμματος να είναι διατηρήσιμο και να πέσει ακόμη περισσότερο.

 

Ας μηδενίσουμε λοιπόν το πρωτογενές έλλειμμα

Από τα αναφερόμενα στο προηγούμενο εδάφιο κρατάμε για την ανάλυσή μας μόνον τα σχετικά με τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του δημοσίου, ώστε να παραμείνουμε στο ίδιο πλαίσιο με την πρόταση ΓΒ.

Τι χρειάζεται, λοιπόν, για να μηδενίσουμε το πρωτογενές έλλειμμα;

  1. Περικοπή δαπανών όσο είναι το πρωτογενές έλλειμμα του προϋπολογισμού, €2.5 δισ. Ο ΓΒ προτείνει περικοπή από την υψηλή μισθοδοσία του δημοσίου.
  2. Περικοπή δαπανών όση θα είναι η μείωση των εσόδων του δημοσίου από τις περικοπές για μηδενισμό του ελλείμματος. Από τα €2.5 δισ των υψηλόμισθων δημοσίων υπαλλήλων, το δημόσιο «χάνει» έσοδα από φορολογία, άμεση και έμμεση, και εισφορές τουλάχιστον το 1/3, περίπου €0.8 δισ.
  3. Εξόφληση των σημερινών ληξιπρόθεσμων οφειλών του δημοσίου, €8.3 δισ. Ο ΓΒ προτείνει την ανταλλαγή με μελλοντικές φοροελαφρύνσεις μέσω ειδικών ομολόγων σε μια εξαετία, δηλαδή μείωση εσόδων του δημοσίου κατά €1.4 δισ ετησίως.
  4. Λήψη μέτρων αμέσου αποτελέσματος ώστε να μη συσσωρεύονται οι ληξιπρόθεσμες οφειλές. Χωρίς καμιά άλλη χρηματοδότηση αυτές «τρέχουν» με ρυθμό €6 δισ ετησίως.

Για να είναι η Ελλάδα αυτάρκης και σίγουρη ώστε να μπορεί να διαπραγματευθεί για διακανονισμούς του χρέους, παροχή ρευστότητας στις τράπεζες, αναπτυξιακά πακέτα και ό,τι άλλο χρειάζεται, χωρίς τον κίνδυνο κατάρρευσης, απαιτείται να φροντίσει κάθε ένα από τα τέσσερα σημεία παραπάνω. Αυτά αθροίζονται σε μέτρα €10.7 δισ.

Περίπου όσα μας ανάγκασε η τρόικα να πάρουμε ώστε να συνεχισθεί η στήριξη. Σ’ αυτά δεν περιλαμβάνονται οι εξοφλήσεις των μεταχρονολογημένων δαπανών εξοπλιστικών, ούτε οι καταπτώσεις εγγυήσεων (πέραν των «συνήθων» €1.5 δισ).

Ο ΓΒ παρουσιάζει μια «ελκυστική» πρόταση, στην οποία όμως μόνον το «λογιστικό» έλλειμμα των €2.5 δισ λαμβάνεται υπ’ όψιν(σημείο 1)  – ούτε καν οι επιπτώσεις στα έσοδα της δικής του πρότασης (σημεία 2 και 3). Εάν στα σοβαρά περνούσε από το μυαλό κάποιου πολιτικού ηγέτη ή του πρωθυπουργού η άρνηση λήψης της δόσης, καλά θα έκανε να το ξανασκεφθεί.

 

 

*Ο Γιώργος Προκοπάκης είναι σύµβουλος επιχειρήσεων σε θέµατα οργάνωσης και διαχείρισης πληροφοριών, πρώην καθηγητής στο Columbia University.

 

Το κείμενο δημοσιεύτηκε εδώ.

Είναι βιώσιμο το χρέος; | Γιώργος Προκοπάκης | ΤΑ ΝΕΑ

Με τη δημοσια «διαμαχη» Λαγκαρντ – Σοϊμπλε, η βιωσιμοτητα του χρεους έχει γίνει κύριο ζήτημα στη διαχείριση της ελληνικής κρίσης, ακόμη και για την εκταμίευση της καθυστερούμενης δόσης των 31,5 δισ. ευρώ. Οσον αφορά το ΔΝΤ, η συνέχιση της συμμετοχής του στο πρόγραμμα στήριξης της Ελλάδας εξαρτάται από το αν το χρέος είναι βιώσιμο και η ευρωζώνη πιέζεται να προχωρήσει σε κινήσεις που θα εγγυώνται ακριβώς αυτό – πιέζεται ποικιλοτρόπως και η Ελλάδα.

Η βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους πάντα ήταν πρόβλημα και μέλημα για την τρόικα. Ανεδείχθη ρητώς και ως ποσοτικός στόχος με την απόφαση της Συνόδου Κορυφής της 17/10/2011: 120% του ΑΕΠ το 2020. Την εικόνα θολώνει το ότι η βιωσιμότητα του χρέους δεν εξαρτάται μόνο από τον δείκτη χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ. Η αναφορά σε αυτόν δίνει λαβή σε προσχηματικούς προβληματισμούς τύπου, «η Ιαπωνία έχει χρέος 200% του ΑΕΠ», και αποπροσανατολιστική ρητορική όπως το προεκλογικό, «θα έχουμε περάσει από μια δεκαετή κόλαση για να ξαναγυρίσουμε εκεί που είχε αφήσει η ΝΔ το χρέος το 2009». Θα επιχειρήσουμε να ρίξουμε λίγο φως στο ζήτημα.

Κάθε χρέος είναι βιώσιμο εφόσον ο οφειλέτης μπορεί να το εξυπηρετεί. Δηλαδή, εάν μπορεί να πληρώνει τους τόκους και όταν λήγει το χρέος να καταβάλλει το χρεολύσιο. Εάν ο οφειλέτης έχει πλεονάσματα ή «έκτακτα» έσοδα από πώληση περιουσιακών στοιχείων, τα χρησιμοποιεί για την εξόφληση των λήξεων του χρέους. Εάν όχι (ή εάν δεν επαρκούν) υποχρεούται να ανανεώσει το χρέος δανειζόμενος από άλλη πηγή (αναχρηματοδότηση). Οσο πιο απλωμένο χρονικά είναι το χρέος τόσο ευκολότερη είναι η αναχρηματοδότησή του. Το 120% του ΑΕΠ του 2009 στο οποίο αναφερόταν προεκλογικά η ΝΔ, διαφέρει ουσιαστικά από το χρέος με τον ίδιο δείκτη που φανταζόταν η κ. Μέρκελ στις 27/10/2011. Το μεν απαιτούσε αναχρηματοδότηση στο σύνολό του κάθε επτά χρόνια (κάθε χρόνο έπρεπε να βρίσκει ο υπουργός Οικονομικών περίπου 16% του ΑΕΠ από τις αγορές), το δε, επειδή σχεδιαζόταν με κύκλο αναχρηματοδότησης εικοσαετίας, θα απαιτούσε κάθε χρόνο μόνο 5% του ΑΕΠ από τις αγορές. Επίσης, το μέσο επιτόκιο του ελληνικού δανεισμού ήταν το 2009 περίπου 4,6%, ενώ τα τροϊκανά δάνεια σήμερα παρέχονται με επιτόκιο κάτω από 2%.

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως ακόμη και μετά τη μεγαλύτερη αναδιάρθρωση χρέους στην ιστορία με το PSI+, το ελληνικό χρέος δεν είναι βιώσιμο με τα σημερινά δεδομένα.

Πώς μπορεί να γίνει βιώσιμο;

Πρώτον, και προφανώς, μειώνοντάς το απολύτως: με ιδιωτικοποιήσεις και αγορά χρέους, με πλεονάσματα και σταδιακή αγορά χρέους, με επαναγορά βαθιά υποτιμημένου χρέους από τις αγορές, με διακανονισμό με τους δανειστές για μείωση του χρέους (κούρεμα – του επίσημου τομέα, πια).

Δεύτερον, απλώνοντάς το χρονικά, ώστε η αναχρηματοδότησή του να είναι πιο εύκολη, και με περίοδο χάριτος ώστε να έχουν γίνει εν τω μεταξύ οι αλλαγές στην οικονομία που θα επιτρέπουν μακροπρόθεσμα την εξυπηρέτησή του – πάλι με διακανονισμό με τους δανειστές.

Τρίτον, με μείωση του κόστους εξυπηρέτησης (του επιτοκίου, δηλαδή) και με διοχέτευση του οφέλους στην οικονομία για πολλαπλασιασμό του – πάλι με διακανονισμό με τους δανειστές.

Τέταρτον, με ραγδαία εφαρμογή διαρθρωτικών αλλαγών που θα ενισχύουν την ανάπτυξη και τη δημιουργία πλούτου.

Πέμπτον, με τη δημιουργία συνθηκών που θα προσελκύουν επενδύσεις, οι οποίες με τη σειρά τους θα οδηγήσουν στην ανάπτυξη.

Ολα αυτά έχουν κόστος. Σε μια συναινετική διαδικασία, όπως είναι (θεωρητικά τουλάχιστον) το πρόγραμμα στήριξης της Ελλάδας, επιχειρείται να βρεθεί συμβιβαστική λύση, με κατανομή του κόστους στους συμμετέχοντες. Επειδή η κατάληξη σε βιώσιμο χρέος θα έχει κόστος για όλους, με καθέναν να έχει διαφορετικές αντοχές, περιορισμούς (κοινωνικούς, πολιτικούς, οικονομικούς, ή θεσμικούς), ακόμη και ιδιοτέλειες, θα γίνεται διαπραγμάτευση μέχρι την τελευταία στιγμή.

Για την ώρα, με το Μνημόνιο ΙΙΙ που ψηφίστηκε, η ελληνική κοινωνία ανέλαβε το δικό της κόστος. Είναι μεγάλο, είναι δυνητικά καταστροφικό για τον κοινωνικό ιστό. Μπορεί όμως να σηματοδοτεί και την αρχή του τέλους της κρίσης, εάν οι εταίροι ανταποκριθούν και αναλάβουν όσο το δυνατόν μεγαλύτερο κόστος ώστε το ελληνικό χρέος να γίνει όχι μόνο βιώσιμο αλλά και βιωτό.

 

Ο Γιώργος Προκοπάκης είναι σύµβουλος επιχειρήσεων σε θέµατα οργάνωσης και διαχείρισης πληροφοριών, πρώην καθηγητής στο Columbia University

 

Το κείμενο από εδώ.

Ζωή χωρίς δουλειά

 

Δημήτρης Αθηνάκης

Ετών: 30

Επάγγελμα: μεταφραστής, επιμελητής εκδόσεων, ποιητής

2007. Η χρονιά των μεγάλων αλλαγών για μένα. Η χώρα συνέχιζε να προχωρά, οι τράπεζες μαζί της. Και όλοι εμείς, θύματα και μαζί θύτες. Θυμάμαι, μου είχε πάρει περίπου τρεις ολόκληρες εβδομάδες ν’ ανοίξω «βιβλία». Απ’ το Επιμελητήριο στην Εφορία και από κει στο ΤΕΒΕ. Όταν είδα το πρώτο μου μπλοκάκι τρυπημένο, ένιωσα τρομερή περηφάνια. Αισθάνθηκα «σαν έτοιμος από καιρό, σαν θαρραλέος» να κατακτήσω τον κόσμο της ελεύθερης αγοράς. Κανείς δεν μου ’χε πει ότι ετοιμαζόμουν για τον κόσμο της ελεύθερης πώλησης.

Έκτοτε, έχουν περάσει πάνω-κάτω τέσσερα χρόνια. Στο μεταξύ, έχω γεμίσει το εργογραφικό μου σημείωμα τόσο, που, καμιά φορά, λέω πως μερικά απ’ όσα έκανα τα ‘χω φανταστεί. Κι όμως, δεν τα ‘χω φανταστεί. Τα ‘χω σκυλοδουλέψει. Έχω φτύσει αίμα για να κάνω ό,τι έκανα, τίποτα δεν μου χαρίστηκε, εκτός από μερικές, ανεπαίσθητες ευκολίες που βρέθηκαν, λόγω τύχης αλλά και γνωριμιών, στον δρόμο μου. Έχω δουλέψει όμως. Έχω μεταφράσει, έχω επιμεληθεί βιβλία και ανθολογίες, έχω διορθώσει – κι αν δεν έχω διορθώσει… Άλλες φορές καλά, άλλες, πάλι, όχι τόσο. Σάμπως όλα τα μοντέλα μιας αυτοκινητοβιομηχανίας, ας πούμε, είναι καλά; Δεν είναι.

Έχω συνεργαστεί με πολλούς εκδοτικούς οίκους, με καλούς εκδοτικούς οίκους, με καλοπληρωτές εκδοτικούς οίκους, μ’ εκδοτικούς οίκους που είχα ήδη διαβάσει βιβλία τους και ήμουν περήφανος να δουλεύω γι’ αυτούς. Παρόλες τις ενδιάμεσες γκρίνιες, εντάσεις, διαφωνίες -σε σημείο, από καιρού εις καιρόν, σκληρές και ανυποχώρητες-, με απογοητεύσεις, αυτά τα χρόνια κύλησαν νεράκι. Και ήταν ωραία χρόνια. Ήταν τέσσερα χρόνια που δουλεύαμε γιατί, αφενός, μπορούσαμε και, αφετέρου, γιατί ο ορίζοντας ήταν ανοιχτός, μπορούσαμε να ονειρευτούμε ότι θα κάνουμε καριέρα. Αμ δε! The party, ladies and gents, is over. Απότομα.

Όταν το 2010 παρουσιάστηκα στο Πολεμικό Ναυτικό δεν φαντάστηκα ότι όσα θα συνέβαιναν θα ‘ταν οι νόμοι του Μέρφι. «Όταν κάτι είναι να πάει στραβά, θα πάει». Και πήγε. Μέσα σ’ έναν χρόνο, χάσαμε τ’ αυγά, τα καλάθια, τα δάνεια και τις πιστωτικές. Η γενιά μου, όσοι γεννηθήκαμε εκεί γύρω στις αρχές του ‘80, δεν προλάβαμε να χαρούμε και να δημιουργήσουμε καμιά ευκαιρία. Δεν είχαμε την ευκαιρία να πάρουμε τη ζωή στα σοβαρά. Δεν μας άφησαν και δεν είχαμε την ευφυΐα και τ’ ανακλαστικά να δούμε αυτό που ερχόταν κατά πάνω μας ή που τρέχαμε εμείς προς αυτό. Όταν, όμως, σε ταΐζει ο μπαμπάς σου ως τα 25 -«το παιδί πρέπει να κοιτάξει τις σπουδές του!»-, πώς, δηλαδή, ν’ αποκτήσεις, μέσα σε λίγα αλλά ξέφρενα χρόνια, όλ’ αυτά τα εφόδια; Για πείτε μου.

Η ζωή, απ’ ό,τι φαίνεται εκ των υστέρων, δεν ήταν ποτέ πάρτι, ώστε τώρα να τελειώσει. Δεν ήταν ποτέ -μα ποτέ- μια αρένα όπου οι ταύροι ήμασταν εμείς. Εμείς, πάντοτε, τελικά, ήμασταν το κοινό. Άρτος και θεάματα, και τω θεώ δόξα. Η αλυσίδα της αγοράς χτυπάει με μανία, κάνει θόρυβο, έτοιμη να μας επιτεθεί. Οι εκδότες φοβούνται, δεν βγάζουν βιβλία, δεν εμπιστεύονται τους νέους, οι νέοι δεν ξέρουν πού ν’ αποταθούν, απολύονται οι υπάρχοντες, κόβονται οι διαφημίσεις, κλείνουν τα ένθετα, δεν πληρώνουν τα βιβλιοπωλεία, δεν πληρώνει κανένας – ακόμα κι αυτοί που θεωρούνταν συνεπέστεροι κι απ’ τον χρόνο. Ο κόσμος πάει κι έρχεται. Φοβάται…

Τα φώτα σβήνουν. Μας έχει τελειώσει και η λίγη δύναμη που προλάβαμε ν’ αποθηκεύσουμε. Αλλά, που να πάρει ο διάολος, γιατί θα πρέπει να είμαι σφιγμένος και προσεκτικός «Ελβετός» στα 25 μου, στα 27 μου, στα 29 μου; Αυτό θα μπορούσε να είναι και η φράση της χώρας μας, τ’ αντίστοιχα χρόνια μετά τη Μεταπολίτευση. Χτίσαμε μια Μεταπολίτευση με τους λάθος λόγους.

Ο φόβος είναι το μεγαλύτερο τέρας που μας χτυπά την πόρτα. Τον κοιτάμε απ’ το «ματάκι». Ξέρουμε, βέβαια, ότι είναι εκεί. Η απόγνωση, το δεύτερο. Το τρίτο; Δεν ξέρω. Αναρωτιέμαι συνεχώς εάν το φευγιό απ’ την πόλη, απ’ τη χώρα, είναι το αποτέλεσμα των προβλημάτων ή η λύση τους. Αναρωτιέμαι γιατί μπορεί, με τόση ευκολία, η ανεργία και ο κωλόκοσμος όπου ζούμε να έχει τόση δύναμη, ώστε να μας σπρώχνει μακριά, να μας διαλύει, να μας κάνει να διαλύουμε, να μας αφήνει να αιωρούμαστε σ’ ένα σκοινί. Η μοναξιά του σχοινοβάτη; Μπααα. Η μοναξιά αυτού που καθημερινά αναγκάζεται γενικώς και αορίστως.

 

* * * *

Δημοσιεύτηκε στη LiFo.  Click: http://www.lifo.gr/mag/features/2892